Πέμπτη, 30 Απριλίου 2009

Μέρες της Ζάκυνθος ΙΙΙ.



Σα να μην ήταν αρκετή η ακραία ομορφιά, ήρθε συμπλήρωμα και καταλύτης ο μύθος του σύγχρονου contrabanto. Εικαστική παρέμβαση του Τυχαίου, ο ‘Παναγιώτης’ που εξόκειλε στην άβατη αμμουδιά μια νύχτα με φουρτούνα και σκουριάζει γερμένος 27 χρόνια τώρα, εκεί κάτω. Ξεχάστηκε σιγά- σιγά το παλιό τοπωνύμιο και το καινούριο, το Ναυάγιο, έγινε γνωστό σε όλο τον κόσμο, με τις φωτογραφίες του να κατακλύζουν τα διεθνή ύδατα του διαδικτύου όπως εκείνη τη νύχτα του `82 που έπλεαν στη θάλασσα ξέμπαρκες κούτες από το Κεφαλλονίτικο τσιγαράδικο.




Αν φτάσεις καλοκαίρι και δεις ορδές τουριστών, καλύτερα να φύγεις αμέσως. Ο ίλιγγος του μαζικού είναι αβάστακτος σε σχέση με τον ίλιγγο του κενού. Δεν έχει νόημα να σταθείς στην ουρά περιμένοντας για λίγα μόλις δευτερόλεπτα στην άκρη του σιδερένιου μπαλκονιού-ανέλπιστα διακριτικό - για να ποζάρεις αναμαλλιασμένος με φόντο το φημισμένο τοπίο.

Αν φτάσεις άλλη εποχή και δεν είναι κανείς εκεί, πήγαινε στην άκρη των βράχων και κούρνιαξε. Μέτρησε τις ανάσες σου έτσι όπως εμφανίζονται ανεξέλικτες χωρίς ρυθμό. Ρεγουλάρισέ τις. Διέκρινε τους ήχους που ακούς. Από τη μια βάλε αυτούς που παράγεις εσύ κι από την άλλη ξεχώρισε προσεκτικά, έναν –ένα τους ήχους ορατών τε και αόρατων θιάσων έξω από τα σύνορά σου.

Άδειασε το μυαλό σου. Όλα τα χωράει η άβυσσος.

Ύστερα πάρε το νήμα από την αρχή. Δες καρέ- καρέ την ταινία. Τώρα είναι η κατάλληλη στιγμή, εδώ είναι το ιδανικό στίγμα. Μην το αναβάλεις. Μην το αφήσεις για το τέλος, πάνω στο μεταλλικό κρεβάτι δίπλα στον ορό που αργοστάζει, μέσα στην αγωνία και στον εξευτελισμό της φθοράς ή στην άνοια ενός άγνωστου υπερήλικα που η καρτέλα του με τεθλασμένη τη θερμοκρασία αναφέρει το όνομά σου.

Μέτρησε τη ζωή, τα έργα και τις μέρες σου. Αργά. Νηφάλια. Σε αυτές τις μετρήσεις ούτε βιά χωράει ούτε βία. Θέλουν το χρόνο τους και τον τρόπο τους. Ζύγισέ τα. Η πασιέντζα των βράχων αλάθητη. Άμα σου βγει θετικό το ισοζύγιο, πάρε βαθειά ανάσα.

Αν αποφάσιζες να δώσεις τώρα το παράγγελμα για ένα τόσο δα βήμα μπροστά, η γραμμή σου θα έκλεινε σε ένα τέλειο κύκλο χωρίς χάσματα. Ο εξαίσιος ίλιγγος του κενού θα γινόταν από τη μια στιγμή στην άλλη ένας λυτρωτικός στροβιλισμός με ορθάνοιχτα μέλη, μια απίθανη πτώση διαρκείας, εξαρτημένη κυρίως από την επιτάχυνση της βαρύτητας, του γαμημένου g που σε γεμίζει ακόμα τύψεις γιατί μια και μόνη- κρίσιμη είναι αλήθεια- φορά, ξέχασες στη παλίρροια της εφηβείας να υψώσεις τα δευτερόλεπτα του παρανομαστή στο τετράγωνο.

Δε θα το κάνεις βέβαια. Δε θα δώσεις τελικά το παράγγελμα. Θα παραμείνεις στο χείλος πλάτη στον Λεβάντε. Όταν θα θυμάσαι μετά από καιρό αυτή τη μέρα στο Ναυάγιο, θα ξέρεις ότι εκεί, τότε, ήσουν έτοιμος για την πιο ποιητική- γι αυτό και ανεξήγητη στους άλλους- πράξη, για την ηρωική πτήση, μέχρι την αναπόφευκτη πρόσκρουση στο τσιμέντο της θάλασσας. Εσύ ο Ίκαρος του ιλαρού Ιονίου μεσούντος ενός ασυνάρτητου Απριλίου στα δυο χιλιάδες εννιά.



Δε θα το κάνεις. Αρκεί όμως που ετοιμάστηκες.

Πάρε βαθειά ανάσα. Θάλασσα και θυμάρι. Χώμα και γύρη. Δε μυρίζουν αλλιώτικα όλα τώρα; Σύρε τη παλάμη σου στο βράχο. Νοιώθεις ότι με τις αιχμές, τα κοίλα και τις καμπύλες του, πότε αντιστέκεται κι πότε αφήνεται στην τυφλή σου αναγνώριση; Μη σε νοιάζει η σύσταση και η καταγωγή του. Κάποιος θα βρεθεί να σου τα δώσει όλα έτοιμα, κάποιος που χτύπησε τη πέτρα και ξύπνησε η μικρή κερασφόρος, για τελειώσει τις μέρες της σε ανέλπιστο ψύχος.

Τώρα μπορείς να αποστηθίσεις την παλέτα του γλαυκού για τις δύσκολες μέρες. Μην αναζητήσεις μουσικές. Αρκέσου στους ήχους που ξεχώρισες. Σου χαρίζονται, τώρα που επιτέλους τόλμησες να ξεγυμνωθείς μια φορά μπροστά σου αφήνοντας στην άκρη τις ανώφελες ντροπές. Κοίτα τη μικρή σου γύμνια χωρίς νότες, μόνο με τους ήχους.

Ψάξε να βρεις λέξεις και φράσεις για το ημερολόγιο του δικού σου Αθέατου Απριλίου. Αν σου φανούν ανεπαρκείς, κατώτερες των περιστάσεων ή φλύαρες, αν αντιστέκονται αρνούμενες την υποταγή, δανείσου από τα έτοιμα, αυτά που πρόλαβαν να πουν πριν από μας άλλοι, οριστικά καλύτερα.

Άσε τη φωτογραφική στη θήκη. Τα κλικ θα ακουστούν ανόσια σαν τις μπαταριές που καμουφλάρονται πίσω από τα βεγγαλικά των ημερών, των ανεκδιήγητων που περιμένουν τα εξαντλημένα αποδημητικά εδώ στο πρώτο σταθμό του ταξιδιού από την Αφρική στα βόρεια, για να παρελάσουν ύστερα με ματωμένους μηρούς από τα κρεμασμένα στη ζώνη τους τρόπαια.

Ότι κι αν τραβήξεις από δω που είσαι, μια ψείρα μόνη μικρότερη κι από το πιο παλιό ζούδι, εκτός κλίμακας, δε συγκρίνεται με ότι βλέπει αυτός ο γλάρος εκεί πέρα. Πετάει κάτω από σένα. Τον βλέπεις; Για πρώτη φορά σου αποκαλύπτεται η ράχη του γλάρου στο φόντο της θάλασσας κι όχι η κοιλιά του στο φόντο του ουρανού.


Φεύγοντας σήκωσε μια πέτρα και ζύγισε το βάρος της στη χούφτα σου. Έπειτα ρίξε την με όλη σου τη δύναμη μακριά στο κενό. Παρακολούθησε τη τροχιά της. Όταν περάσει το πιο ψηλό σημείο κι αρχίσει η πτώση, άρχισε να μετράς τα δευτερόλεπτα ως τις υδάτινες ειρκτές. Και αυτή τη φορά, θυμήσου επιτέλους να βάλεις το χρόνο του παρανομαστή στο τετράγωνο.


*Το σκίτσο έγινε το 1904 από τον Λουδοβίκο Σαλβατόρ, Αρχιδούκα της Αυστρίας. Από το βιβλίο του Ζάντε, εκδόσεις Μπάστα, Ζάκυνθος 2007

Μουσική: The Poet Acts, του Philip Glass από την ταινία The Hours




buzz it!

14 σχόλια:

Theodota είπε...

Την καλύτερη εποχή διάλεξες για να επισκεφθείς το νησί (ΤΟ νησί) Τσαλαπετεινέ. Αν πας το καλοκαίρι, θα δεις το αγαπημένο ναυάγιο κυκλωμένο από σκαφάκια (ουδέν μεμπτόν) και από μια γαλαζοφαιά λαδιά - πετρέλαια και λάδια...

Thomas Xomeritis είπε...

Χρειάζεται πάντα ο λίγος πυρετός, να ενισχύει την ενόραση, ν' ανοίγουν οι θύρες, όσες (και ακόμα περισσοτερες)οι σύνδεσμοι αυτής της ανάρτησης.

MAXIMUS είπε...

Όχι δεν θα το κάνω, παραείναι όμορφο το τοπίο. Θα προτιμούσα το σκοτεινό ποτάμι της Virginia...

Δείξατε πολύ συναίσθημα στο τρίτο μέρος! Έτσι, έτσι να μην φαινόμαστε απροσπέλαστοι.

Διακρίνω διαύγεια στην περιγραφή σας, θα υποθέσω ότι είναι και ιδιότητα του χαρακτήρα σας.

Καλή Πρωτομαγιά να έχουμε! Που θα απεργήσετε εσείς; Ρητορική ερώτηση

Μ' αρέσουν πολύ αυτές οι μουσικές! Ο ένας παππούς μου τραγουδούσε σε χορωδίες...

Margo είπε...

Νομίζω το τρίτο μέρος ήταν προμελετημένο, θα το έγραφες έτσι κι αλλιώς.. η πιο δυνατή στιγμή του ταξιδιού!
Σχεδόν πείστηκα.. το ιδανικό μέρος για την τελευταία πτήση.
Η περιγραφή μου μετέφερε επιτυχώς το βασανιστικό συναίσθημα της μοιραίας απόφασης, τόσο, που όλα τα άλλα αν και καλογραμμένα, ξεθώριασαν!

Καλή Πρωτομαγιά και μακρυά από ύψη με παραδεισένια ομορφιά:)

Margo είπε...

Τώρα κατάφερα ν' ακούσω και τη μουσική, εξαιρετική επιλογή.. ενισχύει ακόμη περισσότερο όσα είπα!

Τσαλαπετεινός είπε...

Theodota :
Μεμπτόν! Διαφωνώ απόλυτα με τα αγκυροβολημένα σκάφη αναψυχής ειδικά σε τοπία ιδιαίτερου φυσικού κάλους- άσε που σχεδόν πάντα δεν τηρούν τους κανόνες και τις αποστάσεις από την ακτή και τους λουόμενους. Για να μη μιλήσουμε για τα πετρέλαια και τα λάδια που αφήνουν. Η οδική συμπεριφορά των Ελλήνων μεταφέρεται με το χειρότερο τρόπο στη θάλασσα.

Thomas Xomeritis:
"Είπαν πως την είχε(ς) αγαπήσει
Σε μια κρίση μαύρου πυρετού"

Η Theodota πιό πάνω πέταξε σπόντα στη χθεσινή δική σου. Η μάχη του Ιονίου συντελείται εδώ με μπαταριές που περνάνε πάνω από το λοφίο μου.

Τσαλαπετεινός είπε...

MAXIMUS:
Εγώ απροσπέλαστος Μaximus;
Η όποια διαύγεια παρατηρήθηκε οφείλεται, όπως σημειώνει κι ο Thomas ανωτέρω σε υψηλές θερμοκρασίες που προκλήθηκαν από
το(ν) κόλπο των Χοίρων, επομένως θα συλλάβω το Μάη σε μικρή ακτίνα από τη φωλιά μου.


Margo1 : Καμία προμελέτη. Για αλλού ξεκίνησα κι αλλού εξόκειλα σαν το Παναγιώτη κι εγώ. Πάντως το ταξίδι θα έβγαινε δωδεκάτομο αλλά ας όψεται ο κύριος Spy που εξανέστη από τη δεύτερη ανάρτηση και αναγκάστηκα να μαζευτώ. (οι 3 αναρτήσεις πάντως ήταν για η πρώτη μέρα του ταξιδιού)

Margo 2: Η μουσική επιλέχθηκε για έναν ακόμα λόγο που έχει να κάνει με τη ταινία.

Άνεργοι Δημοσιογράφοι είπε...

Τσαλαπετεινε "αγγιξες" ευαίσθητα σημεία με την αναρτησή σου για το Ναυάγιο τσι Ζακυνθος. Λατρεμένος τόπος αλλά η εξέδρα απο πάνω το κάνει να χάνει απο τη μαγεία του. Βλέπεις η εκκλησια προσπαθεί να κερδίσει ακόμα και απο τη θέα! Να ξερες τι μου θύμησες....

λι8οξόος είπε...

με το ένα
με το δύο
με το τρία μας αποτελείωσες τσαλαπετεινέ!
και με τις φωτο σου
και με τις μουσικες σου!

καλό μήνα!

Ανώνυμος είπε...

Σε έξαρση ο λυρισμός,Τσαλαπετεινέ. Τόσο μαγευτική ήταν η θάλασσα;Ασύληπτο για μας που το βλέμμα μας σκοντάφτει γύρω-γύρω σε βουνά.Καλό νάχεις που μας ταξιδεύεις στα φτερά του γλάρου σου. Ανταποκρίνομαι στην πρόκληση να δω τη ράχη του γλάρου να καθρεφτίζεται στη θάλασσα!
Όσο πάντως και να σου θύμισε η Ζάκινθος Σολωμό το κείμενό σου σε άλλα είδη ποίησης μας πάει.
Meli

Τσαλαπετεινός είπε...

Άνεργοι Δημοσιογράφοι:
Χαίρομαι ιδιαίτερα! Για την εξέδρα – μπαλκόνι θα διαφωνήσω πάντως. Γενικά είμαι της άποψης ότι είναι προτιμότερο τα τοπία ιδιαίτερου φυσικού κάλλους να παραμένουν φυσικά χωρίς τις δικές μας επεμβάσεις. Ωστόσο στη συγκεκριμένη περίπτωση πρέπει να ομολογήσω ότι αυτή η παρέμβαση τόσο λόγω κλίμακας όσο και λόγω υλικού- που συνδιαλέγεται με τη σκουριά του ναυαγίου – είναι διακριτική και γι αυτό επιτυχής και δίνει τη δυνατότητα- μοναδική αίσθηση- να βρεθεί κανείς πάνω από το χάος. Μπορώ όμως να σας καταλάβω απόλυτα- από προσωπική εμπειρία- γιατί αν ξέρατε το τοπίο ‘πριν’ σίγουρα θα σας κακοφαίνεται κι αυτή η μικρή επέμβαση.

λι8οξόος : «με το ένα, με το δύο, με το τρία» …τι ωραίο που ακούγεται λι8οξόε!


Meli : Πώς να το κάνουμε; « Ο τόπος μας είναι κλειστός, όλο βουνά» έτσι κατεβαίνουμε τις Κυριακές στα λιμάνια, για να ανασάνουμε.
Με παρέσυρε σύμπασα η ανοιξιάτικη Ζάκυνθος και ανέσυρα μαζί με το Σολωμό και όλους τους άλλους . Γενική επιστράτευση ποιητών. Ο τόπος φταίει.

MAXIMUS είπε...

Δεν ήθελα να σας στεναχωρήσω. Αναφέρομαι γενικά, ίσως κι επειδή καμιά φορά λέω πολλά από κει και σκέφτομαι να τα σβήσω, αλλά ήδη έχουν μπει οι αναγνώστες και μετά λέω δε βαριέσαι άνθρωποι γάτες πουλιά όλοι ένα είμαστε...κ.λπ.

Τσαλαπετεινός είπε...

MAXIMUS: Α! Μα δε με προσέχεις; Πόσες φορές θα σου το πω ότι αστειεύομαι συνεχώς! (Με τάχα αυστηρό ύφος τα λέω τα παραπάνω και λίγο ανεβασμένο τόνο φωνής) ;-)
Μετά τη ζαβολιά που έκανα από 'κει' δε πήρες χαμπάρι τι τσαλαπετεινός είμαι; (ο τόνος πέφτει και η φωνή αποκτά γαλύφικο τόνο)

Odyssey είπε...

Ας δούμε ποια ιστορία μπορεί να κρυφτεί πίσω από ένα "αξιοθέατο".
Το "ναυάγιο" είναι ένα λαθρεμπορικό. Ένα τσιγαράδικο που ξώκειλε. Είναι ένα σκαρί "κεφαλονίτικων" συμφερόντων. Ο ιδιοκτήτης ζει ανάμεσα μας. Αν ήμουν σοβαρός ερευνητής θα έβρισκα τρόπο να διηγηθεί την ιστορία του πλοίου, αλλά δεν είμαι ούτε ερευνητής ούτε σοβαρός.
Και, για ευνόητους λόγους, δε νομίζω ότι θα την έλεγε στον πρώτο τυχόντα. Ούτε θα ομολογούσε στον πρώτο τυχόντα την ιδιοκτησία του. Απλώς, το ξέρουμε. Από εδώ και πέρα, εγώ θα πλέξω μιαν ιστορία στα όρια της αλήθειας και του μύθου. Θα ενώσω "δύο ιστορίες", που πιθανά να είναι μία.
Τα πληρώματα των τσιγαράδικων έχουν οδούς διαφυγής, για εκείνο το ενδεχόμενο που στη ρότα τους θα βρεθεί κάποιο καταδιωκτικό του λιμενικού. Μπορούν να εγκαταλείψουν το σκάφος με μικρό ταχύπλοο.
Στις δημόσιες τουαλέτες της μικρής μου πόλης εργαζόταν και ζούσε ένα γελαστό παιδί. Το παιδί και η πόλη είχαν τη δική τους ιστορία. Δεν είμαι σίγουρος αν η ιστορία ήταν του παιδιού ή της πόλης.
Το παιδί στην εφηβεία του είχε μπαρκάρει μούτσος σε τσιγαράδικο. και σε μια άτυχη συνάντηση με το λιμενικό, το πλήρωμα διέφυγε με τον "γνωστό" τρόπο. Ο έφηβος δεν βρήκε το δρόμο της διαφυγής, συνελήφθη και καταδικάστηκε. Ούτε ο εφοπλιστής, ούτε ο καπετάνιος, ούτε κάποιος άλλος πήγαν φυλακή. Μόνο το παιδί βρέθηκε ένοχο.
Βγαίνοντας από τη φυλακή, το παιδί είχε αφήσει πίσω του τη "λογική" και κράτησε το χαμόγελο. Σε μια από τις σπάνιες στιγμές ευαισθησίας της δημοτικής αρχής του ανέθεσαν τη δουλειά, που μπορούσε να κάνει καλύτερα από κάθε άλλον. Εκείνο τον καιρό, που το παιδί εργαζόταν, οι δημοτικές τουαλέτες ήταν οι πιο καθαρές του κόσμου. Δεν πήγαινες στην τουαλέτα, μόνο για την ανάγκη που είχες. Πήγαινες και γιατί σε υποδεχόταν ένα γελαστό πρόσωπο. Ο καιρός περνούσε και όλα ήταν όμορφα. Ναι, οι γκρίζες τουαλέτες έλαμπαν από φως.
Μια μέρα το παιδί άρχισε να κερνά τους φίλους του στο διπλανό καφενείο. Κερνούσε όλο το καφενείο κι όχι μόνο τους φίλους του. "Έχω τα γενέθλια μου", έλεγε σε όποιον τον ρωτούσε. Μόνο που είχε πολύ συχνά τα "γενέθλια" του. Κάποιοι πιο κοντινοί επέμειναν και έμαθαν το μυστικό του: Είχε κερδίσει στο Λόττο, σε κάποια κλήρωση που ο τυχερός ήταν μόνο ένας.
Οι φίλοι του φοβήθηκαν για το τι μπορεί να πάθει κάποιος που του έπεσε το Λόττο και δεν ξέρει τι να κάμει τα λεφτά. Ναι, το παιδί είχε φίλους. Σίγουρα, δεν είχε εχθρούς. Ήταν αδύνατο να έχει εχθρούς.
Το παιδί που έχασε τα λογικά και κράτησε το χαμόγελο, τους καθησύχασε: "Έδωσα τα λεφτά στην αδελφή μου, που έχει οικογένεια. Αυτή ξέρει τι να τα κάμει. Εγώ κράτησα μόνο κάτι λίγα".
Το τυχερό παιδί συνέχισε να καθαρίζει τις τουαλέτες. Σα να μην ήταν τυχερό. Με την ίδια προθυμία και την ίδια χαρά και ευχαρίστηση.
Μόνο, που μια μέρα, πολύ νωρίς για τη ζωή, το παιδί πέθανε, από φυσικά αίτια.
Οι δημοτικές τουαλέτες δεν είναι πια επισκέψιμες. Έσβησε το φως.
Ο δικός μας αστικός μύθος θέλει το παιδί να βρισκόταν στο πλοίο, που ξώκειλε κι έγινε το "ναυάγιο".