Σάββατο, 28 Ιανουαρίου 2012

Δίδυμη ουλή


 Τον Κοσμά τον βλέπω συχνά. Συνήθως κινείται σαν κομπάρσος σε δεύτερο πλάνο. Είμαι με κάποιους -άλλους κάθε φορά- κι εκείνος περνάει στο βάθος σε μια απροσδιόριστη ηλικία με τα χέρια στις τσέπες και κάπως σκυφτός. Μόλις τον διακρίνω τού κάνω νόημα: “τελειώνω με αυτούς κι έρχομαι...”   κι εκείνος μού απαντά με μια απλή κίνηση του κεφαλιού “κάνε δουλειά σου” ή κάτι σαν “ μη σε νοιάζει, εγώ μπορώ να περιμένω”. Μετά από λίγο όμως, όταν πια αφήνω τους άλλους και πάω προς το μέρος του, εκείνος έχει χαθεί ή στην καλύτερη περίπτωση, μόλις που διακρίνω τη φιγούρα του να απομακρύνεται και μένω μόνος μέχρι το τέλος.

Άλλοτε πάλι, είμαστε από την αρχή οι δυο μας και μιλάμε όπως παλιά. Δεν ξέρω αν λέμε τα ίδια κάθε φορά, πάντως μιλάμε, η κουβέντα μας έχει ενδιαφέρον και συνήθως μεγάλη διάρκεια. Μερικές φορές σκέφτομαι ότι μπορεί να έχω λαθέψει, να μην είναι εκείνος, με πιάνει αγωνία και τότε προσπαθώ με τρόπο, χωρίς να με καταλάβει να διακρίνω στο δείκτη του αριστερού του χεριού αν υπάρχει η μικρή ουλή. Όταν καταφέρνω να τη δω, μόλις τεθεί το βλέμμα μου επί τον τύπον, ανακουφίζομαι γιατί όπως και να το κάνουμε είναι αβάσταχτο να πάρει άλλος τη θέση δικού σου ανθρώπου· του αδελφού σου. Όσο διακριτικά και να κοιτάξω πάντως, εκείνος καταλαβαίνει ότι αμφέβαλα, αλλά μόνο εκείνη τη στιγμή που εγώ σιγουρεύομαι, ποτέ πριν· και χαμογελάει, όχι με το παλιό του χαμόγελο μα με ένα καινούριο, αλλιώτικο, που κι αυτό όμως με τα χρόνια το έχω πλέον συνηθίσει.

Χθες βράδυ τραγουδούσε. Ήμουν μόνος όταν τον άκουσα. Η μελωδία και οι στίχοι μού ήταν άγνωστα αλλά την ίδια στιγμή πολύ οικεία. Ενώ δεν τον είχα ακούσει ποτέ πριν να τραγουδάει ήμουν σίγουρος ότι ήταν εκείνος. Άρχισα να προχωρώ βιαστικά προς την κατεύθυνση της φωνής. Είχα καιρό να τον συναντήσω κι ήθελα να του πω τα νέα. Να ζητήσω τη βοήθειά του. Η ένταση που αυξανόταν ήταν σημάδι ότι είχα πάρει το σωστό δρόμο και ότι τον πλησίαζα. Μόλις έστριψα τον είδα ακουμπισμένο στον τοίχο της εκκλησίας, ανέμελο, ευδαίμονα να συνεχίζει το τραγούδι. Ήταν κάπως μονότονο, μα η φωνή του ήταν βαθιά, σταθερή και σίγουρη.

Στάθηκα απέναντί του με την πλάτη μου ακουμπισμένη στον κορμό της ακακίας. Είδε το ξάφνιασμα που μού προκαλούσε το τραγούδι και μού έτεινε -κάπως ειρωνικά είναι αλήθεια- το δείκτη του αριστερού χεριού σαν να μου έλεγε, χωρίς να σταματήσει το τραγούδι, “εγώ είμαι· δε λάθεψες”. Αντιπαρήλθα την ειρωνεία και σήκωσα το δείκτη του δεξιού μου χεριού επιδεικνύοντας τη δική μου όμοια ουλή. Σήκωσε το φρύδι σαν να μού έλεγε: “Περιττό. Εγώ ποτέ δεν αμφέβαλλα.” Εκείνη τη στιγμή ντράπηκα ανεξήγητα πολύ -να ανοίξει η γη να με καταπιεί ήμουν- και κατέβασα το κεφάλι. Μέσα στο σκοτάδι διέκρινα μπροστά μου, τρία βήματα από τα παπούτσια μου, ένα μικρό κομμάτι χωρίς χορτάρι, φρεσκοσκαμμένο χώμα.




Το σπίτι μου από το σπίτι του Κοσμά μια τρεχάλα δρόμος. Όλη μέρα μαζί. Αχώριστοι στις αυλές μας, στη γειτονιά, στο σχολείο, από τα νήπια μέχρι και το Λύκειο. Εγώ κατέβαζα τις ιδέες, που είχαν συνήθως πηγή έμπνευσης ένα βιβλίο που είχα διαβάσει ή μια ταινία που είχα δει. Εκείνος όμως ήταν που μπορούσε να τους δώσει μορφή και να τις τελειοποιήσει. “Να γίνουμε αδελφοποιτοί” του είχα πει μια μέρα στο δημοτικό. Αυτός δεν είχε ανάγκη, είχε αδέλφια, μα έπιασε στον αέρα, τη δικιά μου ανάγκη, τη μοναξιά που ένιωθα σα μοναχοπαίδι και αμέσως άρχισε να σκέφτεται τι άλλο πέρα από το αίμα που θα ενώναμε, μπορούσαμε να κάνουμε για να γίνει ακόμα πιο επίσημη η τελετή και πιο γερό το δέσιμο.

Πρώτα βρήκε μαχαίρι -ήταν μάλλον αυτό που ο παππούς του είχε για σφάζει τα αρνιά- κι άρχισε να το ακονίζει. Σαν τον παππού του κι αυτός δοκίμαζε την κόψη της λάμας. Το ακόνιζε και μετά το περνούσε πάνω από το νύχι του. Δεν ήταν ευχαριστημένος από το αποτέλεσμα και συνέχισε το ακόνισμα μέχρι που το μαχαίρι χάραξε το νύχι του κι άφησε μια ευδιάκριτη γραμμή. Ύστερα για μέρες προσπαθούσε να γράψει τον όρκο που λέγαμε και θα μας έδενε μια για πάντα με σφραγίδα το ίδιο μας το αίμα. Όταν τελείωσε και με τον όρκο κι ενώ εγώ βιαζόμουν να προχωρήσουμε, μού είπε ότι έπρεπε να περιμένουμε μέχρι να γεμίσει το φεγγάρι. “Μόνο αν γίνουν με πανσέληνο πιάνουν αυτά τα πράγματα” είπε λες κι  ήταν παράδοση αιώνων που ήξερε πολύ καλά κι όχι ένα ακόμα παιχνίδι. Φυσικά δεν έφερα καμία αντίρρηση.

Όταν ήρθε η κατάλληλη νύχτα, ξεφύγαμε από τους άλλους που παίζανε κρυφτό χωρίς να μας πάρουν είδηση και τρυπώσαμε στην αυλή της εκκλησίας. Πήγαμε στην αγαπημένη μας γωνιά, στην πλαϊνή πλευρά, εκεί που ήταν η ακακία που σκαρφαλώναμε από νήπια περιτριγυρισμένη από ψηλούς καλοκουρεμένους θάμνους. Έβγαλε από την τσέπη το χαρτί με τους όρκους που τους είχαμε μάθει απέξω κι ανακατωτά με τις πρόβες που είχαμε κάνει στο υπόγειο του σπιτιού μου. Μου έδωσε το χαρτί κι ύστερα σήκωσε λίγο τη μπλούζα του και έβγαλε το μαχαίρι που είχε μισοχωμένο στο παντελόνι του. Είδα ότι είχε τυλίξει προσεκτικά τη λάμα με μια άσπρη πετσέτα από το σπίτι. Το ξετύλιξε αργά με κοίταξε και ρώτησε: “Έτοιμος;” Δεν περίμενε απάντηση. Έσκυψε κι έκοψε πρώτος το δάχτυλο του με μια απλή και σίγουρη κίνηση.

Θυμάμαι τη ζάλη που ένοιωσα βλέποντας το αίμα του να ξεπηδάει πηχτό. Τρόμαξα, μα δε με έπαιρνε να κάνω πίσω. Πήρα το μαχαίρι με το αριστερό, ακούμπησα τη ματωμένη μύτη της λάμας στο δείκτη του δεξιού μου χεριού, έκλεισα τα μάτια και το πάτησα, διστακτικά στην αρχή και μετά δυνατά. Η ανατριχίλα πιο πολύ από τον πόνο, με έκανε να ανοίξω τα μάτια. Έμεινα όμως μαρμαρωμένος. Δεν ήταν τόσο το αίμα  - είχαμε συνηθίσει να το βλέπουμε στα ρημαγμένα μας γόνατα- όσο οι φυλλωσιές που σάλευαν, οι τρομερές σκιές κάτω από το φως του φεγγαριού κι οι μακρινές φωνές των άλλων παιδιών που μας έψαχναν νομίζοντας ότι είχαμε κρυφτεί για παιχνίδι.

Έβαλε το ματωμένο του δάχτυλο πάνω στο δικό μου -ακριβώς όπως είχε σκεφτεί τις προηγούμενες μέρες που οργάνωνε την τελετή κι άρχισε να λέει τον όρκο. Ψιθυριστά αλλά με σταθερή επίσημη φωνή. Έτσι αποφασιστικός που ήταν, συνήλθα κι άρχισα κι εγώ να λέω μαζί του. Οι πρόβες που είχαμε κάνει δεν βοήθησαν και πολύ. Δεν ήμασταν ακριβώς “μια φωνή” όπως έπρεπε, γιατί μέσα στην ταραχή μου μπέρδευα τα λόγια. Μια στιγμή με κοίταξε τόσο αυστηρά και κόντεψα να γελάσω γιατί είχε ακριβώς το βλέμμα της δασκάλας μας όταν μας έπιανε αδιάβαστους.

Όταν τελειώσαμε με τον όρκο, βάλαμε κάτω το χαρτί-μια διπλή σελίδα βγαλμένη από τη μέση του τετραδίου της έκθεσης- και πατήσαμε συγχρόνως τα δάχτυλά μας στο κάτω μέρος που τελείωνε το κείμενο, εκεί που ήταν γραμμένα δίπλα -δίπλα τα ονόματά μας. Ύστερα περιμέναμε να στεγνώσει το αίμα για να το διπλώσουμε, να το κάνουμε τόσο μικρό ώστε να χωράει σε ένα άδειο σπιρτόκουτο.

Το μόνο που δεν είχε σκεφτεί ο Κοσμάς ήταν πού θα θάβαμε το σπιρτόκουτο. “Εδώ” του είπα “κάτω από την ακακία”. Δοκιμάσαμε κοντά στον κορμό, μα ήταν αδύνατον να σκάψουμε. Τότε σκεφτήκαμε να δοκιμάσουμε λίγο πιο πέρα που δεν θα είχε ρίζες και το χώμα θα ήταν πιο μαλακό. Άρχισα να σκάβω με τα χέρια σε ένα τυχαίο σημείο, προχωρούσα καλά μα με σταμάτησε. “Πρέπει να ξέρουμε πού ακριβώς θα το βάλουμε.” Πάλι είχε δίκιο. “Να μετρήσουμε τρια βήματα από την ακακία...” πρότεινα “...και μετά να κάνουμε χάρτη. Το χάρτη του όρκου...”. Του φάνηκε καλή η ιδέα μου αλλά έβαλε την τελευταία και καθοριστική πινελιά. “Θα μετρήσουμε τρία βήματα από τον κορμό προς τη μεριά που είναι το ιερό”.

Ακούμπησε στον κορμό κι από κει γυρισμένος προς το ιερό της εκκλησίας έκανε τρία βήματα. Σταμάτησε στο τελευταίο και μου έκανε νόημα να βάλω σημάδι σε εκείνο το σημείο. Κάρφωσα το μαχαίρι στο χώμα, ακριβώς εκεί που τελείωνε το πέδιλό του. Θυμάμαι ότι για μια στιγμή πριν σκύψω, είχα σκεφτεί να το ρίξω από μακριά, όπως ακριβώς κάναμε με τα σουγιαδάκια μας. Κι αυτό σε ταινία το είχαμε δει. Μια ταινία με πειρατές που μας άρεσε πολύ και το δοκιμάζαμε με μανία στην παλιά πόρτα του υπογείου. Είχαμε κάνει μάλιστα ένα κύκλο με κιμωλία και προσπαθούσαμε όχι μόνο να καρφωθούν τα σουγιαδάκια μας αλλά να είναι μέσα στον κύκλο. 

Εκείνη τη νύχτα όμως φοβήθηκα ότι μπορεί να αστοχήσω και να του κόψω κανένα δάχτυλο. Έτσι κάρφωσα το μαχαίρι προσεκτικά, σύρριζα στη σόλα από το πέδιλό του. Ύστερα, ξεριζώσαμε πρώτα τα χόρτα και μετά σκάψαμε μια αρκετά βαθιά τρύπα. Βάλαμε μέσα το σπιρτόκουτο με τις διπλωμένες σελίδες -πόσο ματωμένο ήταν το κουτί- το σκεπάσαμε με χώμα και το   πατήσαμε καλά καλά. Το σημείο όμως, ακόμα και μέσα στη νύχτα, φαινόταν. Αν το έβρισκε κανείς οι όρκοι θα έχαναν τη δύναμή τους. Μαζέψαμε τα ξεριζωμένα χόρτα και τα βάλαμε από πάνω προσεκτικά μέχρι που τα ίχνη της ταφής καλύφθηκαν εντελώς.

Οι φωνές των άλλων παιδιών δεν ακουγόταν πια, ούτε οι τρεχάλες τους στα σοκάκια της γειτονιάς. Καθίσαμε λαχανιασμένοι με πλάτη στον κορμό της ακακίας χωρίς να μιλάμε. Τα χέρια μας ήταν γεμάτα χώμα. Από τα δάχτυλά μας έτρεχε ακόμα αίμα. Ήταν σίγουρο ότι θα μας τις έβρεχαν αν πηγαίναμε έτσι στα σπίτια μας. Σκουπιστήκαμε όσο καλύτερα μπορούσαμε με την άσπρη πετσέτα. Σκουπίσαμε και το μαχαίρι. Το αίμα όμως συνέχιζε να στάζει. Τότε ο Κοσμάς έβγαλε ένα τσιγάρο από την τσέπη του και τρόμαξα γιατί νόμιζα ότι η τελετή περιλάμβανε και κάπνισμα- πράγμα που δεν μου είχε πει από την αρχή. “Εγώ δεν θα καπνίσω” του ξεκαθάρισα. “Έχω δοκιμάσει και δε μ` άρεσε καθόλου”. Με σκούντηξε γελώντας και μου εξήγησε ότι θα βάζαμε καπνό στις πληγές μας για να σταματήσει το αίμα. “Έτσι κάνει ο πατέρας μου όταν κόβεται στο ξύρισμα” είπε και θυμήθηκα ότι κι ο δικός μου έκανε το ίδιο, αλλά ποτέ δεν θα είχα σκεφτεί να πάρω μαζί μου τσιγάρο για την περίπτωση που κοβόμασταν πολύ και δε σταματούσε το αίμα. Σάλιωσε το τσιγάρο κατά μήκος, κι ύστερα προσεκτικά με το νύχι του άνοιξε το χαρτί. Πήρε καπνό και μού έβαλε πάνω στο δάχτυλο. Το αίμα σταμάτησε αμέσως. Μετά έβαλε και στο δικό του. 

Μείναμε έτσι να κοιτάζουμε μια τα δάχτυλά μας και μια το φεγγάρι που ήταν πια ψηλά. Μετά από λίγο ακούσαμε τις μανάδες μας να φωνάζουν ότι είχε πάει έντεκα η ώρα και να τσακιστούμε να γυρίσουμε στα σπίτια μας. Πρώτα ακούστηκε η μάνα του από μακριά κι αμέσως μετά -ούτε συνεννοημένες να ήταν- η δική μου από το μπαλκόνι του σπιτιού μας που ήταν ακριβώς απέναντι από την εκκλησία. Σηκωθήκαμε, δώσαμε τα χέρια σα μεγάλοι, αγκαλιαστήκαμε, χτυπώντας ο ένας την πλάτη του άλλου κι είπαμε συγχρόνως: “Αδελφέ μου” κι επίσημα πια. Ο Κοσμάς λίγο πριν χωρίσουμε συμπλήρωσε: “...και όπως είπαμε: τσιμουδιά. Σε κανέναν” κάνοντας τη χαρακτηριστική κίνηση, “φερμουάρ στο στόμα”.



Στεκόμουν διαλυμένος σε χίλια κομμάτια δίπλα στα αδέλφια του, διαλυμένα κι αυτά, με μαύρα κοστούμια, άβολα, όλοι μας μια βουβή σειρά με κόκκινα μάτια μπροστά του, μέσα στους θρήνους που τράνταζαν την εκκλησία, όταν μού ήρθαν στο νου τα λόγια του: “Κι όποιος από τους δυό μας πεθάνει πρώτος” έγραφε στο τέλος το χαρτί με τους όρκους “τρεις φορές θα φανερωθεί στον άλλον. Θα φανερωθεί μπροστά του ζωντανός, για να τον βοηθήσει μόλις καταλάβει ότι είναι σε μεγάλη δυσκολία και θα τον σώσει από το κακό.”

Πώς το σκέφτηκες ρε Κοσμά;” αναρωτιόμουν σφίγγοντας τα χέρια που είχαν χάσει το αίμα κι είχαν ασπρίσει, δαγκώνοντας τα χείλη μου μη και μού ξεφύγει η κραυγή που γέμιζε μέσα μου και με έπνιγε, μη ξεφύγει και βγει να συναντήσει τις σπαραχτικές κραυγές της μάνας του. “Πώς σκέφτηκες αδελφέ μου, το θάνατο, δεκάχρονο αγόρι και τον έβαλες μέσα στους όρκους μας” ανάρωτιόμουν βλέποντάς τον μπροστά μας χλωμό κι ασάλευτο, νεκροστολισμένο στα 27 του χρόνια.

Στον αριστερό μου ώμο η κάσα. Παραπατούσα όχι από το βάρος, αλλά από τη μυρωδιά απο τις άσπρες βιολέτες που τον σκέπαζαν. Με το δεξί χάιδευα το ξύλο. Όχι με όλη την παλάμη, μα μόνο με το σημαδεμένο δείκτη του. Έσερνα μπρος -πίσω πάνω στο ξύλο, αυτή τη δίδυμη ουλή που χάραξα ύστερα από εκείνον με το ακονισμένο μαχαίρι του παππού του, την νύχτα που γίναμε αδελφοποιτοί. Τη δίδυμη ουλή που είχε χάσει πια το ταίρι της. Στρίβοντας η πομπή στα πλάγια της εκκλησίας, έπεσε το μάτι μου στην ακακία. Είχε θεριέψει πια κι έκρυβε τη μισή πλευρά. Στεκόταν ασάλευτη μα τη στιγμή που ο Κοσμάς περνούσε από μπροστά της πάνω στους ώμους μας γαλήνιος, σηκώθηκε ξαφνικός αέρας κι είδα τα κλαδιά να κουνιούνται τρελά, τα φύλλα της ανταριασμένα να σπαρταράνε κι κατάλαβα -σαν να ήταν το πιο φυσικό πράγμα στον κόσμο- πως δεν ήταν παρά η ψυχή του που μού έστελνε σήμα από τον Παράδεισο.



Τον Κοσμά τον βλέπω συχνά στον ύπνο μου. Συνήθως κινείται σαν κομπάρσος σε δεύτερο πλάνο, σε μια απροσδιόριστη ηλικία με τα χέρια στις τσέπες και κάπως σκυφτός. Όταν πάω να τον συναντήσω έχει χαθεί ή στην καλύτερη περίπτωση, μόλις που διακρίνω τη φιγούρα του να απομακρύνεται και μένω μόνος μέχρι το τέλος. Άλλοτε πάλι, είμαστε από την αρχή οι δυο μας και μιλάμε όπως παλιά. Μερικές φορές δεν είμαι σίγουρος ότι είναι αυτός και ψάχνω την απόδειξη στον αριστερό του δείκτη. Χθες βράδυ τον είδα να μου τραγουδάει. Χθες, δεν αμφέβαλα καθόλου, παρ` όλο που δεν τον είχα ακούσει ποτέ πριν, ούτε ζωντανό ούτε πεθαμένο, να τραγουδάει. Το κατάλαβε και για να με κοροϊδέψει μού έδειξε την ουλή του. Ήθελα να του μιλήσω, να του πω τα νέα, να ζητήσω βοήθεια μα εκείνος δεν έλεγε να σταματήσει το τραγούδι. Αν δεν ξυπνούσα ιδρωμένος εκείνη την ώρα, αν συνέχιζε το όνειρο θα του φώναζα: “Γιατί δε φανερώνεσαι επιτέλους να με βοηθήσεις; Ξέχασες τον όρκο που δώσαμε; Δεν το ζήτησα εγώ. Εσύ το έγραψες Κοσμά. Άσε λοιπόν το τραγούδι και φανερώσου!”

Το ξέρω πως ακούγεται περίεργο. Μα πώς να το εξηγήσω καλύτερα; Όταν είδα την ακακία να σαλεύει στο πέρασμα της νεκρικής πομπής πίστεψα πως ο Κοσμάς βρήκε αυτόν τον τρόπο για να επιβεβαιώσει τον όρκο μας. Ειδικά το τελευταίο μέρος του. Από κει κι έπειτα, στα ζόρια, χωρίς να το καταλαβαίνω έλεγα μέσα μου πως δεν έχω τίποτα να φοβάμαι αφού σαν καταλάβει από κει ψηλά που είναι ότι χρειάζομαι βοήθεια, θα φανερωθεί ολοζώντανος μπροστά μου και θα με σώσει από το κακό. Το όποιο κακό με έχει βρει.

Δεν ήταν λίγες οι στιγμές στα χρόνια που ακολούθησαν που τον περίμενα -με μια σιγουριά που ντρέπομαι να ομολογήσω. Δεν εμφανίστηκε ποτέ. Δεν είναι όμως ότι αθέτησε τον όρκο του. Εκείνος, από κει πάνω ήξερε καλά ότι η δυσκολία που είχα μπροστά μου δεν ήταν και τόσο μεγάλη. Ήταν βέβαιος κάθε φορά ότι μπορούσα μια χαρά να τα βγάλω πέρα μόνος μου και δεν χρειαζόταν να κάνει τόσο δρόμο από τον άλλο κόσμο και να μού φανερωθεί. Ούτε να κάψει μια από τις τρεις πολύτιμες φορές που μού είχε με το αίμα του ορκιστεί ότι θα με βοηθούσε.

Σήμερα παρηγοριέμαι σαν σκέφτομαι ότι ο Κοσμάς, χθες βράδυ έμεινε εκεί, στον τοίχο της εκκλησίας, ευδαίμονας, να μού τραγουδάει. Ξέρω ότι για να μην εμφανιστεί κι αυτή η δυσκολία θα περάσει. Αλλά είμαι σίγουρος πως άμα έρθουν πραγματικά μεγάλα ζόρια – και μόνο τότε- ο αδελφός μου θα φανερωθεί και θα με συντρέξει.



Η εικόνα  ©2009-2012 ~reddog54

46 σχόλια:

ΜAΡΙΑ ΔΡΙΜΗ είπε...

Θαυμάσιο.

Χαμένο Επεισόδιο είπε...

Δεν ξέρω τι να πω, μόνο ότι συγκινήθηκα πολύ.

gasireu είπε...

Ανατρίχιασα.
Εἶναι μία θύρα στὰ μάτια κάθε νεκροῦ
μὲ καίει τρόμος ἀπ᾿ τὴν ἡλικία
τῶν λουλουδιῶν ἔτσι γρήγορα ποὺ φεύγουν
ἔτσι γρήγορα εἶναι μιὰ θύρα βαμμένη μὲ τὴ σιωπὴ
κι ὁ θάνατος μονόλιθος.

Ας μιλήσει ο Καρούζος με την Είσοδό του για μένα...

γρηγόρης στ. είπε...

Βαθιά ανθρώπινο σαν τη πραγματική φιλία.

landlord45 είπε...

τι να σου πω δηλαδή πρωινιάτικα...

ΚΚΜ

Τσαλαπετεινός είπε...

ΜAΡΙΑ ΔΡΙΜΗ: Σε ευχαριστώ Μαρία μου.

Τσαλαπετεινός είπε...

Χαμένο Επεισόδιο: Άσε...κι εμένα με πήραν τα ζουμιά που τα θυμήθηκα.

Τσαλαπετεινός είπε...

gasireu: Και να μην είχες επιστρατεύσει τον Καρούζο και τα δικά σου λόγια να έγραφες, πάλι ποίηση θα ήταν.

Σου ξαναλέω με άλλα λόγια πόσο χάρηκα το τελευταίο σου ποστ.

Τσαλαπετεινός είπε...

γρηγόρης στ. : Να σαι καλά φίλε μου...

Τσαλαπετεινός είπε...

ΚΚΜ: Θα περιμένω τότε να μου πεις κάτι τ` απόγευμα ή το βράδυ. ;-)

Μαύρος Γάτος είπε...

Μπορείς να έχεις κι άλλους αδερφούς αν θέλεις, φίλε μου.

Συγκλονιστική ιστορία, συγκλονιστικά γραμμένη.

Yannis Tsal είπε...

Δεν μου 'χες πει ότι είχες και άλλον αδερφό... Αλλά αφού είχατε ορκιστεί να μην το πείτε σε κανέναν, δικαιολογημένος. Να ζήσεις πολλά χρόνια να τον θυμάσαι, και τον Κοσμά και τον σκηνοθέτη στου οποίου τις ταινίες, αν υποπτεύθηκα καλά, συμμετείχε ως κομπάρσος αυτός αδερφός.

agrampelli είπε...

Δεν είναι τυχαίο,όχι. Ούτε ο ξαφνικός αέρας που σηκώθηκε και έκανε τα φύλλα της ακακίας να σπαρταράνε,ούτε το τραγούδι του Κοσμά που σου τραγούδησε χθες βράδυ...

και ναι,δεν ντρέπομαι να ομολογήσω πως πιστεύω σε "αυτά" τα Θαυμάσια και Θαυμαστά "ανθρώπινα" δεσμά...Φίλε μου Τσαλαπετεινέ,με συγκίνησες βαθειά σήμερα...

Dead Posts Society είπε...

Τσαλαπετεινέ, πολύ όμορφη η ιστορία -γκόθικ και όμορφη. Σου χαρίζω σάουντρακ. :)
http://www.youtube.com/watch?v=TerKgrAFQ5k

George Le Nonce είπε...

μένω μόνος μέχρι το τέλος: ἴσως, ὅμως, ὄχι, ἐν τέλει. Πολὺ ὡραῖο, φίλε μου.

silentcrossing είπε...

Το να σου πω το πόσο συγκινήθηκα με το κείμενο σου είναι μάλλον περιττό. Θα σου πω όμως για το άλλο, το "Ξέρω ότι για να μην εμφανιστεί κι αυτή η δυσκολία θα περάσει", ότι μπορεί να μην έχεις άλλα αδέρφια, έχεις όμως φίλους και αν βάλεις μια φωνή θα είναι εκεί..

M είπε...

Υπέροχο!
Και ναι, μέχρι να εμφανιστεί να μην ανησυχείτε. Και αν εμφανιστεί, δεν θα χρειάζεται να ανησυχείτε πια.
Δυνατό σας βρίσκω :-)

Τσαλαπετεινός είπε...

 Μαύρος Γάτος: Διπλό ευχαριστώ φίλε μου! Εσύ ξέρεις γιατί.
Να `σαι καλά!

Τσαλαπετεινός είπε...

 Yannis Tsal: Είδες ότι από μικρό το μοναχοπαίδι ψάχνει για αδέλφια και για καρδιακούς φίλους; Αλλά τι σου λέω; Εσύ ως μοναχοπαίδι με καταλαβαίνεις αδελφέ μου.

Τσαλαπετεινός είπε...

agrampelli: Έχω το τραγούδι του ακόμα στα αυτιά μου. Θαυμαστό και θαυμάσιο...
Είδες τρόπους που βρίσκουν οι ψυχές να μας συγκινήσουν;

Τσαλαπετεινός είπε...

 Dead Posts Society : Δυστυχώς για τεχνικούς λόγους δεν μπορώ σήμερα να ακούσω το χαρισμένο σάουντρακ. Σε ευχαριστώ όμως προκαταβολικά κι είμαι σίγουρος ότι θα μου αρέσει όταν καταφέρω να το ακούσω.

Τσαλαπετεινός είπε...

George Le Nonce: Μα τί πρόσεξες!
Αυτές οι πέντε λέξεις, ήμουν σίγουρος ότι θα περάσουν απαρατήρητες. Σε ευχαριστώ. (και για το πολυτονικό)
;- )

Τσαλαπετεινός είπε...

 silentcrossing: Πού ξέρεις αν αυτό το ποστ δεν ήταν απλώς μια φωνή που έβαλα;

Να ` σαι καλά!
(Σε ευχαριστώ για το ποστ για τον Αγγελόπουλο. Με ειδοποίησε ο φίλος μας ο βιβλιοθηκάριος. Μην κοιτάς που δεν σχολίασα. Θα ξαναπεράσω)

Τσαλαπετεινός είπε...

Μ: Αυτό ακριβώς! Κατάφερες να το πεις πολύ καλύτερα από μένα.
Με βρίσκεις δυνατό; Αν μπορούμε ας κάνουμε κι αλλιώς! Δε μας παίρνει πια να μην είμαστε. Σε ευχαριστώ!

Margo είπε...

Αχ βρε τσαλαπετεινέ μου.. δεν αθέτησε το λόγο του, σε επισκέπτεται, αλλά μόνο μέσα από το όνειρο μπορεί..

..κάτι έχεις ξαναγράψει για τον Κοσμά νομίζω, αλλά τώρα τα έγραψες όλα...

Δεν γίνονται εύκολα αδέλφια οι άνθρωποι και ποτέ δεν κατάλαβα γιατί.. εσείς το καταφέρατε..

lost diary είπε...

Η συγκίνησή μου είναι πραγματικά μεγάλη...έχω μια Κατερίνα που έμοιαζε πολύ με τον δικό σου Κοσμά, λυπάμαι πολύ πραγματικά, αλλά χαίρομαι που οι αναμνήσεις δεν σβήνουν, είναι εκεί να μας κρατάνε συντροφιά όποτε τις χρειαζόμαστε :)

Fulvia είπε...

Έτσι είναι. Οι φίλοι μας, προβολή των αδελφών που δεν έχουμε (πια).
Τι όμορφοι άνθρωποι... τι όμορφη σχέση...

Σελιτσάνος είπε...

Respect.

ippoliti_ippoliti είπε...

συγκλονιστικό, τυχερός που έζησες τέτοια φιλία και εύχομαι να ζήσεις και να ζείς παρόμοιας εντάσεως.
Με συγκλόνισε πάντως και η επιλογή της εικόνας σου.
Είναι εκεί ο Κοσμάς σου, στον ουρανό, παντού
Δεν ξέρω πιο από τα δύο μου είναι πιο δυνατό, η ένταση της φιλίας ή της μοναξιάς
Δυό στίχοι από της Λένας Παμπούκη το Falkon, toυ θυμού και του πόνου για το γιό τηςΝικόλα
-Είναι πολύ παράξενο
Είσαι μέσα σε όλα τα πράγματα,
είσαι μέσα σε όλες τις γεύσεις, τις μυρωδιές
είσαι μέσα σε κάθε κύτταρο του κόσμου αυτού
κι ας είσαι σε άλλο κόσμο.
να'σαι καλά με αγαπημένους

Ιφιμέδεια είπε...

Τί θαυμάσιο αυτό το κείμενό σου Τσαλαπετεινέ. Με συγκίνησες βαθιά και με έκανες να θυμηθώ τα παιδικά μου, όταν κι εγώ έγινα αδελφοποιτή με την καλύτερη μέχρι σήμερα φίλη μου -σε μια τελετή μάλλον αστεία.

Όπως και να έχει, κι εγώ πιστεύω ότι ο Κοσμάς σε προσέχει από εκεί που είναι -και ελπίζω να αργήσει η ώρα που θα χρειαστεί να σου φανερωθεί.

Τσαλαπετεινός είπε...

Margo : Ο Κοσμάς που θυμάσαι – έχεις τρομερή μνήμη βρε Magro! - είναι ο θείος Κοσμάς κι ο συνωνόματος εγγονός του, “Ο τσομπανάκος” σε ποστ του 2009 αν θυμάμαι καλά. Βλέπεις, στα μέρη μας το όνομα Κοσμάς το συνντάς συχνά.

Δεν γίνονται εύκολα αδέλφια οι άνθρωποι...κι όσο πάει και δυσκολεύει το πράγμα. ;-)

Τσαλαπετεινός είπε...

lost diary: Οι άνθρωποι που αγαπήσαμε και συνεχίζουμε να τους θυμόμαστε δε χάνονται. Είναι κομμάτι μας. Μας συντροφεύουν με τον τρόπο τους. Όπως μπορούν...

Τσαλαπετεινός είπε...

Fulvia : Σαν να καταλαβαίνω κάτι παραπάνω από το σχόλιό σου...Θυμάμαι βλέπεις. Ένας χρόνος δεν είναι; Ένας χρόνος και κάτι...

Τσαλαπετεινός είπε...

Σελιτσάνος: Επίτιμε σας ευχαριστώ
;- )

Τσαλαπετεινός είπε...

 ippoliti_ippoliti: Δεν ξέρεις πόσο εκτιμώ αυτή την ευχή που μου δίνεις! Κι είναι ξέρεις πρόσφορο το έδαφος, οπότε βγαίνει αληθινή.
Όταν έχεις την αρματωσιά μιας τέτοιας φιλίας η μοναξιά παλεύεται.
Σε ευχαριστώ για τους στίχους της Παμπούκη.

Τσαλαπετεινός είπε...

Ιφιμέδεια: Οι ιστορίες μας τελικά, παρασύρουν αλλήλλους σε ταξίδια στην παιδική ηλικία. Και πόσα κοινά βρίσκουμε εκεί! Να δώσεις χαιρετίσματα στη φίλη σου και να της πεις ότι κι άλλα παιδάκια έκαναν το ίδιο, σε πιο σοβαρές τελετές. ;-)

Γιώργος Κατσαμάκης είπε...

Μπράβο Τσαλαπετεινέ. Λίγο "χριστιανικό" αυτό το "ξέρω ότι για να μην εμφανιστεί κι αυτή η δυσκολία θα περάσει". Από τη μεταφυσική πίστη προτιμώ τη λεπτή υπαρξιακή ειρωνία της φράσης.

Theorema είπε...

Εξωτικό, βούλιαξα στις λέξεις...

silia είπε...

Τσαλαπετεινέ ... έδωσες ρέστα ...

renata είπε...

Όπως είπες κι εσύ τους ανθρώπους που αγαπάμε δε τους χάνουμε ποτέ, όσο τους θυμόμαστε.

Με συγκίνησες!

Τσαλαπετεινός είπε...

Γιώργος Κατσαμάκης : Αν υπάρχουν και τα δυο στη φράση τότε κάτι κατάφερα. Να ξέρεις πάντως, πως για κάποιους από μας που μεγαλώσαμε στην επαρχία, το μεταφυσικό είναι απόλυτα φυσικό. ;- )

Τσαλαπετεινός είπε...

Theorema : Άδικα λοιπόν έστησα τα δόκανα στις φράσεις... ;-)

Τσαλαπετεινός είπε...

 silia : Να σαι καλά silia! Καλή σου μέρα...

Τσαλαπετεινός είπε...

renata: Το μόνο κακό είναι ότι ενώ εμείς μεγαλώνουμε εκείνοι παραμένουν αειθαλείς και νέοι στη μνήμη μας.
Σε ευχαριστώ!

Ζίτσα είπε...

πολυ καλο - πολυ δυνατο ,ειναι δυσκολο να μην σε ταξιδεψει

all my love to you
φιλε μου ...

Τσαλαπετεινός είπε...

Ζίτσα : Έστω και με τόσες μέρες καθυστέρηση, σε ευχαριστώ.

;-)