Σάββατο, 18 Μαΐου 2013

Στα Χανιά Ι.

Έλα να πάμε στα Χανιά! Το ξέρω, το ξέρω ότι έχεις πήξει· γι αυτό στο λέω. Έλα να πάμε μαζί στην παλιά πόλη. Θα φτάσουμε αργά το βράδυ. Θα μας πιάσει ξαφνική μπόρα καθώς θα ψάχνουμε για ένα φτηνό δωμάτιο, με θέα και ίντερνετ. Θα βρούμε· με θέα μα χωρίς ίντερνετ αλλά δεν θα μας νοιάζει καθόλου. 

Αρκεί που το πρωί θα ξυπνήσουμε και θα βγούμε στο μπαλκόνι. Κι ένα περίεργο, θα κοιτάξουμε αμέσως προς τη σωστή κατεύθυνση: Βοριά μεριά, εκεί που το βάθος, κάτω από αλλεπάλληλα περίτεχνα μπαλκόνια θα αντικρίσουμε μια λωρίδα γαλάζιο και θα ξέρουμε ότι είναι το τέλος ή η αρχή του Κρητικού Πελάγους. 


Θα φτιάξουμε καραβίσιο καφέ σκέτο, με φακελλάκια αγορασμένα από περίπτερο και στην τρίτη γουλιά θα ακούσουμε μετά από τις σκόρπιες καλημέρες που θα ανταλλάσσουν οι περαστικοί με τους μαγαζάτορες, επίμονες ζαριές και πούλια να χτυπάνε. Θα κρατήσεις το τσιγάρο μου και θα κρεμαστώ στο μπαλκόνι για να φωτογραφήσω τους πρωινούς ταβλαδόρους χωρίς να με πάρουν είδηση.



"Τι κοιτάς;" θα σε ρωτήσω και θα μου δείξεις κάπου μακριά μέσα στη σοφή αναρχία των γερασμένων χτισμάτων μια μπουγάδα απλωμένη να ανεμίζει φέρνοντας μέχρι το δικό μας μπαλκόνι μυρωδιά μαλακτικού. Θα σαλιώσω το δάχτυλο, θα σηκώσω το χέρι και θα αποφανθώ “Δυτικός” με ύφος καραβοκύρη  και  θα συμπληρώσω: “5αρι γεμάτο το υπολογίζω.”

Θα βγούμε από το δωμάτιο, χωρίς χάρτη και χωρίς πρόγραμμα. Όπου μας βγάλουν τα στενά της παλιάς πόλης. Να χαθούμε αδύνατον. Έτσι και στήσεις αυτί, θα ακούσεις τα κύματα να σκάνε στο λιμάνι κι ας σε μπερδέψει για μια στιγμή η πόρτα στο χρώμα της θάλασσας εκεί που η προοπτική του στενού ενώνει τις ακμές των κτισμάτων. 

Δεν είναι σαν σκηνικό παραμυθιού;” θα μουρμουρίσεις κι εκείνη τη στιγμή, θα σηκωθεί από το ραχάτι της, θα γυρίσει και θα μας κοιτάξει στα μάτια, η πρώτη Χανιώτισσα γάτα που θα συναντήσουμε. Δεν θα έχουμε την παραμικρή αμφιβολία: είναι η Χιονάτη αυτοπροσώπως.  

Από τη στοά που βρίσκεται η είσοδος του Ναυτικού Μουσείου Κρήτης, θα δούμε την εσωτερική αυλή του φρουρίου Φιρκά που έκτισαν οι Ενετοί και χρησιμοποίησαν στη συνέχεια οι Τούρκοι κατακτητές. Ακριβώς εκατό χρόνια πριν, το Δεκέμβρη του 1913,  σε αυτή την αυλή βρέθηκαν ο βασιλιάς Κωνσταντίνος, ο πρωθυπουργός Ελευθέριος Βενιζέλος κι ο Ναύαρχος Κουντουριώτης στην επίσημη τελετή της ένωσης της Κρήτης με την Ελλάδα. Στο γωνιακό πυργίσκο του φρουρίου, που δε θα διακρίνουμε από αυτό το σημείο, δύο ηλικιωμένοι αγωνιστές, ο Αναγνώστης Μάντακας και ο Χατζημιχάλης Γιάνναρης ύψωσαν εκείνη τη μέρα την ελληνική σημαία. 

Αντί του παραλιακού δρόμου, που παρά τον αέρα ο ήλιος καίει σαν καλοκαιρινός, θα συνεχίσουμε στη σκιά των στενών που καμιά φορά ενισχύεται από τον επεκτατισμό που διακρίνει τις μπουκαμβίλιες. Τη σοβαρή ξενάγηση και τα μουσεία θα τα αφήσουμε για την επόμενη φορά. Γιατί δεν μπορεί, στα Χανιά θα θελήσεις να επιστρέψεις· όπως κι εγώ. Αυτή, την πρώτη θα ξεποδαριαστούμε γυρίζοντας όλη μέρα σχεδόν άσκοπα στην παλιά πόλη. 

Θα περάσουμε πολλές φορές από τα ίδια στενά. Αχόρταγες βόλτες κι οι φωτογραφίες απανωτά κλικ -κλικ -κλικ, με γιαπωνέζικο ρυθμό. Με τα αυτιά να πιάνουν στον αέρα τις σκόρπιες κουβέντες των βορειοευρωπαίων που θα μπερδεύονται και εμείς θα προσπαθούμε να τις ξεδιαλύνουμε, γλώσσα -γλώσσα. Μέχρι να αρχίσει η μουσική από μια κακοκουρδισμένη κιθάρα για να συνοδεύσει ένα άγνωστο λατινοαμέρικάνικο τραγούδι που θα δώσει ρυθμό στη μέρα μας.
  

Στο Σαντριβάνι, στην πλατεία Ελευθερίου Βενιζέλου, θα σταθούμε ένα λεπτό. Για μια ανάσα. Δεν θα ρίξουμε παρά μια ματιά στο καινούριο γυαλιστερό συντριβάνι. Θα προσπαθήσουμε να φανταστούμε πώς ήταν παλιά με τις λεοντοκεφαλές-κρήνες και τις μαρμάρινες υδροδόχες. Θα προσπαθήσουμε να φανταστούμε πώς ήταν η πλατεία πριν τη φωτιά του `32 που έφαγε τα κτήρια που έκλειναν το άνοιγμα στο πέλαγος. Κι ίσως καταφέρουμε να τη δούμε γεμάτη κόσμο να κοιτάζει ψηλά, στον εξώστη του Δημαρχείου, εκεί απ όπου που κάποτε ο Βενιζέλος εκφωνούσε τους πολιτικούς του λόγους.
Στην οδό Εισοδείων θα κάνουμε δυο στάσεις. Η πρώτη για σπανακόπιττα και σιροπιαστά Βηρυτού, “όλο γλύκα” και ύστερα για ένα δυνατό καφέ, ababa, άκρως ικανοποιητική αποζημίωση για τον πρωινό καραβίσιο. Στο διπλανό τραπέζι, η κυρία Μαρία θα μας κάνει νόημα: “Κοιτάξτε!Εκεί ψηλά” 

Θα δούμε την κοκέτα στο μπαλκόνι, να πλένεται σχολαστικά. Να απολαμβάνει το λουτρό της στο μπαλκόνι του ακατοίκητου, μεσ` τη λιακάδα του Μάη. Θα μας πάρει είδηση όμως και θα σταματήσει. Θα ρίξει ένα βλέμμα κάτω, λίγο βαριεστημένο, λίγο απαξιωτικό κι ύστερα, θα αρχίσει τη βόλτα της πηδώντας από μπαλκόνι σε μπαλκόνι. Μέχρι να τη χάσουμε από τα μάτια μας. “Έτσι κάνει πάντα. Φτιάχνεται, στολίζεται και μετά αρχίζει το σεργάνι, μπαλκόνι μπαλκόνι” θα μας πει η κυρία Μαρία, περήφανη για την αδέσποτη γάτα της γειτονιάς της.



Η οδός Εισοδείων, θα μας βγάλει στον ομώνυμο Καθεδρικό Ναό, την Τριμάρτυρη εκκλησία με την απλόχωρη πλατεία μπροστά της. Έτσι όπως δεν θα ξέρουμε τίποτα ακόμα για τον Μουσταφά Πασά, τον μικρό του γιό που έπεσε στο πηγάδι, τον άλλο του γιο, τον  πρωτότοκο, τον μετέπειτα Βελή Πασά μα ούτε και για τον περίφημο σαπωνοποιό τον Αγγελή από τον Ρωδοπό Κισάμου, θα προσέξουμε μόνο τις ηλικιωμένες Χανιώτισσες που ξαποσταίνουν σε ένα παγκάκι της πλατείας, ώρες πριν τον Εσπερινό· και στο διπλανό, τον μετανάστη με το άσπρο πουκάμισο.



Θα τον προσέξουμε έτσι όπως κάθεται γαλήνιος και καπνίζει κάτω από το φοίνικα χαζεύοντας τα χρώματα απέναντι -εκτυφλωτικά στο φως του μεσημεριού- τη μικρή τουρίστρια που ρολάρει ασταμάτητα με το πατίνι της πέρα δώθε και τα σύννεφα ψηλά που τρέχουν προς την Ανατολή. 


Πριν ανηφορίσουμε προς το Καστέλι, θα περιπλανηθούμε στην ανατολική πλευρά της παλιάς πόλης. Χωρίς να το καταλάβουμε θα μιλάμε σιγανά καθώς μέσα στην ησυχία ακούγονται μόνο τα βήματά μας στο πλακόστρωτο. Έτσι λίγο μετά το Πηγάδι του Τούρκου, θα μας ξαφνιάσει ένας μικρός σκύλος σε μια αυλή που δε θα μπορεί να αποφασίσει αν θέλει να μας διώξει με το τρελό του γάβγισμα ή να μας προσελκύσει με το κούνημα της ουράς του. 


Όσο θα προχωρούμε ανατολικά, η πόλη θα γίνεται σιγά σιγά λαβύρινθος. Τα σπίτια θα είναι ολοένα και πιο εγκαταλειμμένα, θα στρίβουν παράξενα και θα στενέβουν κι άλλο τα στενά, ώσπου θα αναγκαστούμε να περπατάμε, όχι δίπλα-δίπλα, μα ο ένας πίσω από τον άλλον. Και στο τέλος τους, πάνω σε μια τσακισμένη όψη θα αντικρίσουμε ανάγλυφους χάρτες ενός άγνωστου πλανήτη με τις χώρες του αχνά οριοθετημένες στα αλλεπάλληλα στρώματα των χρωμάτων. Κι από τα μισόκλειστα παράθυρα, στο εσωτερικό του, θα διακρίνουμε μια στάλα ουρανό. 


συνεχίζεται...

13 σχόλια:

FLORA GIA είπε...

Δεν έχω πάει ποτέ στα Χανιά και ζηλεύω τόσο πολύ.

Yannis Tsal είπε...

Περιμένουμε με αγωνία τη συνέχεια με τη ρατσή που σε φίλεψαν και τις μασαίρες!

Nefosis A είπε...

Έχω ετοιμάσει βαλίτσες. Πάω να πάρω το τραίνο, να πάω Πειραιά, να βγω στο λιμάνι. Πού είσαι; :))

Τσαλαπετεινός είπε...

FLORA GIA: Όταν θα πας -που εύχομαι να γίνει σύντομα- δε θα θέλεις να φύγεις.
;-)

Τσαλαπετεινός είπε...

Yannis Tsal: Είδες το τρέιλερ του Β μέρους σύντεκνε;

Τσαλαπετεινός είπε...

Nefosis A: Είμαι σπίτι και ετοιμάζω τη συνέχεια. Μόλις που κρατιέμαι να μην την παρατήσω, να ετοιμασω βαλιτσες, να παω Πειραιά και να μπω στο πρώτο πλοίο για Χανιά

;-)

Γιώργος Κατσαμάκης είπε...

Κάτι σε Chania Session Ι μου κάνει...

Καλημέρα Τσαλαπετεινέ

Τσαλαπετεινός είπε...

Γιώργος Κατσαμάκης: Κανονικά αυτός είναι ο τίτλος του ποστ. Αν τον απέφυγα κι έβαλα ένα τίτλο κατά 2/3 τσεχωφικό, ήταν για να μην περάσετε μπερδευτείτε και νομίζετε ότι αλλού πατάτε και αλλού βρίσκεστε. Με τις ρακές της Παρασκευής ;-)

Καλό μεσημέρι Γιώργο

kovo voltes... είπε...

Εχω την αίσθηση ότι ενώ δεν έχω πάει ποτέ, όταν αξιωθώ να πάω δεν θα επιστρέψω στο δικό μου νησί. Μοιάζουν θαρρώ. Δεν ξέρω γιατί, αλλά μοιάζουν οι ανάσες τους. Τι τυχερός πραγματικά. Και ίσως απο τις ωραιότερες ταξιδιωτικές περιγραφές που έχω διαβάσει...;)

kovo voltes... είπε...

Α! Μια τσικουδιά και για μένα παρακαλώ να πιεις, ναι?? ;)

fvasileiou είπε...

Έλα, παραδέξου το: Ο Μανώλης σε έβαλε να το γράψεις αυτό το ποστ. Ο Μανώλης που την Κυριακή μου έλεγε "Όλο τον κόσμο γύρισες, τον πόδα στου στα Χανιά δεν τον πάτησες"...

Τσαλαπετεινός είπε...


kovo voltes... : Να σαι καλά! Σε ευχαριστώ για την καλή κουβέντα

Να πας. Μόλις σου δοθεί η ευκαιρία να κατηφορίσεις. Σίγουρα θα σου αρέσουν τα Χανιά. Είναι ανοιχτόκαρδη πόλη. Και μάγισσα. Σε δένει κανονικά.

υ.γ. Όσο ήμουν, όσο άντεχα κατέβαζα τσικουδιές. Σίγουρα μια από αυτές ήταν για σένα.

Τσαλαπετεινός είπε...


fvasileiou: Φώτη, δες και το επόμενο ποστ, το δεύτερο μέρος. Αν δεν κινήσεις αμέσως για Χανιά, θα αναγκαστώ να ξανακατέβω και να ετοιμάσω κι άλλα ποστ, για να μην μού πει ο Μανώλης: “Πράμα δεν έκαμες σύντεκνε”
;-)