Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ιστορία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ιστορία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 20 Δεκεμβρίου 2014

Ο τελευταίος Δόγης

-Θα έρθεις παιδί μου;
-Θα κάνεις κουραμπιέδες;
-Έτοιμους τους έχω!
-Θα κάνεις και σαρμάδες;
-Αμέ!
-Βασιλόπιτα θα ετοιμάσεις;
-Γίνεται παιδί μου Πρωτοχρονιά χωρίς βασιλόπιτα;
-Με Δόγη;
-...
-Θειά, σε ρωτάω: θα βάλεις τον Δόγη στην πίτα;
-Πάει ο Δόγης παιδί μου. Πάει...


Στις 9 Μαρτίου του 1789 ένα πολύβουο πλήθος κατέκλυσε τους δρόμους της Βενετίας, έτοιμο να επευφημήσει τον νεοεκλεγμένο Δόγη. Εκείνη τη λαμπρή ανοιξιάτικη μέρα κανένας δε φαντάζονταν ότι μόλις 8 χρόνια αργότερα, με την είσοδο του γαλλικών στρατευμάτων στη Βόρεια Ιταλία και λίγο αργότερα με την εμφάνιση του γαλλικού στόλου στο Lido -που δεν κατάφερε να απωθήσει ο πάλαι ποτέ κραταιός ενετικός- η Γαληνοτάτη Δημοκρατία της Βενετίας, μετά από 11 αιώνες δόξας θα έχανε την ανεξαρτησία της από τον Βοναπάρτη και ο Ludovico Manin θα ήταν ο τελευταίος μιας μακράς σειράς Δόγηδων. Εκείνη τη μέρα όμως καμία δυσάρεστη σκέψη δε σκίαζε τη χαρά της ενθρόνισης. Μόνο ανυπομονησία ένοιωθε το πλήθος για τη στιγμή που ο Ludovico Manin, σύμφωνα με τη παλιά συνήθεια, θα πετούσε νομίσματα στους υπηκόους του. Αποζημιώθηκαν με το παραπάνω για την αναμονή· ο Δόγης σκόρπισε απλόχερα σχεδόν 500 χιλιάδες χρυσά νομίσματα.

 Ο Ludovico Manin

Μερικές από τις πιο όμορφες ιστορίες στη ζωή μου, τις έχω ακούσει από τη θεία. Άλλες φανταστικές, με δράκους και βασιλιάδες κι άλλες -οι περισσότερες- αληθινές. Προτιμούσα τις αληθινές γιατί αυτές ζωντάνευαν τα αμίλητα πορτραίτα στην καλή σάλα στον όροφο του παλιού σπιτιού. Έτσι έμαθα για τον ευκατάστατο προπάππου της που έφτασε στα μέρη μας αρχές του 1800 μαζί με τα αδέλφια του από την Ήπειρο. “...είχε λίρες πολλές και φλουριά κι αγόρασε γη από έναν Τούρκο που έφευγε γιατί είχε μυριστεί ότι η οθωμανική αυτοκρατορία κατέρρεε. Έχτισε αυτό το σπίτι παντρεύτηκε και μετά από λίγο γεννήθηκε η γιαγιά μου...”. Αυτή ήταν η βασική αφήγηση. Αλλά κάθε φορά, η ιστορία έπαιρνε ένα διαφορετικό δρόμο. Άλλοτε επικεντρώνονταν στο χτίσιμο αυτού του σπιτιού -που στηρίχτηκε σε θηριώδεις κορμούς πίσω από τους οποίους κρυβόμασταν τα ξαδέλφια στο σκοτεινό υπόγειο- άλλοτε, στις γιορτές, στα αρραβωνιάσματα και στους γάμους που γίνονταν στην καλή σάλα και βέβαια στο θρυλικό πουγκί με τα χρυσά νομίσματα που ολοένα και λιγόστευαν.


Το μόνο που είχε απομείνει, το τελευταίο, ένα παράξενο νόμισμα λίγο τσακισμένο, ήταν αυτό που έβαζε στη βασιλόπιτα. Το ήξερα καλά γιατί πάντα βρίσκονταν στο κομμάτι μου. Και πάντα το κοίταζα για ώρα εκστατικός, ειδικά τη μια πλευρά του που είχε αυτές τις δύο μορφές που μόλις ξεχώριζαν. Μετά, το αντάλλασσα με ένα γενναιόδωρο χαρτζιλίκι, η θεία το έπλενε, το σκούπιζε προσεκτικά και το έβαζε σε ένα μικρό κουτί που εσωτερικά ήταν ντυμένο με σκούρο βελούδο ύφασμα. Εκεί, παρέα με λίγα κοσμήματα, έμενε μέχρι την επόμενη πρωτοχρονιά. Πριν 3 χρόνια, αφού κόψαμε τη βασιλόπιτα, το χρυσό νόμισμα βρέθηκε στο κομμάτι του σπιτιού που είχε περάσει πια τα διακόσια χρόνια και ακόμα στεκόταν όρθιο, με αρκετές βέβαια φθορές, στηριγμένο στους κορμούς του υπογείου. Για πρώτη φορά αναρωτηθήκαμε τί είδους νόμισμα ήταν. Έκανε το γύρο του τραπεζιού, όλοι το κοιτάξαμε προσεκτικά, αλλά τελικά κανείς από τους συνδαιτυμόνες δεν είχε την παραμικρή ιδέα.


Λίγες μέρες αργότερα ξαναπέρασα από το σπίτι της θείας με τη φωτογραφική μηχανή. Έβγαλε το νόμισμα από το κουτί με τη βελούδινη επένδυση -πρόσεξα στο φως της ημέρας πόσο φθαρμένη ήταν-και το κολλήσαμε σε ένα χαρτόνι. Της ζήτησα να κρατήσει κάθετα το χαρτόνι -“έμενα μη με βγάλεις, είμαι αχτένιστη”- για να το φωτογραφίσω. Πρώτα τη μια κι έπειτα την άλλη πλευρά. Μετά της εξήγησα τί θα έκανα. Φάνηκε ενθουσιασμένη αλλά την ώρα που έφυγα, σκοτείνιασε κάπως και ζήτησε να μάθουμε εκτός από το είδος και την προέλευση και την αξία του νομίσματος. Δυο μέρες μετά, έλαβα απάντηση από ένα καλό φίλο που ζει στην Νέα Υόρκη και είναι φανατικός συλλέκτης νομισμάτων.



Country: Italy, Venice
Mint: Venice
Issuer: LUDOVICO MANIN (last Doge of Venice)
Date: ca. 1789 - 1797
Metal: gold
Type of coin: Zecchino (Ducat)
Weight: 3,4 grams
Inscription:
Front: S•M•VENET / DVX / LVDOV•MANIN (the Duck is knelling in front of St. Mark)
Back: REGIS•ISTE•DVCA•SIT•T•XPE•DAT•P•TV
Estimated auction price on 2012: € 130 - € 150 maximum


Πέρασα αρκετές ώρες αναζητώντας στο διαδίκτυο πληροφορίες για τη Βενετία και τον Δόγη. Όταν μάζεψα αρκετές, επισκέφτηκα και πάλι τη θεία. Εκείνο το απόγευμα, για πρώτη φορά οι ρόλοι αντιστράφηκαν. Ήμουν εγώ που εξιστορούσα κι εκείνη που με άκουγε. Προσπάθησα να κάνω όσο πιο συναρπαστική γινόταν την αφήγηση. Μίλησα σαν να ήμουν ανάμεσα στο πλήθος που υποδέχτηκε με ζητωκραυγές τον νεοεκλεγέντα Δόγη. Σαν να είχα πιάσει και εγώ ένα χρυσό νόμισμα από αυτά που πέταξε. Επέμενα στο φόβο και στην αγωνία των Βενετσιάνων, όταν οκτώ χρόνια αργότερα, στη λιμνοθάλασσα φάνηκε απειλητικός ο γαλλικός στόλος και περισσότερο όταν μετά από λίγες μέρες τα γαλλικά στρατεύματα μπήκαν στη πόλη και έφτασαν στην πλατεία του Αγίου Μάρκου. Μίλησα και για την απελπισία του Δόγη τη μέρα που αναγκάστηκε να παραδοθεί και να εγκαταλείψει “με σκυμμένο το κεφάλι” οριστικά το Παλάτι των Δόγηδων.

Τα στρατεύματα του Ναπολέοντα στην πλατεία του Αγ. Μάρκου


Η θεία με άκουγε προσεκτικά χωρίς να με διακόψει. Κάποια στιγμή μόνο, προς το τέλος την είδα να βγάζει τα γυαλιά της και με το μαντήλι -πάντα χωμένο στο αριστερό της μανίκι- να σκουπίζει τα μάτια της. “Τελευταία δακρύζουν με το παραμικρό” δικαιολογήθηκε, αλλά για μένα αυτό το βούρκωμα ήταν ένδειξη ότι σε ένα βαθμό τουλάχιστον, είχα ξεπληρώσει το μεγάλο χρέος μου: για τα παραμύθια και τις ιστορίες που μού είχε εξιστορήσει όταν ήμουνα παιδί και γιια το δουκάτο που φρόντιζε να είναι πάντα στο κομμάτι της πίτας που μου σέρβιρε. Και βέβαια χάρηκα πολύ. Μόνο στο τέλος, λίγο πριν φύγω, όταν επέμενε να μού ετοιμάσει ένα πιάτο με κουραμπιέδες για να πάρω μαζί μου, ένιωσα ένα παράξενο σφίξιμο. Τη στιγμή που τύλιγε το πιάτο με αλουμινόχαρτο και χωρίς να γυρίσει να με κοιτάξει, είπε αρκετά χαμηλόφωνα -τόσο που σχεδόν δεν την άκουσα- και τάχα αδιάφορα: “...και πόσο είπε ο φίλος σου ότι αξίζει ο Δόγης;”



Φέτος την πρωτοχρονιά η βασιλόπιτα της θείας θα έχει ένα δίευρο, τυλιγμένο σε αλουμινόχαρτο. Ο Δόγης, το τελευταίο από τα νομίσματα, το χρυσό δουκάτο που έφερε ο προπάππος της από την Ήπειρο στις αρχές του 1800 και που κατά πάσα πιθανότητα ήταν ένα από  τα νομίσματα που είχε σκορπίσει στο πλήθος ο τελευταίος Δόγης της Βενετίας τη μέρα της ενθρόνισής του, την άνοιξη του 1789 -ένα μόλις μήνα πριν τη Γαλλική Επανάσταση- και που για πολλές δεκαετίες έβγαινε από το κουτάκι με την βελούδινη επένδυση για να μπει στη ζύμη της βασιλόπιτας, είχε πουληθεί στο ήμισυ της αξίας του σε ένα κατάστημα “Αγοράζω χρυσό” για να συμπληρώσει η θεία το ποσό της δόσης που έπρεπε να πληρώσει στη εφορία.


η ανάρτηση αφιερώνεται στον φίλο μου στην Νέα Υόρκη 
και στο Ρογήρο που με βοήθησαν, 
ο καθένας με τον τρόπο του



Πέμπτη 21 Αυγούστου 2014

Τα δύο άλφα, ο Ρήγας και ο Τσε


"...αλλά τότε μας έτυχε σοβαρή αβαρία και έτσι μείναμε σχεδόν δύο μήνες στην Αβάνα για επισκευές. Όλη μέρα στις μηχανές, φούρνος το μηχανοστάσιο, μες τα γράσα και τη μουτζούρα, αλλά τα βράδια που βγαίναμε ήταν δύο Α. Ξέρεις, τα δύο άλφα τα καλύτερα: Alegria κι amor. Και να είναι δεκαετία του `60 και να είσαι είκοσι χρονών...”

Ούτε δίωρη η διαδρομή με το λεωφορείο, αλλά ανιαρή του θανάτου. Μού έτυχε όμως λαχείο σωστό: στη στεριά θαλασσοδαρμένος, κι έτσι με τις ιστορίες του οι ρόδες, θαρρείς και κατάπιναν τα χιλιόμετρα στην άσφαλτο. Εξηνταπεντάρης, πρώην μηχανικός στα καράβια, με μουστάκι, ευτραφής, όπως ακριβώς κι η ηλικιωμένη -χωρίς όμως μουστάκι- στα διπλανά καθίσματα, που είχε από την αρχή στήσει αυτί στην κουβέντα μας.

Εκείνος βέβαια μιλούσε περισσότερο. Τί να έλεγα κι εγώ, με το ένα και μοναδικό ταξίδι στην λατινική Αμερική που μάλιστα δεν περιλάμβανε Κούβα; Αλλά λίγο με τη λογοτεχνία, την ιστορία, τις ταινίες και τη μουσική της, τον κούρδιζα όσο μπορούσα για να μη σταματήσει πριν τον προορισμό μας. Κι είχε ο συνεπιβάτης μου υλικό μιας ζωής ικανό να γεμίσει όχι τη δίωρη διαδρομή μας, μα ταξίδι από Cartagena μέχρι Mar del Plata και πίσω, ένα γύρο τη Λατινική Αμερική, με σκάλα στο Valparaiso.

Έτσι όπως είχε πάρει είδηση τη διπλανή μας να κρυφακούει, τις πιπεράτες ιστορίες του -που ήταν κι οι πιο πολλές- τις διηγούνταν χαμηλόφωνα και χαιρόταν να τη βλέπει να αλλάζει θέση, να γέρνει προς το μέρος μας και να τεντώνει σώμα κι αυτιά, για να ακούσει. Και τα κατάφερνε μια χαρά, γιατί, με την άκρη του ματιού, την έβλεπα να κρυφοχαμογελάει πονηρά και μια φορά να κοκκινίζει. Τις άλλες, τις πιο ανώδυνες ιστορίες, ο συνταξιούχος ναυτικός τις έλεγε δυνατά- μέχρι κι ο οδηγός, μπροστά μπορεί να τις άκουγε.

“...είχαμε βρει που λες, ένα μπαρ κοντά στην Plaza de la Revolución και πηγαίναμε κάθε βράδυ. Ούτε για τα ποτά, ούτε για τη μουσική είχαμε κολλήσει εκεί· για να κερνάμε τον Ernesto πηγαίναμε. Το πρώτο βράδυ, δεν είχαμε προλάβει να καθίσουμε, έρχεται ένας Κουβάνος, στέκεται μπροστά στο τραπέζι μας, σοβαρός-σοβαρός, καθαρίζει λίγο την φωνή του και αρχίζει να απαγγέλει δυνατά στα ελληνικά:

Ως πότε παλικάρια, θα ζούμε στα στενά,
μονάχοι σα λιοντάρια, στες ράχες στα βουνά;
Καλύτερα μιας ώρας ελεύθερη ζωή,
παρά σαράντα χρόνια σκλαβιά και φυλακή.

Έγινε χαμός, τον χειροκροτήσαμε και τον ρωτήσαμε τί ήθελε να τον κεράσουμε. “Una cervezita fria” ζήτησε και ήρθε αμέσως σε μεγάλο ποτήρι. Κάθισε στην παρέα μας, μα γρήγορα καταλάβαμε ότι το μόνο που ήξερε στα ελληνικά ήταν αυτοί οι στίχοι του Φεραίου. Κάποιος, -προφανώς ναυτικός- πριν από μας τού το είχε μάθει κι αυτός όταν έβρισκε ελληνικό πλήρωμα έσπευδε να απαγγείλει. Έτσι έβγαζε τις μπύρες του. Δυο μήνες εκεί, ο Ernesto, κάθε βράδυ ζητούσε στα ελληνικά ελεύθερη ζωή κι εμείς τον δροσίζαμε με παγωμένες μπύρες.”

Μετά τις “παγωμένες μπύρες” ο ναυτικός σταμάτησε. Γύρισε προς το παράθυρο του λεωφορείου και το βλέμμα του χάθηκε στα θερισμένα χωράφια του κάμπου· μια θάλασσα κι αυτός, κίτρινη, ανταριασμένη από λίβα, απλώνονταν όσο έβλεπε το μάτι. Η ηλικιωμένη δίπλα ανακάθισε κι έπειτα γύρισε τάχα τυχαία προς το μέρος μας. Με κοίταξε με ένα τρόπο που ήταν σαν να μού έλεγε: “Τί περμένεις; Κούρδισέ τον!”

Αρπάχτηκα από το όνομα του διψασμένου Κουβάνου και την πλατεία που είχε αναφέρει λίγο πριν ο ναυτικός. “Στην Plaza de la Revolución δεν είναι ένα κτίριο που στην όψη του υπάρχει ένα τεράστιο πορτραίτο του Τσε;” ρώτησα, αλλά πριν προλάβει ο ναυτικός να απαντήσει, η ηλικιωμένη, που φαίνεται ότι δεν άντεχε άλλο απλώς να κρυφακούει κι ήθελε να μπει κι αυτή στην κουβέντα, ρώτησε με αναπάντεχο για την ηλικία της νάζι: “Ποιός είναι ο Τσε;”

“Σειρά σου!” μού είπε ο ναυτικός ξεκαρδισμένος στα γέλια από την αφοπλιστική αφέλεια της ηλικιωμένης. Μπορούσα κάλλιστα να πω μια κουβέντα μόνο -“ο Ερνέστο Γκεβάρα ήταν επαναστάτης”- και να ξεμπερδεύω, άλλα υποψιάστηκα ότι η εξοργιστική της άγνοια ήταν μάλλον αποτέλεσμα πολιτικής τοποθέτησης· η ναζιάρα ηλικιωμένη πρέπει να αγνοούσε τον Τσε είτε γιατί δεν είχε  καμία σχέση με την πολιτική είτε γιατί ανήκε ιδεολογικά στο “άλλο στρατόπεδο”.

Μπήκα στον πειρασμό να μιλήσω αναλυτικά για τον Τσε Γκεβάρα, να τονίσω όλα αυτά τα στοιχεία που θα την έκαναν να τον συμπαθήσει, -ει δυνατόν να τον λατρέψει, λέγοντάς της πόσο ωραίος άντρας ήταν- πριν καταλήξω στην ουσία: την επανάσταση. Έτσι άρχισα να διηγούμαι την ιστορία του Τσε από την αρχή: μίλησα για τη γέννησή του στο Μπουένος Άιρες, την οικογένειά του, τις σπουδές του στην ιατρική σχολή, τα ταξίδια του με μοτοσυκλέτα κατά μήκος της ηπείρου, στη διάρκεια των οποίων διαπίστωσε ιδίοις όμμασι την κατάσταση στην Λατινική Αμερική.

Οι δύο ακροατές μου φάνηκαν να ενδιαφέρονται. Ο ναυτικός πότε- πότε κουνούσε επιδοκιμαστικά το κεφάλι του λέγοντας: "σπουδαίος άντρας" ή "μεγάλη μορφή" . Αλλά κι εκείνη δεν πήγαινε πίσω· φαινόταν να κρέμεται από τα χείλη μου. Συνέχιζα ακάθεκτος τη διάλεξη, μέχρι τη στιγμή που ανέφερα: “...τέτοιες μέρες, καλοκαίρι του `55 ο Τσε, συνάντησε στο Μεξικό τον Φίντελ Κάστρο και...” . “Δε μού λες;” με διέκοψε η ηλικιωμένη εμφανώς εκνευρισμένη. “Ήταν κομμουνιστής;” Αιφνιδιάστηκα για τα καλά κι αφού το σκέφτηκα για λίγο και ζύγισα την κατάσταση, ξεστόμισα ένα διστακτικό “Ναι”. Τότε εκείνη είπε θριαμβευτικά: “Μα για αυτό δεν τον ξέρω!”

Ακολούθησε μια αμήχανη παύση. Κάτι πήγα να πω, αλλά ο ναυτικός μού έκανε νόημα να μη συνεχίσω. Η ηλικιωμένη  μετακινήθηκε στην θέση δίπλα στο παράθυρο. Κοίταξε για λίγο έξω κι έπειτα, έβγαλε από την τσάντα της ένα περιοδικό με σταυρόλεξα κι ένα μολύβι. Μέχρι το τέλος της διαδρομής δεν ασχολήθηκε καθόλου μαζί μας και δεν άκουσε ούτε λέξη από την επόμενη ιστορία που ο ναυτικός μού διηγήθηκε σχεδόν ψιθυριστά.



*Αν και έχω φωτογραφίες του ναυτικού και της ηλικιωμένης, προτιμώ να αφήσω την ιστορία χωρίς εικονογράφηση. 









Πέμπτη 14 Αυγούστου 2014

Μαθήματα Ιστορίας

"Μόνος θα μείνεις! Κι εγώ θα φύγω.” μού λεγε τις προάλλες ο κύριος Τ. Καθόμασταν στο μπαλκόνι του, οι δυο εναπομείναντες της γειτονιάς, αργά το βράδυ κι από κει ψηλά βλέπαμε τις έρημες πολυκατοικίες. Κατάκλειστα παντζούρια παντού αλλά που και που, σε εισόδους και μπαλκόνια ένα φως αναμμένο, έτσι για ξεκάρφωμα. Ωραία νύχτα. Ήσυχη, γλυκιά, με ένα φεγγάρι που μετά την πανσέληνο πρόβαλε λειψό πάνω από τον Υμηττό. Και με ένα μεγάλο πιάτο στο τραπέζι γεμάτο πεπόνι, γλυκό και δροσερό και δίπλα του, ένα άλλο με πιπεράτη γραβιέρα.

“Παραμονή της Παναγίας πρωί πρωί θα περάσουν τα παιδιά να με πάρουν και θα πάμε στο χωριό. Στα Λαγκάδια” συνέχισε. Τον κοίταξα σκεφτικός. Το γεγονός ότι θα έμενα μόνος στη γειτονιά, δεν με απασχολούσε. Είχε συμβεί άλλωστε κι άλλες φορές στο παρελθόν. Το όνομα του χωριού του, τα Λαγκάδια, κάτι μού θύμιζε και προσπαθούσα μάταια να θυμηθώ τί. Τού το είπα, μπας και μπορούσε να με βοηθήσει. “Θα το έχεις ακούσει, γιατί από κει ήταν ο Πλουμπίδης.” κι ύστερα από μια μικρή παύση, με φανερή περηφάνια, συμπλήρωσε: “Ξέρεις, ήταν θείος μου.”

Άρχισε να μού διηγείται την ιστορία του. Όχι όπως την είχα διαβάσει σε στεγνά ιστορικά άρθρα παλιότερα -και σιγά σιγά ακούγοντάς την, θυμόμουνα- αλλά με τον τρόπο του απλού ανθρώπου που η Ιστορία είναι βίωμα. Με τον τρόπο του συγγενή. Κι αυτό το δεύτερο, καθόλου δε μείωνε το δέος απέναντι στον άνθρωπο και κυρίως στο ήθος του. Το ήθος και την εντιμότητα που τον διέκριναν σε όλη του τη  ζωή. Την υποδειγματική ζωή ενός αληθινού αριστερού. Το ήθος του στα μικρά και στα μεγάλα: από τη βρύση που με δικά του έξοδα έβαλε να χτίσουν στη Μηλέα της Eλασσόνας όπου ήταν δάσκαλος και που με ευγνωμοσύνη οι κάτοικοι την έλεγαν «η βρύση τ’ Πλουμπίδη» μέχρι την προσπάθειά του – ενώ ήταν ο ίδιος καταζητούμενος- να σώσει από την εκτέλεση τον Μπελογιάννη. Και τέλος για τον τρόπο με το οποίο αντιμετώπισε ανυποχώρητος και ήρεμος “με τα μάτια ανοιχτά” το εκτελεστικό απόσπασμα το 1954. 

Αν και ο κύριος Τ. είχε δει τον Πλουμπίδη όταν ήταν πολύ μικρός μόνο μια δυο φορές, τον περιέγραφε τόσο έντονα που νόμιζα ότι τον έβλεπα μπροστά μου. Ειδικά όταν αναφερόμενος στην περίφημη επιστολή του στον τύπο, που την θυμόταν απ` έξω, -“Εγώ και όχι ο Μπελογιάννης είμαι υπεύθυνος για την παράνομη οργάνωση του ΚΚΕ. Κατά συνέπεια ευθύνομαι για όλες τις πρωτοβουλίες και ενέργειες αυτής της οργάνωσης."- σήκωσε το δεξί του χέρι λέγοντας το υστερόγραφο: “Πολλοί είναι εκείνοι που γνωρίζουν τον γραφικό μου χαρακτήρα. Εντούτοις για το γνήσιο της επιστολής, προσθέτω τα δακτυλικά μου αποτυπώματα." Κι  εκείνη τη στιγμή, ήταν σαν να έβλεπα το χέρι του ίδιου του Πλουμπίδη να ετοιμάζεται να προσθέσει στο τέλος του χαρτιού, τα δακτυλικά του αποτυπώματα.


Το ίδιο χέρι  που βρέθηκε για άλλη μια φορά, μετά τη σύλληψή του δεμένο  με χειροπέδες. Το χέρι αυτό που αργότερα, λίγο πριν την εκτέλεση, έγραψε ένα γράμμα για το γιο του τον Δημήτρη που ήταν τότε μόλις έξι χρονών με την εντολή να το διαβάσει όταν θα γίνει 18. Το χέρι που υψώνονταν στο στρατοδικείο αγορεύοντας. “Ήταν τρομερός ρήτορας” τόνισε ο κύριος Τ. “Και το ήξεραν οι στρατοδίκες. Να φανταστείς,  φρόντισαν στη διάρκεια της δίκης να μην παραβρίσκονται κατώτεροι αστυνομικοί γιατί με ευφράδεια που είχε, φοβόταν ότι θα τους παρέσυρε και θα γινόταν κι αυτοί κομμουνιστές". 



Ήταν περασμένες δύο όταν χαιρέτησα τον κύριο Τ. Διέσχισα το δρόμο κοιτάζοντας για μια ακόμα φορά το φεγγάρι που πια μεσουρανούσε. Όλες αυτές οι λέξεις, “εξορία”, “βασανισμοί” "φυματίωση" κι ύστερα, “χαφιές”, ”ψεύτικες και άδικες κατηγορίες”, “στρατοδικείο”, “δις εις θάνατον” και ειδικά η τελευταία: “εκτέλεση”, ηχούσαν ακόμα στα αυτιά μου ακόμα πιο τραγικές στην αυγουστιάτικη νύχτα. Μπήκα στο σπίτι, άναψα τσιγάρο και πληκτρολόγησα “Νίκος Πλουμπίδης”. Άνοιξα μερικές σελίδες από τα 20.600  αποτελέσματα που έβγαλε η  αναζήτηση και τις διάβασα διαγώνια. Στάθηκα στο μόνο στοιχείο που δεν είχε αναφέρει ο κύριος Τ. στην διήγησή του. Στην ημερομηνία της εκτέλεσης: 14 Αυγούστου.



Σάββατο 19 Οκτωβρίου 2013

Κλασσικό κάλλος




Να έχεις ανηφορίσει μέχρι τον ιερό βράχο δεκάδες φορές. Παιδί, έφηβος, νέος, όχι και τόσο νέος, μεγάλος. Χειμώνα με άγριο χιονιά, άνοιξη με μυρωδιές που έφερε μια αναπάντεχη βροχή, καλοκαίρι με αβάσταχτο λιοπύρι, φθινόπωρο με ωραίο, λαμπρό φως. Με τους γονείς, μόνος, με παρέα. Μέρα, αλλά και νύχτα με πανσέληνο. 

Να έχεις διαβάσει, ό,τι σχετικό έπεσε κατά καιρούς στα χέρια σου κι όλα τ` άλλα που έψαξες συστηματικά να βρεις. Από τις πιο απίθανες λεπτομέρειες της κατασκευής της, μέχρι τους θρύλους που συνοδεύουν την ιστορία της. Να θυμάσαι ακόμα όλες τις “οπτικές διορθώσεις”, τις ονομασίες των επιμέρους δομικών της στοιχείων: σηκός, άβαξ, κρηπίς, επιστύλιον, ζωφόρος, επίκρανον, φατνώματα, τρίγλυφα και μετόπες.

Να μην μπορείς να ξεχάσεις εκείνο το γαϊδουράκι που όλη του ζωή κουβαλούσε κάθε μέρα μάρμαρο από την Πεντέλη μέχρι την Ακρόπολη και που όταν ολοκληρώθηκε ο ναός, εκείνο συνέχισε τις διαδρομές, κάθε μέρα Πεντέλη- Ακρόπολη μέχρι το τέλος του γιατί μόνο αυτό ήξερε να κάνει. 

Να έχεις σπαράξει διαβάζοντας για τη σύλησή της: “με ένα μόνο πριόνι που πήρα από τη μονή, πριόνισαν ένα πολύτιμο τμήμα από το γείσο του θριγκού στο ναό του Ποσειδώνα του Ερεχθέως και με το ίδιο πριόνι πριονίζουν τώρα μιαν ανάγλυφη παράσταση, ένα μέρος από τη ζωφόρο του Παρθενώνα”*. 

Να έχεις νιώσει το πλάκωμα στο στέρνο και τα μάτια σου υγρά στο Βρετανικό Μουσείο και να μην μπορείς, παρά μια ελάχιστη στιγμή που δεν έβλεπε ο φύλακας, να απλώσεις το χέρι και να αγγίξεις την οπλή ενός αλόγου από την πομπή των Παναθηναίων. Ούτε καν τις πτυχές του χιτώνα του ιππέα. Μόνο την οπλή, μουρμουρίζοντας μέσα από σφιγμένα δόντια τους στίχους του Byron.

“But who, of all the plunderers of yon Fane
On high—where Pallas linger'd, loth to flee
The latest relic of her ancient reign—
The last, the worst, dull spoiler, who was he?”

Να έχεις την έχεις δει σε γκραβούρες περασμένων αιώνων και σε πίνακες, σε σκίτσα περιηγητών, σε φωτογραφίες από όλες τις πιθανές οπτικές γωνίες, με όλες τις δυνατές συνθήκες φωτισμού, μέχρι κάτω από το φως μιας αστραπής. Να την έχεις φωτογραφίσει ο ίδιος στο σύνολο και στις λεπτομέρειες, εστιάζοντας στις ραβδώσεις των κιόνων, εκεί που υποψιαζόσουν ότι ο τεχνίτης του 5ου π.Χ αιώνα άφησε για λίγο το καλέμι του και κοίταξε τον ουρανό. 


Και να τη βλέπεις ξαφνικά σήμερα πάνω από πεύκα, ελιές και κυπαρίσσια και κάτω από τον ίδιο λαμπρό ουρανό, μεσημέρι Σαββάτου, Οκτώβρη γλυκό και να μην μπορείς να αντισταθείς   στο κλασσικό της κάλλος. Και να υποκύπτεις με ένα ακόμα κλικ.


*από επιστολή που έγραψε στις 28 Οκτωβρίου του 1801 ο Lusieri στον Λόρδο Έλγιν

Η μουσική υπόκρουση του ποστ, κλασσική: Ένα μεσημέρι  

Πέμπτη 19 Σεπτεμβρίου 2013

Το Μάθημα

Ήταν ειδικό μάθημα επιλογής. Την πρώτη μέρα ο καθηγητής μας εξήγησε τη δομή του: τη μία εβδομάδα το μάθημα θα ήταν καθαρά ιστορικό και την επόμενη, θα εξετάζαμε το αντικείμενο του μαθήματος στο συγκεκριμένο πλαίσιο. Με αυτόν τον τρόπο, θα καλύπταμε την σύγχρονη Ελληνική Ιστορία, με παράλληλες αναφορές -όπου ήταν απαραίτητο- στην Ευρωπαϊκή. Για πρακτικούς λόγους η περίοδος αυτή εξεταζόταν ανά εικοσαετία και κάλυπτε όχι μόνο τα ιστορικά, αλλά και τα πολιτικά, κοινωνικά, οικονομικά και πολιτιστικά γεγονότα με τη βοήθεια σπάνιου οπτικοακουστικού υλικού.

Την ημέρα που ήταν η σειρά της περιόδου 1930-1940, μπαίνοντας στο αμφιθέατρο τα φώτα ήταν ήδη κλειστά και στην οθόνη είδαμε να προβάλλεται μια ασπρόμαυρη φωτογραφία. Έδειχνε έναν άντρα που ήταν καθισμένος σε πολυθρόνα. Πίσω του, αλλά και δεξιά κι αριστερά, διακρινόταν ένα δωμάτιο χωρίς ιδιαιτέρα χαρακτηριστικά. Το φως ερχόταν από ένα παράθυρο που δεν φαινόταν στην εικόνα, φωτίζοντας έντονα τη μια πλευρά  κι άφηνε όλο τον υπόλοιπο χώρο στη σκιά. Ο άντρας πάντως, δε μας θύμιζε τίποτα.

“Σήμερα το μάθημα περιλαμβάνει αποκλειστικά την ιστορία αυτής της φωτογραφίας”, ξεκίνησε ο καθηγητής. Μας ξάφνιασε αυτή η εισαγωγή, γιατί στο προηγούμενο είχε αναφέρει ότι το θέμα του μαθήματος εκείνης της μέρας θα ήταν ο φασισμός. Στην συνέχεια έκανε κλικ στο τηλεχειριστήριο του προτζέκτορα. Με το ζουμ που έγινε στην εικόνα, ένα μέρος του περιβάλλοντα χώρου χάθηκε κι ο καθισμένος άντρας πρόβαλε μεγαλύτερος. Τότε μας είπε ότι ο εικονιζόμενος ήταν ο Γιόζεφ Γκαίμπελς, ο υπουργός προπαγάνδας του Χίτλερ. Συνέχισε λέγοντας ότι στα τέλη της δεκαετίας του `30, ο Γκαίμπελς ζήτησε από κάποιο φωτογράφο να τον φωτογραφίσει στο γραφείο του. Η φωτογράφιση έγινε και στη συνέχεια ο φωτογράφος πήγε να εμφανίσει τα αρνητικά. Εκείνη τη στιγμή ο καθηγητής, πάτησε το κουμπί και ζούμαρε περισσότερο την εικόνα. Φαινόταν πλέον μόνο ο κορμός και το πρόσωπο. 

Ο φωτογράφος στο σκοτεινό του θάλαμο, εμφάνισε και άρχισε να τυπώνει τις εικόνες. Τις είχε κρεμάσει για να στεγνώσουν και τις κοίταζε προσεκτικά με έναν μεγεθυντικό φακό μέσα στο μισοσκόταδο. Με τη λέξη “μισοσκόταδο” ακούστηκε ένα ακόμα κλικ στο αμφιθέατρο και αυτό το ζουμάρισμα της εικόνας, έκανε την οθόνη να γεμίσει από το πρόσωπο του Γκαίμπελς. Βλέποντας από κοντά ο φωτογράφος τις εικόνες που είχε τραβήξει, ειδικά μία, -αυτή που βλέπαμε εκείνη τη στιγμή και εμείς στην οθόνη του αμφιθεάτρου- ένοιωσε να παραλύει από φόβο. Είχε την ατυχία, να αποτυπώσει κάτι αποτρόπαιο, τον ίδιο το ζόφο, στο πρόσωπο του πανίσχυρου αρχηγού προπαγάνδας, πράγμα που τον έκανε να σκεφτεί ότι αν παρέδιδε αυτές τις φωτογραφίες, μπορεί να τον εκτελούσε ο ίδιος επί τόπου. Την στιγμή που αποφάσιζε να καταστρέψει αρνητικά και τυπωμένες εικόνες, ακούστηκαν χτυπήματα στην πόρτα του εργαστηρίου κι ένα ακόμα κλικ/ζουμ στο αμφιθέατρο.

Λίγη ώρα μετά, συνοδεία αξιωματικών ο φωτογράφος στεκόταν όρθιος μπροστά στον Γκαίμπελς που καθισμένος στο γραφείο του, έβλεπε εντελώς ανέκφραστος τις εικόνες που δεν είχαν καλά καλά στεγνώσει. Αφού τις κοίταξε όλες προσεκτικά δυο -τρεις φορές, ξεχώρισε μια, σηκώθηκε και κρατώντας την πλησίασε το φωτογράφο. Ο φωτογράφος διέκρινε ότι η εικόνα που κρατούσε στα χέρια του ο Γκαίμπελς ήταν ακριβώς εκείνη που που τον είχε κάνει να παγώσει.

Με το επόμενο ζουμ, στην οθόνη φαινόταν πλέον τεράστιο το μισό πρόσωπο του Γκαίμπελς. Χωρίς να  καταλάβουμε πώς, εκείνη τη στιγμή θυμηθήκαμε εικόνες με σωρούς πτωμάτων από τα στρατόπεδα συγκέντρωσης που ακολούθησαν. Χωρίς να το καταλάβουμε, κρατούσαμε την ανάσα μας περιμένοντας τη συνέχεια και το τέλος της ιστορίας. Ο Γκέμπελς, κοίταξε στα μάτια τον φωτογράφο -και πάλι ανέκφραστος- κι ύστερα του έσφιξε δυνατά το χέρι, δίνοντάς του συγχαρητήρια για τη δουλειά του. Τόνισε μάλιστα ότι αυτή η φωτογραφία ήταν ακριβώς αυτό που ήθελε.

Ο καθηγητής πάτησε και πάλι το κουμπί στο τηλεχειριστήριο και με το τελευταίο ζουμ η οθόνη πλημμύρισε από εκατομμύρια μικρούς άσπρους, μαύρους και γκρι κόκκους. Αν μισόκλεινες όμως τα μάτια, έβλεπες ξεκάθαρα μπροστά σου τα μάτια του Τέρατος. Μετά από μια μικρή παύση, ο καθηγητής κατέληξε: “Αυτό είναι φασισμός”


Τα τελευταία χρόνια, όλο και πιο συχνά, μού έρχεται στο νου εκείνο το ιδιαίτερο Μάθημα και ήθελα να γράψω γι αυτό, αναφέροντας μάλιστα στο τέλος, ότι εκείνη τη μέρα, βγήκαμε όλοι από το αμφιθέατρο αμίλητοι, σοβαροί και με σφιγμένο στομάχι, αλλά μετά από λίγο το ξεχάσαμε, ίσως γιατί σκεφτήκαμε ότι δεν ήταν παρά ένα ακόμα μάθημα ιστορίας. Ένα μάθημα για κάτι που συνέβη πολύ παλιά. Κάτι που αποκλειόταν να συμβεί και πάλι στο μέλλον.

Επιχείρησα μερικές φορές να βρω τη συγκεκριμένη εικόνα -που μέχρι σήμερα θυμάμαι με κάθε λεπτομέρεια- αλλά και το όνομα του φωτογράφου -που μού διαφεύγει- και καθώς δεν τα κατάφερα, το άφηνα κάθε φορά στην άκρη. Μετά το χθεσινό όμως, δε σήκωνε άλλη αναβολή. Έστω και χωρίς την αυθεντική εικόνα... 





-Το ποστ αναδημοσιεύτηκε  

στο tvxs,  στο Paganeli,  





Τετάρτη 31 Ιουλίου 2013

Ψ. #71


Άργησα σου λέω. Άργησα πολύ. Έπρεπε να είχα στείλει πρώτος κι έστειλα τελευταίος. Μού πήρε καιρό να διαλέξω από τα βιβλία μου αυτό που θα πήγαινε ταχυδρομικώς για μοναδική κι ιδανική ανακύκλωση στο ποιητικό εργαστήρι του Σαμσών Ρακά για να επιστρέψει χθες, μαγικά μεταμορφωμένο στο Μονότυπο #71 της Ψυττάλειας του.

Έχω την εντύπωση ότι κανείς άλλος από τους κατόχους των Μονοτύπων που δημιούργησε αυτούς τους μήνες ο Σαμσών, δεν έχει πατήσει το πόδι του στην πλατφόρμα που κάποτε ήταν νησί. Για αυτό λέω ότι έπρεπε να είχα στείλει πρώτος, την πρώτη ύλη. Γιατί εγώ βρέθηκα για μια μέρα στην Ψυττάλεια. Μερικά χρόνια πριν γίνει πλατφόρμα στον Σαρωνικό και αιώνες μετά την άγρια σφαγή των ηττημένων της Ναυμαχίας του 480 π.Χ.

Όταν τυχαία έμαθα για τα γυρίσματα που θα γινόταν στο νησί, έκανα τα αδύνατα δυνατά για να πάω. Τα κατάφερα. Σήμερα, πολλά χρόνια αργότερα, γράφοντας αυτές τις γραμμές, αναρωτιέμαι αν η επιθυμία να βρεθώ τότε εκεί ήταν γιατί ήθελα να παρακολουθήσω από κοντά τα γυρίσματα εκείνης της τηλεταινίας που ούτε τον τίτλο της θυμάμαι, ή για το ίδιο το νησί. Νομίζω ότι ήταν κυρίως για το δεύτερο. Για το μικρό του μέγεθος, για τη γεωγραφική του θέση και την ιστορία του.

Αποπλεύσαμε από Πειραιά και είδα από μακριά τη σκοτεινή φιγούρα της. Καθώς πλησιάζαμε ξεχώρισα το φάρο που βρίσκεται στα νοτιοανατολικά. Όταν δέσαμε, δεν είχε ακόμα ξημερώσει. Ήταν άνοιξη και το πρωί, το κρύο κι η υγρασία σε τρυπούσαν μέχρι το κόκαλο. Αποβιβάστηκαν πρώτα οι κομπάρσοι και οι ηθοποιοί -κανέναν ανάμεσά τους δεν είχα αναγνωρίσει- μετά οι τεχνικοί κουβαλώντας τα μηχανήματα. Βγήκα τελευταίος.

“νησίον ἓρημον πετρώδες...” την περιγράφει ο Στράβωνας στα Γεωγραφικά του κι έτσι ήταν. Με δυσκολία ανηφόριζαν μπροστά μου οι τεχνικοί με το φορτίο τους. Με δυσκολία κι εγώ καταφέρνω να ανασύρω σήμερα κάποιες σκόρπιες, θολές εικόνες από εκείνη τη μοναδική μου επίσκεψη. Από το περπάτημα που έκανα διασχίζοντας το νησί δυο φορές. Τα χίλια πεντακόσια μέτρα του μήκους του. Αυτό που μού έμεινε όμως δεν είναι τόσο εικόνες όσο η αίσθηση της Ιστορίας. Όχι την κύριας, της ηρωικής, των σχολικών εγχειριδίων μα των αθέατων παρασκηνίων της. Των γοητευτικών παραλειπόμενών της. Πριν την ναυμαχία της Σαλαμίνας, οι Πέρσες είχαν εγκαταστήσει φρουρά στο νησί. Μετά την ήττα, ο Περσικός στόλος φεύγοντας προς το Φάληρο την εγκατέλειψε στη μοίρα της. Κι ύστερα έφτασε εκεί ο Αριστείδης ο δίκαιος και τους εξόντωσε όλους, έναν προς έναν.

Περπατούσα καθώς ξημέρωνε και προσπαθούσα να φανταστώ τους Πέρσες ευγενείς της φρουράς εκείνο το μακρινό Σεπτέμβρη του 480 π.Χ, βέβαιους για την υπεροχή της στρατιάς τους να εγκαθίστανται στην Ψυττάλεια και λίγο αργότερα να παρακολουθούν την ναυμαχία από το θεωρείο τους, ανάλογο του βασιλιά τους στο Ποικίλο όρος. Πότε η βεβαιότητα για τη νίκη τους άρχισε να μετατρέπεται σε ανησυχία και πότε η ανησυχία έγινε απόγνωση; Ποιά στιγμή ένιωσαν πανικό καθώς έβλεπαν από κει ψηλά τον ηττημένο τους στόλο να τρέπεται σε φυγή. Κι ύστερα η αποβίβαση των δικών μας, τους άφησε την παραμικρή ελπίδα σωτηρίας; Πολέμησαν άραγε; Έτρεξαν να σωθούν ή παραδόθηκαν αμαχητί ικετεύοντας τους άντρες του Αριστείδη; Κοκκίνιζε ο ήλιος στα βράχια κι ήταν σαν να έβλεπα τους Πέρσες της γενιάς του Ξέρξη να ξεκληρίζονται. Κραυγές, αίμα, ρόγχος και το τέλος.

Σίγουρα την επόμενη άνοιξη, του 479 π.Χ, τα κυκλάμινα στα βράχια του νησιού θα ήταν πιο κόκκινα από ποτέ. 

Οι κομπάρσοι και οι ηθοποιοί είχαν αλλάξει ήδη και περιφερόταν με τα κοστούμια τους. Οι τεχνικοί είχαν στήσει τις κάμερες και τα μηχανήματα και φρόντιζαν για τις τελευταίες λεπτομέρειες. Η καρέκλα του σκηνοθέτη δεν ήταν χολιγουντιανή όπως την περίμενα, μα ένα απλό σκαμνί. Το σκηνικό, περίμενε έτοιμο από το χρόνο. Ερειπωμένα κτίσματα. Μικρά δωμάτια στη σειρά. “Κελιά” μού είπε κάποιος. “Κελιά, ναυτικής φυλακής” διευκρίνισε. Πότε έγινε, πόσο καιρό λειτούργησε, πόσοι ήταν οι κρατούμενοι, πόσοι οι δεσμοφύλακες, ποιες οι συνθήκες κράτησης· κανείς δεν ήξερε να μού απαντήσει. Κι είχαν πιο σοβαρές δουλειές να κάνουν. Η κλακέτα είχε ήδη χτυπήσει και το “πάμε γύρισμα” είχε ακουστεί.

Πάλι έπρεπε να αναρωτηθώ για τα παραλειπόμενα αυτής της πολύ μεταγενέστερης των Περσικών ιστορίας. Βασισμένος σε δυο λέξεις μόνο: “Ναυτική φυλακή”. Αλλά θαρρείς και τα μικρά κελιά, οι φαγωμένοι αρμοί των κονιαμάτων στις πέτρες των τοίχων, τα αλλεπάλληλα στρώματα του ασβέστη που ξεφλούδιζε είχαν κρατήσει από τους έγκλειστους σε αυτά τα άχρονα μπουντρούμια κάτι. Κάτι από μοναξιά, από εγκατάλειψη, από απελπισία. Και ίσως λαχτάρα για απόδραση. Γιατί δεν μπορεί, ανθρώπινο είναι αν στέκεσαι δέσμιος πάνω στο βράχο, πού πύρωνε -όπως ακριβώς κι εκείνη τη μέρα καθώς ο ήλιος είχε ανέβει ψηλά- να σκέφτεσαι τους πιο απίθανους τρόπους να ξεφύγεις από τους δεσμοφύλακες, να βρεθείς στην απόκρημνη ακτή της φυλακής σου και από κει, σαν άλλος Edmond Dantes να κολυμπήσεις μέχρι την πιο κοντινή ακτή της ελευθερίας σου.

Φεύγοντας αργά το απόγεμα εκείνης της μέρας από την Ψυττάλεια και κοιτάζοντας την να μικραίνει καθώς απομακρυνόμασταν, έδωσα υπόσχεση στον εαυτό μου να επιστρέψω. Όχι ανέτοιμος όπως την πρώτη φορά, μα έχοντας αναζητήσει πριν, όλες σκόρπιες αναφορές του άγνωστου, λησμονημένου πλέον απ` όλους νησιού στον  Αισχύλο, τον Ηρόδοτο, τον Πλούταρχο, τον Στράβωνα, τον Παυσανία. Έστω εκείνες τις λίγες λέξεις που της χάρισαν. Το ανέβαλα. Πέρασε καιρός κι έπειτα το νησί έγινε πλατφόρμα Επεξεργασίας Λυμάτων. Ήταν φυσικό να πιστέψω ότι η επίσκεψη-προσκύνημα που ονειρευόμουν να ξανακάνω, προετοιμασμένος κατάλληλα, περνούσε με αυτή την οδυνηρή εξέλιξη, οριστικά στον κατάλογο των ανέφικτων. Όμως η τύχη τα έφερε αλλιώς. Από χθες που έλαβα το δικό μου Μονότυπο, με αριθμό #71, νιώθω ότι επιτέλους πραγματοποιώ εκείνο το ταξίδι που είχα υποσχεθεί στον εαυτό μου. Με άλλο τρόπο βέβαια, εξ ίσου όμως δυνατό και μοναδικά ποιητικό. Για αυτό το λόγο πρέπει να  ευχαριστήσω τον δημιουργό του διπλά. 






















Τετάρτη 22 Μαΐου 2013

Η δολοφονία Λαμπράκη- πενήντα χρόνια




Είκοσι τρεις μέρες αργότερα* ο βουλευτής Γρηγόρης Λαμπράκης δολοφονήθηκε στη Θεσσαλονίκη. Οι δολοφόνοι, συλληφθέντες, αναγνωρίστηκαν σαν μέλη παρακρατικών βασιλικών οργανώσεων της άκρας δεξιάς. 

Εκείνη τη μέρα γράφτηκε μια από τις μελανότερες σελίδες της νεώτερης ελληνικής πολιτικής ιστορίας. Το χρονικό της υποθέσεως έχει ως εξής: 


Στις 22 Μαΐου ο Λαμπράκης εξεφώνησε λόγο στη Θεσσαλονίκη σε συγκέντρωση οπαδών της οργανώσεως “Φίλοι της ειρήνης”/ Έξω στο δρόμο είχε οργανωθεί “αντισυγκέντρωση” παρακρατικών οργάνων της άκρας δεξιάς, οι οποίοι αποδοκίμαζαν έντονα το δημοκρατικό βουλευτή. Την ώρα που έμπαινε στην αίθουσα ο Λαμπράκης ένας από αυτούς τον χτύπησε με ρόπαλο στο κεφάλι. Ο Λαμπράκης ζαλίστηκε, αλλά με τρομερή αυτοκυριαρχία κράτησε και την ψυχραιμία του και τις αισθήσεις του. Όταν τελείωσε η ομιλία ο Λαμπράκης απεχώρησε και έντονα επιδοκιμαζόμενος και αποδοκιμαζόμενος επεχείρησε να διασχίσει κάθετα το δρόμο για να περάσει στο απέναντι πεζοδρόμιο και να κατευθυνθεί στο ξενοδοχείο που διέμενε. Ενώ βρισκόταν στη μέση του δρόμου ένα τρίκυκλο όχημα, απ` αυτά που χρησιμοποιούνται για μεταφορές, όρμησε από μια πάροδο με μεγάλη ταχύτητα κατ` ευθείαν απάνω στο βαδίζοντα βουλευτή. Ο Λαμπράκης ανετράπη θανάσιμα πληγωμένος. Αλλ` αυτό δεν φάνηκε αρκετό στους δύο δολοφόνους που επέβαιναν του τρικύκλου. Τότε ένας απ` αυτούς, ο Εμμανουήλ Εμμανουηλίδης, με λοστό κατάφερε ένα δυνατό χτύπημα στο σπασμένο κεφάλι του θύματος. 


Ισχυρή δύναμη χωροφυλακής, παρεβρίσκετο εκεί για την τήρηση -υποτίθεται- της τάξεως. Επί κεφαλής ο ίδιος ο γενικός επιθεωρητής χωροφυλακής Β. Ελλάδας υποστράτηγος Κωνσταντίνος Μήτσου, ο διευθυντής της αστυνομίας Θεσσαλονίκης συνταγματάρχης Ευθύμιος Καμουτσής και άλλοι αξιωματικοί. Κανείς δεν κινήθηκε για να πιάσει τους δολοφόνους. Απολάμβαναν το συναρπαστικό θέαμα, που είχε και συνέχεια... 

Tο τρίκυκλο του θανάτου, αφού εξετέλσε την αποστολή του, ανενόχλητο από την παρουσία της αστυνομίας, προσπαθούσε να διαφύγει από κάποιο δρομάκι. Τότε ένας από το πλήθος, ο Εμμανουήλ Χατζηαποστόλου, με πραγματικό κίνδυνο της ζωής του τινάχτηκε από την ανθρωπομάζα και όρμησε προς το τρίκυκλο, που είχε αρχίσει ν` αναπτύσσει ταχύτητα. Σαν αίλουρος πήδησε στο πίσω μέρος αυτού. Οι δύο δολοφόνοι(1) προτού προφτάσουν ν` αντιδράσουν είχαν ακινητοποιηθεί. Το όχημα σταμάτησε. Το πλήθος εκραύγαζε. Τότε η αστυνομία, μην μπορώντας πλέον να παίζει το ρόλο του θεατή, δέχτηκε να συλλάβει τους ήδη πιασμένους δολοφόνους. 

Το μισοπεθαμένο κορμί του Λαμπράκη σπάραζε ακόμα στην ματωμένη άσφαλτο. Η καρδιά του χτυπούσε. Κάποιος άλλος τηλεφώνησε για ασθενοφόρο. Σε εκείνες τις αγωνιώδεις στιγμές, με αρκετή καθυστέρηση, βρέθηκε ένα ιδιωτικό αυτοκίνητο. Στο στενό του χώρο τοποθέτησαν τον Λαμπράκη. Μπόρεσε να φτάσει ως το νοσοκομείο. 

Λίγη ώρα πριν άλλη τραγωδία είχε εκτυλιχθεί στην ίδια πόλη και από την ίδια κατεύθυνση και καθοδήγηση:Ο επίσης βουλευτής της αριστεράς Γεώργιος Τσαρουχάς υπέστη επίθεση από δεύτερη ομάδα φονιάδων και τραυματίστηκε με λοστό στο κεφάλι. Ένα ασθενοφόρο τον παρέλαβε. Αλλά στο δρόμο προς το νοσοκομείο τρίτη ομάδα εφεδρικών δολοφόνων υποχρέωσε τον οδηγό του ασθενοφόρου να σταματήσει. Μη όντας σίγουροι ότι το θύμα είχε πεθάνει ήθελαν να τον αποτελειώσουν. Οι συνοδοί του Τσαρουχά αμύνθηκαν θαρραλέα. Αλλά ένας από τους κακοποιούς κατάφερε να ξαναχτυπήσει με λοστό το αιμόφυρτο κεφάλι του Τσαρουχά. Στο μεταξύ όμως είχαν προστρέξει διαβάτες που απώθησαν τους φονιάδες. Το ασθενοφόρο κατόρθωσε τότε να διαφύγει και να μπει στον περίβολο του νοσοκομείου. 

Σε τέσσερις μέρες ο Λαμπράκης άφησε της τελευταία του πνοή. Ο Τσαρουχάς επέζησε.(2) 



1.Τα ονόματα των δύο δολοφόνων είναι: Σπύρος Γκοτζαμάνης και Εμμανουήλ Εμμανουηλίδης. Το πρωί της δολοφονίας ο Γκοτζαμάνης, μεθυσμένος και με πολλά λεφτά στην τσέπη του, είχε πει, κομπάζοντας στον Γέωργιο Σωτηρχόπουλο: “Απόψε θα κάνω τη μεγαλύτερη τρέλα της ζωής μου. Θα σκοτώσω άνθρωπο...” 

2.Τέσσερα χρόνια αργότερα εγκαθιδρύθηκε στην Ελλάδα η δικτατορία της στρατιωτικής Χούντας. Ο υπόκοσμος των δολοφόνων του Λαμπράκη είχε γίνει κυβέρνηση. Και δεν ξέχασε τον Τσαρουχά. Μια νύχτα τον δολοφόνησε κάτω από συνθήκες πιο άγριες και από τη δολοφονία του Λαμπράκη. 

*Αναφέρεται στο αιφνιδιαστικό ταξίδι του Λαμπράκη στο Λονδίνο, όπου βρισκόταν η Φρειδερίκη πολιορκημένη στο ξενοδοχείο Κλάριτζες από διαδηλωτές που υποστήριζαν την αποφυλάκιση Αμπατιέλου. Ο Λαμπράκης ζήτησε συνάντηση με τη βασίλισσα, εκείνη αρνήθηκε και τότε σύμφωνα με το βρετανικό τύπο ο Λαμπράκης δήλωσε: “Στην Ελλάδα δεν κυβερνά η κυβέρνηση, ούτε ο βασιλεύς αλλά η βασίλισσα Φρειδερίκη”.Η Φρειδερίκη λέγεται ότι ενοχλήθηκε τρομερά από την παρέμβαση Λαμπράκη και είπε, “Δεν θα με απαλλάξει κανείς από αυτόν”, όπως έγραψε ο γραμματέας των ανακτόρων Γεράσιμος Τσιγάντες. 







Από το βιβλίο του Γιάννη Κάτρη «1960 - 1970 Η γέννηση του νεοφασισμού στην Ελλάδα», εκδόσεις Παπαζήση 1974. 


Η φωτογραφία της κηδείας του Γ. Λαμπράκη που έγινε στις 28/5/1963 από εδώ

Η φωτογραφία του Λαμπράκη με τον Jesse Owens στο Βερολίνο το 1936 από εδώ