Τρίτη, 6 Αυγούστου 2013

Summer`s tales- 1.Το ξύπνημα


Πρώτα με ξύπνησε ένα τρελόπουλο που άρχισε να φλυαρεί αξημέρωτα. Μισάνοιξα τα μάτια. Το είδα που χοροπηδούσε στα δυο μέτρα από το στρώμα μου κι έλεγε τα δικά του. Μόλις είχε πάρει να χαράζει. Γύρισα από την άλλη και προσπάθησα να πιάσω το όνειρο από εκεί που είχε διακοπεί. Τα κατάφερα· πρέπει μάλιστα να είδα κι άλλο στη συνέχεια, μα κάποια στιγμή κάτι άρχισε να μού γαργαλάει επίμονα τη μύτη.

Ξεκίνησα χωρίς σκηνή εκείνη τη χρονιά, δωμάτιο δεν βρήκα εκεί που ήθελα, οπότε αποφάσισα να μείνω έξω. Χύμα, στα είκοσι μέτρα από το κύμα, σε ιδανική καβάντζα: μάντρα κοντά στο προσκέφαλο -αδιαπέραστο παραπέτασμα στο βοριά- κι ένα θαλερό αλμυρίκι παραδίπλα να κόβει τον ήλιο στο ξεπέταγμά του από τη θάλασσα. Και πιο μετά· σχεδόν μέχρι το μεσημέρι.

Αν με ανοιχτά παράθυρα κάνεις καλό ύπνο και σε σκηνή ακόμα καλύτερο, ο ύπνος έξω είναι μοναδικός. Το πρώτο βράδυ βέβαια ζορίζεσαι κάπως. Το έδαφος σου φαίνεται σκληρό, κάποιο πετραδάκι χώνεται βασανιστικά στα πλευρά σου, ο αέρας φέρνει ριπές άμμου στο πρόσωπό σου και ταράζει τα κλαδιά με αποτέλεσμα να βλέπεις αλλόκοτες σκιές παντού και να ακούς ήχους που καμία σχέση δεν έχουν με τους ήχους της πόλης: τις κουβέντες των γειτόνων που διαπερνούν τη μεσοτοιχία, τα περιφερόμενα τακούνια και το καζανάκι του πάνω ορόφου ή τις σειρήνες περιπολικών και ασθενοφόρων που φτάνουν στα αυτιά σου από τα ανοιχτά παράθυρα. 

Το επαναλαμβανόμενο κύμα που σκάει με δύναμη στα βράχια φτάνει στα αυτιά σου στερεοφωνικά: στο ένα αυτί, σ` αυτό που ακουμπάει στο χώμα, χθόνια υπόκωφο και στο άλλο, μεγαλειώδες με όλα τα επιμέρους στοιχεία του: το ξαφνικό μπάσο της πρόσκρουσης, τα πρίμα των σταγόνων που ξεπετάγονται και τέλος τη σιγανή μελωδία του νερού που αποσύρεται. Ειδικά τις νύχτες χωρίς φεγγάρι μερικές φορές το σκηνικό μπορεί να γίνει τρομαχτικό αλλά τελικά τα καταφέρνει: σε εισάγει στις νέες αναλογίες. Δεν είσαι πια κυρίαρχος στο περιορισμένων διαστάσεων δωμάτιο σου, μα βρίσκεσαι σε μια γωνιά της σάλας του σύμπαντος κόσμου· μικρός, απειροελάχιστος. Το πρώτο βράδυ -άντε και το δεύτερο- ζορίζεσαι, μα αν είσαι βολικός γρήγορα συνηθίζεις.

Όπως και να κοιμάσαι, έξω διαλέγεις το ανάσκελα. Τουλάχιστον μόλις ξαπλώνεις. Κοιτάζεις ψηλά, αναζητάς τους γνωστούς αστερισμούς, τους αναγνωρίζεις, μετράς τα αστέρια που πέφτουν- με ή χωρίς ευχές- κάποια στιγμή ζαλίζεσαι γλυκά και χάνεσαι. Όσο αργά και να πέσεις, όσο κι αν έχεις πιει το προηγούμενο βράδυ, όλο το οξυγόνο της νύχτας είναι δικό σου· ξυπνάς με το πρώτο φως της μέρας κι έχεις χορτάσει ύπνο. Εκτός βέβαια από τις φορές που ένα τρελόπουλο, έχει βαλθεί αξημέρωτα να σου εξομολογηθεί τα ένα προς ένα τα μυστικά του κι αμέσως μετά κάτι να σου γαργαλάει τη μύτη.

Η μύτη μου είναι ελληνική. Μεγάλη και καμπουρωτή. Κάνει καλά τη δουλειά της: στηρίζει γυαλιά ηλίου, στον κινηματογράφο μισού βαθμού μυωπίας και οσφραίνεται άριστα. Κυριολεκτικά. Μεταφορικά, ελάχιστα. Εκείνο το πρωί η μύτη μου επιτέλεσε μια ακόμα απροσδόκητη λειτουργία: έγινε σημείο στάσης μιας πεταλούδας. Προσγειώθηκε χωρίς να την καταλάβω, αλλά στη συνέχεια άρχισε να κάνει σημειωτόν –το γαργάλημα που τελικά με ξύπνησε- κουνώντας παράλληλα τα φτερά της. Μετά το πρώτο ξάφνιασμα, αποφάσισα ότι το γεγονός ήταν ένας καλός -τί καλός; άριστος- οιωνός για εκείνη τη μέρα που μόλις άρχιζε. Δεν κουνήθηκα για να μην την ενοχλήσω και αλληθώρισα κοιτάζοντάς την, με μια όμως μικρή ανησυχία: μήπως με χέσει. Κι η ανησυχία μου πήγαζε βέβαια από αυτά τα μικρά, ακατανόητα επί τόπου βηματάκια που συνέχιζε ακάθεκτη να κάνει πάνω στη μύτη μου.

Μετά από ένα δεκάλεπτο, χωρίς ευτυχώς να συμβεί αυτό που φοβόμουν, η πεταλούδα πέταξε γι αλλού χωρίς να ρίξει ούτε μια ματιά πίσω της. Τεντώθηκα, σηκώθηκα, ξανατεντώθηκα, μάζεψα το σλίπινγκ μπαγκ, τύλιξα ρολό το στρωματάκι και αντί να βουτήξω εκεί μπροστά -αναγκαστικά με μαγιό- όπως έκανα κάθε πρωί, αποφάσισα να πάω μέχρι τη μεθεπόμενη παραλία. Έφτιαξα ένα σκέτο καφέ, πήρα πετσέτα, τσιγάρα και το βιβλιαράκι μου και ξεκίνησα.


Από το υπαίθριο κονάκι μου μέχρι...

(συνεχίζεται με την Σαπφώ Σαρίφ, την Πρωινή Κουστωδία, και το "Καλημέρα Βρασίδα"

*”Η σάλα του σύμπαντος κόσμου”, τίτλος διηγήματος του Μάριου Χάκκα


Το ποστ αναδημοσιεύτηκε  στο tvxs


16 σχόλια:

Εύη Βουλγαράκη-Πισίνα είπε...

Η συμπύκνωση της έννοιας των διακοπών!

Σελιτσάνος είπε...

Προκλητικός όπως πάντα.Άκου συνεχίζεται!

Γιώργος Κατσαμάκης είπε...

Η αναφορά στο μαγιό με προβλημάτισε....

υγ; πρέπει να εκπαιδεύσεις τη μύτη σου στη μεταφορική όσφρηση (πάντως)

Nefosis A είπε...

Ώστε αφοδεύουν κι οι πεταλούδες; Μα δεν είναι ψυχές; :Ρ

γρηγόρης στ. είπε...

στα Πούλιθρα όλα αυτά;

Τσαλαπετεινός είπε...

Εύη Βουλγαράκη-Πισίνα: Τι καλά που θα ήταν να συμπυκνώνεται η έννοια και να διαστέλλονται οι ίδιες οι διακοπές.

;-)

Τσαλαπετεινός είπε...

Σελιτσάνος: Με ξέρετε πλέον, τα καλοκαίρια γίνομαι προκλητικός. Καμιά φορά με πιάνει από το Μάρτη.

;-)

Τσαλαπετεινός είπε...

Γιώργος Κατσαμάκης: Πας και κολλάς όμως σε κάτι λεπτομέρειες...για το πουλί τίποτα, ούτε καν για την πεταλούδα, το μαγιό όμως το πρόσεξες.


υ.γ. Είναι αργά. Αυτά τα μαθαίνεις από μικρός (πάντως)

Τσαλαπετεινός είπε...

Nefosis A: Υποθέτω πως ναι, αλλά η συγκεκριμένη ήταν ψυχούλα και με λυπήθηκε.

;-)

Τσαλαπετεινός είπε...

γρηγόρης στ.: Φάνηκε ε; Πω πω, ευτυχώς δεν το πήρε πρέφα ο Κατσαμάκης! Φαντάζεσαι τί θα έγραφε αν το καταλάβαινε;

Γιώργος Κατσαμάκης είπε...

και είδα ένα πουλί με μαγιό, αλλά δεν ήξερα ότι ήσουν εσύ...

Τσαλαπετεινός είπε...

Γιώργος Κατσαμάκης: Αν το πουλί που είδες φορούσε αυτό το μαγιό, τότε εγώ ήμουν.

Margo είπε...

Αφού κάθισε πεταλούδα στη μύτη σου ήταν καλά. Σε παρόμοια διανυχτέρευση με την παρέα μου, χύμα στην παραλία και στη μέση να φυλάμε τα ποδήλατα, σε έναν από την παρέα τον επισκέφθηκε ποντικός και προσπάθησε να γευθεί το αυτί του. Παρόλα αυτά συνεχίσαμε ακάθεκτοι για έναν μήνα να κοιμόμαστε κάτω από τα αστέρια. Οι ωραιότερες διακοπές!!!

Τσαλαπετεινός είπε...

Margo: Κι εκεί είχε ποντίκια. Έκοβαν βόλτες όλο το βράδυ στη μάντρα. Δεν ανέφερα τίποτα γιατί μερικοί τα φοβούνται τόσο που δεν θα διάβαζαν τη συνέχεια. ;-)

KidsCloud.gr είπε...

Οι πεταλούδες έχουν τρόπους.

Διακριτικές παρουσίες και δεν τους το επιτρέπει και η χάρη τους, φαντάζομαι. :)


Τσαλαπετεινός είπε...

KidsCloud.gr: Ναι, αλαφροπατούν σαν μπαλαρίνες!

;-)