Δευτέρα, 26 Αυγούστου 2013

Summer`s tales- 6. Hypothermia



 Καθώς πλησίαζα στο μώλο με ύπτιο, ολοκληρώνοντας τα πρώτα πεντακόσια μέτρα, είδα με την άκρη του ματιού μου, τους τρεις της κουστωδίας να έχουν πλησιάσει στο σημείο που είχα αφήσει την πετσέτα μου. Ο Μανούσος μάλιστα λοξοκοίταζε το εξώφυλλο του βιβλίου μου. Από το πρώτο καλοκαίρι που τον είχαμε πετύχει αστυνόμο στο Νησί, μόλις τον γνωρίσαμε και παρά τη φυσική του συστολή, μας ζήτησε με λαχτάρα που μας ξάφνιασε, δανεικό “κανένα καλό βιβλίο”. Προτιμούσε την ελληνική λογοτεχνία. Στα "ξένα", μπερδευόταν με τα ονόματα και τις τοποθεσίες. Διάλεγε πάντα από αυτά που του προτείναμε από τον τίτλο. Για το “Κουστούμι στο Χώμα” της Καρυστιάνη, ούτε που το συζητούσε, μέχρι που τού είπαμε ότι διαδραματίζεται στην Κρήτη. Άργησε να το τελειώσει, όμως τού άρεσε πολύ· για την ακρίβεια ενθουσιάστηκε, όπως και με το άλλο, τα “Βαμμένα Κόκκινα Μαλλιά” του Μουρσελά.

 “Αυτό, με τίτλο “Νεκρές Ψυχές” και με συγγραφέα Νικολάι Γκογκολ, αποκλείεται να μού το ζητήσει” σκέφτηκα και χωρίς να πάρω ανάσα, άρχισα το δεύτερο σετ. Λογάριαζα ότι στην επιστροφή θα είχαν φύγει, οπότε θα μπορούσα επιτέλους να βγω. Όμως και τη δεύτερη, μα και την τρίτη φορά η κουστωδία ήταν αμετακίνητη· στο ίδιο ακριβώς σημείο στο μώλο, πάνω από την πετσέτα μου. Παρά το ενάμισι χιλιόμετρο που είχα ήδη κολυμπήσει, όχι μόνο δεν είχα συνηθίσει τη θερμοκρασία του νερού, αλλά ένιωθα ρίγη και τα δόντια μου χτυπούσαν.

 Θυμήθηκα ξαφνικά ότι αυτά ήταν τα πρώτα συμπτώματα της υποθερμίας. Μού ήταν όμως αδύνατον να θυμηθώ τις λεπτομέρειες μιας γραφικής παράστασης που είχα δει πριν από καιρό, σε ένα σχετικό άρθρο. Στον κάθετο άξονα ήταν οι θερμοκρασίες νερού και στον οριζόντιο, διάρκεια παραμονής σε αυτό σε λεπτά. Αλλά και να τα θυμόμουν, δεν μπορούσα να υπολογίσω με ακρίβεια, ούτε πριν από πόση ώρα είχα βουτήξει και πολύ περισσότερο, τη θερμοκρασία της θάλασσας. Βέβαια αυτή η γωνιά του Αιγαίου δεν ήταν δα και η Βόρια θάλασσα, ούτε ήμασταν στο καταχείμωνο, μα τα νερά του Νησιού, ακόμα και τον Αύγουστο, ήταν παγωμένα.


 Κολυμπούσα κι έβλεπα απελπισμένος τα χέρια μου που είχαν πανιάσει και σκεφτόμουν ότι λίγο ακόμα και θα με ξέβραζε η θάλασσα άπνοο,  γυμνό και ταλαίπωρο σαν τον Οδυσσέα στο νησί των Φαιάκων. Και θα ήμουνα τυχερός, αν και για μένα βρισκόταν εκεί η Ναυσικά η κρουσταλλοβράχιονη* με, ή καλύτερα χωρίς τις θεραπαινίδες της, για να με συντρέξει: να μη ντραπεί καθόλου, να μού δώσει πρώτα πνοή με το φιλί της ζωής και ύστερα να βγάλει το χιτώνα της και να με τυλίξει ολόκληρο με το κορμί της· έτσι ακριβώς όπως λένε ότι πρέπει να γιατροπορέψει κανείς ένα παγωμένο σώμα ώστε να ανέβει και πάλι η θερμοκρασία στα φυσιολογικά επίπεδα αργά ώστε να μην κινδυνέψει από ανακοπή.

 Στο μεταξύ στην παραλία, ούτε Ναυσικά φαινόταν, μα ούτε ψυχή κι εγώ περνούσα για άλλη μια φορά πάνω από την άγκυρα του ταχύπλοου. Τότε μού κατέβηκε η φαεινή ιδέα να ζητήσω άσυλο από την καπετάνισσα και το σύντροφό της. Σταμάτησα και κοίταξα το σκάφος. Λικνίζονταν ρυθμικά πάνω στη λαδιά, σαν να είχε τού είχε μείνει η κίνηση από τις προηγούμενες μέρες που είχε κύμα. Το σκέφτηκα, το ξανασκέφτηκα, “όλη η ντροπή δική μου” είπα και κολύμπησα αποφασιστικά προς τη πρύμνη, προβάροντας παράλληλα την ικεσία που θα ξεστόμιζα στο ζευγάρι.

 Πιάστηκα από τη σκάλα· τα δάχτυλά μου μουδιασμένα έκλειναν με δυσκολία μα ένιωσα αμέσως ανακούφιση από την επαφή με το ζεστό μέταλλο. Έβαλα τα πόδια μου στο πρώτο σκαλί που ήταν μέσα στο νερό και προσπάθησα να ανέβω. Έτσι όπως ήμουν εξαντλημένος, προσπάθησα δυο φορές χωρίς αποτέλεσμα. Την τρίτη, επιστρατεύοντας όση δύναμη μού είχε απομείνει, τα κατάφερα κι ανέβηκα στο πρώτο σκαλί. Κρατήθηκα γερά, γιατί το σκάφος συνέχιζε να λικνίζεται και στάθηκα όρθιος.

 Το μικρό κατάστρωμα ήταν άδειο. “Προφανώς κοιμούνται ακόμα”, σκέφτηκα, μα εκείνη τη στιγμή από την μισάνοιχτη πόρτα της καμπίνας διέκρινα...(συνεχίζεται)



*Οδύσσεια, Ραψωδία Ζ στίχος 101 
(λευκώλενος: κρουσταλλοβράχιονη,  μτφ Κακριδή -Καζαντζάκη)


εικόνα: "Οδυσσέας και Ναυσικά" Jean Veber, 1888 

Δεν υπάρχουν σχόλια: