Παρασκευή, 9 Αυγούστου 2013

Summer`s tales- 3. Πρωινή Κουστωδία



Η παραλία ήταν άδεια· μόνο μερικές σκηνές, καβανταζωμένες στο πίσω μέρος και ένα μικρό ταχύπλοο αραγμένο αρόδο στα σαράντα μέτρα από το μώλο. Ο ήλιος δεν είχε ακόμα χτυπήσει τις σκηνές μα το πολύ σε μια ώρα, η ζέστη θα έκανε τους ενοίκους τους να βγουν τρέχοντας για την πρωινή τους βουτιά. Αλλά και στο ταχύπλοο δε φαινόταν καμία κίνηση. Προφανώς το ζευγάρι που έμενε σε αυτό ακόμα κοιμόταν. 

Είχαν φτάσει πριν από μερικές μέρες. Στην αρχή τους αγριοκοιτάξαμε όπως όλους τους σκαφάτους που κατέφθαναν στο Νησί. Τους βλέπαμε σαν κονκισταδόρες που ερχόταν να αλώσουν τον Παράδεισό μας. Δικαιολογημένα βέβαια γιατί οι σκαφάτοι έκαναν ό,τι μπορούσαν για να επιδείξουν το πλεούμενό τους: πλησίαζαν στην ακτή όσο πιο κοντά γινόταν  με τους ίππους των μηχανών να χλιμιντρίζουν αφηνιασμένοι, άραζαν μπροστά μας με φωνές και έβαζαν τέρμα τις μουσικές τους· τα φτηνιάρικα σουξεδάκια που είχαν ημερομηνία λήξης στο τέλος του καλοκαιριού. 

Αυτοί όμως ήταν διαφορετικοί. Πλησίασαν αργά. Στο τιμόνι ήταν η γυναίκα κι έκανε εγκαίρως κράτει*. Ο άντρας στην πρύμνη έριξε την άγκυρα. Άραξαν σε μεγάλη απόσταση από την παραλία. Γύρω στα πενήντα τους κάναμε. Μπορεί όμως να ήταν και μικρότεροι. Τους βλέπαμε να διαβάζουν όλη μέρα στο κατάστρωμα, γυμνοί κάτω από μια τέντα. Νωρίς το πρωί και αργά το απόγευμα, όπως μας είχαν πει οι σκηνίτες της παραλίας, βουτούσαν από το σκάφος και κολυμπούσαν μέχρι πέρα, στο ανατολικό κάβο. Και πίσω. Τρεις ή τέσσερις φορές τους είχαμε πετύχει βράδυ να τρώνε στου Σταμάτη. Στο ίδιο τραπέζι πάντα. Από τη δεύτερη φορά και μετά μας χαιρετούσαν.


Αποφάσισα να καθίσω στο μώλο. Από εκεί θα βουτούσα μια κι έξω, χωρίς δισταγμούς -με τους βοριάδες των προηγούμενων ημερών το νερό είχε κρυώσει πολύ- και θα είχα τη γενική εποπτεία τόσο της παραλίας όσο και του μονοπατιού που κατέληγε σ` αυτήν. Άπλωσα πετσέτα, ξεντύθηκα κι αντί να βουτήξω αμέσως όπως λογάριαζα, ξάπλωσα στο τσιμέντο του μώλου κι έπιασα το βιβλίο μου. Ήταν η καλύτερη ώρα για διάβασμα. Μετά θα κατέφθαναν φίλοι και γνωστοί και μέχρι αργά το απόγευμα δεν υπήρχε περίπτωση να διαβάσω ούτε μια παράγραφο. Έκανε ήδη αρκετή ζέστη κι έτσι η πρώτη φράση στη σελίδα που είχα σταματήσει την προηγούμενη, για την άμαξα  που διένυε το ένα μετά το άλλο τα ατέλειωτα βέρστια της απέραντης παγωμένης στέπας στη Ρωσία του Γκόγκολ, ήταν ότι έπρεπε.

Μετά από αρκετή ώρα κι ενώ με είχαν απορροφήσει για τα καλά οι “Νεκρές Ψυχές”, την προσοχή μου τράβηξε κάποια κίνηση στο μονοπάτι. Πρώτα διέκρινα το Μανούσο που προπορεύονταν κι μετά τη Σαπφώ που ακολουθούσε· κουστουμαρισμένη. Απόρησα γιατί συνήθως στις εφόδους, ερχόταν με βερμούδα. Μετά θυμήθηκα ότι όταν ξεκίνησα για την παραλία, είχα ακούσει την καμπάνα του Άη Γιώργη να χτυπά. Άρα ήταν Κυριακή. Ή κάποια γιορτή. Τη στιγμή μάλιστα που χτυπούσε η καμπάνα είχα σκεφτεί ότι η πρώτη ήττα του κοινοτάρχη ήρθε από την Εκκλησία. 

Ο παπά Στάθης, όπως μάθαμε, αρνήθηκε να χρησιμοποιήσει την μικροφωνική εγκατάσταση που είχε τοποθετήσει -χωρίς μάλιστα να ζητήσει τη γνώμη του- στον ναό ο Κοινοτάρχης. “Ὅστις θέλει ὀπίσω μου ἐλθεῖν, είπε ο Κύριος. Ποιός είμαι εγώ λοιπόν που θα μπω πρωί-πρωί, με το ζόρι στα σπίτια των ανθρώπων;” ήταν η μόνη φράση που ακούστηκε δυνατά από τα ηχεία. Αμέσως μετά ο παπά Στάθης πάτησε το off στον ενισχυτή που είχαν βάλει στο ιερό. Και δεν τον άνοιξε παρά μόνο τη μέρα της γιορτής του  Αγίου. Τότε που ήταν σίγουρος ότι όλο το νησί- ντόπιοι και επισκέπτες- είχε μαζευτεί μέσα και γύρω από την εκκλησία του τροπαιοφόρου.

Καθώς η Σαπφώ κι ο Μανούσος, ακολουθώντας το μονοπάτι καβαντζάρισαν τον νότιο κάβο πλησιάζοντας στο μώλο, διέκρινα ότι ήταν μαζί τους  ακόμα ένας. Κι αν από αυτή την απόσταση μπορούσα να διακρίνω το ιδρωμένο πρόσωπο του κοινοτάρχη που έλαμπε στον ήλιο και φυσικά το πηλήκιο του Μανούσου, τα χαρακτηριστικά του τρίτου δε μού θύμιζαν απολύτως τίποτα. Άγνωστος. Κι αυτός κουστουμαρισμένος. “Τα κατάφερε ο μπαγάσας!” σκέφτηκα. “Μας κουβάλησε τον Νομάρχη από τη Σύρο!”. Γιατί ποιός άλλος μπορούσε να ήταν αυτός που συμπλήρωνε την πρωινή κουστωδία;  

Έτσι όπως ήμουν μόνος εκεί, θα έβαζαν...(συνεχίζεται με το "Καλημέρα Βρασίδα")

6 σχόλια:

Εύη Βουλγαράκη-Πισίνα είπε...

Υπέρτατη ηδονή... Ελληνική παραλία σε νοητή ζεύξη με τη δροσιά τη ρωσικής στέππας. Μποέμ επί μποέμ... Μαζί σου κατά πόδας, Έποπα.

(Α! κι αν τυχόν μου απαντήσεις, άσε σε παρακαλώ το σιδηρόδρομο του διπλού επιθέτου μου, και βάλε μόνο το μικρό μου, γιατί πολύ με βαραίνουν τα δυο βαγόνια, ιδίως τώρα καλοκαίρι :) )

Τσαλαπετεινός είπε...

Εύη: Μετά το Αττικό Αρχιπέλαγος και τις Νεκρές Ψυχές κατακαλόκαιρο, καταλαβαίνεις ότι στο κάμα αναζητώ δροσιά (και) με άλλους των συνηθισμένων τρόπους.

;-)

υ.γ. το δεύτερο επίθετο "Πισίνα" μού αρέσει πολύ και η εξήγηση υπάρχει στο κάτω κάτω μέρος της σελίδας. Σε πρόσθιο

γρηγόρης στ. είπε...

Α, τώρα έρχονται τα συριανά λουκούμια...

Τσαλαπετεινός είπε...

γρηγόρης στ.: Θα σε απογοητεύσω. Λουκούμια δεν έχει η ιστορία. Αν θέλεις όμως οπωσδήποτε συριανά λουκούμια, θα βολευτείς με ένα παλιό ποστ. ;-)

http://tsalapetinos.blogspot.gr/2011/09/blog-post_25.html

Margo είπε...

Σαββατοκύριακο δεν γράφουμε Έποπα ;)

Καλή εβδομάδα!

Τσαλαπετεινός είπε...

Margo: Γράφουμε, πώς δε γράφουμε;
(Για να έχουμε νέο επεισόδιο τη Δευτέρα)