Τρίτη, 29 Ιανουαρίου 2013

Έκθεση Ιδεών


Στις οχτώ και πέντε, σήμερα το πρωί, εγώ, ο Παπαδόπουλος, ο Μιχαηλίδης και ο Μαυράκης την κοπανήσαμε από την πρώτη ώρα κι αντί να κάνουμε μαθηματικά σα μαλάκες, φάγαμε ομελέτες στον κυρ Νίκο, διακόσια μέτρα από το σχολείο. Εμείς οι τέσσερις έχουμε ένα συγκρότημα στο οποίο ο Παπαδόπουλος παίζει μπάσο, ο Μιχαηλίδης όργανο, ο Μαυράκης ηλεκτρική κιθάρα κι εγώ ασχολούμαι με τα τύμπανα, τους δίνω και καταλαβαίνουν. Αφού φάγαμε τις ομελέτες, συζητήσαμε για κάτι τραγούδια που έχει γράψει ο Παπαδόπουλος και καταλήξαμε στο να κάνουμε συλλογική ενορχήστρωση, δηλαδή να μην τα ενορχηστρώσουμε καθόλου, να τα παίξουμε κατευθείαν κι ό,τι βγει. Στη συνέχεια ο Παπαδόπουλος μας πληροφόρησε για το διαγώνισμα της Φυσικής. Μας προειδοποίησε για τα θέματα. Εμείς τον ταράξαμε στις ερωτήσεις -πού τα είχε βρει και τα λοιπά- κι εκείνος προσπάθησε να στρίψει την κουβέντα στη μουσική. Τη στιγμή που ήμασταν έτοιμοι να τον πλακώσουμε στις σφαλιάρες μπήκε μέσα στην ΕΒΓΑ του κυρ Νίκου ο φιλόλογος Σταυρόπουλος, ο οποίος μας διέταξε να τον ακολουθήσουμε στο γραφείο του διευθυντή. Πριν φύγουμε ο Σταυρόπουλος πλήρωσε τις ομελέτες.


Ο διευθυντής μας δέχτηκε στο γραφείο του και μάς είπε να καθίσουμε σ` έναν καναπέ που βούλιαζε. Καθίσαμε, εγώ δεξιά, δίπλα μου ο Μαυράκης, μετά ο Μιχαηλίδης που τα είχε κλάσει και μετά ο Παπαδόπουλος. Ο διευθυντής -γνωστός με το ψευδώνυμο “γάτος”- μας κοίταξε αυστηρά έναν έναν κι ύστερα έμεινε σιωπηλός για τριάντα δευτερόλεπτα στη διάρκεια των οποίων ο Μιχαηλίδης έκανε χωρίς να το καταλαβαίνει έναν απαίσιο κρότο τσακίζοντας τα δάχτυλά του. Ο γάτος του είπε να σηκωθεί όρθιος και να κάτσει σα μαλάκας στη γωνία. Ο Μιχαηλίδης σηκώθηκε κι αφού ψέλλισε μια συγνώμη που ακούστηκε σαν ρόγχος πήγε και στάθηκε μπροστά από τη βιβλιοθήκη κάνοντας ότι εξετάζει τα βιβλία. Ο Παπαδόπουλος βολεύτηκε πιο άνετα στον καναπέ μόλις σηκώθηκε ο Μιχαηλίδης κι ασυναίσθητα έβγαλε κι άναψε τσιγάρο, προσφέροντας μάλιστα και στον γάτο που κοκκίνισε ολόκληρος και πήγε κάτι να ουρλιάξει, μόνο που η φωνή του δεν έβγαινε, ακουγόταν κάτι σαν κρα, κρα, κρα. Εμείς μείναμε ακίνητοι, ο Παπαδόπουλος μάλιστα τράβηξε δυο ρουφηξιές σε τούρκικο στυλ πριν το σβήσει. Ο γάτος συνέχισε να παριστάνει το κοράκι μέχρι που λιποθύμησε. Μόλις έπεσε με το κεφάλι πάνω στο γραφείο, ο Μιχαηλίδης τον μούντζωσε.

Είχε πάει η ώρα εννιά κι άρχιζε η Φυσική. Για να γλυτώσουμε το διαγώνισμα μείναμε εκεί που βρισκόμαστε, παρέα με τον αναίσθητο γάτο. Ανάψαμε όλοι τσιγάρο και το κάναμε ντουμάνι. Για να περάσει η ώρα πιάσαμε χαμηλόφωνη κουβεντούλα στη διάρκεια της οποίας ο Μιχαηλίδης βημάτιζε νευρικά πάνω κάτω επαναλαμβάνοντας τη φράση “είσαστε μαλάκες, την πατήσαμε”. Ο Μαυράκης επανέφερε την κουβέντα στα τραγούδια του Παπαδόπουλου υποστηρίζοντας ότι ο στίχος “βγαίνεις μέσα απ` τις φασκιές/ μ` άγριες τελετές” έπρεπε να φύγει από τη μέση και να αντικατασταθεί από τον στίχο “μπαίνεις μωρό μου στις γιορτές/ ψάχνεις αγκαλιές”. Ο Παπαδόπουλος κατηγόρησε το Μαυράκη για εμπορικότητα κι ο Μιχαηλίδης σταμάτησε εκείνη ακριβώς τη στιγμή να μονολογεί και ανακοίνωσε ότι το καλλιτεχνικό έπρεπε να συνδυάζεται με το εμπορικό, κατά τη γνώμη του. Εγώ είπα ότι σημασία έχει τί θέλαμε να πούμε. Ο Μαυράκης μού απάντησε ότι αν ξέραμε τί θέλουμε να πούμε θα το λέγαμε αντί να γράφουμε τραγούδια. Η συζήτηση μας παρέσυρε και σιγά σιγά αρχίσαμε να μιλάμε δυνατά. Οι φωνές μας ακούστηκαν στο διάδρομο και χωρίς να το πάρουμε πρέφα, μπήκε στο γραφείο ο επόπτης, ο κύριος Ρήγας. Μόλις αντίκρισε τον αναίσθητο γάτο έβαλε τις φωνές. Μας ρώτησε τί είχε συμβεί κι εμείς του είπαμε ότι δεν είχαμε ιδέα. Ο Ρήγας μας διέταξε να περιμένουμε στο διάδρομο ενώ εκείνος έτρεξε αμέσως να φέρει βοήθεια, να συνεφέρουνε τον γάτο. Βγήκαμε στο διάδρομο και καθόμασταν σα μαλάκες για κανένα πεντάλεπτο που μας φάνηκε αιώνας. Ο Μιχαηλίδης ήταν κάτασπρος. Ο Μαυράκης έβγαλε από την τσάντα του μια αθλητική εφημερίδα και μάς διάβασε τη σύνθεση του Ολυμπιακού στον απογευματινό αγώνα του Κυπέλλου με την Καστοριά. Κατά τη γνώμη του έπρεπε να παίξει φουνταριστός κυνηγός ο Αργυρούδης ο οποίος ήξερε να στρίβει επί τόπου και να βρίσκεται ελεύθερος και μόνος με τη μπάλα, απέναντι από τον τερματοφύλακα. Ο Μαυράκης παραδέχτηκε -αν και Παναθηναϊκός- ότι ο Αργυρούδης ήξερε να πλασάρει. Ο Μιχαηλίδης μας κοίταζε σαν να έβλεπε αγνώστου ταυτότητος ιπτάμενα αντικείμενα. Εκείνη τη στιγμή χτύπησε το κουδούνι για το πρώτο διάλειμμα. Ο διάδρομος γέμισε από αλαλάζοντα πλήθη που ηχούσαν σαν χαλκός μη έχων αγάπη. Βαρεθήκαμε να στεκόμαστε εκεί σα μαλάκες και βγήκαμε στην αυλή.


Μόλις τέλειωσε το διάλειμμα ήρθε και μας βρήκε ο Ρήγας ο οποίος μας διέταξε να πάμε για μάθημα. Από τα λεγόμενά του καταλάβαμε ότι ο γάτος ήταν ακόμα τέζα. Για μάθημα πήγαμε χαλαρωμένοι και άνετοι γιατί το μάθημα για τις επόμενες δύο ώρες δεν ήταν μάθημα, ήταν έκθεση ιδεών. Στην αρχή, την πρώτη ώρα, βγαίνανε οι διάφοροι και διαβάζανε τις καλύτερες εκθέσεις. Ο Μαυράκης είχε διαβάσει μια φορά έκθεσή του, ο Παπαδόπουλος επίσης μια αλλά την είχε αντιγράψει από μια φυλλάδα, κι εγώ με τον Μιχαηλίδη καμία. Μόλις μπήκε στην αίθουσα, ο φιλόλογος, ο κύριος Ασημακόπουλος -γνωστός με το ψευδώνυμο “εργολάβος” από το ομώνυμο γλυκό- μας κοίταξε περίεργα. Μάς γάβγισε τη φράση “καθίστε, καθίστε” κι όταν αυτό έγινε κάλεσε τον Πορτοκαλίδη να διαβάσει την έκθεσή του η οποία άρχιζε με τη φράση:”Από αρχαιοτάτων χρόνων ο άνθρωπος...” Παρακάτω δεν άκουσα γιατί ο Μιχαηλίδης -που κάθεται δίπλα μου- άπλωσε πάνω στο θρανίο έναν χάρτη της Αιγύπτου. Ύστερα άρχισε να ζωγραφίζει σχεδίες πάνω στον Νείλο, δεκάδες μικροσκοπικές σχεδίες που έφταναν μέχρι το Σουδάν. Μόλις έφτασε στο Σουδάν ο Μιχαηλίδης εγκατέλειψε τον Νείλο και βάλθηκε να σχεδιάζει ψηλούς Νούβιους, ακριβώς στα σύνορα Σουδάν και Αιγύπτου. Ξαφνικά πάνω στη σύγχυση, άκουσα τον εργολάβο να φωνάζει το όνομά μου. Σηκώθηκα όρθιος κι εργολάβος μού είπε να κάνω παρατηρήσεις στην έκθεση του Πορτοκαλίδη. Είπα ότι ήταν καλογραμμένη, ότι ο Πορτοκαλίδης χρησιμοποιούσε ωραία τη γλώσσα και ανέπτυσσε σωστά τα νοήματα, θα έπρεπε όμως να χρησιμοποιεί περισσότερα κοσμητικά επίθετα. Ο εργολάβος συμφώνησε και με ρώτησε γιατί εγώ χρησιμοποιούσα τόσο άσχημα τη γλώσσα κι έκανα τόσα πολλά ορθογραφικά λάθη. Τότε πετάχτηκε ο Παπαπαδόπουλος και είπε ότι τη μέρα που είχαμε γράψει την έκθεση είχε πεθάνει μια θεία μου. Πριν προλάβει να αντιδράσει ο εργολάβος, πετάχτηκε ο Μαυράκης και δήλωσε ότι τη μέρα που γράψαμε την έκθεση ε είδε να παραμιλάω στο τρόλεϋ, επαναλαμβάνοντας στον εισπράκτορα τη φράση “έχασα τον άνθρωπό μου κι εσείς μού λέτε για ψιλά;” Η τάξη έβαλε τα γέλια κι ο εργολάβος με διέταξε να καθίσω κάτω. Κάθισα. Ο εργολάβος κάλεσε τον Μηλιάδη να διαβάσει την έκθεσή του η οποία άρχιζε με τη φράση: “Στη χαραυγή της ιστορίας, όταν οι πρώτοι άνθρωποι...” και τα λοιπά. Ο Μιχαηλίδης είχε μαζέψει το χάρτη της Αιγύπτου και διάβαζε Θρησκευτικά. Προσπάθησα να παρακολουθήσω λίγο τον Μηλιάδη αλλά από το πίσω θρανίο άρχισε μια μίμηση ραδιοφωνικής εκπομπής με εκφωνητή τον Σημαντήρη που καθόταν δίπλα στον Παπαδόπουλο. Χοντραίνοντας τη φωνή του ο Σημαντήρης άρχισε να μεταδίδει μια εκπομπή που είχε φανταστεί ο ίδιος και στη διάρκεια της οποίας διάφορα άτομα επικοινωνούσαν τηλεφωνικώς με συγγενείς τους στο υπερπέραν. Οι συγγενείς απαντούσαν σε διάφορες ερωτήσεις και κέρδιζαν πλούσια δώρα. Η εκπομπή κράτησε όση ώρα διάβαζε ο Μηλιάδης ο οποίος τελείωσε την έκθεσή του με τη φράση: “Να γιατί ο άνθρωπος πρέπει να αναζητά το μέτρο σε όλες του τις ενέργειες.” Ο εργολάβος φώναξε το όνομα Παπαδόπουλος κι αμέσως σηκώθηκαν τέσσερα άτομα. Ο εργολάβος τους έδωσε να καταλάβουν ότι εννοούσε τον Παπαδόπουλο που καθόταν δίπλα στον Σημαντήρη, αυτόν που έπαιζε μπάσο. Τον ρώτησε την γνώμη του για την έκθεση του Μηλιάδη κι ο Παπαδόπουλος είπε ότι ο Μηλιάδης αναπτύσσει σωστά τα νοήματά του αλλά πρέπει να διαβάσει λογοτεχνία για να βελτιώσει τη γλώσσα του. Ο εργολάβος ρώτησε στη συνέχεια ποιά βιβλία έπρεπε κατά τη γνώμη του Παπαδόπουλου να διαβάσει ο Μηλιάδης. Ο Παπαδόπουλος δεν πρόλαβε να απαντήσει γιατί εκείνη την ώρα μπήκε ο Ρήγας και μας διέταξε να τον ακολουθήσουμε.


Ο Ρήγας μας οδήγησε στο ιατρείο του σχολείου όπου βρισκόταν ο Σταυρόπουλος, που μας είχε πιάσει το πρωί, κι ο γάτος που είχε ανακτήσει τις αισθήσεις του και μας κοίταζε σα χαζός, ξαπλωμένος στο κρεβάτι με δυο μαξιλάρια γαλάζια κάτω από το κεφάλι του. Ο Σταυρόπουλος μας είπε ότι όταν συνήλθε ο γάτος δε θυμόταν καθόλου τί είχε συμβεί λίγο πριν τα φτύσει και μας διέταξε να διηγηθούμε τί είχε συμβεί. Ο Μιχαηλίδης που όλη τη μέρα ήταν χεσμένος πήρε θάρρος από την αμνησία του γάτου και διηγήθηκε μια απίθανη ιστορία σύμφωνα με την οποία ενώ εμείς λέγαμε του γάτου πόσο είχαμε μετανοιώσει για τη συμπεριφορά μας και τον παρακαλούσαμε να μας τιμωρήσει με τη μεγαλύτερη δυνατή επιείκεια, ο γάτος αναστέναξε και έπεσε ξερός. Ο Παπαδόπουλος συμπλήρωσε τονίζοντας ότι ο αναστεναγμός του γάτου φάνηκε σαν να έβγαινε από τα έγκατα της γης κι ο γάτος έκανε νόημα ότι δεν ήθελε να ακούσει άλλο. Μείναμε για λίγο βουβοί κι ο Σταυρόπουλος που έδειχνε κάπως συγκινημένος μάς διέταξε να επιστρέψουμε στο μάθημά μας. Του εξηγήσαμε ότι τώρα οι άλλοι έγραφαν έκθεση ιδεών κι ότι θα τους διακόπταμε, θα γινόταν σούσουρο κι ούτε που θα προλαβαίναμε να γράψουμε κι εμείς, να συγκεντρωθούμε και να βρούμε τον ειρμό μας. Τότε παρενέβη ο γάτος και είπε με σβησμένη φωνή να βγούμε στην αυλή και να καθίσουμε εκεί χωρίς να κάνουμε φασαρία.Στην αυλή καθίσαμε λίγο στο σκάμμα αλλά βαρεθήκαμε πολύ γρήγορα κι έτσι πήγαμε όλοι μαζί στην τουαλέτα όπου καπνίσαμε με την ησυχία μας διαβάζοντας ο ένας στον άλλο δυνατά διάφορες φράσεις γραμμένες στον τοίχο όπως “γάβροι τηγανίζεστε” και άλλα διάφορα. Ο Παπαδόπουλος πρότεινε να γράψουμε κι εμείς κάτι για να περάσει η ώρα και να το διαβάσουμε με τη σειρά. Ο Μαυράκης έγραψε “γαμιέστε κουφάλες” , ο Μιχαηλίδης “κάτω η χούντα”, ο Παπαδόπουλος “θαρσείν χρη” και εγώ “ξύπνα αγάπη μου, η νύχτα τέλειωσε, τ` αστέρι σβήσανε πρέπει να φύγεις, μια ηλιαχτίδα σου χαϊδεύει τα μαλλιά, πρέπει να φύγεις, θα μας βρούνε αγκαλιά, πρέπει να φύγεις, πρέπει να φύγεις”. Μετά βγήκαμε πάλι στην αυλή αλλά περάσαμε πίσω από τις τουαλέτες, εκεί που έχει μια τρύπα στο συρματόπλεγμα. Βγήκαμε σαν κύριοι και πήγαμε στον κυρ Νίκο για ομελέτες.

Μετά τις ομελέτες παραγγείλαμε καφέδες περιμένοντας να περάσου τα Θρησκευτικά και να πάμε κανονικά στην Υγιεινή, την τελευταία ώρα. Ο Παπαδόπουλος άνοιξε μια κουβέντα ότι ντε και καλά έπρεπε να βάλουμε σαξόφωνο κι ο Μιχαηλίδης είπε ότι τα πολλά όργανα είναι φτώχεια, όχι να φέρουμε κι άλλους και να μας μπλέκουν περισσότερο. Ο Μαυράκης που μάθαινε σαξόφωνο δεν είπε τίποτα. Εγώ είπα ότι το ίδιο μού κάνει αρκεί να μη σολάρει κάθε τρεις και λίγο το πνευστό γιατί αυτό θα είχε σαν αποτέλεσμα να παραλύουν τα κομμάτια. Εκείνη τη στιγμή μπήκε στην ΕΒΓΑ ο Ασημακόπουλος κι ενώ μάς είδε δεν μάς έδωσε καμία σημασία, άφησε ένα μεγάλο φάκελλο στο διπλανό τραπέζι από το δικό μας και τράβηξε κατευθείαν στο τηλέφωνο του κυρ Νίκου, σχημάτισε έναν αριθμό και όταν του απάντησαν από την άλλη άκρη άρχισε να λέει ότι ο γάτος είχε πάθει αμνησία κι ότι τα πράγματα ήταν πάρα πολύ σοβαρά γιατί δεν αναγνώριζε τίποτα, δεν ήξερε ούτε ποιος ήταν ούτε τί έκανε σ` αυτό το σχολείο. Ύστερα έκλεισε το τηλέφωνο κι έφυγε τρέχοντας ξεχνώντας το φάκελλο πάνω στο τραπέζι. Ο Μιχαηλίδης πήρε τον φάκελλο και τον άνοιξε. Μέσα ήταν οι τελευταίες εκθέσεις ιδεών. Οι περισσότερες άρχιζαν με τη φράση: “Από αρχαιοτάτων χρόνων οι άνθρωποι...”. Ο Παπαδόπουλος ζήτησε από τον κυρ Νίκο ένα κόκκινο στυλό και όλη την υπόλοιπη ώρα μέχρι να πάμε για Υγιεινή βαλθήκαμε να γράφουμε κάτω από τις εκθέσεις διάφορες παρατηρήσεις και να τις βαθμολογούμε όλες με έντεκα. Τις βάλαμε πίσω στο φάκελλο και τις δώσαμε στον κυρ Νίκο παρακαλώντας τον να πάει μέχρι το σχολείο και να τις αφήσει πάνω στο γραφείο του γάτου.

Φτάσαμε με μια μικρή καθυστέρηση στην Υγιεινή, την ώρα που ο καθηγητής και γιατρός κύριος Γυρόνης -ψευδώνυμο “δόκτορας”- εξηγούσε μέσες άκρες ότι πρέπει να πλένεσαι, ιδιαίτερα μετά το γαμήσι. Στο βάθος ο Σημαντήρης είχε αρχίσει εκπομπή από τον Άδη με τις λίστες των τραγουδιών που προτιμούσαν οι ψυχές από το 1959 μέχρι τις μέρες μας. Ο δόκτορας προσπαθούσε να επιβληθεί αλλά επειδή ήταν τελευταία ώρα άλλον κοιμόταν, άλλος έβριζε από μέσα του κι άλλος διάβαζε Αθλητική χωρίς να δίνουν δεκάρα για την καθαριότητα. Ο Μιχαηλίδης μού έδειξε τη φωτογραφία μιας γκόμενας την οποία υποτίθεται ότι θα συναντούσε το Σάββατο. Τού είπα ότι πιο εύκολα θα συναντούσε του Νουβιο στο γήπεδο και βάλαμε στοίχημα ότι το Σάββατο δέκα και τέταρτο το βράδυ θα ήταν με τη γκόμενα έξω από τον κινηματογράφο “Αελλώ”. Το στοίχημα ήταν το εισιτήριο για την ταινία, ένα αστυνομικό που ο Μαυράκης το διαφήμιζε όλη τη βδομάδα. Ο δόκτορας κατάλαβε εκείνη τη στιγμή ότι η μουρμούρα που έφτανε στα αυτιά του προερχόταν από τον Σημαντήρη και του είπε να σηκωθεί. Ο Σημαντήρης ανέβηκε πάνω στο θρανίο και ο δόκτορας άρχισε έντρομος να φωνάζει “κατέβα κάτω αμέσως, κατέβα κάτω αμέσως”. Τότε μπήκε στην αίθουσα ο Ρήγας που φαινόταν πανικόβλητος, πλησίασε το δόκτορα και του είπε κάτι στο αυτί. Ο δόκτορας τον κοίταξε έκπληκτος και οι δυο μαζί βγήκαν σχεδόν τρέχοντας από την αίθουσα αφήνοντάς μας μόνους. Ο Σημαντάρης κατέβηκε από το θρανίο μέσα σε θερμά χειροκροτήματα. Ύστερα έγινε ησυχία. Μείναμε έτσι κανένα πεντάλεπτο και στη συνέχεια μπήκε στην αίθουσα ο Μηλιάδης που τον είχαμε στείλει να μάθει νέα και μα είπε ότι ο γάτος έπαθε αμνησία, τρελάθηκε, έκλεψε από τον Ασημακόπουλο τις εκθέσεις ιδεών και τις βαθμολόγησε όλες με έντεκα. Δεν είχε προλάβει να τελειώσει και μπήκε φουριόζος ο Ρήγας ο οποίος μας παρακάλεσε να σχολάσουμε λίγο νωρίτερα. Πήγαμε στο σπίτι του Μιχαηλίδη που ήταν κοντά κι ακούσαμε δίσκους. Ύστερα πεινάσαμε λίγο κι ο Μιχαηλίδης έριξε την ιδέα στην μάνα του να μας φτιάξει καμία ομελέτα.



Το διήγημα είναι του Χρήστου Βακαλόπουλου.

Περιλαμβάνεται στο βιβλίο Νέες Αθηναϊκές Ιστορίες που κυκλοφόρησε από την Εστία το 1988. Σήμερα συμπληρώνονται είκοσι χρόνια από το θάνατό του.

Οι εικόνες από την ιστοσελίδα Χρήστος Βακαλόπουλος, όπου θα βρείτε βιογραφία του Βακαλόπουλου από τον πατέρα του. 

Δευτέρα, 28 Ιανουαρίου 2013

Βραστό βάλσαμο για το βράδυ

Όταν παραζορίζουν τα πράγματα η κουζίνα παίζει το ρόλο ασφαλούς καταφυγίου τουλάχιστον για όσο διάστημα παραμένεις εκεί μαγειρεύοντας. Επί πλέον οι διαδικασίες που απαιτούνται για την παρασκευή των φαγητών, λόγω της φύσης τους -προσεκτικό πλύσιμο, αμείλικτος τεμαχισμός πρώτων υλών, βασανιστικό τσιγάρισμα, λυτρωτικό σβήσιμο- παρέχουν ένα είδος προσωρινής μεν, εκτόνωσης δε, της συσσωρευμένης εκ της πραγματικότητας -εντός κι εκτός εισαγωγικών η προηγούμενη λέξη- έντασης. Αρκεί βέβαια να έχεις εξασφαλίσει ότι η τηλεόραση θα είναι κλειστή· ούτε ειδήσεις(1), ούτε ενημερωτικές εκπομπές(2). Το διαδίκτυο, άστο να παίζει. Εκεί ξέρεις πλέον καλά να ξεχωρίζεις την ήρα από το σιτάρι.




Βραστό γι απόψε λοιπόν, με μοσχάρι και λαχανικά. 

Πλένουμε το κρέας και τα λαχανικά. Αφού στραγγίσουν καλά τα τεμαχίζουμε. Τσιγαρίζουμε σε δυνατή φωτιά το κρεμμύδι, σε μια βαθιά κατσαρόλα με λίγο λάδι και στη συνέχεια βάζουμε και το κρέας μέχρι να ροδίσει λίγο. Σβήνουμε με  λευκό κρασί και προσθέτουμε περίπου ένα λίτρο ζεστό νερό, αλάτι και πιπέρι κατά βούληση. Αφήνουμε το κρέας να βράσει για 35-40 λεπτά μέχρι να μαλακώσει ενώ παράλληλα το ξαφρίζουμε. 


Στη συνέχεια ρίχνουμε στην κατσαρόλα, πρώτα τις πατάτες και τα καρότα και λίγο αργότερα τα κολοκυθάκια και τα κοτσάνια από το σέλινο. Διαλύουμε τον πελτέ της ντομάτας σε λίγο νερό και αφού προσθέσουμε τη ζάχαρη ρίχνουμε το μείγμα στην κατσαρόλα. Προσθέτουμε το υπόλοιπο λάδι και τις πιπεριές και το αφήνουμε να σιγοβράσει. Όταν είναι έτοιμο, μπορούμε να λιώσουμε με το πιρούνι μερικά κομμάτια πατάτας ώστε να χυλώσει περισσότερο η σούπα. Λίγο πριν το κατεβάσουμε από τη φωτιά προσθέτουμε τα φύλλα του σέλινου. 

Η σούπα μας σερβίρεται ζεστή και αποτελεί ιδανικό δείπνο γι αυτή την εποχή· λειτουργεί γενικώς ως βάλσαμο αφού τονώνει το ηθικό και καταπραΰνει τα κρυολογήματα.

Σημείωση:Η αλήθεια είναι ότι ξεκίνησα να ετοιμάσω μια απλή χορτόσουπα με ζωμό κρέατος, μα διαβάζοντας τις υποδείξεις του ΕΣΡ προς τους τηλεοπτικούς σταθμούς, κατέληξα  σε κρεατόσουπα με λαχανικά. 




Πρώτες ύλες για 4 άτομα. 

600 γρ. κρέας μοσχαρίσιο σε μικρά κομμάτια.
2 μικρά κρεμμύδια ξερά ή 5-6 φρέσκα
2-3 πατάτες 
4 καρότα 
4 κολοκυθάκια 
2 πιπεριές (πράσινη και κόκκινη) 
1 μικρό ματσάκι σέλινο 
½ φλιτζάνι λάδι 
2 κουταλιές της σούπας πελτές ντομάτας 
αλάτι, πιπέρι, ελάχιστη ζάχαρη 
λίγο λευκό κρασί.



1.Η αναδιάρθρωση του χρέους: όλοι ξέραμε από την πρώτη στιγμή ότι δεν είναι βιώσιμο, αλλά μας έλεγαν μην το πείτε τώρα, δεν είναι σωστό. Το αποτέλεσμα είναι ότι μέχρι το 2010 έλεγαν όλοι ότι το χρέος είναι βιώσιμο και εμείς δεν τους απαντούσαμε «όχι, δεν είναι!». Δεν τους λέγαμε ότι αυτά είναι βλακείες. Αυτό ήταν μια αυτοσυγκράτηση. Γιάννης Πρετεντέρης

2. ενημερωτικές εκπομπές Μάκης Βορίδης:"(Η θανατική ποινή) έχει μία πάρα πολύ μεγάλη δύναμη αποτροπής για ειδεχθή εγκλήματα"



Σάββατο, 26 Ιανουαρίου 2013

Περί κατακλυσμού

The Flood , Michelangelo, 1508-1512 Sistine Chapel Ceiling

Αρχή του αδιαφοροποίητου και του ενδύναμου, βάση κάθε κοσμικής εκδήλωσης, δεξαμενή όλων των σπερμάτων, τα νερά συμβολίζουν την αρχέγονη ουσία από όπου γεννιούνται όλες οι μορφές κι όπου πάλι επιστρέφουν, με την παλινδρόμηση ή τον κατακλυσμό. 




Υπήρξαν στην αρχή και επανέρχονται στο τέλος κάθε κοσμικού ή ιστορικού κύκλου. Θα υπάρχουν πάντοτε -ποτέ μόνα τους, γιατί τα νερά είναι πάντα βλαστητικά, κρύβουν μέσα στην αδιάσπαστη ενότητά τους τις αυτενέργειες όλων των μορφών. 




Στην κοσμογονία, στο μύθο, στο τυπικό, στην εικονογραφία, τα Νερά εκπληρώνουν την ίδια αποστολή, όποια κ αν είναι η δομή των πολιτιστικών συνόλων όπου βρίσκονται: προηγούνται κάθε μορφής και στηρίζουν κάθε δημιούργημα. (184)



Οι παραδόσεις του κατακλυσμού συνδέονται, σχεδόν όλες, με την ιδέα της αναρρόφησης της ανθρωπότητας από το νερό και της σύστασης μιας νέας εποχής, με μια νέα ανθρωπότητα. Μαρτυρούν μια κυκλική αντίληψη του κόσμου και της ιστορίας: μια εποχή καταργείται με την καταστροφή και αρχίζει μια νέα, εξουσιασμένη από “νέους ανθρώπους” (203)



The Deluge, Joseph Mallord William Turner, 1805

Τα Νερά προηγούνται κάθε δημιουργίας και την επανολοκληρώνουν κατά περιόδους, ώστε να την ξανασυστήσουν μέσα τους, να την “εξαγνίσουν” πλουτίζοντάς την συγχρόνως με νέες υπολανθάνουσες δυνάμεις, αναζωογονώντας την. 


The Deluge, John Martin, 1834.

Η ανθρωπότητα εξαφανίζεται περιοδικά μέσα στον κατακλυσμό ή την πλημμύρα εξ αιτίας των “αμαρτιών” της. Ποτέ όμως δε χάνεται τελειωτικά, αλλά εμφανίζεται πάλι κάτω από μια νέα μορφή, επαναλαμβάνοντας το ίδιο πεπρωμένο, περιμένοντας την επιστροφή της ίδια καταστροφής που την απορροφάει πάλι μέσα στα νερά.



The Deluge, Antonio Caracci, 1615-1618 

Αν οι μορφές δεν ανανεώνονταν χάρη στην περιοδική αναρρόφηση μέσα στο νερό, θα ξεφτούσαν, θα εξαντλούσαν τις δημιουργικές τους ικανότητες και τελικά θα έσβηναν. Οι “κακίες”, τα “αμαρτήματα” θα κατέληγαν να παραμορφώσουν την ανθρωπότητα·κενή από σπέρματα και δημιουργικές δυνάμεις, θα μαραινόταν, γερασμένη και στείρα. Αντί για την αργή παλινδρόμηση σε υπο-ανθρώπινες μορφές, ο κατακλυσμός επιφέρει την στιγμιαία αναρρόφηση μέσα στα Νερά, όπου τα “αμαρτήματα” εξαλείφονται και μια νέα ανθρωπότητα, ανανεωμένη, ξαναγεννιέται. (204)



The Vision of the Deluge, John Henry Fuseli 

Έτσι όλες οι μεταφυσικές και θρησκευτικές αξίες των νερών συνιστούν ένα σύνολο με τέλεια συνοχή. Στην υδάτινη κοσμολογία, αντιστοιχούν -στο ανθρωπολογικό επίπεδο- οι υλογένειες, οι δοξασίες ότι το ανθρώπινο είδος προήλθε από το νερό. Στον κατακλυσμό ή στην καταπόντιση των ηπείρων μέσα στα νερά- κοσμικό φαινόμενο που επαναλαμβάνεται από κυκλική αναγκαιότητα- αντιστοιχεί στο ανθρώπινο επίπεδο, ο “δεύτερος θάνατος” της ψυχής (νεκρικές σπονδές, η “υγρασία” και ο λιμώνας στην Κολαση, κλπ) ή ο τελετουργικός, ο μυητικός θάνατος με το βάφτισμα.




Αλλά τόσο στο κοσμολογικό όσο και στο ανθρωπολογικό, η βύθιση μέσα στο νερό δεν ισοδυναμεί με πλήρη εξαφάνιση αλλά μόνο με περαστική επανένταξη στο αδιαφοροποίητο, την οποία διαδέχεται μια νέα δημιουργία, με νέα ζωή ή ένας νέος κόσμος ανάλογα αν έχουμε να κάνουμε με μια στιγμή κοσμική, βιολογική ή σωτηριολογική.


 Ανεξάρτητα από το θρησκευτικό σύμπλεγμα όπου εντάσσονται, η λειτουργία των νερών φανερώνεται πάντα η ίδια: αποσυνθέτουν, καταργούν τις μορφές, ξεπλένουν τις αμαρτίες- εξαγνίζοντας και αναγεννώντας ταυτόχρονα. 
 
Noah, The Eve of the Deluge, John Linnell, 1848

Η μοίρα τους είναι να προηγούνται της Δημιουργίας και να την αναρροφούν χωρίς ποτέ να μπορούν να να ξεπεράσουν την ίδια τους την ιδιότητα δηλ μην μπορώντας να εκδηλωθούν μέσα στις μορφές.
 


The Deluge, Gustave Doré, 1866


Αφορμή για αυτή την ανάρτηση ήταν οι περί κατακλυσμού αναφορές στο διαδίκτυο, λόγω των έντονων βροχοπτώσεων αυτές τις μέρες. Τα αποσπάσματα προέρχονται από το βιβλίο Πραγματεία πάνω στην Ιστορία των Θρησκειών του Mircea Eliade, εκδόσεις Ι. Χατζηνικολή, 1992, μετάφραση Έλσης Τσουτη. 


Πέμπτη, 24 Ιανουαρίου 2013

Του πυρετού


Τεσσάρι το `δινε Αθήνα, νοτιοδυτικό μα είναι πολύ παραπάνω. Τρελός νοτιάς, απρόβλεπτος· κοπάζει για λίγο σαν να μαζεύει δυνάμεις κι ύστερα πάλι λυσσομανά. Στο δρόμο ένα κλαδί λεμονιάς άγρια σπασμένο, σκουπίδια που στροβιλίζονται κι άνθρωποι σκυφτοί, να κοντράρουν στον καιρό. Εγώ πάλι, με το βάλς του Μελισσοκόμου στα αυτιά, κοιτάζω ψηλά. Η πρώτη υπόθεση που ανέλαβε φίλος δικηγόρος ήταν πτώση πιάτου δορυφορικής από ταράτσα που ήρθε καπέλο σε διερχόμενο. Από τότε που το έμαθα, με δυνατό αέρα προσέχω.

Προσέχω το ποσό που απέμεινε στο λογαριασμό μου στην τράπεζα. Μικρό σαν χαρτζιλίκι άλλων εποχών. “Για τη σύνταξη...” ψιθυρίζει σχεδόν με ντροπή η επόμενη δίνοντας το βιβλιάριο. “Στις 31 μπαίνει...” λέει ο ταμίας “..του Φεβρουαρίου όμως θα μπει στις 28. Τέλος του μήνα πάντα”. Εκείνη δεν απαντά, βλέπω μόνο τα χέρια της που διστάζουν για λίγο κι ύστερα, παίρνουν πίσω το βιβλιάριο. Δεν γυρίζω να την κοιτάξω· το ξέρω το βλέμμα που μετράει κενό σα πορτοφόλι τις μέρες που απομένουν μέχρι το τέλος του μήνα.

Κλεισμένος στην κάψουλα και μού χτυπάει υπάλληλος της τράπεζας. Διαβάζω τα χείλη της να λένε ολοκόκκινα “Κύριε Αττικέ ελάτε!” Μη σε ξαφνιάζει. Στις υπηρεσίες και στις τράπεζες εμφανίζομαι επίσημα, ως Έποψ ο Αττικός. Στις εφορίες δεν εμφανίζομαι καθόλου. Ξαναμπαίνω. Την ακολουθώ και κάθομαι απέναντί της. “... αν μεταφέρετε τα ποσά που έχετε σε άλλες τράπεζες στη δική μας, θα...” μού λέει σε τόνο σιροπιαστό σαν το βαλσάκι που συνεχίζει να παίζει στο μυαλό μου. “Και ποιος σας λέει ότι έχω ποσά σε άλλες τράπεζες;” τη ρωτάω σε ανάλογο τόνο. “Το λέω, γιατί έχετε πολύ λίγα σε μας και...”. Όχι δεν είναι αναίσθητη σκέφτομαι, δεν είναι εκτός τόπου και χρόνου, τους πιέζουν, τους μαστιγώνουν για να είναι αποδοτικοί. Και αρχίζω να γελάω. Ένα γέλιο δυνατό, τρελό σαν τον αέρα. Λύτρωση, μέχρι τη στιγμή που με πιάνει βήχας.

Για το βήχα, σιρόπι με εκχύλισμα φύλλων κισσού, αντιπυρετικό των 500 σε αναβράζοντα και αποσυμφορητικό του ρινικού βλεννογόνου, βγαίνω από το φαρμακείο ανάλαφρος κατά εννέα ευρώ και τριάντα λεπτά, τα πόνεσα, για αυτό και ολογράφως το ποσό. Αλλιώς αριθμό θα έβαζα. Βγαίνω και ο αέρας κοντεύει να με σηκώσει, σηκώνω τα μάτια ψηλά για το δορυφορικό πιάτο που λέγαμε. Τίποτα, μόνο  σύννεφα μαζεύει. Αντί να τα πάρει όλα και να τα σηκώσει να καθαρίσουμε μια και καλή. “Ο ἀέρας ὡστόσο ἤξερε να καγχάζει καλύτερα και να ἐπιβάλλει με τον τρόπο του τις δικές του ἀλήθειες.”(1)

Αλήθεια έχεις αντιληφθεί πολλαπλασιαστικά τα μεγέθη;” ακούω να λέει περαστικός λυσίκομος και μουσάτος στη γυναίκα του -αυτή με δεμένα μαλλιά- που τον κοιτάζει ανέκφραστη. Ωραία που θα το χόρευαν αυτοί οι δυο το βαλς της Καραΐνδρου! Με κοστούμια του `30 όμως, όχι με τζην και μπουφάν. Σε μια ανεμοδαρμένη παραλία και όχι στο δρόμο. Σταματάω και βγάζω μπλοκάκι. “Αυτή είναι φράση για ποστ. Για απόψε..“ σκέφτομαι και σημειώνω αμέσως: “Αλήθεια έχεις αντιληφθεί πολλαπλασιαστικά τα μεγέθη;” Σημειώνω γιατί σίγουρα θα την ξεχάσω ανάμεσα σε  επιστρατεύσεις, αναλήψεις ευθυνών και χαλαζόπτωση. 

Άγρια ελευθερία αυτή: να αφήνεις στην άκρη το ποστ που ετοίμαζες για τον Καλιγούλα -δολοφονήθηκε σαν σήμερα, το 41 μ.Χ- και να φεύγεις γι αλλού με τον αέρα, με το δρόμο, με τον πυρετό. Αδιαμαρτύρητα ποδαράτος. Για όσο χρειαστεί. Σε κανονικό παραλήρημα. Παραλήρημα; Μα τότε γιατί στην άκρη ο Καλιγούλας; Κι αυτός μέσα.

  “...ο Χαιρέας ήρθε από πίσω του και με το ξίφος τού κατάφερε ένα βαρύ πλήγμα στον τράχηλο κι εν συνεχεία ο Κορνήλιος Σαβίνος, ο έτερος των συνωμοτών, ήρθε κατά πάνω του και του τρύπησε το στήθος...και καθώς ο Γάιος κοίταζε γύρω του με ένα χτύπημα του έσχισε το σαγόνι. Καθώς βρισκόταν ξαπλωμένος στη γη και τα μέλη του σφάδαζαν, τους φώναξε ότι ήταν ζωντανός, και τότε οι άλλοι τον αποτελείωσαν με τριάντα χτυπήματα...μερικοί μάλιστα βύθισαν το ξίφος τους ακόμα και στα γεννητικά του όργανα”(2) 


Μέσα τώρα και τα ρεβύθια στο νερό, να μουλιάζουν για αύριο. Τραχανάς καυτός για απόψε, με φέτα και μπόλικο πιπέρι. Μετά, αντιπυρετικό και σιρόπι για το βήχα. Ανοίγω τηλεόραση για τις ειδήσεις των εννιά. Κλείνω τον ήχο της και δυναμώνω το βαλσάκι του Μελισσοκόμου. Τέρμα. 





1.Ζηράννα Ζατέλη, Με το παράξενο όνομα Ραμάνθις Έρεβους, εκδόσεις Καστανιώτη 2001
2.Σουητώνιος, Οι βίοι των Καισάρων β τόμος, Γάιος Καλιγούλας LVIII, 2,3 μετάφραση Νικος Πετρόχειλος, εκδόσεις ΜΙΕΤ 

η φωτο από εδώ

Δευτέρα, 21 Ιανουαρίου 2013

Παύλος Μάτεσις, ο λαθρεπιβάτης της λογοτεχνίας

1933-2013
“Για τον Παύλο Μάτεσι και το έργο του δεν γράφει κανείς εύκολα.” είχε πει πολύ εύστοχα ο Βάλτερ Πούχνερ. Χθες μετά από άκαρπη προσπάθεια, κατάλαβα ότι είναι αδύνατον να γράψει κανείς για το Μάτεσι μαθαίνοντας την είδηση του θανάτου του. Εκείνη την ώρα το μόνο που μπορεί να κάνει  είναι να κατεβάσει και να φυλλομετρήσει τα βιβλία του· μυθιστορήματα, θεατρικά και μεταφράσεις. Να διαβάσει σκόρπιες φράσεις. Να παρατηρήσει τη φθορά από την επανειλημμένη χρήση, ειδικά στη Μητέρα του Σκύλου. Να σταθεί στις αφιερώσεις που είχε την τύχη να τού χαρίσει ο συγγραφέας. Κι ύστερα να ανοίξει το φάκελλο με τα αποκόμματα εφημερίδων με συνεντεύξεις του και κριτικές που μάζευε για χρόνια. Κι έπειτα να αναζητήσει κι άλλο υλικό στο διαδίκτυο. Κι άλλες συνεντεύξεις και άλλες κριτικές. Και βιογραφικά στοιχεία. Και μερικά από τα τραγούδια, τους στίχους των οποίων είχε γράψει ο Μάτεσις. Στο τέλος, μετά από πολλές ώρες, το μόνο που μπορεί να κάνει κανείς, είναι να περιοριστεί στην απλή παράθεση αυτού του υλικού· αντί αποχαιρετισμού στο μεγάλο συγγραφέα που αυτοχαρακτηριζόταν “λαθρεπιβάτης της λογοτεχνίας”, εκείνος που δικαιωματικά κατείχε εισιτήριο πρώτης θέσης. 


"Για τον Παύλο Μάτεσι και το έργο του δεν γράφει κανείς εύκολα. Και, κυρίως, όχι αμέσως. Χρειάζονται οι αλλεπάλληλες «επισκέψεις» και η μέθεξη όλου του είναι του αναγνώστη, όχι με την έννοια του ταυτισμού με τον ένα ή τον άλλο από τους ιδιότυπους ήρωές του ή με κάποια κατάσταση που τρομάζει ή γοητεύει, αλλά με το σύνολο του κόσμου αυτού, που δεν είναι του «κόσμου αυτού», αλλά σαν να έρχεται από κάποια προϊστορικά βάθη, να συνδέεται με την παγκόσμια μυθολογία και τα παραμύθια και να καταλήγει, με μυητικές και μυστικιστικές διαδικασίες, σε αινιγματικές πράξεις βίας και θανάτου που έχουν χαρακτήρα τελετουργικό, που δεν εξηγούνται και δεν αμφισβητούνται στην αναγκαιότητά τους· πράξεις που, παρά τη σκληρότητά τους, εκπέμπουν μια περίεργη ομορφιά που τελικά λυτρώνει. Τα έργα του Μάτεσι είναι σαν τελετουργίες πόνου που υφίστανται συγγραφέας και αναγνώστης σε μια διαδρομή συνοδοιπορίας στους δαιδάλους μιας παραμορφωμένης ψυχοσύνθεσης, η οποία οδηγεί, με την ακρίβεια του φόβου και του τρόμου του εφιάλτη του μικρού παιδιού, σε μια «θυσία» επιβεβλημένη από άγνωστους νόμους για άγνωστους λόγους." (1)


«Η Ελλάδα ποτέ δεν πεθαίνει αλλά και ποτέ δεν ανασταίνεται. Αυτό συμβαίνει ήδη από το 200 π.Χ., που άρχισε να φθείρεται με τις επιδρομές των βαρβάρων, και μετά που κατακτήθηκε από το Βυζάντιο- γιατί άλλο Βυζάντιο, άλλο Ελλάδα – μέχρι την κατάκτηση από τους Τούρκους και την ανακήρυξη του νέου ελληνικού κράτους. Αλλά και μετά το 1832, που ουσιαστικά την ελευθέρωσαν οι ξένοι, όλο κάνει μια καινούργια αρχή και όλο αποτυχαίνει» (2)


συνέντευξη, Β. Γεωγρακοπούλου, Ελευθεροτυπία 3/1/95

"Οι πολιτικοί στην Ελλάδα παρενοχλούν τον πολίτη. Αν εξαιρέσεις ελάχιστους, οι υπόλοιποι είναι ασήμαντες προσωπικότητες με σκανδαλώδη έλλειψη παιδείας. Είναι απλώς στοργικοί μπαμπάδες που νοιάζονται να κάνουν τα παιδιά τους υπουργούς και αρχηγούς. Μεγάλη μάστιγα....Είμαι αριστερός πριν ακόμα το ξέρω. Παρά τις αγκυλώσεις ή το μετεωρισμό της. Γεννήθηκα έτσι." (3)



 συνέντευξη, Β.Κ.Καλαμαράς, Βιβλιοθήκη 7/6/2002


"Για τον εαυτό του θα προτιμούσε να είναι αυτό που είπε ο Forster για τον Καβάφη: “Ένας κύριος με ψαθάκι, ακίνητος, λοξά στημένος ως προς τον άξονα του κόσμου” Αυτό θα ήθελε. Αλλά χωρίς ψαθάκι. Αλλά καθόλου κύριος." (4)



"Δρω ως αθάνατος, όπως οι Έλληνες"
συνέντευξη, Γ.Δ Σαρηγιάννης, 4/10/97 ΤΑ ΝΕΑ


"Το έργο του καθενός μας είναι το όχημα μας. Κι ο συγγραφέας είναι η βενζίνα αυτού το οχήματος. Για να κινηθεί το όχημα πρέπει να καεί η βενζίνα. Πατρίδα του συγγραφέα είναι ο εαυτός του. Η πατρίδα, ο τόπος που γεννήθηκε, είναι εμπόδιο στο συγγραφέα. Γιατί η πατρίδα συνήθως πάσχει, επαναστατεί και επιστρατεύει τον συγγραφέα να γράψει γι αυτή. Εξ ίσου εμπόδιο για το συγγραφέα είναι και η θρησκεία. Δεν τον αφήνει να γράψει αυτό που θέλει." (4)


συνέντευξη, Β.Κ.Καλαμαράς, Βιβλιοθήκη 7/6/2002

"Όταν με επισκέπτεται ένα έργο, δεν είναι ιδέες, είναι εικόνες. Αυτές έχουν την τάση να γεννάνε άλλες εικόνες και έτσι σε ένα διάστημα έξι-επτά μηνών έχουμε μια διαδοχή εικόνων, είναι η αρχή, η μέση και το τέλος. Τότε, επιτέλους, παραδέχομαι ότι υπάρχει αυτό το έργο και αρχίζω να κρατώ σημειώσεις, διαδικασία που κρατά άλλους επτά μήνες. Ξέρετε, δεν το κυνηγώ, όχι από σνομπισμό αλλά από ψυχισμό, αυτόν για τον οποίο μιλάει ο Ηράκλειτος. Λέει ότι τα πέρατα της ψυχής δεν θα τα βρεις ποτέ, όσους δρόμους και αν γυρίσεις γύρω της, διότι τόσο βαθύ λόγο έχει. Αυτό σημαίνει ότι η ψυχή είναι ένας χώρος μονίμως ενδιαφέρον."(5)

συνέντευξη, Ελένη Γκίκα, Εικόνες 8/7/92

"Το αίνιγμα του κόσμου το λύνουν μόνο οι παραβάτες, αυτοί που διαρρηγνύουν τον υμένα του φυσικού νόμου, αυτοί που αποστατούν, που στασιάζουν κατά της τυπικής ισορροπίας: ο Ραμόν Ναβάρο, η Μάρθα της εξορίας, η Ραραού της Μητέρας του σκύλου, η οικογένεια του Προς Ελευσίνα, ο Ελισσαίος και ο Ζάγρος του Παλαιού των ημερών...Δεν πράττουν κατ` ιδίαν πράξεις αλλά ενιαία πράξη κι είναι πράξη γενναιόδωρη, πράξη σπατάλης, αν όχι και ασωτείας” (6)



2.Υπάρχει φθορά στο ήθος Μανώλης Πιμπλής, ΤΑ ΝΕΑ
3 Στο μυαλό του Παύλου Μάτεσι Κατερίνα Αγγελιδάκη LIFO
4. Παύλος Μάτεσις από τη σειρά της ΕΡΤ “ΕΛΛΗΝΕΣ” Σοφία Τσιλιγιάννη
6. Δίσκος εν κινήσει, Γ. Βαρβέρης, περιοδικό Αλφειός 5.6.95 

* Παύλος Μάτεσις: «Αυτή είναι η απολογία μου» 


ΤΑ ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ 

Πατρίδα Χιλιονικημένη. (Μουσική: Σταύρος Ξαρχάκος, ερμηνεία: Νίκος Ξυλούρης & Χορωδία)
Πουλημένοι (Μουσική: Σταύρος Ξαρχάκος, ερμηνεία: Νίκος Ξυλούρης & Χορωδία)
Τη σπάθα σήκωσε και πάλι (Μουσική: Σταύρος Ξαρχάκος, ερμηνεία: Νίκος Ξυλούρης & Χορωδία)
Διόνυσε Καλοκαίρι μας (Μουσική: Σταύρος Ξαρχάκος, ερμηνεία: Νίκος Ξυλούρης)
Κουρσάρος (Μουσική: Λάκης Παπαδόπουλος, ερμηνεία Βασίλης Παπακωνσταντίνου)
Θα φύγεις μοναχή, (Μουσική: Λάκης Παπαδόπουλος, ερμηνεία Βασίλης Παπακωνσταντίνου)
Έρωτας στη Χαλκίδα (Μουσική Νίκου Δανίκα, ερμηνεία: Γιώργος Μαρίνος και Σοφία Χρήστου.)
Στο ερημονήσι Μύκονος (Μουσική Νίκου Δανίκα, ερμηνεία: Γιώργος Μαρίνος και Σοφία Χρήστου.)
Κόκκινα τριαντάφυλλα για μένα, (Μουσική Σταυρου Ξαρχακου ερμηνεία Κώστας Καράς)
Ο Μακ με το μαχαίρι, (απόδοση των στίχων του Μερτολ Μπρέχτ, μουσική Κουρτ Βάιλ, ερμηνεία Μελίνα Μερκούρη)
Στη λαϊκή οδό Ασκληπιού (Μουσική Λάκη Παπαδόπουλου, ερμηνεία Χαρά Αργυροπούλου)



επί του πιεστηρίου: Στο ρεπορτάζ της Μαρίας Παπάδη που μεταδόθηκε χθες κατά τη διάρκεια του κεντρικού δελτίου ειδήσεων  του Mega -o Μάτεσις αναφέρεται ως συγκραφέας- διαπίστωσα ότι χρησιμοποιήθηκε φωτογραφία που είχα ανεβάσει στο ποστ για το Graffito, για την οποία "φυσικά" δε μού ζητήθηκε σχετική άδεια και "φυσικά" αφαιρέθηκε το copy right. 





* Παύλος Μάτεσις: «Αυτή είναι η απολογία μου»

Πέμπτη, 17 Ιανουαρίου 2013

Επτά κάλπες


Και του λένε οι βουλευτές : «Από πού να βρεθούν στην ερημιά κάλπες τόσες πολλές για μας, ώστε να χορτάσει τόσο πολύ πλήθος;»  Και λέει σ’ αυτούς ο αρχηγός: «Πόσες κάλπες έχετε;» Εκείνοι είπαν: «Εφτά, και έναν Ψαριανό».  Τότε παράγγειλε στο πλήθος να ξαπλώσει πάνω στη γη  και έλαβε τις εφτά κάλπες και τον Ψαριανό και, αφού ευχαρίστησε το Θεό, τις άνοιξε με τα χέρια και έδινε στους βουλευτές (ψήφους), και οι βουλευτές στα πλήθη.  Και είδαν όλοι και χόρτασαν. Και σήκωσαν το περίσσευμα των ψήφων, σε εφτά μεγάλα καλάθια γεμάτα.

Και το πρωτότυπο από το Κατά Ματθαίον (15,32-39)
33 καὶ λέγουσιν αὐτῷ οἱ μαθηταὶ αὐτοῦ· πόθεν ἡμῖν ἐν ἐρημίᾳ ἄρτοι τοσοῦτοι ὥστε χορτάσαι ὄχλον τοσοῦτον;  καὶ λέγει αὐτοῖς ὁ ᾿Ιησοῦς· πόσους ἄρτους ἔχετε; οἱ δὲ εἶπον· ἑπτά, καὶ ὀλίγα ἰχθύδια.  καὶ ἐκέλευσε τοῖς ὄχλοις ἀναπεσεῖν ἐπὶ τὴν γῆν.  καὶ λαβὼν τοὺς ἑπτὰ ἄρτους καὶ τοὺς ἰχθύας, εὐχαριστήσας ἔκλασε καὶ ἔδωκε τοῖς μαθηταῖς αὐτοῦ, οἱ δὲ μαθηταὶ τοῖς ὄχλοις.  καὶ ἔφαγον πάντες καὶ ἐχορτάσθησαν, καὶ ἦραν τὸ περισσεῦον τῶν κλασμάτων ἑπτὰ σπυρίδας πλήρεις· 


Επί του πιεστηρίου: Συμφωνία για τέσσερις κάλπες  


Τετάρτη, 16 Ιανουαρίου 2013

Γενάρης έξω

Κάνει Γενάρη εκεί έξω. Μουδιασμένο κι ασυνάρτητο. Όπως και μέσα στις οθόνες. Μόνο που ο έξω είναι πιο ήσυχος από τον Γενάρη μέσα. Σχεδόν βουβός. Περίκλειστος σαν το τοπίο εδώ·  σαν τους ανθρώπους. Κατάκλειστες κι οι μέρες του στο λιγοστό τους φως. “Όμοιες η μια με την άλλη” σκέφτομαι.

Καμιά μέρα ίδια με την προηγούμενη δεν έχει” αντιλέγει συμπτωματικά κάποιος στη διπλανή παρέα στο καφενείο. Παλιότερα χάβρα, χαβαλές, πολιτικές κόντρες, ανελέητα πειράγματα. Τώρα εκκλησία. Και ψηλά στον τοίχο, ένα κομμάτι πιο καθαρό χρώμα, εκεί που βρισκόταν η αποκαθηλωμένη πλέον φωτογραφία του ηγέτη. Αμίλητοι οι θαμώνες γύρω από τα πράσινα τραπέζια. Στις ίδιες πάντα θέσεις. Ανακατεύουν, κόβουν, μοιράζουν, κατεβάζουν, κλείνουν, σημειώνουν. Γερνούν. Από το ραδιόφωνο άθλια τραγούδια σε χαμηλή ένταση από τοπικό σταθμό. Στην γιγάντια οθόνη παίζει κεντρικό δελτίο ειδήσεων. Ο ήχος κλειστός. Κανείς δεν γυρίζει να κοιτάξει. Οχυρωμένοι όλοι πίσω από τα φύλλα τους.

Οχυρωμένοι όλοι στα σπίτια τους. Εκτός από τα πρωινά που έχει λίγη κίνηση, οι δρόμοι της μικρής μας πόλης, έρημοι. Τα βράδια δεν βλέπεις ψυχή. Ούτε ο απόηχος των κλαρίνων της πρωτοχρονιάς απέμεινε, ούτε τα πλήθη που χόρευαν στους δρόμους. Έφυγαν κι οι κομπανίες με τα χάλκινα από τους γύρω νομούς και από τα Σκόπια. Σκόρπισε και το κέφι. Αναλήφθηκε κι εξανεμίστηκε μαζί με τους καπνούς από τις καμινάδες. Κοντά εκατό τόνοι ξύλα μοιράστηκαν από το δήμο. Εκατό και τα σπίτια που δεν έχουν ρεύμα. Διπλάσιες οι μερίδες στο καθημερινό συσσίτιο της εκκλησίας.

Πώς πάνε τα πράγματα;” ρωτάω φίλη που έχει εμπορικό κατάστημα. Κουνάει το κεφάλι της, ανοίγει το συρτάρι του γραφείου της και βγάζει ένα πάκο χαρτιά. “Έβαλα στη βιτρίνα για 2-3 μέρες αγγελία για πωλήτρια και ήρθαν 200 κοπέλες. Οι περισσότερες με πτυχία. Έβγαλα την αγγελία. Δεν ξέρω τί να κάνω. Κοιτάζω τα βιογραφικά μέρες τώρα και με πιάνει η ψυχή μου”.

Όποτε με πιάνει η ψυχή μου παίρνω το δρόμο για το ποτάμι. Μόνος. Παλιά με το ποδήλατο ήταν μια ανάσα δρόμος. Δυο ορθοπεταλιές. Με τα πόδια και τα χρόνια ο δρόμος φαίνεται παράξενα μακρύς. Η άπλα του κάμπου τελειώνει απότομα με έναν κατακόρυφο λόφο, ένα έξαρμα που κλείνει τον ορίζοντα καθώς ορθώνεται -τείχος κανονικό με το ποτάμι, τάφρο στα ριζά του. Στην κορυφή του ο Προφήτης Ηλίας. Παιδί ονειρευόμουν τη μέρα που θα έφτιαχνα μια ωραία σχεδία, θα την έριχνα στα νερά και θα έφευγα, σωστός Χοκ Φιν, πάνω στο ρεύμα. Από τον κλειστό μου τόπο μέχρι την ανοιχτή θάλασσα.

Ομίχλη. Υγρασία και κρύο. Όχι χιονιάς, μα κρύο και μονόχρωμη ερημιά. Ένα σκυλί γαβγίζει κάπου μακριά κι ύστερα λουφάζει. Οι ήχοι της πόλης που αφήνω πίσω μου λιγοστεύουν. Η βοή του ποταμού δυναμώνει. Καθώς πλησιάζω και πριν το δω, ακούω τις κροκάλες που χτυπιούνται παράφορα στο βυθό. Και τότε, για πρώτη φορά σκέφτομαι την αλλαγή σχεδίου. Όχι, δεν  αρκεί πια η απλή πλεύση πάνω σε σχεδία,  "κι όπου σε πάει το ρεύμα". Είναι ώρα να διαπλεύσω τον ποταμό. Να σκαρφαλώσω στον απότομο λόφο. Μέχρι την κορυφή. Από εκεί, πρώτα να δω, κι έπειτα να γυρίσω όλον το κόσμο, για να επιστρέψω πάλι εδώ, σωστός Φιλέας Φογκ. Από τον βουβό Γενάρη που κάνει μέσα- έξω, μέχρι τις Αλκυονίδες.

To a dead friend

Παρασκευή, 11 Ιανουαρίου 2013

Παραγγελιά


Ο νέος χρόνος έφτασε όπως πάντα την πρώτη Ιανουαρίου. Δεν είχε όμως καν προλάβει να ανοίξει τις αποσκευές του, να τακτοποιήσει τα ξυριστικά του στο μπάνιο, να κρεμάσει τα ρούχα του, να βάλει τα σώβρακά του και τις κάλτσες στα συρτάρια. Το ίδιο και οι καλικάντζαροι. Είχαν μεν πάρει να κατηφορίζουν από την μέρα των Φώτων μα δεν είχαν προλάβει ακόμα να φτάσουν στα έγκατα της γης όπου είναι το στέκι τους. Η δε καλή μας κυβέρνηση, ούτε κι εκείνη είχε προκάμει  να ανακοινώσει κάποιο καινούριο χαράτσι, να προβεί σε μια τόση δα μείωση μισθών και συντάξεων. Όλα κι όλοι είχαν ένα αργό ρυθμό, αυτόν που συνήθως ακολουθεί την εορταστική περίοδο. Όλοι; Ναι όλοι, εκτός του βιβλιοθηκάριου.

Την ερχόμενη Παρασκευή να ανεβάσετε φωτογραφίες με τα βιβλία που σας χάρισαν στις γιορτές και δίπλα τους να υπάρχει ένα λούτρινο παιχνίδι” ανακοίνωσε πριν λίγες μέρες στην πρωινή αναφορά. Μπορείς κάλλιστα να κάνεις μεταβολή από την ουρά της εφορίας χωρίς να φτάσεις στο ταμείο. Μπορείς να περάσεις σφαίρα από τα διόδια χωρίς να πληρώσεις. Μπορείς να πεις “όχι” σε όλους και όλα. Σε όλους, εκτός από τον βιβλιοθηκάριο. Ακόμα κι αν δεν έχεις πάρει ούτε ένα δώρο αυτές τις γιορτές. Ούτε βιβλία, ούτε λούτρινα παιχνίδια. Ακόμα κι αν το χαρτζιλίκι που έβγαλες από τα κάλαντα πήγε να βουλώσει  τρύπες στη βάρκα που μπάζει από παντού και δεν κατατέθηκε ολόκληρο, όπως άλλες χρονιές, σε βιβλιοπωλεία. Ακόμα κι αν ο Άγιος Βασίλης, προσπέρασε την καμινάδα σου χωρίς στάση. Ακόμα και τότε πρέπει να βρεις τρόπο να ανταποκριθείς στο πρόσταγμά του στρατηγού βιβλιοθηκάριου. Όσοι τον ξέρετε δεν χρειάζεται να σας εξηγήσω γιατί. Καταλαβαίνετε και μόνοι σας. Όσοι πάλι δεν τον ξέρετε και να σας εξηγήσω δεν θα καταλάβετε. 

Σήμανε λοιπόν συναγερμός. Επιστράτευσα πρώτο και καλύτερο το στρατιωτάκι που επέζησε από τις μάχες, ενώ οι άλλοι πέντε σύντροφοί του χάθηκαν άδοξα στα χαρακώματα. Τον κατσιασμένο γάτο -παλαίμαχο λούτρινο- που ποζάρει μαζί μου, νεαρός και φουντωτός σε όλες ανεξαιρέτως τις φωτογραφίες της βρεφικής μου ηλικίας. Και βέβαια μερικά από τα αγαπημένα μου βιβλία της εποχής του δημοτικού. Κυρίως όπως βλέπετε Ιούλιο Βερν. Τα άλλα αγαπημένα, την Ελληνική Μυθολογία, τον Ροβινσώνα Κρούσο, τον Τομ Σόγερ, τον Χοκ Φιν, τα κράτησα καβάντζα για του χρόνου. Γιατί σίγουρα ο βιβλιοθηκάριος και το 2014 τέτοιες μέρες θα μας ζητάει τα ίδια και βέβαια για τόσο σοβαρό θέμα όπως ένα ποστ, δεν μπορώ να βασίζομαι ούτε στις ελπίδες για ανάκαμψη της οικονομίας μας, μα ούτε και στη συνέπεια του Άγιου Βασίλη.