Τρίτη, 13 Μαΐου 2014

Το “το...”



 Τον παίδευε και το παίδευε σχεδόν δυο χρόνια. Όταν θεώρησε ότι είχε πλέον ολοκληρωθεί, αποφάσισε να το δώσει σε ένα φίλο του, φιλόλογο, που ήξερε ότι έγραφε και συνεχώς τον ρωτούσε πώς πάει το “το...”. Έτσι άλλωστε το είχε βαφτίσει ο ίδιος μια που δεν μπορούσε ούτε τίτλο να του δώσει, ούτε να το χαρακτηρίσει. Στην πρώτη σελίδα του αντιγράφου μάλιστα, σημείωσε χειρόγραφα, τελευταία στιγμή στη θέση του τίτλου : “το...”

 Την επόμενη μέρα ο φίλος τού τηλεφώνησε και τού είπε ενθουσιασμένος ότι το “το...” ήταν πολύ καλό. Εξαιρετικό. Βιάστηκε όμως να συμπληρώσει ότι χρειαζόταν ένα γερό κόψιμο που όχι μόνο ήταν πρόθυμος να κάνει, αλλά θα του έδινε μεγάλη χαρά. Συμφώνησε περισσότερο από περιέργεια, παρά γιατί είχε καταλάβει τι ακριβώς εννοούσε όταν έλεγε ότι σε “αρκετά σημεία πλατείαζε και ξέφευγε από το βασικό στόχο”.

 Το παρέλαβε στο ένα τρίτο του αρχικού. Το διάβασε και με βαριά καρδιά παραδέχτηκε ότι ο φίλος είχε δίκαιο. Ωστόσο δεν έκανε καμία κίνηση για αναζήτηση εκδότη -κάτι που είχε αποφασίσει ότι θα έκανε  τη στιγμή που έγραφε την πρώτη φράση του “το...”- αλλά το άφησε στο συρτάρι του. Πότε -πότε, το έβγαζε και το ξαναδιάβαζε προσπαθώντας να συνηθίσει στην ιδέα ότι είχε απομείνει μόλις το ένα τρίτο του αρχικού. Κι ότι ήταν βέβαια δικό του.

 Ένα χρόνο αργότερα σε παρουσίαση βιβλίου, εντελώς τυχαία, γνώρισε έναν κριτικό λογοτεχνίας από τους πιο αυστηρούς και διεισδυτικούς της πιάτσας. Τόλμησε να του πει ότι κι εκείνος κάτι είχε γράψει. Δεν είχε προλάβει να το πει “το...”, όταν ο κριτικός με αναπάντεχο ενθουσιασμό τού πρότεινε: “Μα να μού το στείλετε αγαπητέ μου, θα χαρώ πολύ να το διαβάσω!”. Την επόμενη  μέρα άφηνε στο θυρωρείο της εφημερίδας που εργαζόταν ο κριτικός, ένα φάκελο με το κομμένο αντίγραφο.

 “Αριστούργημα!” ήταν η πρώτη κουβέντα που άκουσε μια βδομάδα αργότερα, από τον κριτικό σε συνάντηση που είχαν κανονίσει. Δεν πίστευε στα αυτιά του και καθώς προσπαθούσε μέσα του να βολέψει τη χαρά που φούσκωνε, δεν έδωσε και πολύ σημασία στην συνέχεια των λόγων του κριτικού: “...στρεβλὲς εστιάσεις, πληθωρισμὸς μέσων, σπατάλες...”. Μόνο τη στιγμή που ο κριτικός άνοιξε το φάκελο που κρατούσε και έβγαλε μια σελίδα λέγοντας “...πήρα το θάρρος να περικόψω κάποια σημεία που αποδυνάμωναν το κείμενο”, συνειδητοποίησε ότι αν ο φιλόλογος που προηγήθηκε έκανε περικοπές, ο κριτικός ήταν χασάπης.

 Πρέπει να σκοτείνιασε πολύ. Ο κριτικός το πρόσεξε,  τού χαμογέλασε, τον χτύπησε ενθαρρυντικά στην πλάτη και του ανακοίνωσε με επισημότητα ότι την προηγούμενη είχε δώσει ο ίδιος το “το...” - ναι έτσι το είπε-  “χέρι με χέρι”, στον Χ, στον σηματικότερο εκδότη της χώρας, ο οποίος ενθουσιάστηκε και επιθυμεί να το εκδόσει άμεσα. “Να επικοινωνήσετε σήμερα κιόλας μαζί του. Περιμένει τηλεφώνημά σας” είπε ο κριτικός σημειώνοντας στο πίσω μέρος της μοναδικής σελίδας του κειμένου που είχε απομείνει από το “το...”, το τηλέφωνο του εκδότη.

 Ένα μήνα αργότερα, αφού είχαν προηγηθεί δύο συναντήσεις με τον εκδότη, ο επιμελητής του εκδοτικού οίκου -ο σχολαστικότερος του συναφιού-  τού έστειλε με ηλεκτρονικό μήνυμα, τη μακέτα του εξωφύλλου και το διορθωμένο, το τελικό, το υπό έκδοση κείμενο. Άνοιξε το επισυναπτόμενο αρχείο και διάβασε. Το κείμενο ήταν μόνο μια πρόταση. Ωστόσο ο τίτλος παρέμενε ο ίδιος. Στο υπόλευκο εξώφυλλο, ψηλά πάνω το όνομά του, στη μέση ο τίτλος “το...” και κάτω το όνομα του εκδοτικού οίκου. Όλα κεντραρισμένα.

 Ήταν το εκδοτικό γεγονός της χρονιάς. Οι διθυραμβικές κριτικές διαδεχόταν η μια την άλλη. Ο κριτικός/χασάπης μάλιστα, σε εκτενές σημείωμά του, υπαινίχθηκε ότι το “το...” θα μπορούσε κάλλιστα να διεκδικήσει Νόμπελ. Οι παρουσιάσεις στις οποίες συνέρρεαν πλήθη - όχι μόνο στο κέντρο αλλά και στην επαρχία- δεν είχαν τέλος και το τηλέφωνό του δεν σταματούσε να χτυπά για συνεντεύξεις σε εφημερίδες, περιοδικά και κανάλια. Για να μη μιλήσουμε για τα αναρίθμητα ηλεκτρονικά μηνύματα που λάμβανε καθημερινά από αναγνώστες που ήθελαν να τον συγχαρούν, να τού εκφράσουν τον θαυμασμό τους για τη γραφή του, να τού πουν ότι αυτό το πολυσέλιδο βιβλίο με τη μια μόλις πρόταση, το “το...” του, τους άλλαξε τη ζωή.


 Προμηθεύτηκα το “το...” την πρώτη μέρα που κυκλοφόρησε· στην πρεμιέρα των παρουσιάσεων. Μετά από μια ώρα στην ουρά, ο συγγραφέας μού υπέγραψε το αντίτυπο κάτω από μια μακροσκελή και συγκινητική αφιέρωση. Άρχισα να το διαβάζω το ίδιο βράδυ. Το ξαναδιάβασα αρκετές φορές. Αν σήμερα δεν γράφω κριτική ή έστω μια παρουσίαση για αυτό το σημαντικό βιβλίο, είναι γιατί ενώ έχουν ήδη γραφτεί τόσες πολλές,  από σημαντικές πένες, κανείς ως τώρα δεν έχει μιλήσει για αυτή την ιστορία που μόλις διαβάσατε. 


στον Γ.Β που το προκάλεσε


η εικόνα από εδώ


5 σχόλια:

silia είπε...

surréalisme...

Nefosis A είπε...

Ωραιότατο αν και κάπως μακροσκελές :)

Τσαλαπετεινός είπε...

silia: Από τη ζωή όμως βγαλμένο ;-)

Τσαλαπετεινός είπε...

Nefosis A : Α! Αυτό που βλέπεις είναι ο,τι απέμεινε μετά τις περικοπές του επιμελητή του ιστολογίου.

;-)

Γιώργος Κατσαμάκης είπε...

Τραμπαλίζει κάπως το διακορευμένο...