Παρασκευή, 28 Νοεμβρίου 2014

Στο super market


 Στο super market της γειτονιάς άλλαξαν τα καρότσια. Τα παλιά μεγάλα -που δεν ήταν φθαρμένα- αντικαταστάθηκαν από μικρά, σχεδόν παιδικά. Αν ρωτήσει κανείς, η επίσημη εξήγηση σίγουρα θα είναι: είχαν παλιώσει ή έτσι μικρό που είναι το κατάστημα, στους στενούς διαδρόμους ήταν δύσκολη η κυκλοφορία των μεγάλων. Εμείς όμως ξέρουμε τον πραγματικό, τον ανομολόγητο λόγο. Τα μεγάλα δεν γεμίζουν πλέον· με τα μικρά όμως κάτι γίνεται και έτσι ο καταναλωτής, αν θέλει, μπορεί να έχει την ψευδαίσθηση ότι τίποτα δεν έχει αλλάξει από παλιά.


 “Θες κούρεμα” μου λέει ο ψηλός στα τυριά. “Θέλω και φέτα” του απαντάω και γελάει. Από το βαρέλι, βγάζει Κεφαλλονιάς. Κόβει όσο ακριβώς θέλω, χωρίς να του πω. Ξέρει. Δεν ξέρω το όνομά του, δεν ξέρει το δικό μου. Είμαστε φίλοι όμως. Πριν από χρόνια βρεθήκαμε σε μια πορεία. Ξαφνιάστηκα που τον είδα. Ξαφνιάστηκε που με είδε. Δυο κουβέντες αλλάξαμε τότε και πριν χωρίσουμε ρίξαμε από ένα χτύπημα ο ένας στην πλάτη του άλλου. Μετά, για αρκετό καιρό δεν τον είδα στο super market. “Έχασα τη γυναίκα μου. Σαράντα δύο χρόνων...” μού είπε όταν ξανάρθε και τότε πρόσεξα πόσο είχε ασπρίσει. “Ορίστε η φέτα, αλλά να κουρευτείς” επιμένει.

 Με το καλάθι στο ταμείο. Πίσω της μικρή ουρά. Υπομονετική, αμίλητη, γεμάτη κατανόηση για την καθυστέρηση, καθώς από τα ήδη χτυπημένα είδη κάποια αφαιρούνται. -Σύνολο 29.60 -Κάτι ακόμα... –Τώρα είναι 25.25. Εντάξει; -Να βγάλουμε κι αυτό. Να πάει το πολύ 20 ευρώ. Τα καταφέρνουν τελικά, αφαιρώντας είδη να κατεβάσουν το λογαριασμό στα 19.80. Μια σακούλα πράγματα. Τα απολύτως απαραίτητα. Τα ρέστα από το εικοσάρικο θα τα βάλει μαζί με άλλα ψιλά σε ένα μικρό πορτοφόλι. Όλα μαζί, ζήτημα να συμπληρώνουν ένα ευρώ.

 Τον έχω δει στην πίσω πλευρά, εκεί που είναι η αποθήκη και αράζουν τα φορτηγά να ξεφορτώνει κιβώτια. Και μέσα τον έχω δει να αραδιάζει προϊόντα στα ράφια. Κάνει τσιγάρο στη κεντρική είσοδο και πότε πότε σκύβει και κόβει ξερά φύλλα από τις τριανταφυλλιές. Τρία τετραγωνικά χώμα, έξι ρίζες. Όλες μικρές, οι mini. Ροδώνας κανονικός και γύρω πλάκες πεζοδρομίου. Τις πουλούσαν, αλλά αυτές απότιστες μαράθηκαν. Όλα έχουν τη φύρα τους. Τις πήρε από τον μεγάλο κάδο που τις είχαν πετάξει, τις φύτεψε και τις φροντίζει χρόνια τώρα. Έπιασαν, ξεπετάχτηκαν και είναι ακόμα ανθισμένες, τέλη Νοέμβρη. 


*Διαβάστε το γκλιν γκλον του Σάιλεντ

*Αναδημοσίευση στο tvxs 

Δεν υπάρχουν σχόλια: