Τρίτη, 21 Ιουλίου 2015

Νίκος Χουλιαράς 1940-2015

-Πρωί-

Το σπίτι, μες στα μεγάλα θαλασσόδεντρα, μόνο του στον μικρό κολπίσκο κι η θάλασσα από κάτω του -ακύμαντη στο φως του πρωινού. Ξανοίγεται απ` την ακτή, και φτάνει ως την άκρη του ορίζοντα· καταγάλανη.
Δυο- τρία έντομα, αόρατα, τρίβουν το πριονίδι της σιωπής κάνοντας τη σιωπή ακόμα εντονότερη και ο Χαρίλαος Πετούσης πίνει καφέ με τη γυναίκα του αμίλητος στη χαμηλή βεράντα.
Τίποτα απολύτως δεν συμβαίνει εκεί γύρω, γιατί, απλούστατα, δεν θα μπορούσε να συμβεί τίποτε άλλο που να 'ναι πλουσιότερο απ' αυτή την ησυχία.
Κάποια στιγμή ο άντρας σηκώνεται απ' την καρέκλα. Κατεβαίνει ήρεμα τα δυο σκαλιά που χωρίζουν το σπίτι από την αμμουδιά και, σκύβοντας, σηκώνει από κάτω ένα βοτσαλάκι. Γέρνει με τέχνη, το κορμί στα πλάγια και το πετάει στο νερό.
Το άσπρο πραγματάκι κάνει πεντέξι αναπηδήματα στην επιφάνεια της θάλασσας κι αμέσως ύστερα βυθίζεται, αφήνοντας ένα μικρό κυκλάκι πάνω στο γαλάζιο.
Τότε, ο Χαρίλαος Πετούσης -με το πρόσωπο λουσμένο στο φως- γυρνάει προς το μέρος της γυναίκας του. “Τί ευτυχισμένο πρωινό!” της λέει ήσυχα, “δεν θα ήθελα να ήμουν πουθενά αλλού, Ματούλα”.

(από το Μια μέρα πριν δυο μέρες μετά, εκδόσεις Νεφέλη, 1998)




-Τα λόγια που είπε ο Μάρκος Μπότσαρης στο λόρδο Βyron, στα ελληνικά και χωρίς την παρουσία διερμηνέως, στη συνάντηση που όρισε γι’ αυτόν ακριβώς το λόγο ο Νίκος Χουλιαράς-


Καμιά πενηνταριά οργιές μακριά απ’ το σπίτι, εκεί, στο δρομάκι που βγάζει ίσια στη μεγάλη ντάπια, στο μέρος που ο δρόμος στενεύει κι αριστερά στο πλάι του κάνει μια καμπουρίτσα, εκεί είναι μια πέτρα. Πέτρα σκούρα σαν καπνός.
  Εκεί ακριβώς, κάτω απ’ την πέτρα, έχει χώμα. Κίτρινο θαμπό στα πλάγια που όσο πάει και μαυρίζει προς τη μέση. Από κει αρχίζει μια λακουβίτσα με νερό. Στην άκρη το νερό και δεξιά καθώς κοιτάμε προς τα κάτω, έχει τέσσερα χορταράκια κατεβατά. Το πρώτο είναι μαυροκίτρινο, το δεύτερο, κρατημένο απ’ το πρώτο, είναι πράσινο χλωρό. Τ’ άλλα τα δυο, είναι κιτρινωπά, κι έχουν απάνω κάτι σποράκια καφετιά που κοκκινίζουν προς τις άκρες.
Εκεί που τελειώνουν τα χορτάρια, αρχίζουν απότομα κάτι γκρεμνά ― μαύρα βραχάκια, γεμάτα σκισμές. Το νερό της λακούβας είναι θολό και κρατάει τα βραχάκια μέσα του ανάποδα, βουνά μαυροπράσινα που μεγαλώνουν, και τις σκισμές, ποτάμια μαύρα που ραγίζουν το νερό κι ανοίγουν μέσα στη θολούρα σα να ’ναι χώρος θαλάσσιος μεγάλος, πιο μεγάλος κι απ’ τη δική σας την αυτοκρατορία.

 Εκεί απάνω, περνάνε τώρα που σου μιλάω, μυγίτσες και ζωύφια. Ανηφορίζουν και κατεβαίνουν. Γυαλίζουν λίγο κι ύστερα χάνονται. Εκεί απάνω, σαλεύει ακόμα, ένα άσπρο φτερό σαν ερημιά.


 Σ’ αυτήν εκεί τη λακουβίτσα εγώ την είδα την πατρίδα μου. Μεγάλη, μαύρη, γεμάτη ζάρες και μυστικά. Με θάλασσες πολλές και βράχια. Με σκοτεινά περάσματα και πετεινά από αίμα. 

(από το Το Μπακακόκ, Νεφέλη 1988)

Ο Νίκος Χουλιαράς, ο σημαντικός ζωγράφος, πεζογράφος, ποιητής, στιχουργός και τραγουδιστής, πέθανε χθες 20 Ιουλίου, σε ηλικία 75 ετών.

Στην Ψαραλυκή της Αντιπάρου. Φωτογραφία: Σωτήρης Κακίσης

update:


Νίκος Χουλιαράς: Μια γεμάτη ζωή με εφόδιο την τέχνη, Πολυ Κρημιώτη

Από τα γυρίσματα του Λούσια, στα Γιάννενα το 1989, από το αρχείο του ηθοποιού Μάριου Καραμάνη που ενσάρκωσε τον ομώνυμο ρόλο.

2 σχόλια:

Πιγκουίνος είπε...

Ήταν πολύ ενδιαφέρουσα περίπτωση ο Χουλιαράς.
Και μέσα σε αυτό το χάος μαύρων σκέψεων, ειδήσεων και διαξιφισμών, σε ευχαριστώ που σκέφθηκες να αφιερώσεις ένα ποστ με τα όμορφα αυτά αποσπάσματα. Ακόμα μία απώλεια. Άλλοι φεύγουν, άλλοι χάνονται, κι εμείς μένουμε λιγότεροι. Κυριολεκτικά και μεταφορικά.

Την καλημέρα μου!

Τσαλαπετεινός είπε...

Πιγκουίνε, ξάδελφε μού στοίχισε αυτός ο θάνατος. Τον θαύμαζα πολύ έτσι "πολύτροπος" που ήταν. "Είμαι συγγραφέας όταν γράφω, ζωγράφος όταν ζωγραφίζω, μουσικός όταν φτιάχνω τραγούδια. Κι όταν δεν κάνω τίποτε απ' αυτά δεν είμαι τίποτε". (από την Πολυ Κρημιώτη στην Αυγή)

Το ποστάκι πρόχειρο, βιαστικό, δεν ήταν παρά η δικαιολογία για ανατρέξω σε κείμενα, ζωγραφιές και μουσικές. Τού αξίζει ένα αφιέρωμα, που ελπίζω να το ετοιμάσω κάποια στιγμή.