Τετάρτη, 15 Ιουλίου 2015

Greecut and exit


Κλείσε τις οθόνες τώρα, σήκω -δεν σηκώνει άλλες αναβολές- και πιάσε μου ένα πριόνι. Όχι αυτό, το άλλο, το ενισχυμένο μας χρειάζεται. Έτσι μπράβο! Λοιπόν, θα αρχίσουμε τη δουλειά από την Ήπειρο. Το πρώτο κόψιμο θα γίνει στο ύψος που είναι η Δασιά της Κέρκυρας. Εκεί θέλει προσοχή, είναι στενόμακρη η λωρίδα και πρέπει να μη σπάσει, να βγει σωστά. Μετά, θα ανηφορίζουμε πριονίζοντας άκρη- άκρη όλη την Ήπειρο και μετά τη Μακεδονία. Τον νου σου όμως γιατί πρέπει να βγει καθαρό και τσίλικο το σόκορο. Πάνω στις Πρέσπες, εκεί που είναι μαλακό το χώμα, μουσκεμένο από τις λίμνες, θα το δεις, θα φύγει γρήγορα η δουλειά. Παραπέρα, βόρια, στο όρος Κερκίνη, μάλλον θα χρειαστεί να αλλάξουμε λάμα στο πριόνι, αλλά το μισό και παραπάνω χαμαλίκι θα έχει γίνει. Χωρίς να το καταλάβουμε θα φτάσουμε στο δέλτα του Έβρου. Ένα μέτρο πριν το τέλος σταματάμε και ξαποσταίνοντας περιμένουμε να βραδιάσει. Την ώρα που αρχίζουν τα δελτία των οκτώ, το ξαναπιάνουμε και αποτελειώνουμε τη δουλειά. Όταν θα ακούσεις κρακ, το πριόνι θα έχει βγει και θα μουσκεύει στο Θρακικό· κι εμείς θα έχουμε αποκόψει μια και καλή τα χερσαία σύνορα της χώρας από Βαλκάνια και κυρίως από Ευρώπη.

Δε θα πρέπει να χαλαρώσεις όμως, ούτε να πεις, “πάει αυτό ήταν τέλειωσε” γιατί τα δύσκολα είναι μπροστά μας. Πρέπει να βρεθούμε με μιας ἀπόπροθεν. Από τη Θράκη, πέρα στη Γαύδο -ἔνθα δολόεσσα Καλυψώ, ναίει εὐπλόκαμος(1) - στην νότια μεριά, εμείς οι δύστηνοι ανάμεσα στους κέδρους και στα αλμυρίκια, θα βάλουμε μέγα κοτσαδόρο. Τότε μέσα από τα σκοτάδια του Λυβικού θα δεις να καταπλέει το ρυμουλκό. Κατάφωτο, έτοιμο να μας τραβήξει για λίγο νότια, προς Αίγυπτο μεριά κι ύστερα θα κάνει τις μανούβρες που είναι απαραίτητες για να στρίψουμε. Μη φοβηθείς για τα νησιά μας, ούτε για το σχήμα της χώρας· υπάρχει πλέγμα κάτω, στα ριζά και τα συγκρατεί, αναλλοίωτη θα σαλπάρει. Λίγο μετά τον απόπλου θα ακούσεις φωνές αλλά μη δώσεις σημασία· θα είναι οι πασηθυσία που θα απαγγέλουν βραχνιασμένοι από την επανάληψη, το τροπάρι του τρόμου. Να έχεις όμως μάτια ανοιχτά στο πέλαγος. Αρμενίζουν ξυλάρμενα*, πλεούμενα κατάφορτα ψυχές, πιότερο από μας δύστηνες. Να ρίξεις σχοινιά να τους τραβήξουμε. Να δώσεις χέρι να ανέβουν. Μυρίζουν μπαρούτι και φόβο, μα θα δεις, θα γαληνέψουμε όλοι -κι αυτοί και μεις- εν πλω.


Σαν στρίψει η χώρα, με την Κρήτη πλώρη και πρύμνη τη Μακεδονία και τη Θράκη, θα βάλουμε ρότα δυτικά. Λίγο το ρυμουλκό, λίγο ο Λεβάντες θα ξεφύγουμε από όλα. Τότε θα πάρεις ανάσα όπως παλιά. Θυμάσαι; Τότε που έμπαινες καλοκαίρι στο καράβι για τα νησιά και τα άφηνες όλα πίσω; Έτσι και τώρα. Όλα πίσω μας θα τα αφήσουμε. Μια και καλή. Με ένα τσιγάρο θα αράξουμε αμίλητοι στην κουπαστή έξω από το ακομοδέσιο*. Θα αφουγκραζόμαστε τους παφλασμούς πάνω στο γέρικο σκαρί μας που θα στενάζει από την καρίνα* μέχρι την εσχατιά του πιο ψηλού του άλμπουρου. Θα στενάζει βαριά μα θα αντέχει. Με το βλέμμα ψηλά θα συλλαβίσουμε από την αρχή το αλφαβητάρι των άστρων μέχρι τη στιγμή που θα ανατείλει στη χάση του το φεγγάρι. Λειψό, κομμένο νυχάκι, θα το δεις να σκορπίζει τα λιγοστά του ασήμια στα μαύρα νερά της Mare Nostrum. Χωρίς να το καταλάβεις θα αρχίσεις να λογαριάζεις τις μέρες που μας χωρίζουν από το ολόγιομο, στο τέλος αυτού του βασανιστικού και ασυνάρτητου Ιουλίου, ξέροντας με σιγουριά πια, ότι σε άλλους παραλλήλους θα το δεις να ανατέλει.

Όταν θα διακρίνουμε δυο λευκές αναλαμπές ανά δώδεκα δευτερόλεπτα από το φάρο της Delimara, θα καταλάβουμε ότι απέχουμε μόνο λίγα μίλια από τη Μάλτα. Μπροστά μας θα μισοφαίνεται η Λαμπετούζα και αριστερά, στο νότο, νυσταγμένα τα φώτα του Σφαξ. Στενό το πέρασμα ανάμεσα Σικελία και Αφρική, με τη Μάλτα στη μέση να μας φράζει την πορεία, μα τώρα που κινήσαμε δε μας σταματά πια κανένα εμπόδιο. Ότι δεν λύνεται, κόβεται κι ότι σε σταματά το υπερπηδάς.

Το λοιπόν! Θα κάνεις σινιάλο στο καπετάνιο του ρυμουλκού να κάνει κράτει τις μηχανές. Από το στρίντζο* θα βγάλουμε και θα φουντάρουμε* την άγκυρα. Μόλις αράξουμε αρόδου*, με το κροτάλισμα της καδένας ακόμα στα αυτιά μας, θα τρέξεις να φερμάρεις* με τη σειρά τους κάβους στις αματσακόνιστες* μπίντες* που είναι στις βαριές γωνιές: Μάταλα, Κατάκολο, Παλιά Επίδαυρο, Πάργα, Ψαράδες, Διδυμότοιχο και σίγουρα έναν στο Αλιβέρι. Σβέλτα θα πιάσω να δέσω γερά Αργοστόλι, Παλιοκαστρίτσα, Πλώμαρι, Βροντάδο, Λίνδο, Απείραθο και Γιάλη. Άμα τελειώσουμε θα ζυγίζουμε καλά τους κάβους για να μη μπατάρει η χώρα -δεν είναι ώρα για άλλες αβαρίες*- και όλους μαζί θα τους τεζάρουμε πάνω σε μέγα κρίκο.

Με το γλυκοχάρμα θα δεις στον ορίζοντα ένα αερόστατο. Θα πλησιάσει, θα χαμηλώσει και θα μας πετάξει από ψηλά, μια σαλαμάστρα* εννιάκλωνη με γάντζο γερό στη άκρη της. Πάνω του θα κοτσάρουμε τον κρίκο με τους κάβους και θα φωνάξουμε με όση δύναμη μας απομένει, ένα “βίρα” ουρλιαχτό, να ακουστεί μέχρι τη Βαλτική. Στην αρχή θα νιώσεις ένα τράνταγμα, θα παλαντζάρει πέρα δώθε η χώρα κι ύστερα, λίγο- λίγο θα πάρει το δρόμο της Ανάληψης· ίδια η ωραία Ρεμέδιος, μετά από δυο χιλιάδες και βάλε χρόνια μοναξιάς, παράξενα αθώα κι εκτυφλωτική, με τα νερά της, φουστάνια γαλανά να ανεμίζουν διάφανα στη δροσιά του πρωινού. Μια ρημαγμένη Ρεμέδιος που θα φυλάξει την άγκυρα στον ιδρωμένο της κόρφο, προαιώνιο στολίδι και μουσκεμένο φυλαχτό, μα θα αμολύσει την καδένα. Και θα τη δεις να πέφτει και να χάνεται στα νερά, ανοιχτά της Τύνιδας εκεί που ήταν αραγμένα τα πλοία του Σκίπιωνα λίγο πριν ρημάξει την Καρχηδόνα. Θα διακρίνεις από ψηλά τα απομεινάρια της αρχαίας πόλης και τότε, χωρίς να το καταλάβεις θα γυρίσεις να κοιτάξεις πίσω. Η γωνιά που αφήσαμε αδειανή, θα έχει πια καλυφθεί από νερό. Και το νερό δεν λέει τίποτε από τα μυστικά του.(2) Μόνο οι γερο-Κάτωνες κάθε τόσο επαναλαμβάνουν: Delenda est Carthago.


Αν θες να βγει το μαζεμένο αχ από μέσα σου, κοίτα την ομορφιά που απλώνεται τριγύρω: ουρανός ανέφελος, Μεσόγειος γυαλί στο πρωινό της μεγάλης εξόδου και η στεριά απλωμένος πορτολάνος*. Δε θα χορταίνουν τα μάτια σου ομορφιά. Μια σταβέντο, μια σοφράνο* θα τρέχουμε και θα σου δείχνω εναλλάξ το Κάλιαρι, το Αλγέρι, τη Μαγιόρκα κι ύστερα τη Μάλαγα με τα πόδια της βουτηγμένα στη θάλασσα του Αλμποράν, δυο πνοές από τις Ηράκλειες Στήλες. Εκεί στην εσχατιά της Μεσογείου και μπουκαπόρτα του Ατλαντικού να έχεις τα μάτια σου ανοιχτά, μπας και διακρίνεις κάτω από τα στραφταλίσματα των νερών την Ατλαντίδα, εκείνη που “...όταν οι άλλοι την εγκατέλειψαν, αναγκασμένη να πολεμήσει μόνη, αφού άγγιξε τον έσχατο κίνδυνο, νίκησε τους εισβολείς, έστησε τρόπαιο, και δεν άφησε να υποδουλωθούν αυτοί που ποτέ δεν είχαν γίνει δούλοι.”(3)

Μόλις περάσουμε πάνω από την Ταγγέρη, το αερόστατο θα αρχίσει να κατεβαίνει. Θα μας καθελκύσει απαλά πάνω στον ωκεανό και σιγά -σιγά θα χαθεί στον ορίζοντα όπως ακριβώς εμφανίστηκε. Σαν καλοτάξιδο σκαρί μετά το καλαφάτισμα, η χώρα θα δεχτεί τους πρώτους κυματισμούς. Εμείς σβέλτα στα έγκατα, θα ζυγιάσουμε καλά το έρμα*- πρέπει να είμαστε έτοιμοι για τις πιο μεγάλες φουρτούνες και τους κυκλώνες που σίγουρα θα βρούμε στη ρότα μας. Ύστερα κατάκοποι, με μάτια κόκκινα να τσούζουν από την αγρύπνια, θα σταθούμε στην πλώρη μπροστά στην πρωτόγνωρη απεραντοσύνη του Ατλαντικού. Θα κρατηθούμε γερά από το πρότονο*. Λίγο πιο κάτω, η γοργόνα, το μόνο τιμαλφές που μας απέμεινε, δεμένη αιώνες τώρα στο πλωριό ποδόσταμο, αγέλαστη θα στήνει τα στήθη της στη φουσκονεριά. Και τότε, εμείς που ούτε στην ελπίδα πια ελπίζαμε, θα βιράρουμε*  πρώτα το φλόκο* κι ύστερα τη μαΐστρα*, όρτσα για το άγνωστο. 



1 Ομήρου Οδύσσεια Η (στίχοι 245-246)
2 Nίκος Εγγονόπουλος. Μπολιβάρ, ένα ελληνικό ποίημα.
3 Πλάτωνα, Τίμαιος 25c (μτφ Γιώργου Σεφέρη)




Γλωσσάρι ναυτικών όρων

Αβαρία: Ζημιά.
Ακομοδέσιο: ο χώρος ενδιαίτησης του πληρώματος.
Αρόδο: παραμονή σκάφους έξω από λιμάνι, χωρίς δέσιμο σε σταθερό σημείο της ξηράς.
Βίρα: τραβώ, σηκώνω
Έρμα (ή σαβούρα): το βάρος στον πυθμένα ενός σκάφους -μόνιμο ή προσωρινό- που ρυθμίζει την ευστάθεια.
Ξυλάρμενο: ακυβέρνητο
Καρίνα: το κατώτερο τμήμα του σκελετού ενός πλοίου που εκτείνεται από την πλώρη ως την πρύμνη
Κοτσάρω: γαντζώνω
μαΐστρα: μεγάλο πανί που σηκώνεται πίσω από το κατάρτι και αποτελεί το βασικό πανί ενός ιστιοφόρου σκάφους
Ματσακονίζω: ξεσκουριάζω
Μπίντα: Δέστρα
όρτσα: ολική ανάπτυξη ιστιοφορίας, ή εκμετάλλευση του ανέμου
Ποδόσταμο: (πλωριό και πρυμιό) Δομικά δοκάρια, προεκτάσεις της καρένας στην πλώρη και στην πρύμνη σχεδόν κάθετά της.
Πορτολάνος: ναυτικός χάρτης
Πρότονος: Ισχυρό σχοινί ή συρματόσχοινο που δένεται στην πλώρη του πλοίου για την αντιστήριξη των ιστίων. Πάνω του ανοίγει τη μια πλευρά ο φλόκος.
Ρότα: πορεία
Σαλαμάστρα: σκοινί πλεγμένο με 3, 5 ή με 9 νήματα.
Σταβέντο: η αντίθετη από τον άνεμο πλευρά του σκάφους.
Σοφράνο: η προσήνεμη πλευρά του σκάφους
Στρίντζο: χώρος αποθήκευσης της άγκυρας
Τεζάρω: τεντώνω, σφίγγω
Τσηφ: ο πρώτος μηχανικός
Φερμάρω ή καργάρω: Τεντώνω, σφίγγω (σκοινιά, κάβους)
Φλόκος: μικρός τριγωνικό πανί, της πλώρης ιστιοφόρου
Φουντάρω: ποντίζω, ρίχνω στο βυθό











10 σχόλια:

Margo είπε...

Το ξαναματαδιάβασα. Μα είναι υπέροχο!!!!!
Το φυλλάω επίσης γιατί έχει και ιστορική αξία ;-)

Τσαλαπετεινός είπε...

Margo, εσύ δεν χρειάζεται να το φυλάξεις, εσύ τα θυμάσαι όλα!

Καλή δύναμη!

scarlett είπε...

Σπάνια διαβάζει κανείς κάτι τόσο όμορφο στις μέρες μας!

Τσαλαπετεινός είπε...

scarlett, να σαι καλά!

(ένα μήνα ψηνόταν και δεν έλεγε να τελειώσει)

Ανώνυμος είπε...

Τόσο όμορφο! Τόσο θλιβερό και τόσο παρηγορητικό συνάμα! Πού πάμε τσαλαπετεινέ?

Ανώνυμος είπε...

Υπέροχο!
Μαγικό!
Αναρωτιέμαι μονάχα αν η υπονοούμενη συλλογικότητα του "εμείς" μπορεί να ενεργοποιηθεί χωρίς τα στροβιλιζόμενα περικύματα μιάς καταποντιζόμενης Ατλαντίδας ή αφορά τον μεγαλόπρεπο πληθυντικό του "εγώ", βιώνοντας την ουτοπία του ανέφικτου;
Όπως και νάχει, η θωρειά σου αξίζει το έπαινο.
Αεί πυξίδα στου καθενός μας τον πορτολάνο*

agrampelli είπε...

Πως μ ´αρεσε... Σαν την Ωραια Ρεμεδιος να αναληφθούμε.. Ανατρίχιασα και λίγο, θάναι από το θάμα που έζησα ( διαβάζοντάς το)!

Τσαλαπετεινός είπε...

Ανώνυμε (8:40) την πρώτη δόση παρηγοριάς την πήρε ο γράφων ;-)

Τσαλαπετεινός είπε...

Ανώνυμε (1:34) Πολύ μού άρεσε η λέξη "περικύματα". Τόσο που έχασα τον μπούσουλα της απάντησης...

Τσαλαπετεινός είπε...

agrampelli, μια έστω και προσωρινή ανάληψη μας σώζει. Με τον τρόπο του Μάρκες όλα γίνονται κάπως υποφερτά.