Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Σεραφείμ Φυντανίδης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Σεραφείμ Φυντανίδης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 26 Δεκεμβρίου 2014

Σκασιαρχείο


 Οι γραφομηχανές κροτάλιζαν απαίσια γύρω του. Μια πελάτισσα έκανε παράπονα στον προϊστάμενο. Ένας συνάδελφος φταρνιζόταν εδώ και μισήν ώρα χωρίς σταματημό.
  Γενικά, ήταν ένα απαίσιο πρωινό. Το μικρό γραφείο της Εφορίας τού φαινόταν σήμερα πιο πληκτικό, πιο στενόχωρο από κάθε άλλη φορά. Ίσως γιατί ξύπνησε κακοδιάθετος, ίσως πάλι γιατί έξω χαμογελούσε στον κόσμο ένας ήλιος μπερμπάντης, φλογερός, ξεμυαλιστής.
  Μπροστά του ένας χοντρός σωρός από χαρτιά περίμεναν ανελέητα να τα μουτζουρώσει. Κ` ήταν ακόμη 10 και 10 η ώρα. Αναστέναξε βαθιά, άναψε τσιγάρο και βάλθηκε να κάνει όνειρα- όνειρα για μια άλλη ζωή, που, αλίμονο, ποτέ δε θα αξιωνόταν να γνωρίσει.
  Ξαφνικά πετάχτηκε απάνω. Έβαλε τα τσιγάρα στην τσέπη του και τράβηξε κατά την πόρτα. Βγαίνοντας ψιθύρισε σ' έναν συνάδελφό του:
-Πάω στην τουαλέτα.
  Σε μισό λεπτό ήταν στο δρόμο. Πήρε βαθιά αναπνοή, κοίταξε τον ήλιο, κοίταξε τον ουρανό και του φάνηκε πως ξαναγιεννιόταν. Πόσο του είχαν λείψει το φως της μέρας, το γελαστό χρώμα, ο αέρας...
  Άρχισε να τριγυρνάει άσκοπα στους δρόμους. Ένοιωθε σαν μαθητής που το 'σκασε από το σχολείο κ' η καρδιά του πήγαινε να σκάσει από χαρά. Βέβαια την άλλη μέρα, ο δάσκαλος, δηλαδή ο προϊστάμενός του, θα τον κατσάδιασε άσχημα, ίσως και να τού βαζε πρόστιμο, αλλά δε βαριέσαι. Έτσι κι αλλιώς δεν είχε προκοπή σε εκείνο το παλιογραφείο. Έπειτα άξιζε στ' αλήθεια τον κόπο αυτή η εξαίσια βόλτα.
  Περπατώντας με το πάσο του έφτασε στην πλατεία του Δημαρχείου. Είδε τα καφενεία τριγύρω κι η καρδιά του τράβηξε καφέ κάτω από τις ακακίες. Κάθισε.

-Βαρύ γλυκό σε χοντρό φλιτζάνι, είπε στο γκαρσόνι. Σαν χάρηκε κι αυτή την ευτυχία σηκώθηκε. Πού να πήγαινε τώρα; Θυμήθηκε τα σκασιαρχεία των παιδικών του χρόνων. Πού πήγαινε τότε; Μα, βέβαια στο “Ροζικλαίρ”! Πήγε. Έπαιζε “Μασίστα” και καμπόϊκο. “Δύο έργα, δύο”, όπως έγραφε στην πρόσοψη. Χώθηκε στην σκοτεινή σάλα, αγόρασε πασατέμπο και ξάπλωσε σε ένα κάθισμα. Δίπλα του δύο νεαροί παρακολουθούσαν με κατάνυξη τα κατορθώματα του Όντι Μόρφι. Κάθε τόσο σφύριζαν με ενθουσιασμό: 
-Απάνω τους!
Άλλοτε με αγανάκτηση: 
-Χασάπη γράμματα!
  Στις τελευταίες σειρές κάποιοι μάλωναν. Έπεσε και λίγο ξύλο. Όταν άναψαν τα φώτα, όλα είχαν ησυχάσει. Λες και δεν είχε συμβεί τίποτα.
  Τα 'βλεπε όλα αυτά και νόμιζε πως ξαναγινόταν παιδάκι. Τότε που το 'σκαγε από το σχολείο. Που δεν είχε προβλήματα. Που έκανε τρελά όνειρα. Αλήθεια πώς ξέπεσε γραφεύς βήτα σ' εκείνο το απαίσιο γραφείο;
  Όταν βγήκε από τον κινηματογράφο ήταν μιάμιση. Είχε ακόμα μια ώρα καιρό. Ήξερε που έπρεπε να πάει. Πήρε το λεωφορείο των Πετραλώνων και κατέβηκε στο Θησείο. Μπήκε στον κήπο και την άραξε κάτω από ένα δέντρο. Κάπνισε το τσιγαράκι του σαν πασάς. Ήρθε και μια Γύφτισσα και τον πιλάτεψε μισήν ώρα:
   -Να σε πω το μοίρα σου...
  Στο τέλος τον κατάφερε. Ασήμωσε μ' ένα δίφραγκο και δυο τσιγάρα κ' η Γύφτισσα άρχισε:
  -Καλό παλικάρι είσαι, τίμιο, αλλά λίγο τεμπελχανάδικο. Μεγκάλη πόρτα ντεν τα διαβείς, μόνε τα σε διώξουν από κάπου...
  -Τον κακό σου τον καιρό, της πέταξε κατάμουτρα και σηκώθηκε.
  Ήταν περίπου δυόμιση. Στο γραφείο τώρα σχολνούσαν. Έπρεπε να φύγει κι αυτός. Από εδώ και πέρα δεν είχε αξία να γυρίζει στους δρόμους.
  Η Γύφτισσα παραξενεμένη από το φέρσιμό του, τον κοίταξε περίεργα. Καθώς έφευγε του φώναξε:
-Καλό παλικάρι είσαι, τίμιο μα κακορίζικο!
  Δεν της απάντησε. Του 'χει φύγει το κέφι. Συλλογιζόταν πως αύριο θα ξαναπήγαινε στο γραφείο. Κι ο προϊστάμενος ήταν πολύ αυστηρός. Κι οι γραφομηχανές κάνουν πολύ θόρυβο.



Το χρονογράφημα “Σκασιαρχείο” δημοσιεύτηκε στο Έθνος στις 16/10/1965. Το υπέγραφε ο Σεραφείμ Φυντανίδης, νεαρός τότε δημοσιογράφος και μετέπειτα διευθυντής της Ελευθεροτυπίας, θέση που κατείχε επί 31 χρόνια. Ο Σεραφείμ Φυντανίδης πέθανε χθες, σε ηλικία 77 ετών. 

Παρασκευή 20 Αυγούστου 2010

Η Τσαπερδόνα



.


Το παμπάλαιο φορτηγό, με τις σκουριασμένες λαμαρίνες και τα ξεφτισμένα λάστιχα, ξεφύσησε με ανακούφιση, καθώς πήρε χαρούμενο την κατηφόρα. Απέναντι, ανάμεσα από τα γέρικα καταπράσινα πεύκα χαμογελούσε η θάλασσα. Ο κυρ- Αντρέας που καθόταν μερακλίδικα στο τιμόνι, πάτησε μερικές φορές το κλάξον κ` η βραχνιασμένη καραμούζα σκόρπισε στον πρωινό αέρα μερικές ρυθμικές νότες σαν να έλεγε: ” Έ-έ -έρχομαι!”. Την ίδια στιγμή καμιά εικοσαριά φωνές από την καρότσα τάραξαν με τη σειρά τους την ησυχία της εξοχής “Ζήτωωω!”.

Έτσι άρχιζε το κυριακάτικο “πικ νικ” της οικογένειας του κυρ-Αντρέα. Ήταν το πρώτο του φετινού καλοκαιριού κι όλοι το περίμεναν με ανυπομονησία. Κι ο κυρ- Αντρέας, κ` η κυρ- Αντρέαινα, και τα παιδιά τους και τα εγγόνια τους. Ακόμα κι η γιαγιά Σουλτάνα, η εκατόχρονη σχεδόν μάνα του αρχηγού της μεγάλης φαμίλιας.

Ήταν μια παλιά οικογενειακή συνήθεια. Την είχε καθιερώσει από προπολεμικά ο κυρ-Αντρέα και δεν έλεγε να την αφήσει. Μόλις έσκαγε το καλοκαιράκι, φόρτωνε κάθε Κυριακή με την κυρά του το παιδομάνι του στη γέρικη σακαράκα, την “Τσαπερδόνα” του, όπως την έλεγε και ροβολούσε για τη θάλασσα. Ήταν η καλύτερη διασκέδασις. Έξη μέρες σκληρή δουλειά- “εκτελούτε μεταφορέ”- στην Λαχαναγορά ξεχνιόντουσαν μόλις έφτανε αυτή η ευλογημένη μέρα...

Η “Τσαπερδόνα” άραξε κάτω από ένα θεόρατο πεύκο. Ο λόχος του Κυρ-Αντρέα άρχισε την αποβίβαση. Πήδησαν πρώτα από την καρότσα οι δύο μεγάλοι γιοί του κι άρχισαν να βοηθούν τις γυναίκες και τα κουτσούβελα. Ο κυρ- Αντρέας με τα χέρια στη μέση επιστατούσε.

-Δέκα τρεις, δεκατέσσερις, δεκαπέντε....Μετρούσε από συνήθεια, σαν να ξεφόρτωνε τα καφάσια στην Λαχαναγορά.Τελευταία κατέβασαν τη γιαγιά. Δεν χρειάστηκε να σηκωθεί από την πολυθρόνα της η μπαμπακιασμένη γερόντισσα. Τέσσερα σιδερένια χέρια την άρπαξαν και την κατέβασαν σαν πούπουλο στη γη.

-Την ευχή μου, λεβέντες μου.

Αφού βεβαιώθηκε ο κυρ-Αντρέας πως δεν έλειπε κανένα”κομμάτι” - ήταν εικοσιδύο, όλοι τους- διέταξε να ετοιμαστεί το “τσαρδί”. Αμέσως από το βάθος της καρότσας ξεφορτώθηκαν όλα τα χρειαζούμενα της μικρής εκστρατείας: κουβέρτες, σεντόνια, μπαγκάζια, ένα γραμμόφωνο, μια μπάλα, το καρεκλάκι του μωρού. Άπλωσαν ένα κίτρινο σεντόνι, το έπιασαν με μανταλάκια από τα κλαδιά των πεύκων και την καρότσα της Τσαπερδόνας κι από κάτω έστρωσαν δύο παλιές κουβέρτες.

-Ε, ρε ψυχή μου μεγαλείο! φώναξε ο κυρ-Αντρέας και ξαπλώθηκε φαρδύς πλατύς. Τον μιμήθηκαν πεντ`- έξη ακόμα από το λόχο, ενώ τα θηλυκά της οικογένειας έτρεξαν πίσω από τα θυμάρια να φορέσουν τα “μαγιά” τους. Κάποιος έβαλε μια πλάκα στο γραμμόφωνο. Μια βαριά φωνή ακούστηκε από το χωνί: “Ένας μάγκας στον Βοτανικό...”

-Φέρτε την νταμιτζάνα, μωρέ! Διέταξε πάλι ο κυρ-Αντρέας μερακλωμένος.

-Από τώρα θ` αρχίσεις; παραπονέθηκε η κυρά Αντρέαινα.

-Γιατί, δηλαδής; Αυτοί θα τσαλαβουτάνε στη θάλασσα κ` εμείς θα κουτσοπίνουμε.

-Θα κολυμπήσω κι εγώ.

-Με το μισοφόρι πάλι;

-Με το μισοφόρι. Γιατί δηλαδής;

Γελάει με την ψυχή του ο κυρ-Αντρέας και κατεβάζει το πρώτο ποτήρι. Στην θάλασσα ο λόχος δροσίζεται με την ψυχή του. Μόνη του συντροφιά η γιαγιά Σουλτάνα κι ο πιτσιρίκος στο καρεκλάκι του. Μισοκλείνει ευτυχισμένος τα μάτια. Να, αυτή είναι ζωή. Η Τσαπερδόνα δίπλα του χουζουρεύει κάτω από το πεύκο. Αυτή νάναι καλά κι όλα θα πηγαίνουν πάντα πρίμα. Θάρθουν κι άλλες πολλές τέτοιες Κυριακές. Δόξα νάχει ο Πανάγαθος. Εβίβα λοιπόν...




Η Τσαπερδόνα, του Σεραφείμ Φυντανίδη δημοσιεύτηκε στο ΕΘΝΟΣ στις 30/5/64 .
Περιλαμβάνεται στο “Ανθολόγιο της Αθήνας” του Τάκη Δ. Ψαράκη, εκδόσεις Νέα Σύνορα