Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα εκδρομή. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα εκδρομή. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 6 Φεβρουαρίου 2012

Κοντσέρτο για ταράνδους



Στο δεύτερο μέρος, στο Adagiodi molto, πρέπει να με πήρε ο ύπνος. Είχα γείρει από ώρα νυσταγμένος κοιτάζοντας έξω. Ήταν ζεστά μέσα στο λεωφορείο, ο Sibelius από το πρωί έπαιζε στα ηχεία κι έξω, έτρεχε προς τα πίσω το τοπίο: μια ατέλειωτη επίπεδη χιονισμένη επιφάνεια και πού και πού, στο βάθος μερικές συστάδες δέντρων να σπάνε τη μονοτονία. “...η ατέλειωτη παγωμένη στέπα...” στριφογύριζε διαρκώς στο μυαλό μου η φράση από τις Νεκρές Ψυχές του Νικολάι Γκογκολ ως η πιο κατάλληλη να περιγράψει αυτό που έβλεπα. Κάποια στιγμή πρέπει να ακούμπησα στο τζάμι και να αποκοιμήθηκα.

Είχαμε σηκωθεί αξημέρωτα για αυτή την εκδρομή από το Oulou στο Rovaniemi. Εικοσιτέσσερεις φοιτητές, Έλληνες και Φινλανδοί και  τρεις καθηγητές που μας συνόδευαν. Ο υδράργυορς ήταν στους μείον 29. Μαύρη νύχτα μέχρι τις δέκα το πρωί και μετά άρχισε να αχνοφαίνεται ένα διστακτικό φως που ξέραμε -από τις μέρες που είμασταν ήδη εκεί- ότι θα διαρκούσε το πολύ μέχρι τις δύο το μεσημέρι. Εκείνη τη μέρα όμως ήμασταν τυχεροί γιατί προς το μεσημέρι ανέτειλε ένας ανέλπιστα λαμπρός ήλιος.



Με ξύπνησαν τα τύμπανα της αρχής του τρίτου μέρους, αλλά άνοιξα τα μάτια μόνο όταν ένιωσα μια απροσδιόριστη κίνηση ακριβώς έξω από το παράθυρό μου. Ήταν ένα μεγάλο κοπάδι ταράνδων μοιρασμένο  που έτρεχε παράλληλα με το λεωφορείο και από τις δυο  πλευρές. Κάλπαζαν στο ρυθμό του Allegro ma non tanto και τα δυο ρεύματα της αγέλης μόλις προσπερνούσαν το λεωφορείο ενώνονταν μπροστά σε ένα, που συνέχιζε να τρέχει στο δρόμο. Αν αυτή η μοναδική σκηνή προερχόταν από ταινία, σίγουρα το τρίτο μέρος από το κοντσέρτο για βιολί του Sibelius θα ήταν το soundtrack της. Κι έτσι όπως συνήθως συγκρίνουμε το πρωτόγνωρο  με τις μέχρι εκείνη τη στιγμή εμπειρίες μας, αυτόματα θυμήθηκα  δελφίνια σε τέλειο σχηματισμό να κολυμπάνε ακολουθώντας βάρκα στα νερά του Αιγαίου.


Άρπαξα τη φωτογραφική μου μηχανή, μια Pendax K 1000, ηρωική σύντροφο των ταξιδιών, απλή και εύχρηστη, ανθεκτική στις πιο αντίξοες καιρικές συνθήκες κι όπως ήμουν, μόνο με ένα πουκάμισο, ζήτησα στον οδηγό να σταματήσει. Ελάττωσε μαλακά την ταχύτητα  -έτρεχε με εξήντα χωρίς αλυσίδες σε ένα άδειο από οχήματα δρόμο που είχε τουλάχιστον δεκαπέντε πόντους χιόνι- σταμάτησε και άνοιξε γελώντας την μπροστινή πόρτα. Οι τελευταίοι του κοπαδιού, πέρασαν μπροστά μου. Θα μπορούσα, έτσι να έκανα το χέρι, να τους αγγίξω. Θυμάμαι τη μυρωδιά τους, τα χνώτα τους να αχνίζουν στον παγωμένο αέρα και αυτόν το μοναδικό ήχο του καλπασμού τους πάνω στο φρέσκο χιόνι.

Άρχισα με δυσκολία να τρέχω πίσω τους, να σταματάω για δευτερόλεπτα να φωτογραφίζω και να συνεχίζω το τρέξιμο μέχρι τη στιγμή που άκουσα πίσω μου τον Άρη να φωνάζει: “Κάνε λίγο άκρη!” Γύρισα και τον είδα να τρέχει με την βιντεοκάμερα. Ήταν κι αυτός μόνο με ένα πουλόβερ αλλά είχε προλάβει να βάλει το κασκόλ του. Λίγο πιο πίσω, το λεωφορείο μας ακολουθούσε με πολύ χαμηλή ταχύτητα. Νομιζω πως διέκρινα τον οδηγό να γελάει με τους “τρελούς έλληνες”. Έκανα άκρη για να αφήσω ελεύθερο το πεδίο στο φακό του φίλου μου και συνέχισα να τρέχω κυνηγώντας τους ταράνδους.

Δεν κρύωνα. Σκεφτόμουν ενθουσιασμένος την καταπληκτική εικόνα  που ήμουν σίγουρος ότι θα κατάφερνα να βγάλω: το κοπάδι, πυκνο σαν ένα σώμα να τρέχει ξέφρενα, το τρίχωμά των ταράνδων ανασηκωμένο στον καλπασμό, το χιόνι στον αέρα που σήκωναν οι οπλές και τα κέρατα, αυτά τα μεγαλειώδη κέρατα, φωτισμένα από το φως ήλιου που είχε ανατείλει, ήταν χαμηλά και έστεκε κόντρα.

Η απόσταση που με χώριζε από το κοπάδι ολοένα και μεγάλωνε, είχα  λαχανιάσει κι άκουγα πίσω μου τον Άρη να συνεχίζει απτόητος. Σταμάτησα  όμως σκασμένος στα γέλια όταν ξαφνικά σκέφτηκα πόσο αστεία θα ήταν η σκηνή για κάποιον παρατηρητή που την έβλεπε από απόσταση: ένα κοπάδι ταράνδων να τρέχει μπροστά, πίσω τους δυο τρελοί σύγχρονοι κυνηγοί να προσπαθούν να τους “πυροβολήσουν” με φωτογραφική μηχανή και βιντεοκάμερα κι ακόμα πιο πίσω ένα λεωφορείο.


Αρκετές μέρες αργότερα, όταν επιστρέψαμε και εμφάνισα τα φιλμ, διαπίστωσα ότι από εκείνο με τους ταράνδους δεν είχα ούτε μια καλή φωτογραφία. Οι περισσότερες θολές -πώς να νετάρεις τρέχοντας;- και όλες υπερφωτισμένες. Αν ήταν ψηφιακές ίσως κάτι θα μπορούσα να κάνω για να σώσω δυο-τρεις, μα ήταν ακόμα εκείνη η μακρινή εποχή των φίλμ. Το βίντεο του Άρη ήταν κάπως καλύτερο αλλά κι αυτό πολύ κουνημένο. Πώς να καταφέρεις σταθερό traveling τρέχοντας στο χιόνι;

Δεν με πειράζει καθόλου που δεν έχω ούτε μια φωτογραφία: ακόμα και σήμερα αν και έχουν περάσει αρκετά χρόνια από εκείνη τη μέρα, αρκεί να κλείσω τα μάτια ακούγοντας το τρίτο μέρος του κοντσέρτου για βιολί του Sibelius, για να δω εκείνο το κοπάδι των ταράνδων να καλπάζει στο ατέλειωτο χιονισμένο τοπίο με τα κέρατά τους να λάμπουν στον ήλιο.


Στην Χριστίνα Σ,
που  μού θύμισε την ιστορία
και φυσικά στον φίλο μου 
τον Άρη.


η δεύτερη εικόνα, του Γάλλου φωτογράφου Nicolas Dory

Παρασκευή 20 Αυγούστου 2010

Η Τσαπερδόνα



.


Το παμπάλαιο φορτηγό, με τις σκουριασμένες λαμαρίνες και τα ξεφτισμένα λάστιχα, ξεφύσησε με ανακούφιση, καθώς πήρε χαρούμενο την κατηφόρα. Απέναντι, ανάμεσα από τα γέρικα καταπράσινα πεύκα χαμογελούσε η θάλασσα. Ο κυρ- Αντρέας που καθόταν μερακλίδικα στο τιμόνι, πάτησε μερικές φορές το κλάξον κ` η βραχνιασμένη καραμούζα σκόρπισε στον πρωινό αέρα μερικές ρυθμικές νότες σαν να έλεγε: ” Έ-έ -έρχομαι!”. Την ίδια στιγμή καμιά εικοσαριά φωνές από την καρότσα τάραξαν με τη σειρά τους την ησυχία της εξοχής “Ζήτωωω!”.

Έτσι άρχιζε το κυριακάτικο “πικ νικ” της οικογένειας του κυρ-Αντρέα. Ήταν το πρώτο του φετινού καλοκαιριού κι όλοι το περίμεναν με ανυπομονησία. Κι ο κυρ- Αντρέας, κ` η κυρ- Αντρέαινα, και τα παιδιά τους και τα εγγόνια τους. Ακόμα κι η γιαγιά Σουλτάνα, η εκατόχρονη σχεδόν μάνα του αρχηγού της μεγάλης φαμίλιας.

Ήταν μια παλιά οικογενειακή συνήθεια. Την είχε καθιερώσει από προπολεμικά ο κυρ-Αντρέα και δεν έλεγε να την αφήσει. Μόλις έσκαγε το καλοκαιράκι, φόρτωνε κάθε Κυριακή με την κυρά του το παιδομάνι του στη γέρικη σακαράκα, την “Τσαπερδόνα” του, όπως την έλεγε και ροβολούσε για τη θάλασσα. Ήταν η καλύτερη διασκέδασις. Έξη μέρες σκληρή δουλειά- “εκτελούτε μεταφορέ”- στην Λαχαναγορά ξεχνιόντουσαν μόλις έφτανε αυτή η ευλογημένη μέρα...

Η “Τσαπερδόνα” άραξε κάτω από ένα θεόρατο πεύκο. Ο λόχος του Κυρ-Αντρέα άρχισε την αποβίβαση. Πήδησαν πρώτα από την καρότσα οι δύο μεγάλοι γιοί του κι άρχισαν να βοηθούν τις γυναίκες και τα κουτσούβελα. Ο κυρ- Αντρέας με τα χέρια στη μέση επιστατούσε.

-Δέκα τρεις, δεκατέσσερις, δεκαπέντε....Μετρούσε από συνήθεια, σαν να ξεφόρτωνε τα καφάσια στην Λαχαναγορά.Τελευταία κατέβασαν τη γιαγιά. Δεν χρειάστηκε να σηκωθεί από την πολυθρόνα της η μπαμπακιασμένη γερόντισσα. Τέσσερα σιδερένια χέρια την άρπαξαν και την κατέβασαν σαν πούπουλο στη γη.

-Την ευχή μου, λεβέντες μου.

Αφού βεβαιώθηκε ο κυρ-Αντρέας πως δεν έλειπε κανένα”κομμάτι” - ήταν εικοσιδύο, όλοι τους- διέταξε να ετοιμαστεί το “τσαρδί”. Αμέσως από το βάθος της καρότσας ξεφορτώθηκαν όλα τα χρειαζούμενα της μικρής εκστρατείας: κουβέρτες, σεντόνια, μπαγκάζια, ένα γραμμόφωνο, μια μπάλα, το καρεκλάκι του μωρού. Άπλωσαν ένα κίτρινο σεντόνι, το έπιασαν με μανταλάκια από τα κλαδιά των πεύκων και την καρότσα της Τσαπερδόνας κι από κάτω έστρωσαν δύο παλιές κουβέρτες.

-Ε, ρε ψυχή μου μεγαλείο! φώναξε ο κυρ-Αντρέας και ξαπλώθηκε φαρδύς πλατύς. Τον μιμήθηκαν πεντ`- έξη ακόμα από το λόχο, ενώ τα θηλυκά της οικογένειας έτρεξαν πίσω από τα θυμάρια να φορέσουν τα “μαγιά” τους. Κάποιος έβαλε μια πλάκα στο γραμμόφωνο. Μια βαριά φωνή ακούστηκε από το χωνί: “Ένας μάγκας στον Βοτανικό...”

-Φέρτε την νταμιτζάνα, μωρέ! Διέταξε πάλι ο κυρ-Αντρέας μερακλωμένος.

-Από τώρα θ` αρχίσεις; παραπονέθηκε η κυρά Αντρέαινα.

-Γιατί, δηλαδής; Αυτοί θα τσαλαβουτάνε στη θάλασσα κ` εμείς θα κουτσοπίνουμε.

-Θα κολυμπήσω κι εγώ.

-Με το μισοφόρι πάλι;

-Με το μισοφόρι. Γιατί δηλαδής;

Γελάει με την ψυχή του ο κυρ-Αντρέας και κατεβάζει το πρώτο ποτήρι. Στην θάλασσα ο λόχος δροσίζεται με την ψυχή του. Μόνη του συντροφιά η γιαγιά Σουλτάνα κι ο πιτσιρίκος στο καρεκλάκι του. Μισοκλείνει ευτυχισμένος τα μάτια. Να, αυτή είναι ζωή. Η Τσαπερδόνα δίπλα του χουζουρεύει κάτω από το πεύκο. Αυτή νάναι καλά κι όλα θα πηγαίνουν πάντα πρίμα. Θάρθουν κι άλλες πολλές τέτοιες Κυριακές. Δόξα νάχει ο Πανάγαθος. Εβίβα λοιπόν...




Η Τσαπερδόνα, του Σεραφείμ Φυντανίδη δημοσιεύτηκε στο ΕΘΝΟΣ στις 30/5/64 .
Περιλαμβάνεται στο “Ανθολόγιο της Αθήνας” του Τάκη Δ. Ψαράκη, εκδόσεις Νέα Σύνορα

Σάββατο 10 Απριλίου 2010

Οι γυμνές πατούσες


Το νησί μικρό. Κουτσουλιά γλάρου που πέτρωσε στο Αιγαίο. Κρησφύγετα πειρατών κοντραμπάντο μέχρι και πριν από έναν αιώνα οι βορινές σπηλιές του, στον εικοστό πρώτο έγιναν καταφύγια για τους ξαφνικούς έρωτες που ανάβουν και φουντώνουν στην κάψα του καλοκαιριού, όταν το νησί βουλιάζει από τους τουρίστες.

Τριακόσιες ψυχές μόνιμες, ριζωμένες εκεί με πείσμα, τρέχουν αλλόφρονες στη φουλ σαιζόν κι ύστερα τους άλλους μήνες ζουν και γεννοβολάν. Πολλά παιδιά. Σμάρι ολόκληρο που γεμίζει δημοτικό, γυμνάσιο και λύκειο. Καθηγητές και δάσκαλοι θρηνούν στο διορισμό ή στη μετάθεση καθώς αντικρίζουν στο χάρτη την κουκκίδα αλλά μετά δε θέλουν να φύγουν. Θρυλικά τα γλέντια του χειμώνα, βουτηγμένα σε καζάνια κακαβιάς, σε πέλαγα ρακής, δεμένα με χορούς κυκλωτικούς μέχρι τελικής πτώσης όταν χαράζει στο Αιγαίο.

Το δημοτικό μόλις είκοσι μέτρα από τη θάλασσα, το γυμνάσιο λίγο πιο πάνω. Στα διαλείμματα, με σπαρταριστή τρεχάλα η μαρίδα ξεφωνίζοντας φτάνει στη Άμμο. Αμούστακα αντράκια με το πρώτο γρέζι στη φωνή, βγάζουν παπούτσια, στήνουν πρόχειρα τέρματα δίπλα στο κύμα κι ιδροκοπάν με τσαλίμια πίσω από την μπάλα. Σόλες οι πατούσες τους από τη διαρκή ξυπολυταρία σακατεύουν τα καλοκαίρια τους πρωτευουσιάνους αντιπάλους με τα ακριβά ποδοσφαιρικά παπούτσια που τολμούν να αναμετρηθούν με τα αγριμάκια.

Χτυπάει το κουδούνι για μέσα και δεν το ακούνε, άδειες οι τάξεις, αναγκάζονται καθηγητές και δάσκαλοι να κατηφορίσουν μέχρι τη παραλία. Άντε όμως να τα μαζέψεις. Άντε τα μαντρώσεις πάλι στους τέσσερις τοίχους. Και καλά όταν παίζουν μπάλα. Κάτι γίνεται. Όταν όμως είναι καλός ο καιρός βουτάνε μέχρι τις βάρκες του παππού, του πατέρα ή του θείου και ανασύρουν πετονιές και κρυμμένα δολώματα για να παίξουν τους μεγάλους ψαράδες μέχρι να τσιμπήσει το ψάρι.

Ύστερα μεταφέρουν το τρόπαιο σε πομπή, ξυπόλυτοι μέχρι το σπίτι για να το παραδώσουν αναψοκοκκινισμένοι στη μάνα που ήδη τηγανίζει τη πρωινή ψαριά του πατέρα. Κι αυτή η αχάριστη αντί να τους επιβραβεύσει με ένα 'μπράβο', τους κοιτάζει στα πόδια και ωρύεται για τα παπούτσια που παράτησαν στην Άμμο κι όπως όλες τις άλλες φορές “θα τα πάρει το κύμα”. Αλλά όσο κι αν φωνάξει αυτά τίποτα: θαρρείς και με τις πατούσες τους νογάνε τον κόσμο.

Η γεωγραφία που κατέχουν άριστα, περιλαμβάνει μόνο την ύλη του νησιού τους και των γύρω βραχονησίδων. Εκεί διαπρέπουν. Πέρα από τα τοπωνύμια που παίζουν στα δάχτυλα, έχουν βυθομετρήσει με βουτιές τη θάλασσα ένα γύρο, έχουν χαρτογραφήσει κόλπους, σπηλιές, θαλάμια χταποδιών και σκοτεινά λαγούμια που λάμπουν μάτια σμέρνας.

Πέρα από τα στενά χωρικά τους ύδατα, άντε και δυο -τρία κοντινά νησιά που είχαν επισκεφτεί με ναυλωμένο το τοπικό σκυλοπνίχτη σε ολιγοήμερες σχολικές εκδρομές - και βέβαια τον Πειραιά σε εξαιρετικές όμως περιπτώσεις- δεν είχαν αντικρίσει ποτέ άλλη πόλη, χωριό, λαγκάδι, ποτάμι, λίμνη ή βουνοκορφή.

Εξώκειλε κάποια χρονιά στο νησί φωτισμένος δάσκαλος που παρατήρησε πόσο στενά ήταν τα γεωγραφικά τους όρια και πρότεινε στο Σύλλογο Γονέων και Κηδεμόνων να ταξιδέψουν επιτέλους τα παιδιά και λίγο μακρύτερα. Τους έπεισε. Πήραν λοιπόν τις μέρες της κανονικής εκδρομής κόλλησαν από δίπλα και μερικές από τις διακοπές του Πάσχα και απέπλευσαν με μπουνάτσα και ζέστη καλοκαιρινή από το νησί τους με το καράβι της γραμμής βάζοντας ρότα την άλλη Ελλάδα. Την άγνωστη.

Πρώτη μέρα Αθήνα, Ακρόπολη, Αρχαιολογικό, βόλτες στην Πλάκα και το βράδυ στην ταβέρνα το “Αρμενάκι”. Σηκώθηκαν τα μικρά και χόρεψαν με την ψυχή τους και οι ξενιτεμένοι κυκλαδίτες που ξεγελούσαν συχνά την νοσταλγία τους σε αυτήν τη ψαροταβέρνα, τα καμάρωναν αλλά την ίδια στιγμή ζήλευαν που τα δικά τους παιδιά όχι μόνο δεν ξέραν να χορεύουν ούτε συρτό, αλλά σπάνια τους ακολουθούσαν στα νησιώτικα γλέντια.

Τις επόμενες μέρες πήραν να ανηφορίζουν. Πρώτος σταθμός οι Δελφοί της Πυθίας κι από κει το θαύμα των Μετεώρων κι ύστερα τα Γιάννενα του Αλή Πασά και της κυρά Φροσύνης κι έπειτα η άλλη λίμνη, της Καστοριάς. Δε χορταίναν - κι ας ζαλίζονταν στο λεωφορείο όπως οι στεριανοί στη θάλασσα - να κοιτάζουν με τα πρόσωπα κολλημένα στα τζάμια που θόλωναν απ` τις ανάσες τους, το άγνωστο: την πράσινη θάλασσα του απέραντου κάμπου της Θεσσαλίας να κυματίζει σπαρμένη, τα σπίτια που δεν είχαν ασβεστωμένα επίπεδα δώματα αλλά κόκκινες στέγες, τα ποτάμια που αφρισμένα τρέχανε κλωθογυρίζοντας να ενωθούν με τη θάλασσα και τα βουνά, τα απρόσιτα όνειρα των βουνών της άνοιξης που έστηναν στιβαρά το ένα μετά το άλλο τη ραχοκοκκαλιά της Πίνδου.



Σε μια στροφή του δρόμου λίγο πριν φανεί η Φλώρινα – το πιο βόρειο σημείο της εκδρομής - ξαφνικά, εκεί που δεν περίμεναν πια να νοιώσουν κι άλλη έκπληξη, αντίκρισαν για πρώτη φορά στη ζωή τους χιόνι. Όλο το τοπίο, μέχρι εκεί που έφτανε το μάτι, κάτασπρο. Το “ααα...” που βγήκε από όλους έκανε τον οδηγό του λεωφορείου να σταματήσει. Άνοιξε τις πόρτες και τα αγριμάκια του νησιού, βγήκαν ήσυχα ήσυχα το ένα μετά το άλλο με γουρλωμένα μάτια. Προχώρησαν λίγο κοιτάζοντας έκπληκτα τα ίχνη τους στο απάτητο χιόνι, ακούγοντας με δέος το τρίξιμο στα βήματά τους κι ύστερα, θες γιατί φοβήθηκαν ότι θα το λέρωναν, θες γιατί με μόνο με τις γυμνές πατούσες τους ξέρανε να νογάνε τον κόσμο, πέταξαν παπούτσια και κάλτσες κι άρχισαν να τρέχουν ξυπόλυτα στη πρώτη τους χιονισμένη πλαγιά.



Θυμήθηκα την παραπάνω ιστορία με αφορμή ένα σχόλιο του κυρίου Σελιτσάνου στις 14 Σεπτεμβρίου 09 στην ανάρτηση Carte-Postale που μεταξύ των άλλων έλεγε: “ Πρέπει να ταξιδέψεις για να δεις πύργους.” Του είχα υποσχεθεί ότι θα τη γράψω και θα του την αφιερώσω, αλλά περιμένοντας να χιονίσει στην Αθήνα...την ξέχασα. Όμως ήρθε πρόσφατα ένα σχόλιο της Elva για τα χιόνια που εκεί πάνω επιμένουν, για να μου θυμίσει και την ιστορία και την υπόσχεση.

Στην Elva και στον κύριο Σελιτσάνο, λοιπόν!


Η φωτογραφία από εδώ.

Μουσική:Hoofbeats του Nicola Piovani από το shoundtrack της ταινίας του Sergey Bodrov, Running Free του 1999

Τρίτη 29 Σεπτεμβρίου 2009

Τήρηση προεκλογικών υποσχέσεων


Ποιο είναι άραγε το βασικό κίνητρο που ωθεί κάποιον να θέσει υποψηφιότητα και να διεκδικήσει την ψήφο των συμπολιτών του; Αυτό που προτάσσουν στην πλειονότητά τους οι υποψήφιοι είναι ο διακαής πόθος να υπηρετήσουν το λαό και τα συμφέροντά του. Κανένας όμως δεν τολμά να ομολογήσει ότι υπάρχει κι άλλο ένα ανομολόγητο πλην όμως ισχυρότατο κίνητρο.

Κόντρα λοιπόν στο ρεύμα των υποψηφίων που αποκρύπτουν επιμελώς τα μύχια κίνητρά τους θα αναφερθώ στην δική μου υποψηφιότητα. Ομολογώ εντίμως και ευθύς εξ αρχής, ότι όταν διεκδίκησα την προεδρία εκείνο που με παρακίνησε περισσότερο από το να θέσω εαυτόν στην υπηρεσία του συνόλου ήταν η μέθη της εξουσίας που θα μου πρόσφερε αυτή η θέση.

Η προεκλογική μου εκστρατεία παρ` όλο που ήταν περιορισμένη σε χρονική διάρκεια- μόλις μιας εβδομάδας- περιελάμβανε όλα τα συνήθη μέσα πλην των ραδιοφωνικών και τηλεοπτικών: σύντομες ομιλίες επί της ουσίας της πολιτικής που θα ακολουθούσα σε περίπτωση εκλογής, ανάρτηση ενός και μόνο πανό με το βασικό σύνθημα της εκστρατείας- όχι τόσο από οικολογική συνείδηση, όσο από έλλειψη πόρων μια που δεν είχα καμία απολύτως χρηματοδότηση- και το κυριότερο, συνεχή, ουσιαστική και καθημερινή προσωπική επαφή με το σύνολο των εν δυνάμει ψηφοφόρων μου.

Η βασική προεκλογική μου υπόσχεση και σύνθημα της εκστρατείας ήταν ομολογουμένως κάπως αόριστη, αλλά κατά τη διάρκεια μιας ομιλίας- δυο μόλις μέρες πριν την κάλπη- με περιορισμένο μεν αλλά ενθουσιώδες ακροατήριο, στριμώχτηκα από καίρια ερώτηση που δέχτηκα από ψηφοφόρο. Η παντελής έλλειψη πολιτικής πείρας και ο ενθουσιασμός που έδινε η πρόγευση της εξουσίας με οδήγησαν στο ατόπημα να συγκεκριμενοποιήσω κατ` απόλυτο τρόπο το αόριστο. Μέγα λάθος! Το ξέρουν όλοι οι συνάδελφοι. Στις δύσκολες ερωτήσεις ξεγλιστράμε πάση θυσία, δίνοντας ασαφείς απαντήσεις ή αλλάζοντας το θέμα.

«Τέσσερεις!» ήταν ο αριθμός που ασυλλόγιστα ξεστόμισα απαντώντας στην ερώτηση: «Όταν λες να ψηφίσουμε εσένα για περισσότερες εκδρομές, πόσες ακριβώς εκδρομές σε ένα μήνα εννοείς;» Με έλουσε κρύος ιδρώτας καθώς συλλογίστηκα το ανέφικτο της υπόσχεσης που έδωσα και μετάνιωσα πικρά για την υπερβολή.

Δεν ξέρω κατά πόσο αυτή συνετέλεσε στο εκλογικό αποτέλεσμα που ήταν ένας θρίαμβος. Μπορώ να πω με βεβαιότητα ότι ήταν διπλάσιο του ποσοστού που θα συγκεντρώσει τη ερχόμενη Κυριακή το πρώτο κόμμα. Η χαρά για την εκλογική νίκη και η ανάληψη της προεδρίας της Γ` τάξης του Γυμνασίου όμως ήταν μισή από το βάρος της ευθύνης που μου δημιουργούσε η απερίσκεπτη εξαγγελία. Γιατί μπορεί όπως ήδη ομολόγησα τα κίνητρά μου να ήταν ποταπά, είχα όμως φιλότιμο και έπρεπε να κρατήσω το λόγο μου. Το «πώς» αναλογιζόμουνα την ώρα που κατέβαζα το χαρτόνι- πανό που είχα αναρτήσει στον τοίχο ακριβώς πίσω και πάνω από το θρανίο μου στην τελευταία σειρά. Έγραφε με μεγάλα γράμματα:



ΓΙΑ
ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΕΣ ΕΚΔΡΟΜΕΣ
ΨΗΦΙΣΤΕ
ΕΜΕΝΑ





και ακριβώς από κάτω από το σύνθημα είχα σχεδιάσει ένα βέλος που όταν καθόμουν έδειχνε το κεφάλι μου.


Οι μήνες περνούσαν και οι εκδρομές ερχόταν με τον συνηθισμένο τους ρυθμό. Η μόνη ελπίδα να κρατήσω το λόγο που έδωσα και θεωρούσα ότι αποτελούσε συμβόλαιο με τους συμμαθητές μου -ήταν ο Μάιος. Για τις δύο τελευταίες εβδομάδες του είχαν κανονιστεί η εκδρομή της τάξης στο Βόλο και η ημερήσια εκδρομή όλου του σχολείου. Έτσι τη πρώτη εβδομάδα του Μάιου μπήκα στο γραφείο του Γυμνασιάρχη- ένας καλοκάγαθος θεολόγος στα πρόθυρα της σύνταξης, εξαιρετικά αφηρημένος όπως είχαμε ήδη διαπιστώσει- και δε δυσκολεύτηκα να τον πείσω ότι ήταν μια ωραία μέρα γι εκδρομή. Το μεγάλο βήμα για την επίτευξη του στόχου είχε πραγματοποιηθεί. Δύο εκδρομές στο τέλος του μήνα, μια στην αρχή σύνολο τρεις. Μου χρειαζόταν μια ακόμα. Η πιο δύσκολη.

Όπως στο αρχαίο δράμα εμφανίζεται ο από μηχανής θεός για να δώσει λύση όταν η εξέλιξη έχει οδηγηθεί σε αδιέξοδο, έτσι και στο δικό μου προσωπικό δράμα εμφανίστηκε από μηχανής θεός: ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας αυτοπροσώπως! Στις 8 η ώρα το πρωί κάποιας μέρας της δεύτερης εβδομάδας εκείνου του Μάιου σύσσωμη η μικρή μας πόλη υποδεχόταν στην κεντρική πλατεία τον Πρόεδρο. Τυμπανοκρουσίες, ανθοδέσμες, ομιλίες, όλα ωραία και καλά… αλλά πολύ σύντομα. Στις 8:20 είχε ήδη φύγει και εμείς επιστρέψαμε στο σχολείο.

«Μη ζητήσεις εκδρομή! Πήγαμε την προηγούμενη βδομάδα…» μου το ξέκοψε ο γυμνασιάρχης με το που με είδε να μπαίνω στο γραφείο του. Δε με πτόησε ούτε μια στιγμή το αποφασιστικό του ύφος. Άρχισα να λέω με το επίσημο ύφος που ταίριαζε στην ημέρα, πόσο ξεσηκωμένοι ήμασταν όλοι από την τιμή που μας έκανε ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας, ο Ανώτατος Άρχοντας στη Ακριτική μας πόλη, την ξεχασμένη κι από το Θεό, την πόλη που έδωσε το αίμα της στους αγώνες του Έθνους, συνέχισα με αποσπάσματα από την Αγωγή του πολίτη για τη Δημοκρατία, για τους θεσμούς, πρόσθεσα και κάτι που είχε πει κι ο Δήμαρχος στην προσφώνηση του πριν από λίγο κι ετοιμαζόμουνα να διανθίσω την αγόρευσή μου με κάτι από το μάθημά του, μια παραβολή, μια ρήση των Αποστόλων, κάτι…ώστε να κάμψω και την τελευταία του αντίσταση όταν τον άκουσα να λέει σηκώνοντας τα χέρια του ψηλά, ένα απελπισμένο «Εντάξει! Θα πάμε εκδρομή» προφανώς για να γλιτώσει από το παραλήρημα μου.



Θυμάμαι τις ενθουσιασμένες φωνές των παιδιών στην τάξη όταν τους ανακοίνωσα την απόφαση του γυμνασιάρχη. Τους έκανα νόημα να σταματήσουν και δήλωσα με- κατά το δυνατόν- συγκρατημένη περηφάνια ότι είχα εκπληρώσει την προεκλογική μου υπόσχεση για τέσσερεις εκδρομές σε ένα μήνα. Δεν πίστευα στα αυτιά μου όταν άκουσα τους περισσότερους να λένε: «Ποια υπόσχεση;». Το είχαν ξεχάσει- ή δεν με άκουγαν προσεκτικά – κι εμένα με είχε φάει η αγωνία όλη τη χρονιά πώς θα τα καταφέρω.

Αν το καλοσκεφτεί κανείς ήταν – και παραμένει – πρωτοφανές. Ένας υποψήφιος τήρησε με θρησκευτική ευλάβεια την προεκλογική του υπόσχεση απέναντι σε ένα εκλογικό σώμα που δε θυμόταν καν τι του είχαν τάξει.


Η ανάρτηση αφιερώνεται στους συμμαθητές μου.

Η φωτογραφία είναι από εκδρομή της τάξης μας την επόμενη χρονιά.


Μουσική: After You've Gone, σύνθεση του Benny Goodman με την Swing Orchestra του Bernard Berkhout