Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα καρποί. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα καρποί. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 7 Ιουνίου 2013

Τα κεράσια των ανθρώπων


  Γιαπί, καρά-γιαπί το διαμέρισμα. Ξεκίνησε για να ρίξει μόνο ένα τοίχο ώστε να ενώσει χολ με σαλόνι κι έμειναν τελικά ανέπαφοι μόνο οι εξωτερικοί και το ταβάνι. Συνηθισμένα πράγματα. Όποιος έμπλεξε με ανακαινίσεις, το ξέρει καλά. Όταν έπεσε ο τοίχος κι άνοιξε ο τόπος, σκέφτηκε: “Το κάνω που το κάνω, μπαίνω που μπαίνω στον μπελά, ας γίνει σωστά η δουλειά.” Έτσι, έριξε όλους τους εσωτερικούς τοίχους, έβγαλε κουφώματα, ξήλωσε μπάνιο, κουζίνα και πατώματα. Καρά-γιαπί κανονικό. Το πρώτο ενικό, “έριξε, έβγαλε, ξήλωσε” τρόπος του λέγειν· άλλοι τα έκαναν.

 Ρωτώντας γνωστούς και φίλους βρήκε συνεργεία. Από χτίστες μέχρι μπογιατζήδες με όλα τα ενδιάμεσα: σοβατζήδες, ηλεκτρολόγους, υδραυλικούς, πλακάδες, σιδεράδες, μαραγκούς, κουζινάδες, γυψοσανιδάδες. Κι ήταν από όλες τις φυλές. Βαβέλ το γιαπί με Έλληνες, Αλβανούς, Ρουμάνους, Πολωνούς, δυο Ρώσους κι έναν Ιρακινό. Τύχαινε κάποιες μέρες να δουλεύουν μέχρι και τέσσερα συνεργεία συγχρόνως. Δώδεκα άτομα και βάλε.

 Μικροεντάσεις υπήρξαν από την αρχή στη Βαβέλ, μα εκείνη ανάμεσα στον Κοζανίτη ηλεκτρολόγο και στον Ρουμάνο σοβατζή από το Πιτέστι ήταν σοβαρή. Σαν να μην έφταναν τα εκατέρωθεν -χωρίς λόγο- άγρια βλέμματα των πρώτων ημερών, άρχισαν οι βαριές κουβέντες μόλις έπεσε η αστήριχτη κατηγορία για ένα τάχα κλεμμένο δοκιμαστικό κατσαβίδι που βρέθηκε τελικά μετά από μέρες κάτω από σωρούς με μπάζα.

 Περνούσε από το γιαπί τα μεσημέρια για να τους πάει τα υλικά που είχαν ζητήσει από την προηγούμενη, καμιά παγωμένη μπύρα -βάλσαμο στις πρώτες ζέστες εκείνου του μακρινού προ κρίσης καλοκαιριού- χρήμα έναντι και βέβαια για να δει πώς πήγαινε η δουλειά. Τους έβρισκε στο διάλειμμα να μασουλάνε κολατσιό χωριστά· κατά εθνικότητα. Αλλού οι Έλληνες, αλλού οι Αλβανοί. Στο μπαλκόνι οι Ρουμάνοι. Οι Πολωνοί στην ταράτσα. Κι ο Ιρακινός μόνος στο κλιμακοστάσιο. Σ` αυτόν -που δεν έβαζε στο στόμα του αλκοόλ- άφηνε μια παγωμένη κόκα κόλα και τον ρωτούσε “πώς πάει;” Αλλά δε χρειαζόταν να ακούσει απάντηση: από το ύφος του καταλάβαινε αμέσως πόσα μπινελίκια έπεσαν εκείνη τη μέρα και συνέχιζε στο εσωτερικό του διαμερίσματος. Δεν προλάβαινε να περάσει το κατώφλι που έχασκε χωρίς την παλιά κάσα κι έτρεχαν ένας-ένας να προλάβουν να τον ξεμοναχιάσουν για να αρχίσουν τα παράπονα για τους “άλλους”· που τους εμπόδιζαν στη δουλειά τους, που τους καθυστερούσαν, που έκαναν ζημιές, που ήταν κλέφτες, που...

 Η δουλειά παραδόξως προχωρούσε αρκετά καλά, μα ήταν τόση η ένταση εκεί μέσα, που είχε αρχίσει να φοβάται πως στο τέλος θα κατακάθονταν στους αρμούς της νέα τοιχοποιίας, στο σοβά, στα ηλεκτρικά καλώδια και στις σωληνώσεις, στους μεντεσέδες των ντουλαπιών, θα πότιζε τους φρεσκοβαμμένους τοίχους. Κι όταν θα έφευγαν όλοι αυτοί και θα έμπαινε με το καλό στο σπίτι, τα υλικά θα ξέρναγαν την ένταση. Τη μιζέρια, τις κόντρες, τις βαριές κουβέντες που βγήκαν όσο κρατούσε η ανακαίνιση.

 “Τί έγινε μαστρο -Τάσο; Έμαθα ότι χθες βρέθηκε τελικά το κατσαβίδι σου...” πέταξε μόλις είδε τον εξηντάχρονο ηλεκτρολόγο. Εκείνος έγνεψε με το ζόρι ένα “ναι” και συνέχισε να τρώει τα ντολμαδάκια από το τάπερ. “Άρα δεν το είχε πάρει ο Σοριν, ε;” επέμεινε. Ο ηλεκτρολόγος σηκώθηκε, σκουπίστηκε πρόχειρα, τον πλησίασε και τού είπε σιγανά, όχι όμως με την ένταση που τού είχε καταγγείλει μερικές μέρες πριν την κλοπή, μα με παιδιάστικο πείσμα: “Αυτός το έκρυψε. Δεν ξέρεις τί σατανάδες είναι αυτοί οι Ρουμάνοι”.

 Την επόμενη μέρα πήγε νωρίτερα από ότι συνήθως. Εκτός από τα υλικά που χρειαζόταν, και τις μπύρες που τις περίμεναν πώς και πως, τους πήγε πίτσες. Τους είπε ότι θα έμενε μαζί τους για κολατσιό. Τον είδαν να βάζει στη σειρά τα δοχεία με το χρώμα -σφραγισμένα ακόμα περίμεναν την ώρα τους. Πάνω τους, αφού ακούμπησε τα παλιά πορτάκια από τα ντουλάπια της κουζίνας που ευτυχώς ακόμα δεν είχαν πετάξει, άφησε τις πίτσες. Κάπως αμήχανα ο ένας μετά τον άλλον, έλληνες και ξένοι μαστόροι, έβαλαν ό,τι βρήκε ο καθένας για κάθισμα γύρω από το αυτοσχέδιο τραπέζι και βολεύτηκαν. Άνοιξαν πρώτα τις μπύρες, ευχαρίστησαν κι ευχήθηκαν “καλά τελειώματα” και “καλορίζικο”.

 Τα έφερε έτσι η τύχη και ο μπάρμπα Τάσος, βρέθηκε ακριβώς απέναντι από τον Σορίν. Στην αρχή με το που κάθισαν, απέφευγε ο ένας το βλέμμα του άλλου. Μετά, στα “άντε γεια μας” που αντάλλαξαν όλοι, αναγκάστηκαν κι αυτοί με βαριά καρδιά να τσουγκρίσουν τις μπύρες τους. Την ώρα του τσιγάρου, ήρθε η κουβέντα στην ακρίβεια και κάποιος πέταξε κάτι για τα κεράσια που ήταν απλησίαστα.


 “Τώρα πανάκριβα; Δεκαεπτά ευρώ τα πλήρωσα πρόπερσι” είπε τότε ο Σορίν και συμπλήρωσε:”αλλά δε με πείραξε καθόλου”. Ξαφνιάστηκαν όλοι και τον ρώτησαν πώς κι έτσι. Άρχισε να λέει λοιπόν για τη γυναίκα του που ήταν έγκυος και τα λιμπίστηκε ξαφνικά, οπότε βγήκε εκείνος μέσα στη νύχτα να ψάχνει τη μισή Αθήνα να βρει ανοιχτό μανάβικο για να αγοράσει κεράσια. Βρήκε, δεκαεπτά ευρώ του ζήτησαν για ένα κιλό, μόλις άρχιζε η εποχή τους, δεν είπε κουβέντα, τα έδωσε και έτρεξε πίσω. Δεν πρόλαβε να τελειώσει την ιστορία του ο ρουμάνος, πήραν πάσα οι άλλοι κι άρχισαν να λένε για τις δικές τους γυναίκες, για το τί λιμπίστηκε η καθεμιά τους όταν ήταν έγκυος κι ύστερα έπιασαν να μιλάνε για τα παιδιά, για τα σχολεία, για πρόοδο. Για όνειρα.

 Κάποια στιγμή ο μπάρμπα Τάσος που δεν είχε μιλήσει καθόλου άναψε δεύτερο τσιγάρο και ύστερα σήκωσε τα μάτια στον Σορίν και κάπως διστακτικά τον ρώτησε: “Το πρώτο σου ήταν;” Εκείνος αιφνιδιάστηκε στην αρχή, μα ύστερα τον κοίταξε καταπρόσωπο και είπε: “Το πρώτο, μα και το τέταρτο να ήταν πάλι θα έτρεχα να της πάρω.” Ο ηλεκτρολόγος κουνώντας το κεφάλι τού είπε: “Τί μού θύμισες ρε παιδί μου..”. Κι άρχισε να λέει, σχεδόν αγνοώντας τους υπόλοιπους, κοιτάζοντας μόνο τον Σορίν, για την γυναίκα του που όταν ήταν έγκυος στο πρώτο τους παιδί ζήτησε κι αυτή νυχτιάτικα κεράσια. Δεν είχαν έρθει στην Αθήνα, στο χωριό ζούσαν ακόμα και μανάβικο δεν είχε. Μα ήξερε ο Τάσος μια κερασιά χιλιόμετρο και βάλε δρόμο έξω από το χωριό. Έφυγε τρέχοντας να πάει να την τρυγήσει. Σκαρφάλωσε, νύχτα χωρίς φεγγάρι, ευτυχώς τού έκοψε να πάρει φακό μαζί του, μάζευε, μάζευε, κόντεψε να γκρεμοτσακιστεί -γλιστράει ο άτιμος ο κορμός της κερασιάς πολύ- πιάστηκε τελευταία στιγμή πρώτα απ` τη σκέψη της και του παιδιού που ήταν στο δρόμο κι ύστερα από το κλαδί. Μάζευε, μάζευε, γέμισε σακούλα, μαύρα γλυκά πετροκέρασα, ούτε ένα δεν έβαλε στο στόμα και γύρισε τρέχοντας. “Άμα βγει κορίτσι, να το ξέρεις, Κερασιά, θα την βαφτίσουμε”, της είπε όταν την είδε να καταπίνει τα πρώτα με τα κουκούτσια. Γιος βγήκε τελικά και μια φορά κάθε χρόνο όσο ήταν στο χωριό τουλάχιστον, τον έπαιρνε βράδυ και πηγαίνανε να μαζέψουν από αυτή την κερασιά. Με φακούς. Και πάντα τού έλεγε την ιστορία.


 Την επόμενη μέρα όταν έφτασε στο γιαπί, με δυο εικοσπεντάκιλα σακιά κόλα της DURO STICK για τον πλακά, δεν βρήκε τον Ιρακινό στα σκαλοπάτια. Παραξενεύτηκε και κοντοστάθηκε λαχανιασμένος. Από μέσα ακούγονταν κουβέντες ανάκατες με γέλια. Μπαίνοντας τους βρήκε όλους, έλληνες και ξένους, γύρω από το τραπέζι με τα δοχεία της μπογιάς και τα πορτάκια των ντουλαπιών. Κι ο Σορίν δίπλα στον μάστρο Τάσο. Τακίμια. Τον φώναξαν να καθίσει μαζί τους.

 Εκείνη τη στιγμή ήθελε να τους χέσει πατόκορφα που τόσες μέρες τον είχαν μαυρίσει με τις μουρμούρες τους, τις βαριές κουβέντες, που το δίχως άλλο θα συνεχίζονταν αν δεν τύχαινε την προηγούμενη να καθίσουν όλοι μαζί να φάνε δέκα πίτσες και να πιουν είκοσι μπύρες. Κι αν βέβαια δεν πετούσε ο ένας τους, τυχαία, αυτή την κουβέντα για τα ακριβά κεράσια. Τα κεράσια που από τη μια στιγμή στην άλλη, τους έκαναν ανθρώπους. 


Δευτέρα 13 Ιουνίου 2011

wörter angst


Σκόρπιες αναφορές χθες από παραλίες πεντηκοστής και απο αγανακτισμένες πλατείες, με sms, mail, σχόλια, τηλεφωνήματα, με όλους γενικά τους δυνατούς τρόπους εκτός των φρυκτωριών που μάλλον λόγω της βροχής -μεγαλειώδης, δεν μπορείς να πεις- δεν θα είχαν ούτως ή άλλως σήμα εντός της επικράτειας, γιατί άντε να συναγωνιστείς τον τσαντίλα εκεί πάνω με τους κεραυνούς που εξαπέλυσε εγκαίρως κι ύστερα ξεθύμανε για να στεγνώσουν οι πλατείες και οι σκηνές που μούλιασαν και στις πλατείες και στις παραλίες, όχι, εγώ δεν το κούνησα ρούπι, με έχωσαν για τα καλά οι e-φίλοι, ξέρεις τώρα, πετάνε μια ιδέα και μετά εξαφανίζονται, δεν τους βλέπεις πράσινους στο chat για να πάρεις κουράγιο όπως τότε με τις εξετάσεις που ήξερες ότι και οι άλλοι είναι εκεί, ζορίζονται όσο και εσύ με την ίδια ύλη, τις ίδιες προθεσμίες, το ίδιο άγχος, εδώ σαν έκθεση ένα πράγμα, σου δίνουν ευρύχωρο θέμα κι εξαφανίζονται και εσύ κάθεσαι σπασικλάκι να διαβάζεις, να σκανάρεις το ένα “προοπτικόν σχέδιον” μετά το άλλο, να ξαναδιαβάζεις και να στίβεις το μυαλό που δεν έτυχε καμίας επιφοίτησης, να βρεις έναν έξυπνο τρόπο να πασάρεις το ποστ να μην είναι ξερό και άγευστο, να είναι σοβαρό, αλλά να έχει και την τσαχπινιά του, να μην έχει λάθη, να έχει τα λινκ του, να έχει τη βιβλιογραφία του και δεν μπορείς να ξεφύγεις, με ένα “δε βαριέσαι ποιός θα προσέξει” , γιατί τη στιγμή που βρέχεις τη μούρη σου για να ξυπνήσεις λίγο, κοιτάζεις το νερό που στροβιλίζεται στο σιφόνι κι αντί να θυμηθείς την κακομοίρα τη Μάριον σκέφτεσαι ότι μπορεί κάποιος να ξεπεταχτεί από τον νιπτήρα, να δει το λάθος σου και ακόμα κι αν δεν πει τίποτα δημοσίως, να δεις εσύ στα μάτια του ένα επιτιμητικά αβάσταχτο “δεν το περίμενα αυτό από σένα..” και να ξέρεις ακόμα ότι την ύστατη στιγμή, θα ζητιανεύεις πάλι ένα καλό τίτλο από το βετεράνο στα βόρεια, ένα τίτλο πιασάρικο να τον βάλεις καπάκι πάνω στο ποστ για να κλείσει το θέμα στην ώρα του, να βγεις μαζί με τους άλλους, όχι την επόμενη μέρα, για αυτό σου λέω, χθες δεν είχε ούτε πλατεία, ούτε παραλία, μόνο αργά το απόγευμα μετά τη βροχή βγήκα για λίγο, άφησα πίσω στην ανοιχτή οθόνη να περιμένει ένα άσπιλο word που πρέπει οπωσδήποτε μέχρι αύριο να γεμίσει λέξεις, περπάτησα γρήγορα μέσα τις μυρωδιές που ξύπνησε η βροχή προσπαθώντας να αδειάσω το κεφάλι έστω και για λίγο και δεν άδειαζε με τίποτα έτσι όπως έχουν στριμωχτεί όλα εκεί μέσα, αναλύσεις επί αναλύσεων, δυσοίωνες προβλέψεις, συνθήματα πάνω, ψηφίσματα κάτω, επαπειλούμενες πτωχεύσεις παντού, δέκα εκατομμύρια σενάρια, περισσότερα ίσως κι από τον τελικό αριθμό που θα βγάλει η απογραφή πληθυσμού του σωτηρίου έτους 2011, εμένα μη με ρωτάς αν θα είναι σωτήριο το τρέχον έτος ή το επόμενο ή η σωτηρία -που είναι πολύ μεγάλο πράγμα- εντάσσεται στο κινηματογραφικά ακόμα μακρινό 2046, δεν ξέρω τίποτα, θέλω χρόνο -περισσότερο από τους άλλους- θέλω απόσταση και πάλι ίσως ούτε τότε, δεν θα έχω απαντήσεις, μόνο ερωτήματα, ναι ερωτήματα υπάρχουν, αλλά για μια στιγμή πατώντας κάτι μαλακό τα ξεχνάω όλα, αυτά τα ώριμα μούρα που έριξε η βροχή και έκαναν σύχρηστο το πεζοδρόμιο με κάνουν να δω ψηλά και να ξεχωρίσω ανάμεσα στα φύλλα κι άλλα μούρα να αστράφτουν φρεσκοπλυμμένα στα φώτα του δρόμου που εκείνη τη στιγμή άναψαν για να με διευκολύνουν να σκαρφαλώσω στο μουσκεμένο δέντρο, όχι γιατί δεν έφτανα να τα κόψω αλλά γιατί σου όπως σου έχω ξαναπεί και σίγουρα δεν το θυμάσαι “οι περαστικοί με κοιτάζουν πάντα παραξενεμένοι, όταν στέκομαι και τσιμπολογάω κατευθείαν από δέντρα· οι άνθρωποι της πόλης φαίνεται να αγνοούν ότι οι καρποί πριν βρεθούν συσκευασμένοι και τιμολογημένοι στα ράφια των καταστημάτων κρέμονταν σε ένα κλαδί”, στο κλαδί κι εγώ κρεμασμένος/κρυμμένος τρύγησα κανονικά, “βοσκήθηκα” θα σου έλεγα αλλά μετά θα με ρωτούσες τί είναι αυτό το ρήμα κι εγώ ή θα αναγκαζόμουν να σου πω μισό ποστ που φυλάω για τον Αύγουστο ή θα έκοβα μαχαίρι την κουβέντα όπως κόβω κι αυτό το ποστ για να πιάσω το άλλο, ενώ εσύ με βλέπεις ακόμα σκαρφαλωμένο στα σκοτάδια να καταβροχθίζω μαύρα μούρα

Δευτέρα 30 Αυγούστου 2010

Το καρπούζι του πένθους

.
.

“Πρόσεξε τον ήχο που κάνει!” είπε σκυμμένος καθώς ήταν και αφού κόντραρε τον μέσο στον αντίχειρα, τον άφησε με ορμή να σκάσει πάνω στο παπούτσι του. “Ακούς πώς κάνει;” επέμενε και ξαναχτύπησε δύο- τρεις φορές ακόμα για να συγκρατήσω την υφή του ήχου. Έγνεψα “ναι” κοιτάζοντας επίμονα το σημείο που είχε σκάσει το νύχι του στο παπούτσι, απομακρύνοντας τη σκόνη του δρόμου.

Δευτέρα, παραμονή λαϊκής, αργά το απόγευμα, μόλις είχε κάπως καταλαγιάσει το αυγουστιάτικο κάμα και είχαμε πάει για να προμηθευτούμε καρπούζια την ώρα που έστηναν τους πάγκους. Με καροτσάκι οικοδομής πάντα. Άκουγα τη μοναδική του ρόδα να ρολάρει στο τσιμέντο τής πίσω αυλής και παρατούσα το παιχνίδι τρέχοντας. Με σήκωνε, με κάθιζε μέσα και φεύγαμε για τα καρπούζια της βδομάδας. Τα άλλα φρούτα και τα ζαρζαβατικά τα ψωνίζαμε την επόμενη όπως όλος ο κόσμος. Αυτή η σύντομη βόλτα με καροτσάκι της οικοδομής από το σπίτι ως τη λαϊκή ήταν απόλαυση κι ας τράνταζε σαν τρελό πάνω στην στραβοχυμένη άσφαλτο.

Θυμάμαι την πρώτη φορά που είδα ολόκληρο καρπούζι. Θυμάμαι την τρομακτική εντύπωση που μου έκανε το μέγεθος- έξω από κάθε κλίμακα φρούτου που είχα δει μέχρι τότε -και κυρίως τη μουτζαχεντίν τροχιά που διέγραψε το μαχαίρι του ψωμιού με ένα σφύριγμα στον αέρα και το έσχισε στα δύο αποκαλύπτοντας το ματωμένο όπως μου φάνηκε εσωτερικό. Με χειρουργική ακρίβεια αφαίρεσε την καρδιά ολόγλυκια χωρίς κανένα κουκούτσι και μου την πρόσφερε καρφωμένη στην άκρη του μαχαιριού.

“Τα πιο γλυκά καρπούζια όταν τα χτυπάς κάνουν τον ίδιο ήχο με το παπούτσι” είπε κι άρχισε να τα χτυπάει ένα ένα στο σωρό –αυτό το πράσινο βουνό που ολοένα και ψήλωνε καθώς συνέχιζαν να ξεφορτώνουν από το φορτηγό. “Ακούς; Αυτό κάνει ακριβώς τον ίδιο ήχο” και ξαναχτύπαγε το παπούτσι του. “Αυτό όμως είναι είναι μάπα...” και το άφηνε στην άκρη. Έτσι ξεχώριζε επιμελώς τα γλυκά από το βουνό και τα έβαζε στην πλάστιγγα. Δέκα, είκοσι, τριάντα, σαράντα κιλά. “Τι λες; Θα μας φτάσουν για μια βδομάδα;” συνέχιζε κλείνοντας μου το μάτι. Δεν ήταν υπερβολή. Συχνά από την Κυριακή το απόγευμα οι απίστευτες προμήθειές μας τελείωναν και με τη δικαιοσύνη του γονιού μού σέρβιρε την καρδιά της τελευταίας φέτας και έτρωγε το υπόλοιπο. Ήμασταν κι οι δύο καρπουζοφάγοι. Πρωί μεσημέρι βράδυ καρπούζι, μερικές φορές πριν και πάντα μετά το φαγητό. Και τις πολύ ζεστές μέρες αντί για φαγητό καρπούζι παρέα με αλμυρή πικάντικη φέτα.


Μια μέρα πριν πεθάνει, κι ενώ ήξερα πια ότι δεν έπρεπε να ελπίζω ούτε σε θαύμα, έτρωγα καρπούζι -ένα ολόγλυκο καρπούζι που είχα διαλέξει μόνος με τον τρόπο που μου είχε μάθει- αναπολώντας το φορτωμένο καροτσάκι που έσπρωχνε καθώς επιστρέφαμε στο σπίτι από τη λαϊκή την ώρα που σκοτείνιαζε. Στην τελευταία μπουκιά πήρα την απόφαση να μην ξαναφάω ποτέ καρπούζι. Μια απόφαση που έχω κρατήσει ευλαβικά μέχρι σήμερα.

Όλοι ξαφνιάζονται αυτά τα χρόνια όταν αρνούμαι καθώς μου προτείνουν ένα πιάτο δροσερό καρπούζι. Ξαφνιάζονται μάλλον γιατί ενώ πολλοί δεν τρώνε πεπόνι ή πορτοκάλια, ή μπανάνες νομίζω πως δεν υπάρχει άνθρωπος που δεν τρώει καρπούζι. Μερικοί πάλι είναι διακριτικοί, δεν επιμένουν κι αποσύρουν το πιάτο διατηρώντας όμως το αρχικό απορημένο ύφος. Άλλοι πάλι όχι. Επιμένουν να δοκιμάζω και μπροστά στην σθεναρή μου αντίσταση ρωτάνε “μα γιατί;” οπότε αναγκάζομαι να πω: “λόγω πένθους”.





Μουσική: Abbiamo Vinto, του Nicola Piovani από το soundtrack της ταινίας La Vita e Bella

Τρίτη 3 Αυγούστου 2010

Η Αναπάντεχη Pistacia vera

.
.

.
Οι περαστικοί έκοβαν ταχύτητα και με κοίταζαν τάχα διακριτικά με εμφανή όμως περιέργεια. Λίγο πριν σηκώνοντας το κεφάλι ψηλά, το βλέμμα μου στάθηκε στο χρυσό τσαμπί. Σταμάτησα κι έκοψα ένα καρπό αν και υποψιαζόμουν ότι ήταν άγουρος. Καθάρισα την κίτρινη φλούδα, έσπασα το κέλυφος με τα δόντια- δεν ήταν ιδιαίτερα σκληρό- και δοκίμασα. Τρυφερός, με χυμούς και μια ανεπαίσθητη πίκρα, τόσο λίγη που σε προκαλούσε να γευτείς κι άλλη. Συνέχισα μεθοδικά κατασπαράζοντας όλο το τσαμπί που βλέπετε στη εικόνα. Όταν χόρτασα, συνέχισα το δρόμο μου χωρίς να πάρω ούτε ένα στην τσέπη. Στο κάτω κάτω αν ήθελα μπορούσα να ξαναπεράσω τις επόμενες μέρες. Η αναπάντεχη* φιστικιά ξεχειλίζει τα φορτωμένα κλαδιά της πάνω από το ψηλό μεταλλικό παραπέτασμα που κρύβει ένα τεράστιο άχτιστο οικόπεδο, στο Νέο Ψυχικό δύο βήματα από την Κηφισίας.

Οι περαστικοί με κοιτάζουν πάντα παραξενεμένοι, όταν στέκομαι και τσιμπολογάω κατευθείαν από δέντρα. Οι άνθρωποι της πόλης φαίνεται να αγνοούν ότι οι καρποί πριν βρεθούν συσκευασμένοι και τιμολογημένοι στα ράφια των καταστημάτων κρεμόταν σε ένα κλαδί.


* Το 1860 υπήρχε στο Ψυχικό Αττικής φιστικεώνας.

Εδώ κι εδώ ενδιαφέρουσες πληροφορίες για την καλλιέργεια και την ιστορία της φιστικιάς. Η φωτογραφία δυστυχώς με το κινητό. Για καλύτερη εικόνα, με ώριμα μάλιστα φιστίκια εδώ