Απομεσήμερο
και κρύο. Το τζάκι αναμμένο, ο γάτος
τεντώνεται μαχμουρλίδικα στη γωνιά
του, ο θείος μισοκοιμάται στην πολυθρόνα
μπροστά στην τηλεόραση κι εγώ δίπλα,
στο καναπέ, διαβάζω λαίμαργα στο λαπ
τοπ, το ένα άρθρο μετά το άλλο. “Λαπαβίτσες!”
λέει ξαφνικά ο θείος και στρέφω το
βλέμμα από την μια οθόνη στην άλλη.
“Α! Δεν είναι ο Λαπαβίτσας αυτός” λέω γελώντας. “Αυτός
είναι ο Βαρουφάκης”
τού εξηγώ και απορώ που μετά από τόσες
μέρες, μετά από τόσες αναφορές και τόσα ρεπορτάζ, δεν έχει συγκρατήσει το πρόσωπο
του νέου υπουργού. Το γεγονός ότι δε
λέει σωστά το όνομα του βουλευτή Ημαθίας,
δε με ξαφνιάζει·
θα του πάρει καιρό να μάθει
τα καινούρια ονόματα. “'Οχι
στην τηλεόραση. Έξω παιδί μου! Έξω. Κοίτα
τι μεγάλες λαπαβίτσες πέφτουν”.
Από
τις τραβηγμένες κουρτίνες του καθιστικού,
βλέπω τεράστιες νιφάδες να στροβιλίζονται
στο γκρίζο απομεσήμερο.
“Λαπαβίτσες...”
επαναλαμβάνει κι εγώ αναρωτιέμαι από
πού κρατάει η σκούφια αυτής της λέξης.
Τούρκικη; Μπα, μάλλον όχι. Αλβανική; Ούτε. Βουλγάρικη;
Σλάβικη; Ρουμάνικη; Το σκέφτομαι για λίγο αλλά
καθώς βγαίνω για να φέρω ξύλα για το
τζάκι, παραιτούμαι της προσπάθειας. Πού
να βρεις άκρη; Στο κάτω κάτω από τα μέρη
μας κάποτε, μέχρι και Νορμανδοί πέρασαν.


