Τα
βράδια, την ώρα που κοντεύει να με πάρει
ο ύπνος έρχεται ουρανοκατέβατη μια
ιδέα. Φαίνεται λαμπρή και ολοκληρωμένη,
τόσο που νομίζω ότι αν σηκωθώ και καθίσω
να γράψω, θα έχω ένα εξαιρετικό κείμενο.
Επειδή όμως νυστάζω, παραμένω στο κρεβάτι
προσπαθώντας να απομνημονεύσω τα βασικά
της στοιχεία ώστε την επόμενη να μπορέσω
να την καταγράψω. Αν για την κεντρική
ιδέα υπάρχει μια πιθανότητα να τα
καταφέρω, είναι εντελώς αδύνατον να
συγκρατήσω τις σκόρπιες φράσεις
που συχνά τη συνοδεύουν και φαντάζουν
ιδανικές.
Όταν
ξυπνάω την επόμενη δε θυμάμαι τίποτα.
Μόνο αργά το μεσημέρι μπορεί η ιδέα να
εμφανιστεί και πάλι, αλλά είναι λειψή
και μίζερη, χωρίς ίχνος της βραδινής
της λάμψης· και φυσικά μόνη της, χωρίς
τις φράσεις. Στην καλύτερη περίπτωση
θα κρατήσω σε ένα χαρτί μια βιαστική
σημείωση που όταν θα τη δω μετά από
καιρό, δε μού θυμίζει τίποτα κι έτσι αρχίζω να πιστεύω ότι κάποιος
άλλος, με το δικό μου γραφικό χαρακτήρα, αφήνει σκόρπια ακατανόητα σημειώματα
στο γραφείο μου.
Λίγες
φορές ενέδωσα στη γοητεία της νυκτερινής
επιφοίτησης, σηκώθηκα από το κρεβάτι
και άνοιξα τον υπολογιστή. Όσο κι αν
παιδεύτηκα τελικά αποδείχτηκε μικρή
κι ανάξια της ξαγρύπνιας μου. Ένιωσα
σαν τους ψαροντουφεκάδες που κυνηγούν
ένα μεγάλο ψάρι στο βυθό μα όταν βγουν
στην επιφάνεια, στο καμάκι τους αντί
του κήτους που λογάριαζαν υπάρχει μια
μικρή γόπα. Τελικά ίσως η νύχτα είναι
όπως το νερό: μέσα τους όλα μοιάζουν
μεγαλύτερα.
Μια
φορά όμως τα κατάφερα και το ξημέρωμα
πια, είχα ένα ικανοποιητικό κείμενο.
Αυτή η μία και μοναδική φορά δε με αφήνει
να ησυχάσω και δε με παρηγορεί καθόλου
αυτό που λένε, ότι δηλαδή οι επίμονοι
ήρωες -και προφανώς και οι ιστορίες που
κουβαλάνε- σε τραβάνε διαρκώς από το
μανίκι μέχρι να τους βάλεις στο χαρτί.
Για τους άλλους, αυτούς που εμφανίζονται
μια φορά και μετά χάνονται, δεν είναι
να ανησυχείς· δεν αξίζουν τον κόπο.
Εγώ
πάλι ανησυχώ και τους “άλλους” ήρωες
γιατί σκέφτομαι ότι μπορεί απλώς να είναι διακριτικοί κι όχι ανάξιοι, ή να
ντρέπονται και να μην θέλουν να σε
ενοχλούν κάθε τόσο με τις νυκτερινές εμφανίσεις
τους, δίνοντάς σου την ευχέρεια να
επιλέξεις αν, πότε και πόσο θα ασχοληθείς
μαζί τους. Αν δεν το κάνεις, η τύχη τους
είναι προδιαγεγραμμένη. Χάνονται
οριστικά στην ανυπαρξία.
Κατέληξα
ότι η λύση στο πρόβλημά μου είναι το Σημειωματάριο Νυκτός: ένα τετράδιο που
θα έχω μονίμως στο προσκεφάλι μου, έτσι
ώστε κάθε φορά που θα έρχεται ουρανοκατέβατη
μια ιδέα, χωρίς να ανάβω
το φως, θα το ανοίγω και θα κρατάω τις
απαραίτητες σημειώσεις, έστω κι αν η
μια σειρά, στα σκοτεινά, θα είναι γραμμένη
πάνω στην άλλη. Με αυτόν το τρόπο, ούτε οι ιδέες θα χάνονται μα ούτε κι εγώ θα
χάνω τον ύπνο μου.
Ιδανικό
για την περίπτωση θα ήταν ένα τετράδιο
με σκληρό εξώφυλλο και λευκές- χωρίς
γραμμές σελίδες- μα δεν ήθελα να μείνω
κι άλλες νύχτες χωρίς το απαραίτητο
σημειωματάριο, αναζητώντας το πλέον
κατάλληλο. Έτσι θυμήθηκα και ανέσυρα από ένα συρτάρι
όπου βρισκόταν ξεχασμένο καιρό τώρα,
το τετράδιο που μού είχε φέρει δώρο η φίλη
μου η Λήδα από το ταξίδι της στην Γκάνα.
Είναι από αυτά που όπως μού είπε, μοιράζουν
στην αρχή της σχολικής χρονιάς στους
μαθητές του δημοτικού. Έχει γραμμές και
το εξώφυλλό του είναι ευτελές μα νομίζω
ότι μια χαρά θα κάνει τη δουλειά του.


















