Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα blogger. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα blogger. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 29 Σεπτεμβρίου 2021

Θαλάσσια Πρόωση

 


Αμφιάλη, Πειραιάς 1962


-Τί θα γίνεις όταν μεγαλώσεις;

-Είμαι μεγάλος.

-Ναι, τί θα γίνεις όμως;

-Μηχανικός στα καράβια.

-Το ξέρω!

-Τότε γιατί ρωτάς;

-Τώρα ρώτα με κι εσύ.

-Τί;

-Ρώτα με τί θα γίνω όταν μεγαλώσω.

-Εσύ μικρό αργείς πολύ να μεγαλώσεις.

-Ρώτα με σου λέω!

-Άντε καλά. Τί θα γίνεις όταν μεγαλώσεις;

-Ζωγράφος!

-Χα χα χα! Σιγά...

-Δε με πιστεύεις;

-Όχι!

-Δώσε μου ένα χαρτί και θα δεις!

-Δεν έχω.

-Ε...Δώσε μου το βιβλίο!

-Ποιό βιβλίο;

- Αυτό, εκεί, πάνω στο τραπέζι σου.


O Λευτέρης το είχε σκυλομετανιώσει που άνοιξε το παράθυρο και  δεν μπορούσε να ξεφύγει πια από τη μικρή. Γύρισε και πήρε το βιβλίο. Καιρό τώρα δανεικό κι αγύριστο από τον φίλο του και γείτονα, τον Ανέστη που πριν μια βδομάδα τού έστειλε γράμμα από το Βισκαϊκό. “Υγεία έχω κι αυτό επιθυμώ για σένα” άρχιζε και έκλεινε με ένα βασανιστικό υστερόγραφο: “Η θάλασσα σε περιμένει.”. Μόλις τελείωσε τη σχολή ο Ανέστης μπάρκαρε για τα καλά. Γύρισε το μισό κόσμο κι αυτός ακόμα εδώ. “Ατμολέβητες” ο τίτλος του βιβλίου. Το ξεφύλλισε κι ένοιωσε ένα κόμπο στο στομάχι διαβάζοντας σε μια τυχαία σελίδα: Η ναυτική μηχανική είναι το επάγγελμα που ασχολείται με τη διαδικασία σχεδιασμού μηχανικών συστημάτων θαλάσσιας πρόωσης” και λίγο παρακάτω ''...με την εισαγωγή της παλινδρομικής μηχανής τριπλής εκτόνωσης και στη συνέχεια του ατμοστροβίλου διαπιστώθηκε ότι οι φλογαυλωτοί παρά τις βελτιώσεις τους ήταν πλέον ανεπαρκείς.” Αυτός που από μικρός έλυνε και έδενε μηχανάκια, ραδιόφωνα, αντλίες νερού, δεν καταλάβαινε λέξη. Προσπάθησε πολύ στην αρχή. Παιδεύτηκε για μήνες, μα στο τέλος τα παράτησε.


-Έλα, δωσ`το μου, άκουσε τη φωνή της δίπλα του. Πότε πρόλαβε πάλι το μικρό να καβαλήσει το περβάζι της κουζίνας τους, να σκαρφαλώσει στο ταρατσάκι της αποθήκης πατώντας στο σκουριασμένο βαρέλι της αυλής στηριγμένη στο σίδερο που κρατούσε το σχοινί της μπουγάδας κι απο κεί να μπουκάρει στο δωμάτιό του! Το έκανε συνέχεια από τη στιγμή που απολύθηκε από το στρατό και γύρισε σπίτι. “Πρέπει να της κόψω τη συνήθεια” σκέφτηκε, μα μετάνιωσε· στο κάτω κάτω με το ναυτικό φυλλάδιο έτοιμο να περιμένει κάτω από το στρώμα του, κρυφά από όλους, το πολύ σε ένα μήνα θα είχε φύγει. Όχι σα μηχανικός όπως λογάριαζε. Κατώτατο πλήρωμα μηχανής. ''Καθαριστής χωρίς άδεια θερμαστού''. Αρκεί να έφευγε.

Μετακίνησε με φούρια την καρέκλα δίπλα στο παράθυρο και τον έβαλε να καθίσει. Έτσι όπως ήταν από τον ύπνο ο Λευτέρης κι από τον καϊμακλίδικο δίπλα του να λείπουν μόλις δυο γουλιές, δεν αντιστάθηκε. Εκείνη πήρε το βιβλίο από τα χέρια του, βολεύτηκε στην άκρη του κρεβατιού, έβγαλε από την τσέπη της ένα μολύβι χιλιοδαγκωμένο στην κορφή του κι άρχισε να ψάχνει για λευκή σελίδα. Όταν την πέτυχε στο τέλος του, ακούμπησε στο βιβλίο στα πόδια της, σήκωσε τα μάτια της πάνω του και το μολύβι στον αέρα, έτοιμη να ξεκινήσει. Κάτι δεν της άρεσε όμως, άφησε τα σύνεργα στο κρεβάτι και πήγε κοντά του. Στάθηκε μια στιγμή και τον κοίταξε. Μετά, έπιασε με τα δυο της χέρια το πρόσωπο του, απαλά, πολύ απαλά σαν να φοβόταν μην την τσιμπήσει η αξυρισιά του. Για μια στιγμή φοβήθηκε ότι θα τον φιλούσε στο στόμα, τόσο κοντά που είχε πλησιάσει το πρόσωπό της στο δικό του, κοκκίνισε κι ήταν έτοιμος να τραβηχτεί. Εκείνη, σαν να κατάλαβε τη σκέψη του, γέλασε πονηρά, τον άφησε λίγο στην αγωνία και ύστερα τού γύρισε ελάχιστα το κεφάλι προς το παράθυρο. “Έτσι! Και κοίτα να μην κουνηθείς” τού είπε τάχα αυστηρά κι έπιασε δουλειά.

Έμεινε ακίνητος ποζάροντας όπως τού ζήτησε. Στο ίδιο σημείο που είχε μείνει στήλη άλατος 14 χρόνια πριν, τρομαγμένος από τις κραυγές που άρχισαν σούρουπο να ακούγονται σ` όλη τη γειτονιά. “Γεννάει η κυρά Σοφία” τού εξήγησε η μάνα του, όμως αυτός, οκτώ χρονών τί να καταλάβει; Έμεινε εκεί μαρμαρωμένος για ώρες και ξημέρωμα πια, εξαντλημένος αποκοιμήθηκε στο πάτωμα. “Κορίτσι” τού είπε η μάνα του -λες και τον ένοιαζε- καθώς τον σήκωνε από χάμω και τον έβαζε στο κρεβάτι του. Τα ουρλιαχτά της επίτοκης είχαν πια αντικατασταθεί από του μωρού το κλάμα -ίδιο γατί- που έπαιρνε τις πρώτες του ανάσες στην κάψα εκείνου του Αυγούστου. Το άλλο καλοκαίρι πάλι με ζέστη, πέρασε πλανόδιος φωτογράφος στάθηκε Σιννασού και Αργιτέλη γωνία με τα σύνεργά του κι ήταν πολλοί από τη γειτονιά που βγήκαν και στήθηκαν μπροστά στη μηχανή για ένα “εμπόδιο λησμονιάς”. Η τελευταία φωτογραφία ήταν η δική τους. Τον έβαλαν καθισμένο στο πεζούλι να κρατάει αγκαλιά τη μικρή που είχε πια χρονίσει κι αυτός δεν ήθελε, μουτρωμένος βγήκε γιατί αυτό το πλάσμα, λιανό και ζωηρό από τα γεννοφάσκια του χοροπηδούσε όλη την ώρα κι όταν σταματούσε για λίγο, τον αγκάλιαζε και του έδινε σαλιωμένα φιλάκια.

Κοίτα!” τού είπε και γύρισε το βιβλίο στο μέρος του για να δει την ζωγραφιά. Είχε ξεχαστεί ο Λευτέρης στις σκέψεις αυτά τα δυο- τρία, άντε πέντε το πολύ λεπτά που κράτησε η πόζα και χωρίς να θέλει θαύμασε το σκίτσο της μικρής. Αναγνώριζε σε αυτό το πρόσωπο του. Όλα, μαλλιά, μάτια, στόμα, μύτη ήταν τα δικά του. Η μικρή είδε στο βλέμμα του την επιδοκιμασία και είπε θριαμβευτικά: “Είδες; Θα γίνω ζωγράφος!” κι ύστερα μετά από κάποιο δισταγμό συμπλήρωσε: “Θα το πάρω να σε θυμάμαι. Εσύ δεν το χρειάζεσαι”. Κι πριν προλάβει να αντιδράσει ο Λευτέρης, με το βιβλίο στο χέρι, καβάλησε το περβάζι και κατέβηκε γρήγορα όπως ανέβηκε και χάθηκε στην αυλή τους. Εκείνος άναψε τσιγάρο κι αποτελείωσε τον καφέ που είχε ήδη κρυώσει, κοιτάζοντας το στρώμα του, στο σημείο που από κάτω είχε κρύψει το ναυτικό φυλλάδιο.





Cerro, Mondevideo 1982


-Φυτό Ανέστη, φυτό!

-Μη τα σκέφτεσαι πια.

-18 μήνες ούτε χέρι να κουνήσω, ούτε πόδια.

-Ήταν σαπάκι, τί να λέμε τώρα.

-Έλεγα καλύτερα να πεθάνω, παρά να...

-Είσαι καλά τώρα Λευτέρη κι αυτό μετράει.

-Με γαρμπή, ακόμα με σφάζουν τα κατάγματα.

-Άλλος δε θα ζούσε από τέτοια έκρηξη.

-Κι αν δεν ήταν κι η Λουτσία...

-Αλήθεια, πώς την γνώρισες; Η μάνα σου δεν ήξερε να μού πει.

-Δεν της τα `γραψα. Ήταν ο άντρας της βαριά στο διπλανό κρεβάτι. Μη σου ξεφύγει τίποτα στη γριά.

-Έλα ρε!

-Πέθανε ο Χοακίν -Θεός σχωρέστον- κι αυτή μετά από λίγο άρχισε να έρχεται πάλι, κάθε μέρα. Για μένα.

-Τυχερός ήσουν!

-Με φρόντισε. Γιατρούς, εγχειρήσεις, φάρμακα. Όλα. Βγήκα μετά από ένα χρόνο, με πήρε σπίτι της. Έτρεξε και για την αποζημίωση. Χαρτούρα με δικηγόρους, με την εταιρεία. Πλήρωσαν οι αλήτες με το παραπάνω· παραπάνω για να γλυτώσουν από τη Λουτσία που τους έγινε στενός κορσές. Εγώ, σερνόμουν ακόμα με πατερίτσες.

-Αυτά ναι, τα έμαθα όλα από τη μάνα σου. Ορκίζεται στο όνομά της Σπανιόλας.

-Άμα στάθηκα στα πόδια κι ήμουν έτοιμος να μπαρκάρω, μού το ξέκοψε: “Δε βγαίνεις από τον Rio de la Plata”. Εκείνη έτρεξε και μού βρήκε τη δουλειά στο φέρι.

-Να σου πω; Χίλιες φορές καλύτερα το ποστάλι. Σαλπάρεις πρωί για Μπουένος Άιρες και το απόγευμα γυρνάς Μοντεβιδέο. Σπίτι σου.


-Η μικρή τί κάνει; Την είδες;

-Μπαγάσα! Κι έλεγα πότε θα με ρωτήσεις! Αυτή όποτε με βλέπει, μόνο για σένα ρωτάει.

-Όσες φορές πήγα πίσω, ούτε μια την πέτυχα. Κι η μάνα μου άμα τη ρωτάω, μόνο ένα “ίνε καλά” μού γράφει.

-Φέρε καμιά ακόμα παγωμένη μπύρα και θα στα πω.

-Θα φέρω και μεζέδες.


Ο Λευτέρης σηκώθηκε, μπήκε στο σπίτι και έβγαλε από το φούρνο τη μεγάλη πιατέλα με τους μεζέδες που είχε ετοιμάσει η Λουτσία πριν φύγει το μεσημέρι. Κανονισμένο από καιρό το ταξίδι στο χωριό της, δεν γινόταν να αναβληθεί. Ήθελε όμως να περιποιηθεί τον “amigo griego” κι έτσι έβαλε τα δυνατά της. Ελληνο- ουρουγουανική πανδαισία η πιατέλα: ασάδο, εμπανάδας, καπελέτις με άσπρη σάλτσα καρούζο από τη μια μεριά κι από την άλλη, ντολμαδάκια, σπανακόπιτα και κεφτέδες με συνταγή σταλμένη από την ελληνίδα πεθερά. Κολυβογράμματα, σε άλλη γλώσσα, μετέφραζε ο Λευτέρης κι αυτή ετοίμαζε τα υλικά, τσιγάριζε, τύλιγε αμπελόφυλλα. Έβαλε στο δίσκο μαχαιροπίρουνα, δυο παγωμένες μαύρες “Πατρίτσιες” και βρήκε στο μπαλκόνι.

Ο Ανέστης, όρθιος στην άκρη, κοίταζε προς το ποτάμι. “Ο μόνος δρόμος στο Cerro που φτάνει μέχρι το ποτάμι είναι ο δικός μας.” είπε ο Λευτέρης καθώς άδειαζε το δίσκο στο τραπέζι και συμπλήρωσε γελώντας: “Η οδός Ελλάδας!”. Ο Ανέστης καθώς ερχόταν με ταξί από το λιμάνι, παρατήρησε ότι όλοι οι δρόμοι της περιοχής είχαν ονόματα κρατών και η παλιά μονοκατοικία που είχε χτίσει ο παππούς του μακαρίτη του Χοακίν και τώρα έμενε ο φίλος του, ήταν στη γωνία που σχημάτιζαν οι δρόμοι Ελλάδας και Μεξικού. “Από Σιννασού και Αργιτέλη, βρέθηκες Ελλάδας και Μεξικού γωνία” τον πείραξε. Σήκωσαν τα ποτήρια και τσούγκρισαν “Στο γυρισμό”. Ο Ανέστης με σιγουριά κι ο Λευτέρης κάπως αβέβαια καθώς ένοιωθε ότι οι κάβοι του είχαν δέσει γερά στο Μοντεβιδέο και πιο συγκεκριμένα στο αρξοβόλι της Λουτσίας. Φάρος κι απάγκιο του η Σπανιόλα. Βράχος.

Νύχτωσε με την κουβέντα. Η ζέστη του Γενάρη κρατούσε ακόμα μα πότε πότε ο Rio de la Plata, ασημένιος στο φεγγαρόφωτο, τους έστελνε πνοές δροσιάς κι οι “Πατρίτσιες” πλήθαιναν στο πάτωμα γύρω από το τραπέζι· η μια άδεια φιάλη δίπλα στην άλλη. Στις 3, ο Αργύρης σηκώθηκε να φύγει. Στις 12 την επόμενη είχαν απόλπου για Καρταχένα. Κολομβία. Ανηφόρισαν αργά παρέα μέχρι την οδό της Δημοκρατίας της Αργεντινής όπου βρήκαν ταξί. Τελευταία στιγμή, μετά το παρατεταμένο αγκάλιασμα του αποχαιρετισμού, ο Αργύρης άνοιξε το σάκο του, έβγαλε και τού έδωσε κάτι σα βιβλίο. “Θα το ξεχνούσα και μετά ποιός την άκουγε! Είναι κατάλογος με τα έργα της στην τελευταία έκθεση που έκανε πέρυσι στην Αθήνα.” Ο Λευτέρης είδε το ταξί να ανηφορίζει μέχρι που έστριψε ανατολικά για το λιμάνι και χάθηκε. Ύστερα έσκυψε και κοίταξε το εξώφυλλο. Λευκό και με μεγάλα μπλε γράμματα: “Έλλη Γαλάτη, Αστικές Διαδρομές”. Και κάτω κάτω, με μικρότερα γράμματα: “Εθνική Πινακοθήκη 1981”. Στην πρώτη σελίδα, είδε τα γράμματά της σίγουρα κι αγέρωχα στην αφιέρωση: “Στο Λευτέρη που δεν πίστευε ότι θα γίνω ζωγράφος. Το μικρό”. Ξεφύλλισε βιαστικά το κατάλογο κάτω από το φως μιας λάμπας του δρόμου. Στην τελευταία σελίδα είδε δίπλα στο όνομα, τη διεύθυνσή της και το τηλέφωνο.

Μάζεψε ράθυμα το τραπέζι της βεράντας. Όσο φαγητό περίσσεψε το μετέφερε σε ένα πιάτο και το έβαλε στο ψυγείο. Έπιασε να πλένει πιατέλα, ποτήρια και μαχαιροπίρουνα και σκεφτόταν το μικρό. Όλα τού τα είπε ο Αργύρης. Για τις δουλειές που έκανε για να πληρώσει το φροντιστήριο προετοιμασίας για την Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών, για την εισαγωγή της με καλή σειρά, για τα πήγαινε έλα από Αμφιάλη μέχρι Πολυτεχνείο κάθε μέρα και πίσω. Για το πόδι που πάτησε στους δικούς της πρώτα για να χαλάσει το προξενιό που της έφεραν κι ύστερα για να μετακομίσει μόνη της “κορίτσι πράμα” από το πατρικό, σε ένα ημιυπόγειο στην Νεάπολη για να είναι κοντά στη Σχολή. Ήταν που ήταν λιανό είχε ρέψει από τη δουλειά για να τα βγάλει πέρα και τη σχολή. Κι ύστερα, η αποφοίτηση, η πρώτη ομαδική έκθεση, δυο ατομικές. Καμάρωνε σύσσωμη η γειτονιά στα εγκαίνια, μα πιο πολύ η μάνα της, η κυρά Σοφία. Μετά πήρε υποτροφία, πήγε στο Παρίσι, έμεινε χρόνια. Εκθέσεις κι εκεί, έκθεση στην Νέα Υόρκη, στο Μιλάνο, στη Βαρκελώνη. Φτασμένη ζωγράφος πια το μικρό. Όνομα.

Ξάπλωσε μετά τις 4 κι έκλεισε τα μάτια του. Σαν σε όνειρο την είδε να μπουκάρει από το ανοιχτό παράθυρο του υπνοδωματίου που έβλεπε στην οδό Μεξικού, να πλησιάζει με τη σβελτάδα των δεκατεσσάρων της χρόνων της, να τού πιάνει πάλι απαλά το πρόσωπο με τα δυο της χέρια και να βρίσκει κάτω από τα γένια του με τα δάχτυλά της, την ουλή στο δεξί του μάγουλο. Κάτω από τα γένια που άφησε για να μην την βλέπει· εκείνος, όχι οι άλλοι, εκείνος, γιατί με το που την αντίκρυζε κάθε πρωί στον καθρέφτη, ερχόταν πάλι και πάλι στα μάτια του η φλόγα της έκρηξης, στα αυτιά του ο κρότος και στο κορμί όλο ο πόνος. Την βρήκε η μικρή κι ας ήταν κρυμμένη κάτω από τα γένια του. Κι ύστερα, όταν πλησίασε κι άλλο το πρόσωπό της στο δικό του, αυτός τινάχτηκε. Είχε ξημερώσει. Φως από τις γρίλιες και ο ήχος του πρωινού λεωφορείου που αγκομαχούσε στην ανηφόρα. Σηκώθηκε, πήγε στην κουζίνα, ήπιε νερό και άνοιξε πάλι τον κατάλογο που ήταν πάνω στο τραπέζι. Είδε πάλι στην τελευταία σελίδα τη διεύθυνσή της και το αποφάσισε: “Αύριο θα της γράψω.”



Deltagebied, Rotterdam 2002


-Πώς μπορώ να σας βοηθήσω;

-Η κυρία Έλλη Γαλάτη είναι εδώ;

-Ναι, αλλά είναι απασχολημένη αυτή τη στιγμή

-Καλά δεν πειράζει.

-Αν μού πείτε το όνομά σας θα την ειδοποιήσω...

-Δεν πειράζει, θα δω την έκθεση.

-...κι όταν τελειώσει θα έρθει να σας βρει.

-Μην την ενοχλείτε. Θα περιμένω.

-Συγνώμη, αλλά μού φαίνεστε γνωστός.

-Δεν ξέρω

-Το πρόσωπό σας...

-Είμαι παιδικός της φίλος. Από την Ελλάδα

-Α! Είστε ο Λεφέρης Αρτζέτης! Από το Μοντεβιδέο.

-Ναι, Λευτέρης Αργέντης. Πώς το ξέρετε;

-Ω! Καλώς ήρθατε! Να πάρω το παλτό σας;

-Πώς ξέρετε το όνομά μου;

-Περάστε να δείτε την έκθεση και θα καταλάβετε. Δεν έχει έρθει κανένας άλλος επισκέπτης ακόμα και θα την απολαύσετε μόνος σας.


Ο Λευτέρης έδωσε στην κοπέλα που τον υποδέχτηκε στην είσοδο της γκαλερί το βρεγμένο του παλτό αφού έχωσε στις τσέπες τα γάντια και τον παλιό ναυτικό του σκούφο. Βρεγμένα κι αυτά. Παιδεύτηκε πολύ να βρει αυτόν τον χώρο τέχνης που είχε δημιουργηθεί πρόσφατα σε μια παλιά τεράστια αποθήκη στο λιμάνι του Ρότερνταμ. Παιδεύτηκε γιατί έβρεχε και γιατί όλα είχαν αλλάξει πια σε αυτό το λιμάνι που είχε πιάσει ντόκο 3 φορές. Τελευταία -ήταν με το αναθεματισμένο σαπάκι- πριν από 25 χρόνια. Ουσιαστικά, ήταν η πρώτη φορά που έφευγε από την Νότια Αμερική μετά την έκρηξη. Πριν ένα μήνα παραιτήθηκε από την εταιρεία. Γκρινιάξανε λίγο “μέσα στη σαιζόν, κατακαλόκαιρο μας φεύγεις ” αλλά δεν τους άφησε περιθώριο. Τελευταία μέρα, το πρωί, πήγε στον τάφο της Λουτσίας. Της άφησε λουλούδια κι ύστερα κάθισε δίπλα, άναψε τσιγάρο και της είπε τα πιο πρόσφατα νέα· όλα τα άλλα τα ήξερε. Οκτώ μήνες φευγάτη κι αυτός πήγαινε σχεδόν κάθε μέρα στον τάφο. Όπως της στάθηκε βράχος δυο χρόνια στην αρρώστια της αντιγυρίζοντας στο έπακρο τη δικιά της φροντίδα. Όταν σηκώθηκε πια, της ανακοίνωσε: Me voy querida. Me voy”. Ύστερα, το απόγευμα της ίδιας μέρας, ο ανιψιός του Χαοκίν, τον πήγε στο αεροδρόμιο και την ώρα που τον αγκάλιασε, τού έχωσε στην τσέπη τα κλειδιά του σπιτιού στη γωνία της οδού Ελλάδας και Μεξικού, του πέταξε ένα ελληνικό “καλορίζικο” μια που αγνοούσε την αντίστοιχη λέξη στα σπανιόλικα και τον παρακάλεσε να πηγαίνει συχνά στη θεία του. Λίγο πριν τον έλεγχο των διαβατηρίων γύρισε και τον είδε να τον χαιρετάει και να τού φωνάζει: Hasta luego!”. Αν και ήταν σίγουρος ότι δε θα ξαναγύριζε, τού απάντησε το ίδιο.

Στάθηκε πρώτα στην τεράστια αφίσα στον προθάλαμο της έκθεσης. Μπλε σκούρο -ουλταμέρ θα μάθαινε αργότερα ότι το έλεγαν αυτό το μπλε- της βαθιάς, της άπατης θάλασσας, με λίγες λευκές πινελιές που και που -σαν αφροί ήταν αν μισόκλεινες τα μάτια σου- και με γράμματα στο χρώμα της σκουριάς που έλεγαν στα Ολλανδικά Ellie Galatis, Mariene Promotie - Veertig zeegezichten, een explosie en een portret.” Πιο εκεί η ίδια αφίσα, μικρότερη όμως, έγραφε στα ελληνικά: “Έλλη Γαλάτη, Θαλάσσια Πρόωση -Σαράντα θαλασσογραφίες, μια έκρηξη κι ένα πορτραίτο.” Γέμισε το μάτι του θάλασσα καθώς προχωρούσε και στέκονταν μπροστά στα τεράστια έργα της. Και του ήταν όλα τόσο γνωστά. Σχεδόν αναγνώριζε λιμάνια, ωκεανούς σε αυτούς τους πίνακες. Ήταν οι θάλασσες που της ειχε περιγράψει στα γράμματά του τα προηγούμενα είκοσι χρόνια, από τότε που έπιασαν επαφή. Κι εκείνη συνέχεια τού ζητούσε. “Πες μου” και “πες μου” τού έλεγε αχόρταγα. Κι εκείνος έστυβε το μυαλό του να θυμηθεί πώς ήταν οι ανοιχτές θάλασσες για να της περιγράψει. Όσες τουλάχιστον πρόλαβε να δει πριν καταλήξει πρώτα σακάτης κι ύστερα στο φέρι Μοντεβιέδο – Μπουένος Άιρες. Πώς κατάφερε το μικρό τα λόγια του να τα κάνει με χρώμα, νερό, φουρτούνα, σουέλ, αντιμάμαλο, μπουνάτσα;

Για την έκρηξη -που κι αυτό τού το ζήτησε- της έγραψε μόνο δυό σειρές όλες κι όλες. Αλλά κι αυτή την έφτιαξε όπως ήταν. Φρικτή βοή -την άκουγε ξανά μπροστά στον πίνακα με την ίδια ένταση- και λάμψη της κόλασης με μέταλλα να τινάζονται στον αέρα και να χτυπούν εφιαλτικά στο μηχανοστάσιο, να χτυπούν στο σώμα του. Δε στάθηκε πολύ σε αυτό τον πίνακα. Δεν άντεχε. Άρχισαν να πονάνε όλα μαζί τα κατάγματα, ένιωθε τις βίδες στα κόκκαλά του κι η ουλή στο πρόσωπο τον έκαιγε πάλι. Προχώρησε και στάθηκε μπροστά στο πορτραίτο που ήταν στο τέλος της έκθεσης. Μόνο του, μακριά από όλα τα άλλα έργα. Ήταν αυτός -είδε τον εαυτό του σαν σε καθρέφτη- όπως ήταν εκείνη τη στιγμή, στα 62 του. Με γένια και μαλλιά που είχαν πάρει να γκριζάρουν για τα καλά. Με πολλές ρυτίδες. Μα στην ίδια στάση με εκείνο το παλιό σκίτσο που σκάρωσε σε πέντε λεπτά ένα καλοκαιρινό απόγευμα του `62 στο δωμάτιό του στην Αμφιάλη. 'Εσκυψε και διάβασε στο καρτελάκι που βρίσκονταν κάτω από τον πίνακα: “Η έκθεση αυτή αφιερώνεται στον εικονιζόμενο Λευτέρη Αργέντη, ναυτικό που δεν πίστευε ότι θα γίνω ζωγράφος”. Κι ενώ ήταν έτοιμος να βουρκώσει απ` όλα όσα είχε δει, γέλασε με το μικρό, που σαράντα χρόνια τώρα τού το κρατούσε μανιάτικο.

Ξαφνικά ένιωσε πολύ κουρασμένος και κάθισε σ` ένα από τα καθίσματα που βρίσκονταν στο χώρο της έκθεσης. Είδε στο βάθος έναν επισκέπτη μόνο του και λίγο πιο πέρα ένα ζευγάρι. Φαινόταν από τις κινήσεις τους ότι τους άρεσε η έκθεση. Όταν πια πλησίαζαν στο πορτραίτο του, γύρισε από την άλλη μην τυχόν και τον αναγνωρίσουν. Και τότε την είδε να έρχεται προς το μέρος του. Είχε μεγαλώσει μα το βάδισμά της κρατούσε ατόφια την εφηβική της σβελτάδα. Στο μέτρο στάθηκε, τον κοίταξε, χαμογέλασε χωρίς να πει κουβέντα κι εκείνος σηκώθηκε και της άπλωσε τα χέρια. Τα αγνόησε, τον πλησίασε και με τα δυο της χέρια τού έπιασε το πρόσωπο. Απαλά. Πολύ απαλά, σαν τυφλή που ήθελε να τον δει με την αφή . Κι όταν πλησίασε κι άλλο το πρόσωπό της στο δικό του, ο Λευτέρης φοβήθηκε μη και δεν τον φιλήσει στο στόμα.





Πριν λίγες μέρες καταλογογραφώντας μια συλλογή εκδόσεων του Πειραιά, ο Βιβλιοθηκάριος εντόπισε ένα βιβλίο με τίτλο “Ατμολέβητες” του Γ. Ζ Συρίγου και υπότιτλο “Δια τους μαθητάς της Γ τάξεως Ε.Ν. των Ν Σχολών Μηχανικών”. Στην τελευταία σελίδα του βιβλίου υπάρχει ένα σκίτσο που εικονίζει έναν άντρα. Η ανάρτηση του εξώφυλλου και του σκίτσου στο φβ προκάλεσε πολλά σχόλια τόσο για τον κάτοχο του βιβλίου όσο και για τον άγνωστο καλλιτέχνη του σκίτσου. Η δυναμική αυτής της κουβέντας και των εικασιών ήταν το έναυσμα, για ένα διιστολογικό αφιέρωμα. Σαν τον παλιό καλό καιρό.

Συμμετέχουν:

Βιβλιοθηκάριος

Quasar

Rubiesand Clouds 1

Rubies and Clouds 2

Τσαλαπετεινός

Αγράμπελη









Τετάρτη 17 Δεκεμβρίου 2014

Αν δεν βγει Πρόεδρος...


"...με Δήμα κάνουμε ρεβεγιόν, χωρίς, όχι..." ακούσαμε τις προάλλες να αναφέρει σχολιαστής στο κεντρικό δελτίο του ΣΚΑΙ. Η φράση αυτή προβλημάτισε πολύ τους πάντες, ιδιαίτερα όμως το Ερυθρό Καγκουρό και τον Τσαλαπετεινό οι οποίοι συναισθάνθηκαν αμέσως το μέγεθος και τη βαρύτητα του προβλήματος. Ταυτόχρονα όμως απόρησαν γιατί ο σχολιαστής περιορίστηκε αποκλειστικά και μόνο στο πρωτοχρονιάτικο ρεβεγιόν. Έτσι, από κοινού, οι δυο ιστολόγοι αποφάσισαν να εμβαθύνουν στο ζήτημα που μόνο ακροθιγώς- και ίσως δικαιολογημένα λόγω των ασφυκτικών χρονικών πλαισίων ενός τηλεοπτικού δελτίου- έθιξε ο έγκριτος σχολιαστής. 
Με αλλεπάλληλες λοιπόν τηλεδιασκέψεις τις μέρες που ακολούθησαν, καγκουρό και τσαλαπετεινός ερεύνησαν διεξοδικά και κατέγραψαν τις ολέθριες επιπτώσεις της μη εκλογής του υποψήφιου κυρίου Δήμα στο αξίωμα του Προέδρου Δημοκρατίας από την παρούσα Βουλή, στην εορταστική περίοδο που ήδη διανύουμε. Τα αποτελέσματα αυτής της έρευνας παρουσιάζονται σήμερα αναλυτικά, με την ελπίδα ότι θα συμβάλλουν ουσιαστικά τόσο στην αποσόβηση της πολιτικής κρίσης που ταλανίζει τη χώρα και πανικοβάλει τις αγορές όσο και στη διατήρηση αλλά και την περαιτέρω ανάπτυξη του εορταστικού κλίματος.


Το γιορτινό τραπέζι. Η πρώτη σημαντική επίπτωση θα εμφανιστεί στο γιορτινό τραπέζι. Θα είναι τόσο λιτό και πενιχρό που το σαρακοστιανό θα φαντάζει λουκούλειο μπροστά του. Ειδικότερα επισημαίνουμε ότι: Οι βασιλόπιτες δεν θα έχουν φλουρί, οι κουραμπιέδες δεν θα έχουν άχνη, τα μελομακάρονα και οι δίπλες δε θα έχουν ούτε μέλι ούτε καρύδια και η γαλοπούλα δε θα έχει γέμιση.

Το δέντρο. Τα φυσικά χριστουγεννιάτικα δέντρα θα μαραίνονται πριν φτάσει καν η Πρωτοχρονιά. Τα δε ψεύτικα, δε θα ανοίγουν τα κλαδιά τους με αποτέλεσμα να είναι αδύνατος ο στολισμός τους. Τα λαμπάκια τους θα καίγονται με διαδοχικές εκρήξεις. Το αστέρι της κορυφής θα πέφτει συνεχώς και μάλιστα τόσο γρήγορα που δε θα προλαβαίνει κανείς να κάνει ευχή και οι μπάλες τους θα σκάνε ξαφνικά και με τόσο θόρυβο που θα φτάνει αμέσως η Μίνα Καραμήτρου με το συνεργείο του Mega, βέβαιη ότι ήταν ο Ξηρός που τα πυροδότησε και αμέσως μετά η αντιτρομοκρατική υπηρεσία.

Τα κάλαντα. Αν δεν εκλεγεί Πρόεδρος της Δημοκρατίας, κάλαντα δεν θα ακουστούν φέτος στις γιορτές. Θα παρατηρηθεί τεράστια έλλειψη τριγώνων στην αγορά ενώ για ευνόητους λόγους θα είναι αδύνατη η εισαγωγή τους. Των παλιών τριγώνων η αξία θα ακολουθήσει την ιλιγγιώδη αυξητική πορεία των σπρέντς με αποτέλεσμα να παρατηρηθούν ουρές πιτσιρικάδων στα καταστήματα “Αγοράζω χρυσό και άλλα τιμαλφή”, που θα προσπαθούν να πιάσουν την υψηλότερη δυνατή τιμή πουλώντας τα. Κι όσα παιδιά τελικά βγουν για κάλαντα α καπέλα, θα τα έχουν ξεχάσει και θα τραγουδούν λυπητερά: “Σήμερα μαύρος ουρανός, σήμερα μαύρη μέρα, σήμερα όλα θλίβονται και τα βουνά λυπούνται” χωρίς να αντιλαμβάνονται ότι απέχουμε μήνες από την Μεγάλη Παρασκευή.

Οι ευχές. Οι ελάχιστες ευχετήριες κάρτες που θα αποσταλούν, θα φτάσουν στα γραμματοκιβώτια των παραληπτών το νωρίτερο γύρω στον Δεκαπενταύγουστο. Στα sms, θα επεμβαίνει ο αυτόματος διορθωτής και θα αποστέλλονται τελικά κακόβουλα μηνύματα που θα λένε: “Κακά Χριστούγεννα” και Happy new Fear και θα μπλοκάρουν τα κινητά τηλέφωνα, με αποτέλεσμα να μην μπορεί κανείς να επικοινωνήσει με κανέναν και το χειρότερο θα ερημώσει το face book, τόσο που θα θυμίζει tsu. Οι δε ευχές που θα σταλούν με ηλεκτρονικά μηνύματα, θα καταλήγουν άδοξα στα spams.

Τα τυχερά παιχνίδια. Η μη εκλογή προέδρου από την παρούσα Βουλή θα είναι ολέθρια και για τα τυχερά παιχνίδια αλλά και για το πρωτοχρονιάτικο λαχείο. Θα εξαφανιστούν οι μπαλαντέρ από τις τράπουλες, θα είναι αδύνατον να πετύχει κανείς τριανταμία, οι τσόχες στα τραπέζια θα σκίζονται και οι ρουλέτες θα πάψουν να γυρίζουν. Το μεγαλύτερο όμως φιάσκο θα παρατηρηθεί στο πρωτοχρονιάτικο λαχείο καθώς δε θα αναδειχτεί κανένας νικητής και μόνο οι λήγοντες θα κερδίζουν μηδαμινά ποσά τα οποία θα φορολογηθούν άγρια.


Η γέννηση του ΘεανθρώπουΟ Ιωσήφ και η Μαρία παρά την απεγνωσμένη αναζήτηση καταλύματος, δε θα βρίσκουν όχι φάτνη, ούτε καν μια αποθήκη να σταθούν και έτσι θα καταλήξουν στην πλατεία Συντάγματος. Πριν προλάβουν να ξαποστάσουν Καμίνης, Άδωνης και Πλεύρης θα απειλούν να τους εκδιώξουν με συνοπτικές διαδικασίες για καθαρά αισθητικούς και εμπορικούς λόγους. Τότε εκείνοι θα αρχίσουν απεργία πείνας διεκδικώντας μια αξιοπρεπή φάντη αλλά θα τη σταματήσουν αμέσως μόλις εμφανιστεί για συμπαράσταση ο βουλευτής Μιχελογιαννάκης. Ξημερώματα της 25ης Δεκεμβρίου ο υπουργός προστασίας του πολίτη, κύριος Κικίλιας μετά από μυστική επιχείρηση απομάκρυνσής τους θα δηλώσει συγκινημένος: «Σήμερα, η Ελληνική Αστυνομία έδειξε το ανθρώπινο πρόσωπό της απεγκλωβίζοντας τους δυστυχισμένους Ιωσήφ και Μαρία οι οποίοι διεκδικούσαν την νόμιμη στέγασή τους σε μια φάτνη”
Ο μικρός Χριστός θα γεννηθεί τελικά μέσα σε αστυνομική κλούβα, καθ` οδόν για την Αμυγδαλέζα, θα αποσπαστεί βίαια από τη μητέρα του και θα στεγαστεί επ` αόριστον σε ένα κλουβί προσφύγων με τα άλλα ασυνόδευτα ανήλικα που σώθηκαν από το δουλεμπορικό της Κρήτης.

Οι ΜάγοιΜεγάλη περιπέτεια περιμένει και τους μάγους με τα δώρα. Ενώ θα έχουν συνδεθεί με το δωρεάν wi fi που υπάρχει σε όλη την επικράτεια -μετά την πραγματοποίηση της υπόσχεσης του πρωθυπουργού- θα χάσουν το gps τους και τελικά και το δρόμο τη φάτνη. Έτσι θα γυρίζουν ψάχνοντας απελπισμένοι οπότε -επειδή είναι κάπως μελαχροινοί, μουσάτοι, ντυμένοι περίεργα και σαφώς ξενοφέρνουν- θα συλληφθούν και θα διακομιστούν σιδηροδέσμιοι στο Αλλοδαπών. Εκεί θα τους υποδεχτούν ως συνήθως και τελικά ούτε οι εξπέρ του φωτοσοπ δε θα μπορέσουν να καλύψουν τους μώλωπες και τα τραύματα που θα φέρουν με αποτέλεσμα κανείς να μην τους αναγνωρίσει. Το χρυσό, τη σμύρνα και το λιβάνι, τα δώρα που προοριζόταν να προσφερθούν στο θείο βρέφος, θα κατασχεθούν και θα η ομάδα Δ, θα επιτάξει τις καμήλες τους.

Η πρωτοχρονιά. Η μη εκλογή Δήμα και η αναγκαστική προκήρυξη εκλογών, δεν θα σημάνει απλώς την καταστροφή της χώρας, αλλά θα αποτρέψει την έλευση του νέου χρόνου. Στο δώδεκα παρά πέντε, το 2014 θα σκαλώσει επικίνδυνα και θα παραμείνει, οπότε το 2015 μη βρίσκοντας χώρο να εισέλθει, θα αποχωρήσει. Πολλοί ξένοι αναλυτές αλλά και παράγοντες της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, υποστηρίζουν σε όλους τους τόνους ότι το ίδιο θα συμβεί και την επόμενη αλλά και τις μεθεπόμενες χρονιές. Ήδη μάλιστα έχουν προτείνει να ονομαστεί αυτή η χρονιά, αποκλειστικά για τη χώρα μας, η Χρονιά της Μαρμότας. Τον μόνον που δεν ανησυχεί καθόλου η προοπτική της αέναης επανάληψης του 2014, είναι ο πρόεδρος της Κομισιόν Ζαν Κλοντ Γιουνκερ, που δήλωσε ότι για εκείνον το 2014 “είναι μια οικεία χρονιά”


Ο Άγιος ΒασίληςΕίναι προφανές ότι ο Άγιος Βασίλης δε θα επισκεφτεί κανένα σπιτικό της χώρας μας φέτος την πρωτοχρονιά αλλά δεν μπορούμε να είμαστε βέβαιοι για τους λόγους που τον οδήγησαν σε αυτή την απόφαση. Λέγεται ότι πέρυσι υπέστη σοβαρά εγκαύματα στην προσπάθειά του να κατέβει από τις καμινάδες, καθώς όλα τα τζάκια ήταν αναμμένα και δεν θέλει να πάθει και φέτος τα ίδια, παρ` όλο που η τιμή του πετρελαίου αλλά και του φυσικού αερίου έχει πέσει. Άλλοι υποστηρίζουν ότι για την επίμαχη μέρα έχει ανακοινωθεί ότι θα πραγματοποιηθεί πανευρωπαϊκή απεργία ταράνδων που αντιδρούν στις περικοπές των μισθών και των συντάξεών τους, στις αντίξοες συνθήκες εργασίας τους και αποκλείεται να βρεθούν απεργοσπάστες ή εθελοντές τάρανδοι που θα αποζημιωθούν με μόρια. Οι δε γονείς που τυχόν θα θελήσουν να υποκαταστήσουν τον εκ Καισαρείας ή Ροβανιέμι Άγιο, για πρώτη φορά στα χρονικά, θα διαπιστώσουν ότι το βαλάντιό τους δεν θα είναι αρκετό για να ψωνίσουν δώρα.


Οι καλικάντζαροι. Η μόνη περίπτωση να αποχωρήσουν οι εποχιακοί καλικάντζαροι, όπως αντιλαμβάνονται όλοι όσοι έχουν διαβάσει προσεκτικά αυτή την εμπεριστατωμένη μελέτη, είναι έστω με την τρίτη ψηφοφορία, να εκλεγεί ο πολυπόθητος -τουλάχιστον για τους συνετούς πολιτικούς που ενδιαφέρονται ουσιαστικά για την αναπτυξιακή πορεία της χώρας, τη σταθερότητα και την παραμονή μας στους κόλπους της Ευρωπαϊκής Ένωσης - Πρόεδρος της Δημοκρατίας από την παρούσα Βουλή. Σε αντίθετη περίπτωση είναι βέβαιο ότι οι εποχικοί καλικάντζαροι, τα παγανά, θα παραμείνουν στον πάνω κόσμο, αλλά με τις εκλογές που θα ακολουθήσουν, θα αποχωρήσουν δια παντός, οι παντός είδους καλικάντζαροι της πολιτικής και οικονομικής ζωής του τόπου.

Τελικά, όπως καταλάβατε θρασίμια, αν δεν βγάλουμε το Δήμα πρόεδρο, μαύρες γιορτές θα κάνουμε. Κανονίστε λοιπόν...


Aναδημοσιεύτηκε στο tvxs 

Δευτέρα 8 Σεπτεμβρίου 2014

Φάτσα κάρτα θέα


Φάτσα κάρτα η θέα από το μπαλκόνι. Αυτή σου στέλνω κάρτα. Παλιά δεν ήταν θέα. Ή μάλλον πάντα ήταν, απλώς δεν την βλέπαμε. Είχε σπίτι εκεί. Παλιό πλινθόκτιστο. Ακατοίκητο το θυμάμαι. Έρημο.  Οι νοικοκύρηδες είχαν φύγει για την Αυστραλία πολύ πριν γεννηθώ. Άρον άρον. Το λέω γιατί άφησαν τις κουρτίνες στα παράθυρα. Άμα τις αφήνεις, δεν μπορεί, θα βιάζεσαι. Ίσως πάλι να λογάριαζαν να γυρίζουν γρήγορα και τις άφησαν κρεμασμένες. Δεν γύρισαν. Ρήμαξε άδειο το σπίτι. Τού πήρε πολλά χρόνια, αλλά ρήμαξε. Αυτά τα παλιά, αλλιώς τα έχτιζαν κι είχαν μεγάλες αντοχές.

Η όψη του δρόμου, μια πόρτα κάτω, δεξιά- αριστερά παράθυρα. Μια πόρτα πάνω με μικρό ξύλινο μπαλκόνι, δεξιά κι αριστερά παράθυρα. Από πίσω, θυμάμαι μόνο μια μικρή πόρτα. Κεραμίδια στη στέγη. Παλιά, βυζαντινά. Μας έλεγαν ότι είχε φαντάσματα. Ούτε που πλησιάζαμε μόλις σκοτείναζε. Άμα μεγαλώσαμε λίγο, ξεφοβηθήκαμε και είπαμε ότι έχει θησαυρό. Το λουκέτο δεν άνοιγε με σύρμα. Η βατσινιά που κόντευε να καλύψει την πίσω πόρτα μας έγδαρε άσχημα. Βγάλαμε από την κάσα της πόρτας τον κρίκο που ήταν περασμένο το λουκέτο και μπήκαμε. 

Αράχνες, ποντικοκούραδα, σκόνη. Και μια γουστερίτσα που μας κοψοχόλιασε. Λίγα έπιπλα. Τα βασικά. Κρεβάτι, τραπέζι, μερικές καρέκλες. Ένα μπαούλο κι ένας μπουφές. Άδεια όμως. Πουθενά θησαυρός. Ούτε στο στρώμα που σκίσαμε με σουγιαδάκι και γέμισε το δωμάτιο μπαμπάκια. Μετά μπαίναμε μόνο όταν παίζαμε κρυφτό. Ύστερα για κάπνισμα και για κλεφτά φιλιά αργότερα. Όταν υποχώρησε -να έβλεπες ένα ωραίο κοίλο με κεραμίδια!- η σκεπή, κάρφωσαν τα πορτοπαράθυρα του ισογείου.

Τότε, ή ίσως λίγο αργότερα ήρθαν τα περιστέρια. Πρώτα τα ακούσαμε να γουργουρίζουν κι ύστερα τα είδαμε να βγαίνουν από το γείσο της σκεπής. “Θα πάρω το αεροβόλο του αδελφού μου...” είπε ο Γιάννης και πλακωθήκαμε. Τον ξάπλωσα κάτω και του έβαλα τα χέρια στο λαιμό. Να τον πνίξω.  “Δικά μας είναι” τού είπα. Ψέμματα βέβαια. “Θα σε σκοτώσω άμα τα πειράξεις”. 

Την άλλη μέρα τους πέταξα από μακριά μια φέτα ψωμί. Κομμάτι κομμάτι. Βγήκαν δυο -τρία στη αρχή. Ύστερα όλα. Επτά. Πότε ψωμί, πότε στάρι με συνήθισαν. Ξεθάρρεψαν. Με λίγη τροφή τα ζωντανά και λίγη καλοσύνη ο άνθρωπος, ξεθαρρεύουν. Έτρωγαν πια από το χέρι μου. Έτρωγαν και τους σφύριζα. Μεσημέρι τα τάιζα. Μόλις γυρνούσα από το σχολείο. Τους σφύριζα από μακριά, μ` άκουγαν, έβγαιναν από τις φωλιές τους στη σκεπή, φτερούγιζαν στο μέρος μου και με ακολουθούσαν. Κάθε μέρα.

Μια φορά, δεν ξέρω πώς μού ήρθε, μόλις τα είδα να έρχονται, άνοιξα τα χέρια στην έκταση. Ούτε εκπαιδευμένα να ήταν, κατέβηκαν και κάθισαν από τρία στο κάθε χέρι κι ένα στο κεφάλι. Και βάδιζα έτσι μέχρι το σπίτι, εκείνη και όλες τις άλλες μέρες, στη στάση του εσταυρωμένου, φορτωμένος πουλιά. Και ζήλευαν τα άλλα παιδιά και φώναζαν οι μεγάλοι: “Θα σε κουτσουλήσουν καψερέ! Θα σε κουτσουλήσουν!”

Τότε ήταν που σκέφτηκα να τα εκπαιδεύσω. Να γίνουν ταχυδρομικά. Πήρα το πιο ζωηρό στα χέρια και το πήγα ως το σπίτι ενός φίλου που έμενε μακριά, σε άλλη γειτονιά. Μόλις φτάσαμε, τού είπα: “Εδώ θέλω να φέρεις το μήνυμα”. Γύρισα, έγραψα σε χαρτάκι με μικρά ψείρες γράμματα “Σου στέλνω γράμμα με περιστέρι και περιμένω απάντηση”, το τύλιξα στο πόδι του, το έδεσα με μια κλωστή και το άφησα να πετάξει. Έφυγε. Περίμενα, μα το περιστέρι γύρισε χωρίς γράμμα. Το ξαναπήγα μέχρι το σπίτι του φίλου, τού είπα ότι και την πρώτη φορά, έγραψα άλλο γράμμα. Τα ίδια. 

Δεν μπορούσα να ξέρω αν πήγαινε στο προορισμό του ο ταχυδρόμος μου ή αν λύνονταν η κλωστή στο δρόμο και χάνονταν το γράμμα. Παραιτήθηκα της προσπάθειας να στείλω γράμμα σε συγκεκριμένους παραλήπτες αλλά συνέχισα να βάζω στα πόδια τους μηνύματα που δεν είχαν αποδέκτη και δεν έχριζαν απάντησης. Τις κλωστές στα πόδια τους δεν τις έδενα καλά. Για να πέσουν.

Μπορεί να μην είχαμε στη μικρή μας πόλη θάλασσα να ρίχνουμε μπουκάλια με μηνύματα, είχαμε όμως τουλάχιστο επτά περιστέρια, πρόθυμα να κουβαλήσουν φράσεις όπως: “Βάλε το στην τσέπη σου και προχώρα” ή “Τώρα μπορείς να χαμογελάσεις ξανά” ή “Δε ρίχνει μόνο βροχή ο ουρανός” κι άλλα πολλά, που πια δεν τα θυμάμαι. Δεν ξέρω αν και πόσοι πρόσεξαν στη μικρή μας πόλη τα πεσμένα χαρτάκια από τα πόδια των περιστεριών μου. Δεν ξέρω αν και πόσοι έσκυψαν, τα σήκωσαν, τα ξετύλιξαν και τα διάβασαν. Πάντως ένα από αυτά, το βρήκα εγώ. Πρέπει να ήταν πολύ καιρό πεσμένο, να το είχε πατήσει αυτοκίνητο, να το είχε μουλιάσει η βροχή. Το μήνυμα είχε σβηστεί.

Κάποια στιγμή τα περιστέρια άρχισαν να λιγοστεύουν. Τα χτύπησε αρρώστια; Τα χτύπησε καμιά γάτα; Ποτέ δεν έμαθα. Πάντως από αεροβόλο δεν πήγαν. Θα το άκουγα. Τελικά, ούτε ένα δεν έμεινε.

Όταν γκρέμισαν το σπίτι έλειπα. Κρίθηκε επικίνδυνο είπαν. Στο μεταξύ άλλη γενιά παιδιών το γυρόφερνε για θησαυρούς στην αρχή κι έπειτα για τα πρώτα τους τσιγάρα· τα φιλιά τα έδιναν πια στα φανερά. Ο δήμος το κατεδάφισε. “Δεν έπεφτε με τίποτα” μού είπε ο Γιάννης όταν γύρισα “το χτύπαγε η φαγάνα και τίποτα! Το ρημάδι, δεν έπεφτε”

Στεκόμασταν εκεί που ήταν το παλιό πλινθόκτιστο σπίτι που στη σκεπή του φώλιαζαν τα περιστέρια μου, τα περιστέρια που ήθελε να μακελέψει ο Γιάννης με το αεροβόλο του αδελφού του και ούτε που προσέξαμε τη θέα στον κάμπο. Μόνο το κενό που άφησε πίσω της η μπουλντόζα κοιτάζαμε αμήχανοι. Με τον καιρό όμως, συνηθίσαμε που έλειπε το σπίτι- έτσι όπως όλα τα συνηθίζει ο άνθρωπος- και βλέπαμε πλέον τη θέα. Δεν είναι τίποτα σπουδαίο, το ξέρω. Με την πρώτη ματιά, φαίνεται σχεδόν αδιάφορη: ο λόφος αντίκρυ στη μικρή μας πόλη κι ο ουρανός.

Άμα την έχεις όμως φάτσα κάρτα και προσέξεις πόσο αλλάζει με τις εποχές, πόσο αλλάζει μέσα στην ίδια μέρα, πόσο ζωντανεύει με τους μακρινούς ήχους που φτάνουν στα αυτιά σου από τον κάμπο και το ποτάμι, με τα περαστικά πουλιά που φτερουγίζουν,  κάθεσαι με τις ώρες και την κοιτάς. Κι ένα περίεργο: τότε εμφανίζεται από το πουθενά το παλιό σπίτι, σε γυροφέρνουν ξανά  τα χαμένα περιστέρια που σε στόλιζαν μικρό εσταυρωμένο -τα περιστέρια που δεν έγιναν ποτέ ταχυδρομικά. 



Το “Φάτσα κάρτα θέα” είναι η απάντηση στην κάρτα που μού έστειλε πριν λίγες μέρες η φίλη μου η Nefosis με ταχυδρομικό περιστέρι από το  Μπερδεμιάρο

Παρασκευή 8 Αυγούστου 2014

Ποίηση στο σχοινί


·
Nefosis καλή μου φίλη

Είχα αφήσει τα τελευταία σπίτια της Απολλωνίας και κατηφόριζα προς το Κάστρο. Ήταν απόγευμα, Αύγουστος και λίγους μήνες πριν, είχα διαβάσει αποσπάσματα από το βιβλίο του Κυριάκου Σιμόπουλου “Ξένοι ταξιδιώτες στην Ελλάδα”. Με είχαν ενθουσιάσει τόσο που προσπαθούσα να μιμηθώ τους περιηγητές: γύριζα με τα πόδια τη Σίφνο, χωρίς φωτογραφική μηχανή, με ένα μπλοκάκι για σκίτσα και ένα τετράδιο για να γράφω όπως και εκείνοι, τις εντυπώσεις μου.

Φυσούσε θυμάμαι κι η διαδρομή ήταν ευχάριστη. Ο δρόμος -έτσι όπως είχε περάσει ο Δεκαπενταύγουστος και οι περισσότεροι τουρίστες είχαν αναχωρήσει- ήταν έρημος. Σε μια στροφή του, εμφανίστηκε ξαφνικά μπροστά μου το Κάστρο. Μάλλον καλύτερα θα ήταν να γράψω: αποκαλύφθηκε. Κοντοστάθηκα. Κοίταξα γύρω: το έντονο ανάγλυφο με τις πεζούλες -αλλού λιόδεντρα κι αλλού αμπέλια-, τον ορίζοντα όπου αχνοφαίνονταν το Δεσποτικό και πίσω του η Αντίπαρος, τον Αρτεμώνα να κατηφορίζει και να ενώνεται με την Απολλωνία, πιο πέρα τα Εξάμπελα και βέβαια στο τέλος κοίταξα και πάλι τον μοναδικό οικισμό του Κάστρου κουρνιασμένο πάνω στο βράχο.

Φτάνοντας πολύ κοντά, και πριν περάσω την λόζια, κάθισα σε μια ξερολιθιά κι άναψα τσιγάρο. Δεν είχα κουραστεί από τη διαδρομή, μα είναι απόλαυση να έχεις φτάσει στον προορισμό σου και να καθυστερείς λίγο την είσοδο. Απόλαυση και μια διαδικασία προετοιμασίας. Ήταν ήσυχα. Καμία κίνηση· μόνο ήχοι: οι διαρκείς των τζιτζικιών τριγύρω μου που πλάνταζαν στο τραγούδι και το επαναλαμβανόμενο μοτίβο των κυμάτων που έφτανε αχνό από τη μικρή -αθέατη από το σημείο που βρισκόμουν- παραλία, πολλά μέτρα κάτω, στη ρίζα του βράχου.

Είχα την αίσθηση ότι δεν υπήρχε ψυχή πουθενά, ώσπου είδα μια ηλικιωμένη γυναίκα να βγαίνει από το πρώτο σπίτι του οικισμού κρατώντας μια παλιά μεταλλική λεκάνη. Την άφησε κάτω και άρχισε να απλώνει την μπουγάδα της. Ήταν μόνο κάλτσες. Ανδρικές μάλλινες. Όλες σκούρες, το κάθε ζευγάρι σε διαφορετική απόχρωση του μπλε και του πράσινου. Δεν ήταν παρά πέντε- έξι ζευγάρια οπότε δεν έκανε πολλή ώρα. Όταν τέλειωσε σήκωσε την λεκάνη και μπήκε στο σπίτι. Οι κάλτσες ήδη ανέμιζαν κρεμασμένες. Στο χέρι τις έπλυνε” σκέφτηκα καθώς διέκρινα από τις άκρες τους να φεύγουν σταγόνες.

Τις κοίταζα αρκετή ώρα και μετάνιωνα που δεν είχα μαζί μου φωτογραφική μηχανή. Θα ήταν ωραία εικόνα, αυτές οι ατίθασες σκούρες κάλτσες, οι πιο πολλές πάνω στο λευκό φόντο του σπιτιού και μερικές στο ουλτραμέρ του Αιγαίου. Σκεφτόμουν  να κάνω ένα πρόχειρο σκίτσο με μολύβι, σημειώνοντας με λέξεις τα χρώματα στο χαρτί για να στήσω αργότερα μια ακουαρέλα.

Τότε μόνο πρόσεξα τον τρόπο, την σειρά που τις είχε απλώσει η ηλικιωμένη. Δεξιά ήταν οι πιο σκούρες μπλε. Στο τέλος, αριστερά, οι πιο ανοιχτές πράσινες κι ενδιάμεσα...μα ήταν ένα θαύμα! Μια αρμονική χρωματική σύνθεση εκτεθειμένη προσωρινά στον αέρα. Ένα εφήμερο έργο τέχνης. Καθώς δεν την είδα να τις διαλέγει από τη λεκάνη, σκέφτηκα πως δεν μπορούσε παρά το άρτιο αυτό αποτέλεσμα να ήταν εντελώς τυχαίο. 

Επιχείρησα να βρω καλύτερη αλληλοδιαδοχή των χρωμάτων. Άλλαξα νοερά τη σειρά στις κάλτσες πολλές φορές. Κάθε φορά όμως διαπίστωνα ότι ο συνδυασμός που σκεφτόμουν, υπολείπονταν εκείνου της μπουγάδας που στέγνωνε στο μελτέμι του Αυγούστου  και τότε προσπαθούσα με ακόμα μεγαλύτερη ένταση να βρω τον επόμενο συνδυασμό. Ελπίζοντας  να πετύχω τον άριστο. Μάταια: ο τρόπος που είχαν τοποθετηθεί- τυχαίος ή όχι- ήταν ανυπέρβλητος. Παραιτήθηκα.



Άναψα κι άλλο τσιγάρο, αναβάλλοντας για λίγο ακόμα την είσοδό μου στον οικισμό. Είχε αρχίσει να σκοτεινιάζει. Μετά από λίγο άναψαν μερικά φώτα στο Κάστρο, κι όταν νύχτωσε για τα καλά, όλα τ` άλλα. Οι κάλτσες φαινόταν ακόμα, όχι όμως και τα χρώματά τους -σκιές ακίνητες πια, γιατί στο μεταξύ μαζί με το σκοτάδι, είχε πέσει κι ο αέρας. Όταν μετά από μερικές ώρες έπαιρνα το δρόμο της επιστροφής, η μπουγάδα είχε μαζευτεί και το σχοινί της ούτε που διακρίνονταν.

Τις επόμενες μέρες στη Σίφνο, σκεφτόμουν διαρκώς αυτή την σκηνή αλλά το μόνο που έκανα ήταν να κρατήσω μια απλή τηλεγραφική σημείωση στο τετράδιο του επίδοξου περιηγητή, τρεις λέξεις όλες κι όλες: “Μπουγάδα- Κάλτσες -Κάστρο”. Αλλά και τα χρόνια που ακολούθησαν δεν ήταν λίγες οι φορές που τη θυμήθηκα και όλο έλεγα ότι έπρεπε να την καταγράψω. 


Τελικά Nefosis καλή μου φίλη, δεν το έκανα παρά μόνο σήμερα, με αφορμή την κάρτα σου.

Να σαι καλά!



η φωτο από εδώ