Δευτέρα 30 Ιουλίου 2012

Αγαπημένοι Ολυμπιονίκες (πρώτο μέρος)


Αυτές τις μέρες το ένα μάτι στην τηλεόραση, στους Ολυμπιακούς του παρόντος  και το άλλο στην οθόνη του υπολογιστή αναζητώντας φωτογραφίες, βίντεο, βιογραφίες αγαπημένων αθλητών που έδρεψαν δάφνες στο παρελθόν. Μερικοί από αυτούς θρύλοι, άλλοι πάλι, λιγότερο ή περισσότερο ξεχασμένοι. Οι περισσότεροι, παλιοί που έχουν ολοκληρώσει εδώ και πολλά χρόνια την καριέρα τους. Ελάχιστοι οι σύγχρονοι, οι αθλητές που αγωνίζονται αυτές τις μέρες στο Λονδίνο. Φυσικά, υποκειμενική η λίστα που ακολουθεί -γι αυτό κι ο ανώδυνος τίτλος “αγαπημένοι ολυμπιονίκες”- τυχαία η σειρά αναφοράς τους και πολύ συνοπτικά τα κείμενα για τον καθένα. Όσοι αθλητές βρίσκονται εντός, δεν είναι μόνο για τα μετάλλια που κέρδισαν ή τα ρεκόρ που κατέρριψαν μα και για κάτι ακόμα, διαφορετικό σε κάθε περίπτωση. 


Lasse Virén. Ήταν ο τελευταίος των Lentävä suomalainen, των ιπτάμενων Φιλανδών, όπως χαρακτηρίστηκε ένα σύνολο δρομέων μεσαίων και μεγάλων αποστάσεων που διέπρεψαν στους στίβους από τις αρχές του 20ου αιώνα. Ο Virén, κέρδισε τέσσερα χρυσά μετάλλια σε δύο συνεχόμενες Ολυμπιάδες, το ` 72 στο Μόναχο και το `76 στο Μόντρεαλ στα 5.000 και στα 10.000 μέτρα. Η κούρσα όμως που έχει μείνει στην ιστορία είναι αυτή των 10000 μέτρων στο Μόναχο. Στον δωδέκατο γύρο του αγώνα έπεσε, αλλά δεν έχασε στιγμή. Σηκώθηκε και συνέχισε να τρέχει, ενώ οι άλλοι αθλητές είχαν ήδη ξεφύγει περισσότερο από 30 μέτρα. Πολύ σύντομα και ενώ απέμεναν περίπου 600 μέτρα, όχι απλώς έφτασε το γκρουπ που προηγείτο, αλλά τους ξεπέρασε για τερματίσει πρώτος, σημειώνοντας μάλιστα παγκόσμιο ρεκόρ με χρόνο 27:38:40. (στο βίντεο, η πτώση στο 1:40)


Teófilo Stevenson, ο Κουβανός πυγμάχος, που πέθανε πολύ πρόσφατα (12.6.2012) σε ηλικία μόλις 60 χρόνων ήταν κάτοχος τριών ολυμπιακών μεταλλίων (στο Μόναχο `72, στο Μόντρεαλ το `76 και στη Μόσχα το `80) και νικητής σε 301 από τους 321 πυγμαχικούς αγώνες που συμμετείχε στα 20 χρόνια της καριέρας. Ο Stevenson, ερασιτέχνης πυγμάχος πιστός στα αθλητικά ιδεώδη αρνήθηκε τη συμμετοχή σε αγώνα επίδειξης με τον παγκόσμιο πρωταθλητή Μωχάμετ Άλι με έπαθλο ένα εκατομμύριο δολάρια λέγοντας: "Prefiero el cariño de ocho millones de cubanos" (Προτιμώ την αγάπη οκτώ εκατομμυρίων Κουβανών)  MuhammadAli: Fighting Spirit - Teófilo Stevenson


Nadia Comăneci. Η Nadia δε χρειάζεται ιδιαίτερες συστάσεις. Η μικρή αθλήτρια που γεννήθηκε το 1961 στο Ονέστι της Ρουμανίας ήταν το perfect ten της ενόργανης γυμναστικής των Ολυμπιακών του Μόντρεαλ το 1976. Κέρδισε συνολικά πέντε χρυσά, τρία ασημένια κι ένα χάλκινο μετάλλιο στους Ολυμπιακούς του Μόντρεαλ το 1976 και της Μόσχας το 1980. Ακόμα και σήμερα η απόδοσή της -κατά την ταπεινή μου γνώμη ειδικά στη δοκό- παραμένει συγκλονιστική. Όπως επίσης μένει αξέχαστη η τελευταία της κίνηση στο πρόγραμμα που παρουσίασε στο έδαφος. Και για του λόγου το αληθές: First perfect ten - Nadia Comaneci - Montreal 1976 Olympic Games

Mark Spitz ή Mark The Shark, ο Αμερικάνος κολυμβητής που κατάφερε το ακατόρθωτο: στους Ολυμπιακούς αγώνες του Μονάχου το 1972 κατέκτησε επτά χρυσά μετάλλια στα 100 και 200 μέτρα ελεύθερο, στα 100 και 200 μέτρα πεταλούδα, στα 4Χ100 μικτή ατομική και σε δύο σκυταλοδρομίες 4Χ100 και 4Χ200 σημειώνοντας παγκόσμιο ρεκόρ σε όλα τα αγωνίσματα που συμμετείχε. Χρειάστηκε να περάσουν 36 χρόνια για να τον ξεπεράσει κάποιος κι αυτός δεν ήταν άλλος από τον Michael Phelps, με τα οκτώ χρυσά μετάλλια στους Ολυμπιακούς του Πεκίνου το 2008.


Bob Bemon, “the man who jumped and almost never landed”. Έμεινε στην ιστορία του αθλητισμού με ένα και μοναδικό άλμα που δεν κατάφερε ποτέ να επαναλάβει. Στις 18 Οκτωβρίου του 1968, στους Ολυμπιακούς αγώνες στο Μεξικό, ο Bemon ξεπέρασε το προηγούμενο παγκόσμιο ρεκόρ κατά 55 εκατοστά, πηδώντας 8.90 μέτρα. “Ο εικοσιδιάχρονος αθλητής έλαβε θέση. Συγκεντρώθηκε για λίγο, πήρε βαθιά ανάσα και άρχισε να τρέχει. Η επιτάχυνσή του σταδιακά μετέτρεψε το τρέξιμο σε αφηνιασμένο καλπασμό. Ένας καλπασμός που κατέληξε σε ένα δυνατό πάτημα- αρχή της απογείωσης. Από εκείνη τη στιγμή άρχισε μια απίστευτη πτήση που όταν την δει κανείς σε αργή κίνηση μπορεί να διακρίνει γιατί αυτό το άλμα χαρακτηρίστηκε η πιο ποιητική στιγμή εκείνων των Αγώνων.” (από παλιότερο ποστ με τίτλο: Beamonesque!) Το ρεκόρ του Beamon καταρρίφθηκε 23 χρόνια αργότερα από τον Mike Powell. (8,95




Edoardo Mangiarotti. Ο ξιφομάχος θρύλος, που πέθανε τον περασμένο Μάιο σε ηλικία 93 ετών. Γιος του επίσης πρωταθλητή ξιφασκίας Giuseppe Mangiarotti αλλά και πατέρας της Ιταλίδας ξιφομάχου Carola Mangiarotti, κέρδισε συνολικά 13 ολυμπιακά μετάλλια, εκ των οποίων τα 6 χρυσά στις πέντε Ολυμπιάδες που έλαβε μέρος. Το `36 στο Βερολίνο, το `48 στο Λονδίνο, το `52 στο Ελσίνκι, το `56 στη Μελβούρνη και το `60 στη Ρώμη. Το 2003 η Διεθνής Ολυμπιακή Επιτροπή του απένειμε τον Πλατινένιο Στέφανο. Η περγαμηνή που συνόδευε τη διάκριση, έγραφε: «Τα 39 μετάλλια του Edoardo Mangiarotti σε Ολυμπιακούς Αγώνες και Παγκόσμια Πρωταθλήματα Ξιφασκίας τον καθιστούν τον μεγαλύτερο ξιφομάχο στην ιστορία του αθλήματος». Εδώ μια σύντομη συνέντευξη του Mangiarotti το 2008. 


Yelena Isinbayeva, η “τσαρίνα των αιθέρων” ή η ωραία Ελένη των αλλεπάλληλων παγκοσμίων ρεκόρ, χρυσή ολυμπιονίκης στην Αθήνα το 2004 και στο Πεκίνο το 2008 και ίσως και του Λονδίνου φέτος, χρυσή όμως και λόγω των συμβολαίων που υπογράφει με μεγάλες εταιρείες και της αποφέρουν τεράστια ποσά. Αυτό το τελευταίο είναι αλήθεια πως το παραβλέπω, όταν την βλέπω να πανηγυρίζει ξέφρενα μετά από ένα ακόμα εκπληκτικό άλμα -εκείνο το 5.05 στις 18 Αυγούστου στο Πεκίνο που αποτελούσε την 24η κατάρριψη του ρεκόρ στο επι κοντώ- και λέω όπως κι ο ισπανόφωνος σχολιαστής στο βίντεο: “Que mujer es!” 




Παρασκευή 27 Ιουλίου 2012

Αρχαίο πνεύμα ολέθριο


Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι οι αρχαίοι Έλληνες ήταν σπουδαίος λαός. Σοφοί και άκρως λειτουργικοί. 

Μου φαίνεται ασύλληπτο σήμερα το πώς κατάφερναν να πραγματοποιούν κάθε τέσσερα χρόνια Ολυμπιακούς Αγώνες χωρίς να υπερχρεώνονται, χωρίς να παίρνουν τα μυαλά τους αέρα και, πάνω απ’ όλα, χωρίς να καταρρέουν. 

Είχαν βρει μάλιστα και μια πατέντα, εντελώς δικής τους επινόησης, που, εκκινώντας από το αμιγώς αθλητικό κομμάτι, απέφερε θετικές επιδράσεις και στην οικονομία τους. Οι πόλεις-κράτη της εποχής υποδεχόταν με μεγάλο ενθουσιασμό του Ολυμπιονίκες τους και γκρέμιζαν κατά την άφιξή τους ένα κομμάτι από τα τείχη τους, θέλοντας να δείξουν ότι η αθλητική ρώμη μπορούσε να υποκαταστήσει και με το παραπάνω τις συμβατικές αμυντικές υποδομές. Υποθέτω ότι το έθιμο αυτό θα επέφερε κάποια αύξηση στα ελλείμματα του Δημοσίου, από την άλλη όμως, οδηγούσε προφανέστατα σε αύξηση των δημοσίων επενδύσεων και σε τόνωση της απασχόλησης και του ΑΕΠ. Το χρήμα κινούνταν, άλλαζε χέρια, και η Οικονομία μεσοπρόθεσμα ωφελούνταν από όλο αυτό το αλισβερίσι. 

Αυτά όσον αφορά τους αρχαίους. Οι Νεοέλληνες, πάλι, δεν έχουν βρει τον τρόπο να αντιπαρέρχονται τη διοργάνωση Ολυμπιακών Αγώνων χωρίς να υφίστανται κατόπιν λιμούς, λοιμούς και καταποντισμούς. Όχι κάθε τέσσερα χρόνια – δύο φορές μέσα σε εκατόν οκτώ χρόνια το επιχείρησαν και το πλήρωσαν και τις δύο πάρα πολύ ακριβά.

Οι διοργανωτές των Αγώνων του 1896 είχαν το αναμφισβήτητο πλεονέκτημα πως όταν δήλωναν: “πραγματοποιήσαμε τους πιο λαμπρούς μοντέρνους Ολυμπιακούς Αγώνες που έχουν γίνει ως τώρα”, έλεγαν την αδιαφιλονίκητη αλήθεια. Ποτέ μου δεν κατάλαβα από που αντλούσαν την ίδια πεποίηθεση οι διοργανωτές του 2004, λες και δεν είχαν προηγηθεί η Βαρκελώνη το `92 και το Σίδνεϊ του 2000. 

Τώρα που το ξανασκέφτομαι κάτω υπο το φως των νέων διδομένων, συνειδητοποιώ ότι οι Έλληνες, παρότι αρχαίοι ως προς την καταγωγή, λειτουργούμε ως προς την ψυχολογία σα μικρά παιδιά. Λες στο παιδί μια καλή κουβέντα, από ευγένεια, από συγκατάβαση ή απλώς για να μην το αποθαρρύνεις, κι εκείνο τη δένει κόμπο και πιστεύει ότι είναι το πιο όμορφο και έξυπνο στην πλάση. Μα και στ` αλήθεια να του το πεις, πράγμα που στην περίπτωσή μας επ` ουδενί ισχύει (“Μπράβο, μεγάλη οργανωτική επιτυχία, τι αγώνες κι αυτοί!”), πάλι καλό δεν του κάνεις. Θα το καβαλήσει το καλάμι και το κοπλιμέντο θα το πληρώνει όλη την υπόλοιπη ζωή του με απανωτές διαψεύσεις και απογοητεύσεις. 

Το συγκεκριμένο λάθος το είχε κάνει το 1941 ο Ουίνστον Τσόρτσιλ, όταν δήλωσε, καλή τη πίστη, ότι “δεν πολέμησαν οι Έλληνες σαν ήρωες, οι ήρωες πολεμούν σαν Έλληνες”, κι ακόμα η υπεροψία που κατέλαβε τους συμπατριώτες μου χάρη σε αυτή τη διπλωματική ρεβεράντζα παραμένει ανίατη.  

 Τέλος πάντως. Καλοί κι ανεπανάληπτοι ήταν οι αγώνες τόσο του 1896 όσο και του 2004, μόνο που οδήγησαν την Ελλάδα σε δύο καταστροφές. 

Την πρώτη φορά ήταν ένας Ελληνοτουρκικός Πόλεμος, το 1897. Οι Έλλληνες πίστεψαν και τότε στο μεγαλείο της φυλής και οδηγήθηκαν σε μια σύρραξη που κατέληξε σε ολοκληρωτική ήττα, στην υποχρέωση καταβολής υπέρογκων πολεμικών αποζημιώσεων και σε οικονομική καταστροφή. 

Τη δεύτερη φορά, το 2004, το επινίκιο πάρτι κράτησε τουλάχιστον πέντε χρόνια, προτού αποκαλυφθεί ότι το ταμείον ήταν μείον και ότι το μεντέλο της πανίσχυρης δυτικής χώρας, που λουστραρίστηκε και από την “επιτυχία” των αγώνων, ήταν ιμιτασιόν. 

Οι Αμερικάνοι φίλοι μας από την Ατλάντα είχαν κάνει μια προσπάθεια να μας σώσουν από τον αυτοχειριασμό οκτώ χρόνια νωρίτερα, όταν “μας άρπαξαν μέσα απ` τα χέρια μας” τους αγώνες του 1996, που είχαμε πιστέψει ότι μας ανήκαν επετειακό δικαίω. Είχαμε θεωρήσει τότε προκλητικό το γεγονός αφού οι Ηνωμένες Πολιτείες είχαν διοργανώσει και τους αγώνες του 1984 στο Λος Άντζελες- οι κατάρες εναντίον της coca cola και των λοιπόν πολυεθνικών είχαν φτάσει μέχρι τον ουρανό. Δεν ξέραμε τότε ότι θα έπρεπε μάλλον να ευγνωμονούμε τους Αθάνατους και την Ατλάντα που μας γλύτωσαν -πρόσκαιρα έστω- από το εθνικό όνειδος και την καταστροφή, αλλά εμείς προτιμήσαμε τότε να κρεμάσουμε την ταμπέλα του προδότη στους λίγους που ψέλλιζαν ότι οι Ολυμπιακοί Αγώνες θα αποδεικνύονταν ολέθριοι για τη χώρα. Οι Αθάνατοι, από την πλευρά τους, βιώνοντας την αχαριστία μας, αποφάσισαν να μας εκδικηθούν προσφέροντάς μας τους αγώνες του 2004. 

Τί να κάνεις, έτσι γράφεται η Ιστορία. Οι Καταλανοί και οι Αυστραλοί τα κατάφεραν, έστω κι αν δεν είναι τόσο αρχαίοι λαοί- ή ενδεχομένως ακριβώς γι αυτό. Εμείς πάλι, όχι. Όσο για τους Κινέζους (εκείνοι κι αν είναι αρχαίος λαός!), το θέμα δεν έχει ακόμα κριθεί. Φαίνεται μεν πως την έβγαλαν καθαρή, αλλά έχουν περάσει μόνο τέσσερα χρόνια από τους δικούς τους Αγώνες. 

Τί είναι τέσσερα χρόνια μπροστά στη μακρά πορεία ενός αρχαίου λαού μέσα στους αιώνες; 






Το κείμενο που  διαβάσατε προέρχεται από το βιβλίο του Χριστόφορου Κάσδαγλη Ανώνυμοι Χρεωκοπημένοι” που κυκλοφόρησε πρόσφατα από τις εκδόσεις Καστανιώτη.