Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα οικονομική κρίση. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα οικονομική κρίση. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 21 Δεκεμβρίου 2016

Ελαίας καρπός ευώδης*

Στα μέρη που μεγάλωσα, δεν ευδοκιμούν ελιές. Ίσως αυτός να είναι ο κύριος λόγος που άργησα πολύ να συνδέσω ουσιαστικά το δέντρο με τον καρπό. Για την ακρίβεια η σύνδεση έγινε ακριβώς πριν από τέσσερα χρόνια. Μέχρι τότε, στεκόμουν εκστατικός μπρος στις εικαστικές μορφές των κορμών -αυτό το στριφογυριστό θαύμα- στη μαγική διχρωμία των λογχοειδών φύλλων. Βέβαια απολάμβανα τις βουτιές με ψωμί στο λαδόξιδο της χωριάτικης καθώς και κάθε είδους ελιά: από τις ζαρωμένες θρούμπες μέχρι τις πράσινες για ήρωες, αλλά δε σκεφτόμουν ότι αυτά προέρχονται από το συγκεκριμένο δέντρο. Σκέψη που την κάνω για όλους τους άλλους καρπούς που έστω και μια φορά έχω μαζέψει με τα χέρια μου.

Μέχρι που ένα απόγευμα πριν από τέσσερα χρόνια, χτύπησε η πόρτα και ένας άγνωστος με ρώτησε δισταχτικά αν μπορούσε να μαζέψει τις ελιές που βρίσκονται στο πεζοδρόμιο έξω από το σπίτι. Συμφώνησα αμέσως γιατί σκέφτηκα ότι θα γλιτώναμε από τις πατημένες ελιές στο πεζοδρόμιο και πριν μου πει, “Ξέρεις, είμαι άνεργος οικοδόμος. Για το λάδι της χρονιάς...”. Την επόμενη μέρα -μια συννεφιασμένη Κυριακή- ήρθε νωρίς το πρωί με τον αδελφό του. Έστρωσαν δίχτυ κάτω, έστησαν σκάλα, έπιασαν τα χτένια-μικρές τσουγκράνες- και άρχισαν το μάζεμα χτενίζοντας τα κλαδιά. Τους παρακολουθούσα καπνίζοντας, όταν μού είπε από ψηλά: “Γιατί δε μαζεύεις κι εσύ;” Με είδε που το σκεφτόμουν και επέμεινε, “Ξέρεις τί ωραίες θα γίνουν ξιδάτες;”. Έτσι βρέθηκα στο άλλο δέντρο με τις μεγάλες και άρχισα να μαζεύω όπως ήξερα από μήλα, αχλάδια, κεράσια, κυδώνια και σύκα: μια μια. Τα δύο αδέλφια με κορόιδευαν για το “μια μια” και στο τέλος εκείνοι είχαν γεμίσει ένα μεγάλο τσουβάλι κι εγώ μόλις μια σακούλα.

Φεύγοντας μού έδωσαν συνταγή, αλλά συμβουλεύτηκα και δυο διαδικτυακούς φίλους πριν ξεκινήσω. Βγήκαν καλές την πρώτη χρονιά κι από τότε, τουλάχιστον τις βρώσιμες τις μαζεύω. Κάθε χρόνο και περισσότερες. Φέτος κατάφερα να γεμίσω ένα κάδο 40 λίτρων. Αυτή τη χρονιά τα αδέλφια δε φάνηκαν, όπως όλες τις προηγούμενες για να τους δείξω και να περηφανευτώ για τη σοδειά μου. Ελπίζω να είναι γιατί βρήκαν δουλειά. 


Η συνταγή 



Αφαιρούμε τα φύλλα και τα κοτσάνια που τυχόν έχουν μείνει στις ελιές, τις ξεπλένουμε και στη συνέχεια τις χαράζουμε με κοφτερό μαχαίρι. Διπλό, ει δυνατόν συμμετρικό χάραγμα που προσέχουμε να μη φτάσει μέχρι το κουκούτσι. 


Στη συνέχεια τις βάζουμε σε μια μεγάλη λεκάνη με νερό για δέκα μέρες και φροντίζουμε μέρα παρά μέρα να αλλάζουμε το νερό. Αν μας αρέσουν πικρές, τις αφήνουμε στο νερό οκτώ μέρες. Το μέρος που θα έχουμε τη λεκάνη πρέπει να είναι σκιερό και δροσερό. 

Ανάλογα με την ποσότητα που έχουμε, τις βάζουμε σε μεγάλα βάζα ή σε κάδο που γεμίζουμε με άλμη μέχρι που μόλις να σκεπάζει τις ελιές. Η άλμη γίνεται με χοντρό αλάτι με αναλογία 70-100 γραμμάτια ανά λίτρο. Αν θέλουμε να τις διατηρήσουμε για περισσότερο από ένα χρόνο, βάζουμε μέχρι και 120 γραμμάρια αλάτι σε λίτρο νερού. Τέλος προσθέτουμε ένα στρώμα λαδιού ώστε να μην έρχονται σε επαφή με τον αέρα.  

Λίγες μέρες πριν την κατανάλωση, τις ξεπλένουμε και τις βάζουμε σε βάζο με λάδι. Μπορούμε να προσθέσουμε μυρωδικά ή και ξύδι. Από μυρωδικά έχω δοκιμάσει και συνιστώ το θυμάρι, τα φύλλα δάφνης, ροδέλες λεμονιού και φλούδες από μανταρίνι.
 





*ο τίτλος από τους Πέρσες του Αισχύλου, στ. 609 

Πέμπτη 15 Δεκεμβρίου 2016

Τέσσερα


Στα μέρη μου, όταν άνοιξαν τα σύνορα το `90 και άρχισαν να φτάνουν με τα πόδια εξαθλιωμένοι οι πρώτοι Αλβανοί μετανάστες, οι περισσότεροι βοήθησαν. Τους έδιναν σοκαρισμένοι φαγητό. Σοκαρισμένοι, καθώς οι πεινασμένοι που είχαν δει μέχρι τότε -οι νεότεροι τουλάχιστον- ήταν μόνο σε σκηνές στην τηλεόραση ή σε εικόνες  εντύπων. Άνοιγαν ντουλάπες, έβγαζαν ό,τι περίσσευε -και περίσσευαν πολλά στον καιρό της ευμάρειας- και τους τα έδιναν. Πολλές φορές ήταν άχρηστα πράγματα. Και για τους μεν και για τους δε. Αυτοί που βοήθησαν τότε πιο ουσιαστικά ήταν κάποιες ηλικιωμένες που έφτασαν στα μέρη μας παιδιά τον καιρό της Μικρασιατικής καταστροφής. Ετοίμαζαν ένα μικρό μπόγο που είχε ψωμί, τυρί, ελιές και μια πλάκα πράσινο σαπούνι. Μπορεί να φαίνεται ελάχιστο και φτωχικό, μα ήταν τα απολύτως αναγκαία για την περίσταση. Κι εκείνες το ήξεραν καλύτερα από τον καθένα.

------

“Πέρασε τις προάλλες ο Γ. Συμμαθητής από το γυμνάσιο, είχα χρόνια να τον δω. Μού είπε τα δικά του: καλή δουλειά σε άλλη πόλη. Ωραίο σπίτι, μεγάλο, με κήπο. Σκύλο και γάτα. Και τα προσωπικά του, τακτοποιημένα πλέον. Τού είπα τα δικά μου: Δουλειές του ποδαριού. Αν και όταν. Απλήρωτοι λογαριασμοί. Τρίτη χρονιά χωρίς θέρμανση. Αυτό το τελευταίο, δεν χρειαζόταν να το πω, το ένοιωθε. Για αυτό μάλλον δεν έμεινε ούτε για καφέ. Επέμενε να βγούμε. Ίσως ήταν καλύτερα έτσι γιατί δεν ξέρω αν ο καφές στο κουτί θα έφτανε για δύο. Οδήγησε σε πολυκατάστημα, πήγαμε στο τμήμα με τις τηλεοράσεις. Διάλεξε μια σαραντάρα, φουλ, σούπερ χάι ντεφινίσιον, τα έσκασε κανονικά και μού είπε ότι ήταν  δώρο για μένα. Καταλαβαίνεις; Το μόνο που πρόσεξε από αυτά που τού είπα, από αυτά που έβλεπε στο σπίτι, ήταν ότι δεν είχα τηλεόραση. Αύριο που θα μού κόψουν το ρεύμα, που δε θα δουλεύει ούτε το αερόθερμο, θα κάθομαι στα σκοτεινά, στο κρύο, μπροστά στη μαύρη σαραντάρα οθόνη.” (1)


Όταν δημοσιεύτηκε To Κεφάλαιο είπαμε να το γιορτάσουμε, αλλά πρώτα χρειάστηκε να μας δώσει χρήματα ο Ένγκελς για να πάρουμε από το ενεχυροδανειστήριο τα λινά τραπεζομάντιλα και το σερβίτσιο για το δείπνο. Ο Ένγκελς... Όταν μας έκοβαν το νερό και το γκάζι και το σπίτι βυθιζόταν στο κρύο και το σκοτάδι και έπεφτε το ηθικό μας, ο Ένγκελς πλήρωνε τους λογαριασμούς. Ο Ενγκελς... ένας άγιος άνθρωπος. Δεν βρίσκω άλλη λέξη. Ο πατέρας του είχε εργοστάσια στο Μάντσεστερ. Ναι... μας έσωζε ο καπιταλισμός! Δεv ήταν πάντα σε θέση να καταλάβει τις ανάγκες μας. Εμείς δεν είχαμε λεφτά να πάμε στον μπακάλη κι αυτός μας έστελνε ακριβά κρασιά. Κάποια Χριστούγεννα, που δεν είχαμε λεφτά να αγοράσουμε χριστουγεννιάτικο δέντρο, ο Ένγκελς κατέφθασε με έξι μπουκάλια σαμπάνια. Έτσι, φανταστήκαμε ότι είχαμε στη μέση ένα δέντρο, κάναμε κύκλο γύρω του, ήπιαμε σαμπάνια και τραγουδήσαμε χριστουγεννιάτικα τραγούδια. «Ω, έλατο...» (2)


Αντιδράσεις προκάλεσε η κίνηση της ομάδας Κιβωτός Αστέγων να στολίσει και να χαρίσει χριστουγεννιάτικα δέντρα σε άστεγους που ζουν στο κέντρο της Αθήνας. Η ομάδα σε σχετική ανάρτηση στο Facebook κάνει λόγο για «πράξεις συμβολικές» και καταγγέλει την κοινωνία που «δεν ακολουθεί». Κάτω από την ανάρτηση ακολούθησε πλήθος αρνητικών σχολίων που μιλούν για άστοχη και ανούσια κίνηση, για εξευτελισμό και κοροϊδία που πλήττει την αξιοπρέπεια των αστέγων.(3)


1. Διήγηση φίλου πριν μερικές μέρες.
2. Απόσπασμα από το θεατρικό έργο του Αμερικανού συγγραφέα Χάουαρντ Ζιν, “Ο Μαρξ στο Σόχο” (Η φωτογραφία από την παράσταση του έργου του Ζιν, το 2011 σε σκηνοθεσία και ερμηνεία του Αγγελου Αντωνόπουλου)
3. Από τις ειδήσεις  


Στην πρώτη εικόνα, τμήμα έργου του Χρήστου Μπόκορου, από την ενότητα "Τα στοιχειώδη"

Κυριακή 21 Αυγούστου 2016

Ἔστιν οὖν πλούσιος...


- Τὶς ἔστιν πλούσιος Έποπά μου;

-Ὁ ἐν ὀλίγοις ανθοφόροις ιβίσκοις ἀναπαυόμενος Νενέκα μου.










*Ο διασκευασμένος διάλογος από τη Λωξάντρα της Μαρίας Ιορδανίδου. 

Η αφορμή για την επίδειξη των ανθισμένων ιβίσκων μου  ήταν η παρακάτω είδηση: 


«Κωδικός 24 ώρες» είναι το νέο φιλόδοξο σχέδιο του υπουργείου Οικονομικών για την πάταξη της φοροδιαφυγής. Με τη βοήθεια της τεχνολογίας, των διαφόρων βάσεων δεδομένων από τράπεζες, εφορίες, υποθηκοφυλακεια, κτηματολόγιο κλπ, αλλά και στοιχείων που θα αντληθούν ακόμη και από εφαρμογές social media (Facebook, Instagram) οι φοροελεγκτές της Γενικής Γραμματείας Δημοσίων Εσόδων, του ΣΔΟΕ και άλλων κρατικών υπηρεσιών θα θέσουν στο στόχαστρο 1.800.000 ΑΦΜ πολιτών και επιχειρήσεων για τους οποίους ήδη υπάρχουν ενδείξεις φοροδιαφυγής.

Ο ελεγκτής δεν θα περιορίζεται στα στοιχεία που βγάζει αυτόματα το σύστημα αλλά θα μπορεί με τη βοήθεια της τεχνολογίας να εισέλθει στο προφίλ του φορολογούμενου στο Facebook, στο Twitter και στο Instagram να αντλήσει στοιχεία για ορισμένα περιουσιακά στοιχεία που μπορεί να μην φαίνονται στα επίσημα αρχεία που διαθέτει το κράτος. Ακόμη και ο πολυτελής τρόπος διαβίωσης που μπορεί να απεικονίζεται σε διάφορες φωτογραφίες, αν δεν υποστηρίζεται από τα δηλωθέντα εισοδήματα του φορολογούμενου θα αποτελούν στοιχεία για περαιτέρω έλεγχο και επιβολή προστίμων. (από εδώ)     

Πέμπτη 25 Ιουνίου 2015

“A pound of flesh"



Μας είχε στριμώξει, τρία απογεύματα κάθε βδομάδα σε υποχρεωτικά φροντιστηριακά μαθήματα. Άγριος φιλόλογος στο Λύκειο, αμείλικτος, είδε κενά, το αποφάσισε και το επέβαλε σε όλους. Σημειώσεις, ασκήσεις, επαναλήψεις, ξέσκισμα κανονικό. Έχω κρατήσει τις σημειώσεις και μπορώ να πω ότι θυμάμαι ακόμα τα μαθήματα. Ένα, ήταν αποκλειστικά για τις προθέσεις ως πρώτο συνθετικό λέξεων και τη σημασία που προσδίδουν σε αυτές. Δεν είναι παράξενο λοιπόν που μια βδομάδα τώρα, από το σύνθημα των ημερών,“Μένουμε Ευρώπη” κρατάω το μισό, την πρώτη λέξη, προσθέτω διαδοχικά προθέσεις και προσπαθώ να δώσω ακριβή ορισμό των λέξεων που προκύπτουν. Παραμένουμε. Διαμένουμε. Επιμένουμε. Περιμένουμε.  Αναμένουμε. Υπομένουμε. Μέρες τώρα, ανιχνεύω προθέσεις. Μέρες τώρα ανιχνεύω τα πιθανά αποτελέσματά τους. 


Xθες είδα το πρωτοσέλιδο σκίτσο του εβδομαδιαίου περιοδικού CharlieHebdo με την Κριστίν Λαγκάρντ να κρατά το κεφάλι ενός Έλληνα μέσα σε ένα κουβά νερό. Πρόθεση δολοφονίας ή “απλώς” το βασανιστήριο εικονικού πνιγμού; Μάλλον το πρώτο, καθώς το κείμενο που συνοδεύει το σκίτσο λέει: "Σώστε την Ευρώπη. Πνίξτε έναν Έλληνα.” Διπλά επίκαιρο το σκίτσο. Δίκοπο, καθώς προχθές διάβαζα -μια που δεν άντεξα να δω ούτε τις εικόνες, ούτε το σχετικό βίντεο- "Πέντε άνδρες κλειδώνονται μέσα σ' ένα ατσάλινο κλουβί, το οποίο ανυψώνεται από το έδαφος για να βυθισθεί μέσα σε μια μεγάλη πισίνα, όπου ο πνιγμός τους κινηματογραφείται από δύο υποβρύχιες κάμερες". Και σαν να μην είναι αρκετές οι πρόσφατες κτηνωδίες, βγαίνουν στην επιφάνεια και οι εικόνες του παρελθόντος. Γκουαντάναμο, Αμπού Γκράιμπ, Βιετνάμ.


"Σε ασφυκτικό κλίμα και το κρίσιμο Eurogroup της Πέμπτης. Τελεσίγραφο μίας ώρας φέρεται να έλαβε νωρίτερα η ελληνική αποστολή. Αντίστροφη μέτρηση για τη διαπραγμάτευση με χρονικό ορίζοντα τις 30 Ιουνίου και την πληρωμή της δόσης στο ΔΝΤ", βλέπω πριν από λίγο στο site του ThePressProject . Αναζητώ τον “Έμπορο της Βενετίας”. Θέλω να διαβάζω ξανά το σημείο που ο τοκογλύφος Σάιλοκ προκειμένου για να δανείσει τρεις χιλιάδες δουκάτα στον Αντόνιο θέτει έναν όρο: αν δεν του επιστρέψει τα χρήματα σε συγκεκριμένο χρόνο, να πάρει από οποιοδήποτε σημείο του σώματός του επιθυμεί,  “μια λίβρα σάρκα”. Άφαντο το βιβλίο, μα ούτε στο διαδίκτυο που αναζήτησα, δεν κατάφερα να βρω το κείμενο. “A pound of flesh is mine” κραυγάζει ο Αλ Πατσίνο στο δικαστήριο, στην τελευταία σκηνή της κινηματογραφικής μεταφοράς του Σαιξπηρικού έργου. Υπο-μένοντας την παρατεταμένη ασφυξία ενός πραγματικού πνιγμού, δεν είναι παράξενο που αυτή η φράση, αυτούσια, μού φαίνεται σαν να έρχεται κατευθείαν από τις Βρυξέλλες. 



η πρώτη εικόνα από εδώ, η δεύτερη, των Σάιλοκς από τις Βρυξέλλες. 

Τετάρτη 14 Ιανουαρίου 2015

"Το είχαμε συνηθίσει"

 Ήταν περασμένες δώδεκα όταν τελειώσαμε το φαγητό και παρά το τσουχτερό κρύο, αποφασίσαμε να περπατήσουμε. Κατηφορίζαμε αργά τη Μιχαλακοπούλου συνεχίζοντας την κουβέντα, όταν  ξαφνικά σταμάτησε και μού έπιασε σφιχτά το μπράτσο. Ακολούθησα το βλέμμα του που είχε εστιάσει σε ένα σκοτεινό σημείο του μικρού πάρκου απέναντι από το Χίλτον, που φέρει το ανέλπιστο όνομα: πλατεία Μαδρίτης.

 "Λάθος έκανα", μου είπε μετά από λίγο ενώ ακόμα δεν είχα αντιληφθεί τί τού είχε τραβήξει την προσοχή. “Σακούλα είναι”, διευκρίνισε φανερά ανακουφισμένος και τότε μόνο πρόσεξα μέσα στο σκοτάδι μια μεγάλη πλαστική σακούλα, προφανώς γεμάτη φύλλα, που έτσι όπως ήταν πεσμένη,  εύκολα μπορούσες να ξεγελαστείς και να πιστέψεις ότι ήταν  άνθρωπος που κείτονταν χάμω, στο χώμα, ανάμεσα στα δέντρα του πάρκου.

 Κατάλαβα αμέσως τί είχε σκεφτεί. Άλλωστε αρκετές φορές, σε προηγούμενες συναντήσεις μας, είχε αναφέρει ότι μικρός, στη διάρκεια της Κατοχής, ειδικά “εκείνο τον φοβερό χειμώνα του 41-42”, τον χειμώνα του λιμού, τα πρωινά πηγαίνοντας στο σχολείο, έπρεπε να κάνει παράκαμψη για να μην πατήσει πάνω σε πτώματα ανθρώπων που είχαν κοκαλώσει από την πείνα και το κρύο στη διάρκεια της νύχτας. Αυτά τα άκαμπτα κουφάρια που στοίβαζαν βιαστικά, το ένα πάνω στ' άλλο, πάνω σε κάρα και έκαναν τον Πολ Μον -Σουηδό διπλωμάτη και μέλος του Ερυθρού Σταυρού στην Ελλάδα - να σημειώνει: “Ο σεβασμός για τους νεκρούς, τόσο βαθιά ριζωμένος στους Έλληνες, είχε στομωθεί."

 Εκείνο το βράδυ, και μέχρι να αποχαιρετιστούμε στην είσοδο της πολυκατοικίας που μένει ο ηλικιωμένος φίλος μου, μού διηγήθηκε ξανά εκείνα τα εφιαλτικά πρωινά της παιδικής του ηλικίας. Ήρεμα, χωρίς ένταση, χωρίς να αλλάξει η έκφρασή του. Μόνο μια -δυο φορές, έβγαλε  μαντήλι  και σκούπισε τα μάτια. Δεν το απέδωσα σε συγκίνηση· είχα παρατηρήσει ότι δάκριζαν συχνά τελευταία. Όμως διαπίστωνα ότι σχεδόν εβδομήντα χρόνια μετά, οι εικόνες αυτές τον ακολουθούσαν και με την παραμικρή αφορμή, ή και χωρίς φανερή αφορμή, έβγαιναν και ξανάβγαιναν στην επιφάνεια. Κι ας επέμενε να λέει, “το είχαμε συνηθίσει” . Εκείνη τη στιγμή που το ξεστόμιζε -και μόνο τότε- διέκρινα μια ελάχιστη σύσπαση  στο πρόσωπό του.


 Ένα -δυο χρόνια μετά από αυτόν τον νυχτερινό περίπατο στην Μιχαλακοπούλου, όταν έφτασε ο παρατεταμένος χειμώνας της κρίσης και ο λιμός της δικιάς μας Κατοχής, άρχισα όπως όλοι μας να βλέπω ολοένα και περισσότερους άστεγους στο κέντρο της Αθήνας. “Δεν θα το συνηθίσω”, είπα στον εαυτό μου την πρώτη φορά. Σχεδόν εμμονικά, το επαναλαμβάνω κάθε που συναντώ έναν άστεγο και το έχω καταφέρει. Όμως ξέρω με βεβαιότητα, ότι όσα χρόνια κι αν περάσουν από τη στιγμή που δεν θα υπάρχει πια ούτε ένας άστεγος στην Αθήνα, οι εικόνες τους θα με ακολουθούν: θα αναδύονται με ή χωρίς προφανή αφορμή και θα τις συνοδεύει το ίδιο βιτριολικό κράμα συναισθημάτων. Αυτό το εσωτερικό ξέσκισμα. Κι ας αφήνω κι εγώ τότε να φανεί μόνο μια μικρή σύσπαση στο πρόσωπο.
 



Αφορμή για το σημερινό ποστ, στάθηκε χθεσινό σχόλιο του Old Boy στο φβ κάτω από αυτή τη φωτογραφία. 


"Στην αρχή μου φάνηκε για άνθρωπος. Τελικά δεν ήταν παρά μια απλή γιγαντοαφίσα. Άστεγοί χωρίς στέγη πια πάνω από το κεφάλι τους, τραγουδιστές χωρίς ταμπλό πια πίσω από τις αφίσες τους. Ξεκρέμαστοι κι οι δύο. Με τη νέα σεζόν όλα μπορεί να γίνουν όπως παλιά."


Σάββατο 10 Ιανουαρίου 2015

Η τιμή των αγαθών


Όταν λοιπόν ο βασιλιάς εβγήκε κάποτε σε χώρο ανοικτό για να γυμνάσει τον στρατό, προσήλθε κάποιος ασπρομάλλης και προσπαθούσε να συγκαταλεχθεί με τους στρατιώτες. Τού λέει λοιπόν ο βασιλιάς: “εσύ, άνθρωπέ μου, ένας γέρος, γιατί είσαι τόσο βιαστικός να συμπεριληφθείς εις τους στρατιώτες μου;”  Και αυτός τού είπε εύστοχα: “είμαι πολύ πιο δυνατός σ` αυτή την ηλικία παρά όταν ήμουν νέος”. Όταν ο βασιλιάς τον ρώτησε: “και πώς συμβαίνει αυτό;” απάντησε “ενώ παλιότερα το στάρι αξίας ενός νομίσματος το φόρτωνα σε δύο μουλάρια, στα χρόνια της δικής σου βασιλείας το σιτάρι που πουλιέται δύο νομίσματα, πανάλαφρο στους ώμους μου σηκώνω”. Κατάλαβε λοιπόν ο βασιλιάς την ειρωνεία και αναχώρησε χωρίς να ταραχθεί.

Το παραπάνω περιστατικό, από τη Χρονογραφία του Ιωάννη Σκυλίτση, αναφέρεται στον αυτοκράτορα Νικηφόρο Φωκά. Ο σπουδαίος βυζαντινός στρατηγός ανέβηκε στο θρόνο το 963 μετά το γάμο του με την αυτοκράτειρα Θεοφανώ – χήρα του Ρωμανού του Β- και παρέμεινε αυτοκράτορας ως την άγρια δολοφονία του το 969. Όπως όμως σημειώνει ο Σκυλιτσης, ο Νικηφόρος αισχροκερδούσε εις βάρος των υπηκόων του και μάλιστα σε δύσκολες περιόδους. Κι ενώ έπρεπε να φροντίσει τους πολίτες, αυτός “με δυσκολία διέθετε προς πώληση ποσότητες από το βασιλικό σιτάρι, κερδίζοντας από τη συμφορά των υπηκόων του. Και εκαυχάτο για κατόρθωμα μεγάλο, ότι, ενώ το ένα μόδιο του σταριού είχε τιμή ενός νομίσματος, αυτός επέβαλε για δύο να πωλείται.”

Αντίθετα -τονίζει ο Σκυλίτσης- ο Βασίλειος Α, ο ιδρυτής της Μακεδονικής δυναστείας, εκατό χρόνια πριν τον Νικηφόρο, όταν διαπίστωσε ότι οι πολίτες υπέφεραν σε ανάλογη περίπτωση καταστροφής της σοδειάς, αφού “εφόρτωσε με μύριες ύβρεις και κατάρες αυτούς που είναι αρμόδιοι για τις δημόσιες και τις βασιλικές φροντίδες, γιατί δεν τού γνώριζαν της σιτοδείας το πρόβλημα”, διέταξε να διατεθεί στους πολίτες σιτάρι από τις βασιλικές αποθήκες, “οι δώδεκα μέδιμνοι εις την τιμή ενός χρυσού νομίσματος”. Τιμή που ήταν 6 φορές χαμηλότερη από την τιμή της αγοράς που φυσικά λόγω της έλλειψης, είχε διπλασιάσει την κανονική τιμή.



Ιωάννου Σκυλίτση, Χρονογραφία, μτφ Διον. Μούσουρα, εκδόσεις Μίλητος. Από τον ίδιο τόμο και η μικρογραφία με θέμα το παραπάνω περιστατικό, από τον κώδικα της Μαδρίτης. (σελ 320-321 )







Σάββατο 20 Δεκεμβρίου 2014

Ο τελευταίος Δόγης

-Θα έρθεις παιδί μου;
-Θα κάνεις κουραμπιέδες;
-Έτοιμους τους έχω!
-Θα κάνεις και σαρμάδες;
-Αμέ!
-Βασιλόπιτα θα ετοιμάσεις;
-Γίνεται παιδί μου Πρωτοχρονιά χωρίς βασιλόπιτα;
-Με Δόγη;
-...
-Θειά, σε ρωτάω: θα βάλεις τον Δόγη στην πίτα;
-Πάει ο Δόγης παιδί μου. Πάει...


Στις 9 Μαρτίου του 1789 ένα πολύβουο πλήθος κατέκλυσε τους δρόμους της Βενετίας, έτοιμο να επευφημήσει τον νεοεκλεγμένο Δόγη. Εκείνη τη λαμπρή ανοιξιάτικη μέρα κανένας δε φαντάζονταν ότι μόλις 8 χρόνια αργότερα, με την είσοδο του γαλλικών στρατευμάτων στη Βόρεια Ιταλία και λίγο αργότερα με την εμφάνιση του γαλλικού στόλου στο Lido -που δεν κατάφερε να απωθήσει ο πάλαι ποτέ κραταιός ενετικός- η Γαληνοτάτη Δημοκρατία της Βενετίας, μετά από 11 αιώνες δόξας θα έχανε την ανεξαρτησία της από τον Βοναπάρτη και ο Ludovico Manin θα ήταν ο τελευταίος μιας μακράς σειράς Δόγηδων. Εκείνη τη μέρα όμως καμία δυσάρεστη σκέψη δε σκίαζε τη χαρά της ενθρόνισης. Μόνο ανυπομονησία ένοιωθε το πλήθος για τη στιγμή που ο Ludovico Manin, σύμφωνα με τη παλιά συνήθεια, θα πετούσε νομίσματα στους υπηκόους του. Αποζημιώθηκαν με το παραπάνω για την αναμονή· ο Δόγης σκόρπισε απλόχερα σχεδόν 500 χιλιάδες χρυσά νομίσματα.

 Ο Ludovico Manin

Μερικές από τις πιο όμορφες ιστορίες στη ζωή μου, τις έχω ακούσει από τη θεία. Άλλες φανταστικές, με δράκους και βασιλιάδες κι άλλες -οι περισσότερες- αληθινές. Προτιμούσα τις αληθινές γιατί αυτές ζωντάνευαν τα αμίλητα πορτραίτα στην καλή σάλα στον όροφο του παλιού σπιτιού. Έτσι έμαθα για τον ευκατάστατο προπάππου της που έφτασε στα μέρη μας αρχές του 1800 μαζί με τα αδέλφια του από την Ήπειρο. “...είχε λίρες πολλές και φλουριά κι αγόρασε γη από έναν Τούρκο που έφευγε γιατί είχε μυριστεί ότι η οθωμανική αυτοκρατορία κατέρρεε. Έχτισε αυτό το σπίτι παντρεύτηκε και μετά από λίγο γεννήθηκε η γιαγιά μου...”. Αυτή ήταν η βασική αφήγηση. Αλλά κάθε φορά, η ιστορία έπαιρνε ένα διαφορετικό δρόμο. Άλλοτε επικεντρώνονταν στο χτίσιμο αυτού του σπιτιού -που στηρίχτηκε σε θηριώδεις κορμούς πίσω από τους οποίους κρυβόμασταν τα ξαδέλφια στο σκοτεινό υπόγειο- άλλοτε, στις γιορτές, στα αρραβωνιάσματα και στους γάμους που γίνονταν στην καλή σάλα και βέβαια στο θρυλικό πουγκί με τα χρυσά νομίσματα που ολοένα και λιγόστευαν.


Το μόνο που είχε απομείνει, το τελευταίο, ένα παράξενο νόμισμα λίγο τσακισμένο, ήταν αυτό που έβαζε στη βασιλόπιτα. Το ήξερα καλά γιατί πάντα βρίσκονταν στο κομμάτι μου. Και πάντα το κοίταζα για ώρα εκστατικός, ειδικά τη μια πλευρά του που είχε αυτές τις δύο μορφές που μόλις ξεχώριζαν. Μετά, το αντάλλασσα με ένα γενναιόδωρο χαρτζιλίκι, η θεία το έπλενε, το σκούπιζε προσεκτικά και το έβαζε σε ένα μικρό κουτί που εσωτερικά ήταν ντυμένο με σκούρο βελούδο ύφασμα. Εκεί, παρέα με λίγα κοσμήματα, έμενε μέχρι την επόμενη πρωτοχρονιά. Πριν 3 χρόνια, αφού κόψαμε τη βασιλόπιτα, το χρυσό νόμισμα βρέθηκε στο κομμάτι του σπιτιού που είχε περάσει πια τα διακόσια χρόνια και ακόμα στεκόταν όρθιο, με αρκετές βέβαια φθορές, στηριγμένο στους κορμούς του υπογείου. Για πρώτη φορά αναρωτηθήκαμε τί είδους νόμισμα ήταν. Έκανε το γύρο του τραπεζιού, όλοι το κοιτάξαμε προσεκτικά, αλλά τελικά κανείς από τους συνδαιτυμόνες δεν είχε την παραμικρή ιδέα.


Λίγες μέρες αργότερα ξαναπέρασα από το σπίτι της θείας με τη φωτογραφική μηχανή. Έβγαλε το νόμισμα από το κουτί με τη βελούδινη επένδυση -πρόσεξα στο φως της ημέρας πόσο φθαρμένη ήταν-και το κολλήσαμε σε ένα χαρτόνι. Της ζήτησα να κρατήσει κάθετα το χαρτόνι -“έμενα μη με βγάλεις, είμαι αχτένιστη”- για να το φωτογραφίσω. Πρώτα τη μια κι έπειτα την άλλη πλευρά. Μετά της εξήγησα τί θα έκανα. Φάνηκε ενθουσιασμένη αλλά την ώρα που έφυγα, σκοτείνιασε κάπως και ζήτησε να μάθουμε εκτός από το είδος και την προέλευση και την αξία του νομίσματος. Δυο μέρες μετά, έλαβα απάντηση από ένα καλό φίλο που ζει στην Νέα Υόρκη και είναι φανατικός συλλέκτης νομισμάτων.



Country: Italy, Venice
Mint: Venice
Issuer: LUDOVICO MANIN (last Doge of Venice)
Date: ca. 1789 - 1797
Metal: gold
Type of coin: Zecchino (Ducat)
Weight: 3,4 grams
Inscription:
Front: S•M•VENET / DVX / LVDOV•MANIN (the Duck is knelling in front of St. Mark)
Back: REGIS•ISTE•DVCA•SIT•T•XPE•DAT•P•TV
Estimated auction price on 2012: € 130 - € 150 maximum


Πέρασα αρκετές ώρες αναζητώντας στο διαδίκτυο πληροφορίες για τη Βενετία και τον Δόγη. Όταν μάζεψα αρκετές, επισκέφτηκα και πάλι τη θεία. Εκείνο το απόγευμα, για πρώτη φορά οι ρόλοι αντιστράφηκαν. Ήμουν εγώ που εξιστορούσα κι εκείνη που με άκουγε. Προσπάθησα να κάνω όσο πιο συναρπαστική γινόταν την αφήγηση. Μίλησα σαν να ήμουν ανάμεσα στο πλήθος που υποδέχτηκε με ζητωκραυγές τον νεοεκλεγέντα Δόγη. Σαν να είχα πιάσει και εγώ ένα χρυσό νόμισμα από αυτά που πέταξε. Επέμενα στο φόβο και στην αγωνία των Βενετσιάνων, όταν οκτώ χρόνια αργότερα, στη λιμνοθάλασσα φάνηκε απειλητικός ο γαλλικός στόλος και περισσότερο όταν μετά από λίγες μέρες τα γαλλικά στρατεύματα μπήκαν στη πόλη και έφτασαν στην πλατεία του Αγίου Μάρκου. Μίλησα και για την απελπισία του Δόγη τη μέρα που αναγκάστηκε να παραδοθεί και να εγκαταλείψει “με σκυμμένο το κεφάλι” οριστικά το Παλάτι των Δόγηδων.

Τα στρατεύματα του Ναπολέοντα στην πλατεία του Αγ. Μάρκου


Η θεία με άκουγε προσεκτικά χωρίς να με διακόψει. Κάποια στιγμή μόνο, προς το τέλος την είδα να βγάζει τα γυαλιά της και με το μαντήλι -πάντα χωμένο στο αριστερό της μανίκι- να σκουπίζει τα μάτια της. “Τελευταία δακρύζουν με το παραμικρό” δικαιολογήθηκε, αλλά για μένα αυτό το βούρκωμα ήταν ένδειξη ότι σε ένα βαθμό τουλάχιστον, είχα ξεπληρώσει το μεγάλο χρέος μου: για τα παραμύθια και τις ιστορίες που μού είχε εξιστορήσει όταν ήμουνα παιδί και γιια το δουκάτο που φρόντιζε να είναι πάντα στο κομμάτι της πίτας που μου σέρβιρε. Και βέβαια χάρηκα πολύ. Μόνο στο τέλος, λίγο πριν φύγω, όταν επέμενε να μού ετοιμάσει ένα πιάτο με κουραμπιέδες για να πάρω μαζί μου, ένιωσα ένα παράξενο σφίξιμο. Τη στιγμή που τύλιγε το πιάτο με αλουμινόχαρτο και χωρίς να γυρίσει να με κοιτάξει, είπε αρκετά χαμηλόφωνα -τόσο που σχεδόν δεν την άκουσα- και τάχα αδιάφορα: “...και πόσο είπε ο φίλος σου ότι αξίζει ο Δόγης;”



Φέτος την πρωτοχρονιά η βασιλόπιτα της θείας θα έχει ένα δίευρο, τυλιγμένο σε αλουμινόχαρτο. Ο Δόγης, το τελευταίο από τα νομίσματα, το χρυσό δουκάτο που έφερε ο προπάππος της από την Ήπειρο στις αρχές του 1800 και που κατά πάσα πιθανότητα ήταν ένα από  τα νομίσματα που είχε σκορπίσει στο πλήθος ο τελευταίος Δόγης της Βενετίας τη μέρα της ενθρόνισής του, την άνοιξη του 1789 -ένα μόλις μήνα πριν τη Γαλλική Επανάσταση- και που για πολλές δεκαετίες έβγαινε από το κουτάκι με την βελούδινη επένδυση για να μπει στη ζύμη της βασιλόπιτας, είχε πουληθεί στο ήμισυ της αξίας του σε ένα κατάστημα “Αγοράζω χρυσό” για να συμπληρώσει η θεία το ποσό της δόσης που έπρεπε να πληρώσει στη εφορία.


η ανάρτηση αφιερώνεται στον φίλο μου στην Νέα Υόρκη 
και στο Ρογήρο που με βοήθησαν, 
ο καθένας με τον τρόπο του



Παρασκευή 1 Νοεμβρίου 2013

Κάπτεν Τσαλ

Αστικό ακίνητο -αν και με τον αέρα κουνιέται και καθόλου ακίνητο δεν είναι- το σπιτάκι μου, βρίσκεται μέσα στο πράσινο, οπότε τα τζιμάνια να δεις ότι όπως πάνε θα το βγάλουν και αγροτικό και θα πρέπει να πληρώσω διπλές και τρίδιπλες τις κλεψιές τους.

Χαράτσι στο χαράτσι, φόρο στο φόρο, μπουγιουρντί στο μπουγιουρντί, τη βλέπω πια ξεκάθαρα τη δουλειά: πετραδάκι πετραδάκι θα το πάρουν τελικά οι καλιακούδες το σπιτάκι μου. Θα πάει στη μαύρη τρύπα που πήγαν όλα τα άλλα και χάθηκαν στον αδηφάγο οισοφάγο της, τάχα θυσία υπέρ πατρίδας -που τολμάν και την πιάνουν στο στόμα τους- και θα απομείνω εκτός από πένης κι ανέστιος.

Τα λογάριασα όμως με χαρτί και μολύβι, τα ξαναλογάριασα για να είμαι σίγουρος και τελικά αποφάσισα να το πουλήσω κοψοχρονιά, να το δώσω μπιρ παρά που λένε κι οι γείτονες, στην πρώτη κλέφτρα κίσσα που θα περάσει και θα της γυαλίσει. Γιατί σιγά μην καθίσω και περιμένω με σταυρωμένα χέρια, αυτοί που μας σταύρωσαν να κάνουν τις “απαραίτητες βελτιώσεις για το φόρο ακινήτων και αγροτεμαχίων”. 

Με ό,τι βγάλω από το τσαρδί μου, θα αγοράσω ένα σκαρί. Μέχρι δεκαπέντε μέτρα. Ας είναι γέρικο. Θα το κάψω με τα χεράκια μου να φύγουν τα παλιά χρώματα από πάνω του. Θα το καλαφατίσω, θα το τρίψω, θα το στοκάρω προσεκτικά και έπειτα θα το περάσω ένα χέρι αστάρι και δυο χρώμα: με μπλε ούλτραμερ λαδομπογιά τη γάστρα του και τα ζωνάρια και τη λαγουδέρα με κόκκινο της φωτιάς. Μετά θα ράψω καινούρια πανιά και θα το ρίξω στη θάλασσα.

Αναψυχής θα το δηλώσω για να έχω το κεφάλι μου ήσυχο και θα κινήσω. Όπου θάλασσα και λιμάνι πατρίς. Κυκλάδες, Αιγαίο κι Ιόνιο πρώτα κι ύστερα, θα γυρίσω όλη τη Μεσόγειο με το ξύλινο σκαρί μου. Με την κόκκινη σημαία του ψηλά να ανεμίζει στο κατάρτι. Πάντα όρτσα τα πανιά, κόντρα στο Δεληβοριά. Και μόλις ξεθαρρέψω στο τιμόνι, μόλις πάρω το βάπτισμα της αλμύρας στα δικά μας νερά, ποιος τον πιάνει τον καπετάν Τσαλ· σαλπάρει για Μπουένος Άιρες, Νέα Υόρκη, Βομβάη, Τόκιο και Μπαρμπαριά.

που χωρίς να το ξέρει, μού πρόσφερε το φινάλε

Καλό μήνα! 



Σάββατο 13 Ιουλίου 2013

Sleepless Minister

.

Τις δραματικές ώρες που περνάει ως ο υπουργός Διοικητικής Μεταρρύθμισης που θα πρέπει να υπογράψει απολύσεις και να οδηγήσει ανθρώπους στον εφιάλτη της ανεργίας, περιέγραψε σε εκτενή συνέντευξή του στο δίκτυο Bloomberg ο Κυριάκος Μητσοτάκης.

«Δεν κοιμάμαι καλά τη νύχτα όταν ξέρω ότι θα χάσουν τη δουλειά τους τόσοι. Δεν είναι εύκολο, ακόμα και από συναισθηματικής απόψεως. Αν πρέπει ωστόσο να υπογράψω απολύσεις, το καλύτερο που μπορώ τουλάχιστον είναι να κάνω την καλύτερη επιλογή ως προς το ποιος πρέπει να χάσει τη δουλειά του», τόνισε μεταξύ άλλων ο Κυρ. Μητσοτάκης...ΤΑ ΝΕΑ

Τετάρτη 12 Ιουνίου 2013

Η Νύχτα της ΕΡΤ


 Μεσογείων 9:45μμ

 Πρώτος όροφος -έξω από το κυλικείο

Το προαύλιο

 Κυλικείο, πρώτος όροφος


Γραφείο στον πρώτο όροφο 




 Γιώργος Αυγερόπουλος












Πάνος Καμμένος




 Μαρίζα Κωχ



 Κώστας Αρβανίτης


 Νίκος Μπογιόπουλος

 Γιάννης Ζουγανέλης

 Μάριος Λώλος 



 Ανδρέας Ρουμελιώτης 

 Ελευθερία Αρβανιτάκη


 Γιάννης Κότσιρας



 Μεσογείων 2 π.μ  

 Σοφία Σακοράφα

 Ανέτα Καββαδία

 Στούντιο στον πρώτο όροφο  

 Βασίλης Παπακωνσταντίνου

 Δημήτρης Παπαδημητρίου (Τρίτο πρόγραμμα)



 Γιώργος Κιμούλης 



 το προαύλιο γύρω στις 2.30

 διάδρομος στον τρίτο όροφο

 Μεσογείων

 Ισόγειο

 Κεντρική είσοδος


Μεσογείων 3.10 πμ