Τρίτη, 21 Φεβρουαρίου 2012

Το ακατοίκητο


Είχα χρόνια να τον δω. Παλιά ερχόταν τακτικά. Όταν πέθανε η μητέρα του -η Ωραιοζήλη με το γάργαρο γέλιο που ξεσήκωνε τη γειτονιά- άδειασαν το σπίτι και το έκλεισαν. Τώρα περνάει μόνο εκείνος, μια φορά το μήνα για να το φρονίσει όσο μπορεί. Την άνοιξη για να κόψει τα χόρτα που θεριεύουν στον κήπο, τώρα, που πήραν κάπως να λυώνουν τα χιόνια, για να δει αν στάζει η παλιά κεραμοσκεπή του νεοκλασσικού. Οι άλλοι κληρονόμοι, αδέλφια και ξαδέλφια, μένουν μακριά οπότε έρχονται σπάνια πια. Ούτε λόγος για ανακαίνιση του σπιτιού. Το κόστος δυσβάσταχτο. Η μόνη λύση, να το πουλήσουν, μα αυτές τις εποχές ούτε για καινούρια διαμερίσματα υπάρχει αγοραστής.

Ο Τ, αειθαλής στα 60 του -ούτε πενήντα δεν τον κάνεις- δεν ήθελε βοήθεια. Πήρε το φτυάρι κι άρχισε να ανοίγει  διάδρομο στα χιόνια από τη σιδερένια πόρτα του κήπου μέχρι τα σκαλιά της εισόδου. Ξεκλείδωσε με ένα παλιό μεγάλο κλειδί που στη στροφή του στέναξε η κλειδαριά και μπήκαμε μαζί. Το ισόγειο το θυμόμουν από παιδί όταν πηγαινοερχόμουν με γεμάτα πιάτα. Ραβανί ή μπακλαβά μας έστελναν εκείνοι – τεράστιο πανύψηλο μπακλαβά με φύλλο πάντα ανοιγμένο στο χέρι να κολυμπάει στο σιρόπι, κέικ και τούρτες τους δίναμε εμείς.

Στον όροφο δεν είχα ανεβεί ποτέ. Έκανε παγωνιά, τα σκαλιά και το δάπεδο έτριζαν σε κάθε βήμα, κάπου πίσω από μια κλειστή πόρτα ακουγόταν επίμονες σταγόνες να πέφτουν η μια μετά την άλλη, μα το φως που άφηναν να περάσει οι φθαρμένες κουρτίνες ήταν μαγικό. 


Όσο έψαχνε να βρει κουβάδες και λεκάνες για να βάλει εκεί που έσταζε το ταβάνι, γύρισα ένα ένα τα δωμάτια κι έβγαλα μερικές φωτογραφίες. Τα κλικ ακουγόταν παράταιρα. Χωρίς να το καταλάβω προχωρούσα αθόρυβα για να μην ταράξω την ησυχία του ακατοίκητου σπιτιού κι ας έκανε  φασαρία ο Τ με τις τσίγκινες λεκάνες.


Το σπίτι το έχτισε ο παππούς του. Πότε ακριβώς, δεν ήξερε να μου πει. “Έπρεπε να είχες ρωτήσει την Ωραιοζήλη όσο ζούσε” μου είπε. “Η μάνα μου τα θυμόταν όλα...η μάνα μου κι η γιαγιά μου”. Σε αυτο το σπίτι γεννήθηκε ο πατέρας του κι ο θείος του. Σε αυτή τη σάλα έγιναν οι αρραβώνες τους και τα γλέντια των γάμων τους. Στα δύο μπροστινά δωμάτια έμειναν τα νέα ζευγάρια. Σε ένα από τα πίσω μετακόμισαν οι παππούδες. Εκεί, στα μπροστινά δωμάτια οι δυο νύφες, η Μαριγώ κι η Ωραιοζήλη γέννησαν τα παιδιά τους. Η μια βοήθησε την άλλη στους τοκετούς και τις δυο, η πεθερά τους.   


Σε αυτή την σιδερένια κούνια με τα λιγοστά μπρούτζινα, κοιμήθηκαν όλα τα μωρά αυτού του σπιτιού– αδέλφια και ξαδέλφια- με τελευταίο τον Τ. “Έλα να δεις και κάτι άλλο” μου είπε κι άνοιξε ένα ντουλάπι. Είχε μόνο πέντε μικρές σακούλες με ρούχα, η μια πάνω στην άλλη, απόλυτα τακτοποιημένες από χέρι στοργικό. Άνοιξε την τελευταία και έβγαλε αυτά τα δυο ρουχαλάκια που  τα ακουμπήσουμε στον παλιό καναπέ – ένα από τα ελάχιστα έπιπλα που είχαν απομείνει στο σπίτι- για να τα φωτογραφήσω. Ήταν τα βαφτιστικά του. Ύστερα τα δίπλωσε προσεκτικά, τα έβαλε στη σακούλα και τα τοποθέτησε και πάλι στη θέση τους κάτω από τα βαφτιστικά του αδελφού του και των ξαδέλφων του. Ακριβώς όπως τα είχε βάλει η γιαγιά του  χρόνια πριν. Ακριβώς όπως τα είχαν αφήσει η μητέρα του και η θεία Μαριγώ. 


Την άνοιξη πρέπει να βάλω μάστορα να κάνει μερεμέτια στη σκεπή” μού είπε λίγο πριν φύγει. “Μακάρι να...” ξεκίνησα,  μα σταμάτησα γιατί σκέφτηκα πως δεν έχει νόημα να δίνεις άπιαστες ευχές. Κατάλαβε και καθώς με χαιρετούσε είπε: “Ποιος ξέρει...άμα φτιάξουν τα πράγματα μπορεί να καταφέρουμε να ανακαινίσουμε το σπίτι και να επιστρέψουμε εδώ, στο πατρικό, για τα γεράματά μας. Να έρχονται τα εγγόνια μας  επίσκεψη και να καθόμαστε στο μιντέρι όπως παλιά, τότε που είμασταν εμείς μικροί και καθόμασταν  με τη γιαγιά μας.” 




Αργά το ίδιο βράδυ, κλείνοντας τα παντζούρια έριξα μια ματιά απέναντι στο σπίτι του Τ. Ήταν σκοτεινό όπως όλα τα προηγούμενα βράδια. Για μια στιγμή μού φάνηκε πως άκουσα το γάργαρο γέλιο της Ωραιοζήλης.
 

28 σχόλια:

nefosis είπε...

Λες και χτίστηκε από ήρωες της Ζυράννας Ζατέλη αυτό το σπίτι. :)

misoagnosti είπε...

Εξαιρετικό το ακατοίκητο!

γρηγόρης στ. είπε...

Αυτά τα σπίτια, και όλα τα σπίτια, που ακούς, μόνο αν θες, τα γάργαρα γέλια των αλλοτινών νοικοκυραίων....

agrampelli είπε...

Είσαι ο Θεός των αναμνήσεων...! Πόσο αγαπώ τον τρόπο που τα λές...

silentcrossing είπε...

Ώρες ώρες κάνεις κάτι μαγικά...

renata είπε...

Με πρόλαβε ο silent. Μου αρέσουν τα νοσταλγικά σου ποστ :)

xtina είπε...

μοναξιές...

Ανώνυμος είπε...

ΣΥΓΚΙΝΗΘΗΚΑ .......ΑΠΟ ΤΙΣ ΕΙΚΟΝΕΣ,ΑΠΟ ΤΟ ΚΕΙΜΕΝΟ ΣΟΥ(ΤΕΛΕΙΟ ΔΕΣΙΜΟ). ΓΝΩΡΙΖΩ ΤΟ ΣΠΙΤΙ ΤΟΥ ΦΙΛΟΥ ΜΟΥ Τ.Λ.(ΣΥΜΜΑΘΗΤΗΣ). ΣΧΕΔΟΝ ΔΙΠΛΑ ΒΡΙΣΚΕΤΑΙ ΤΟ ΣΧΟΛΕΙΟ ΜΑΣ.......ΚΛΠ
ΜΙΜΗΣ ΚΩΤΣΙΑΣ

Margo είπε...

Βαστάει η καρδιά να πουλήσουν αυτό το σπίτι; Άσε που καθόλου ακατοίκητο δε μου φάνηκε.. το γέλιο της Ωραιοζήλης σίγουρα το άκουσες, δεν ήταν σχήμα λόγου!

υ.γ. κι άλλο σπάνιο όνομα από τη γενέτειρά σου, ακόμη πιο σπάνιο!

Καλό ξημέρωμα να έχουμε..

Ιφιμέδεια είπε...

Υπέροχες οι σκέψεις σου που τύλιξαν στοργικά αυτό το άδειο σπίτι. Που όντως, καθόλου άδειο δεν είναι.
Μου φάνηκε ένα αριστούργημα αισθητικό, θα ήταν κρίμα να συμβεί ο,τιδήποτε άλλο παρά μιά ήπια στοργική αναπαλαίωση. Είναι άραγε στη Βόρεια Ελλάδα; Μου φαίνεται πιό ταιριαστό εκεί.

Και κάτι ακόμη: ακόμη και τα πιό ευτελή, όπως οι λεκάνες, μπορούν να έχουν μιά αισθητική αξία απαράμιλλη.
Χίλια ευχαριστώ που το μοιράστηκες!

Γιώργος Κατσαμάκης είπε...

Οι ιστορίες των παλιών σπιτιών μου φέρνουν πάντα στο νου το "ενοικιάζεται" του Εγγονόπουλου. Τ' αφήνω εδώ να συντροφεύει την αφήγηση και πιο πολύ τις εικόνες σου Τσαλαπετεινέ:

"μέσα σ’ αυτό το δωμάτιο
παρέδωσε το πνεύμα
η ωραία αθηναία κόρη
ξαπλωμένη στα μεταξωτά χιράμια
— τα ξανθά μαλλιά ξέπλεκα γύρω στην κερένια κεφαλή —
ενώ απ’ τ’ ανοιχτό παράθυρο
ακούγονταν
οι καμπάνες της Αγια-Σωτήρας
που βάραγαν
εσπερινό
ως την επομένη ξημέρωνε
η εορτή
του προφήτη Σαμουήλ

σ’ αυτό μέσα το δωμάτιο
συνουσιάστηκαν τα δυο φοβερά τέρατα
κι’ ευφραίνονταν
μ’ αγκομαχητά κι’ άγρια γρυλίσματα
κι’ αγριοφωνάρες
λες και βουργάροι υλοτόμοι
τα βάλανε με θεόρατα ελάτια
ή μάλλον
( κ α λ ύ τ ε ρ ο )
να εγκρεμιζόντουσαν
βουνά

μέσα σ’ αυτό το δωμάτιο
η γηραιά δέσποινα
πέρασε χρόνια και χρόνια
ανίας :
κουνούσε ανεπαίσθητα τα τρεμάμενα χέρια
προσπαθώντας στο σκοτεινιασμένο
και θολό μυαλό
να ξαναφέρη εικόνας των παλαιών της μεγαλείων
ίσαμε τη μέρα
που με βηματάκια αργά
ξεκίνησε— την εξεκίνησαν —
για το γεροκομείο

μέσα εδώ εγεννηθήκαν τρία παιδιά
— γόνοι τιμίας κι’ ευυπολύπτου οικογενείας —
που χάθηκαν
— τόπο δεν έπιασε κανένας τους —
ο ένας πήγε στην Αμερική
ο άλλος πέθανε κακήν κακώς — μπεκρής —
κι’ ο τρίτος είναι κάπου ακόμη
φαροφύλακας

εδώ — ναι εδώ μέσα : σε τούτο το δωμάτιο —
σκότωσε χέρι άτιμο εκείνο
τον παλληκαρά
«να τιμωρήση — λέει — εν τω προσώπω του την αναρχία»
κι’ έγειρ’ η λεύκα και σωριάστηκε χαμαί
και κείνη η μουντή κηλίδα
του πατώματος
κει πέρα στη γωνιά
είναι το αίμα που ποτάμι χύνονταν απ’ την πληγή
και τίποτα ποτέ
δεν είταν δυνατό
να τηνέ καθαρίση απ’ τα σανίδια

όμως αρκεί ώς εδώ : τί πάω να κάμω ;
πόσο δε θάτανε κοπιαστικό
ίσως κι’ αδύνατο
πάντως ατέλειωτο
και μάταιο ακόμη κι’ ανιαρό
να σημειώσω τώρα με τόση λεπτομέρεια
την ιστορία την ατέλειωτη
αυτού του δωματίου

(άλλοτε έμπαζαν κρεββάτια
άλλοτε τάβγαζαν
άλλοτε κει ήταν σκρίνιο
ύστερα ντουλάπα
έπειτα κασσσέλα
άλλοτε στα παράθυρα είχανε βαρειά παραπετάσματα
άλλοτε τα τζάμια έμεναν γυμνά με μόνα τα παντζούρια
σε κείνη τη γωνιά μια είχανε τα εικονίσματα
άλλες φορές παντού κρέμονταν κάντρα)

να : άνθρωποι κι’ άνθρωποι περάσανε και φύγανε
κι’ άλλοι — πολλοί— εδώ μέσα γεννηθήκαν
κι’ άλλους πάλι εδώ μέσα τους βάλανε στην κάσσα
και τί δεν άκουσαν οι τοίχοι αυτοί
φωνές οδύνης
και φωνές χαράς
είδανε και βαφτίσια
μουγκές απελπισιές
και στεφανώματα

(θα το ξεχνούσα : και πιάνο εδώ μέσα αντήχησε παίζοντας αβρά τη Romance du Mal-Aimé)

έζησα κι’ εγώ — ο γράφων — μέσ’ σε τούτο το δωμάτιο
χρόνια πολλά — φτωχά — κι’ ως πάντα
κι’ εδώ γιομάτος πάθος ασχολήθηκα
με τη ζωγραφική την ποίηση
τη γλυπτική
αλλά και τη φιλοσοφία και τον έρωτα
κι’ έμεινα ώρες καθισμένος
— να καπνίζω —
σε κει δα το παράθυρο
κυττάζοντας
άλλοτε τον ουρανό
κι’ άλλοτε το δρόμο

και τώρα πρέπει — φευ — κι’ εγώ να φεύγω
— δεν αποκλείεται άλλωστε να μου μέλλονται καλύτερα —

πάλι το ενοικιάζουν το δωμάτιο"

marimar είπε...

Συμφωνώ απόλυτα, Τσαλαπετεινέ μου. Οι περιγραφές σου και οι φωτογραφίες σου, δένουν απόλυτα με το ποίημα του Εγγονόπουλου που άφησε εδώ ο φίλος σου Γιώργος Κατσαμάκης. Σαν να ξεκίνησες εσύ και συνέχισε εκείνος, ή για να μην είμαι βλάσφημη, το αντίστροφο είναι το σωστό, αλλά όπως να'ναι ταιριάζει.

Τσαλαπετεινός είπε...

nefosis:Τα σπίτια των ηρώων της Ζατέλη -ειδικά στο “Με το φως του λύκου επανέρχονται”- μου φαίνεται ότι είναι πιο πολύπλοκα, δαιδαλώδη και μεγαλώνουν διαρκώς με προσθήκη νέων χώρων καθώς αυξάνονται οι ανάγκες της οικογένειας. Αυτό εδώ όμως είναι σχεδιασμένο κι έχει συμμετρία. Δύο δωμάτια μπροστά, δύο πίσω και στο κέντρο η σάλα, τόσο στον όροφο όσο και στο ισόγειο. ;-)

Τσαλαπετεινός είπε...

misoagnosti : Ειδικα οι ζωγραφιές που δε φανταζόμουν ότι υπάρχουν.
Καλή σου μέρα!

Τσαλαπετεινός είπε...

γρηγόρης στ.: Το γέλιο της Ωραιοζήλης και μια φορά να το είχες ακούσει δε θα μπορούσες ποτέ να το ξεχάσεις...όσο για τα παλιά σπίτια, τα ακατοίκητα νομίζω ότι ασκούν μεγάλη γοητεία, τουλάχιστον σε μερικούς από μας. ;-)

Τσαλαπετεινός είπε...

agrampelli : Μη λες τέτοια γιατί θα παρασυρθώ και θα λέω μόνο ιστορίες από παλιά. Θα χρειαστώ βέβαια κουνιστή καρέκλα και οπωσδήποτε ένα αναμμένο τζάκι. Ίσως και μια γάτα στα πόδια μου :-)

Τσαλαπετεινός είπε...

silentcrossing : Η κούνια έφταιγε και τα μωρουδιακά. ;-)

Τσαλαπετεινός είπε...

renata: Να συνεχίσω δηλαδή; Αντέχετε;

Τσαλαπετεινός είπε...

xtina: Μπα καθόλου...το αντίθετο θα έλεγα. ;-)

Τσαλαπετεινός είπε...

ΜΙΜΗΣ ΚΩΤΣΙΑΣ: Ευτυχώς επιβεβαιώνεις τα λεγόμενά μου! Ξέρεις, οι περισσότεροι εδώ μέσα νομίζουν ότι κατεβάζω ιστορίες από το κεφάλι μου.

Σε ευχαριστώ!

Τσαλαπετεινός είπε...

Margo: Δεν ήμουν σίγουρος από την αρχή αν θα έβαζα ή όχι το όνομα, αλλά μετά σκέφτηκα ότι αν το έβαζα, εσύ θα το σχολίαζες! Ναι, είναι ένα από τα σπάνια ονόματα της περιοχής μας. Κι ωραίο σαν το Γενοβέφα. ;-)

Τσαλαπετεινός είπε...

Ιφιμέδεια: Αυτό ακριβώς χρειάζεται, μια ήπια και στοργική αναπαλαίωση. Έχω δει μερικά αρχοντικά στην Καστοριά που αναστηλώθηκαν με άψογο τρόπο και ζουν τώρα μια δεύτερη ζωή είτε ως κατοικίες είτε ως επιχειρήσεις. Δυστυχώς όμως δεν είναι πολλά.

Τα ευτελή έχουν ιδιαίτερη αξία, πέραν της αισθητικής τους: λένε ιστορίες.
Μόνο να σκεφτεί κανείς πόσες φορές και πως χρησιμοποιήθηκαν αυτές οι λεκάνες...

Τσαλαπετεινός είπε...

Γιώργος Κατσαμάκης: Όλα τα έχουν πει τελικά πριν από μας τόσο καλύτερα που αν το συνειδητοποιούσαμε θα σωπαίναμε οριστικά.
Αυτή η ανάρτηση θα ήταν λειψή χωρίς το σχόλιό σου. Να σαι καλά φίλε μου...

Τσαλαπετεινός είπε...

marimar: Έχεις δίκαιο. Κι όπως λέω και στο φίλο μου το Γιώργο, πιο πάνω, η ανάρτηση θα ήταν λειψή χωρίς τον Εγγονόπουλο. Καλή σου μέρα!

renata είπε...

Αντέχουμε ;)

Τσαλαπετεινός είπε...

renata: Κάτι υπάρχει στα σκαριά...
;-)

Thalassenia είπε...

Τι θα έχανα αν δεν σε διάβαζα...
Με συγκίνησες με τα λόγια και τις εικόνες!!!
Τέτοια ποστ με τρελαίνουν.
Φαντάζομαι τι αρχοντιά ψυχής πέρασε από εκεί μέσα.

Τσαλαπετεινός είπε...

Thalassenia: Σε ευχαριστώ Thalassenia!
Όπως είπα και στη Ρενάτα πιο πάνω, κάτι έχω στα σκαριά...ανάλογο.

Καλή Σαρακοστή!