Κυριακή, 28 Σεπτεμβρίου 2014

Φρανκενστάιν ή καλύτερα άτιτλο

                                                                     
   
                                                                                                       στραβά που σ` έραψα στραβά
στραβά θα με ξηλώσεις
                                                                                                       

Αγαπητέ κύριε,
εγώ σας έκανα καλό με τόσους εφιάλτες
γιατί μετά, το δροσερό νερό
μετά, το χάδι στα μαλλιά
το "σώπα, ξημερώνει"

Ενώ για μένα τι;
που ζω ένα γκρι σαν παρεξήγηση
που μ` αλυχτάνε τα σκυλιά
που με τρυγά η σκουριά
-τόσες περικοπές για ένα κορμί-
τουλάχιστον ας βάζατε ανοξείδωτες τις βίδες,
για να μη γυροφέρνω μ` ένα κίτρινο αδιάβροχο
χειμώνα -καλοκαίρι
σαν τους επιδειξίες.

Κι ύστερα,
γιατί εμένανε τα χέρια μου
να `χουν τέτοιο εμφύλιο
το `να να θέλει να γυρίσει στον παράδεισο
τ` άλλο να γράφει: ΠΡΟΣΕΧΩΣ ΚΑΤΕΔΑΦΙΖΕΤΑΙ
έτσι θα μένω πάντα στην Αθήνα.

Γιατί τόσες ραφές χωρίς κανένα σχέδιο
ένα της πλάκας ή
ένα δικό μου όνομα
-ας γράφατε μονάχα τ` αρχικά-
έστω μια τρίλιζα
(στο ύψος της καρδιάς)
-κι έννοια σας κύριε-
γνωρίζω εγώ να χάνω.


Το ποίημα "Φρανκενστάιν ή καλύτερα άτιτλο" του Γιάννη Στίγκα, από την ποιητική συλλογή "Βλέπω τον κύβο Ρούμπικ φαγωμένο"  που  κυκλοφόρησε πρόσφατα από τις εκδόσεις  Μικρή Άρκτος. 

Τετάρτη, 24 Σεπτεμβρίου 2014

Στο κέντρο με το Μάνο

Επιβάτες στην μπλε γραμμή που κατευθύνεται στο Σύνταγμα

Έξοδος μετρό στα σύννεφα της οδού Κοραή

Σκιές στη στοά

Παλαιοπωλείο με έναν υποψήφιο  πελάτη 

Αντικατοπτρισμοί στην οδό Σταδίου

Ματιές στα πρωτοσέλιδα

Μουσικοί στην Ερμού στο ύψος της Ευαγγελίστριας


Πατέρας και γιος στην Καπνικαρέα

Ζωγράφος και μοντέλο στην  οδό Χριστοπούλου

Τουρίστες κατευθύνονται  στην οδό Αθηνάς

Προτομή κόρης σε βάση με φυτικό διάκοσμο

Σταθμός Μοναστηράκι


Όλες οι φωτογραφίες - εκτός από μια- της προηγούμενης εβδομάδας. Τις συνοδεύει η Περιμπανού, από το άλμπουμ "Οι μπαλάντες του Μάνου Χατζηδάκι".  Κιθάρα παίζουν οι Νότης Μαυρουδής και ο Παναγιώτης Μάργαρης. 

Δευτέρα, 15 Σεπτεμβρίου 2014

Δυο τρεις σταγόνες κι ένα γιασεμί

μιας ξαφνικής μπόρας

που ως τέτοια 


κράτησε ελάχιστα.

Όσο ακριβώς χρειαζόταν 
για να βγάλει κανείς λίγες εικόνες. 

Κυριακή, 14 Σεπτεμβρίου 2014

Καταδικασμένοι να αναζητούν έναν τάφο προορισμένο να μην ανασκαφεί

«Ώσπου να βρω τους τάφους, τα μέσα που είχα ήταν πάρα πολύ λίγα. Το πανεπιστήμιο είχε μικρές πιστώσεις. Ο Γιάννης ο Κακριδής, όταν ήταν πρύτανης, τις αύξησε κάπως, αλλά ήταν περιορισμένες, γιατί τις μοιραζόμασταν όλοι οι αρχαιολόγοι. Τη χρονιά που βρήκα τους τάφους, το 1977, προσπαθώντας να εξηγήσω πώς βρέθηκαν εκεί, έκανα μια ολόκληρη θεωρία.

Ο τότε πρύτανης του ΑΠΘ, καθηγητής των μαθηματικών, μακαρίτης τώρα, Γιάννης Ανασιασιάδης, μου είπε επί λέξει: 'Εγώ, ως μαθηματικός, βλέπω ότι η θεωρία σου είναι τελείως άψογη μαθηματικά. Επομένως πρέπει να σου δώσουμε κάτι παραπάνω. Να το βρούμε στον προϋπολογισμό'. Και μου 'δωσε ένα εκατομμύριο, που με βοήθησε πάρα πολύ. Με αυτό δούλεψα.

Ο μετέπειτα πρύτανης, Χριστοδούλου, κτηνίατρος, μου 'λεγε ότι δεν μας ξαναδίνουν αυτή την πίστωση, θα ξαναγυρίσουμε στις 200.000 δραχμές. Εκτός αν έβρισκα κάτι. Η αγωνία μου ήταν να βρούμε έστω την άκρη ταυ τάφου. Όταν το πετύχαμε, πρωθυπουργός ήταν τότε ο Καραμανλής, ο οποίος, χωρίς να ζητήσω εγώ, μόνος του ενδιαφέρθηκε και ήρθε να τα δει. Μου είπε τότε: 'Μπορείτε να απορροφήσετε τον άλλο χρόνο δέκα εκατομμύρια;'. Του απήντησα ότι θα τα μοιραστώ με την ανασκαφή του Δίου. Από εκεί και πέρα είχα τα ποσά που χρειάζονταν».

Έτσι αφηγείται ο Μανόλης Ανδρόνικος σε συνέντευξή του στον Κώστα Σερέτη, μία άλλη πτυχή της διαδρομής του προς την ανακάλυψη των βασιλικών τάφων. Η αγωνία περί τα οικονομικά, αγωνία σύντροφος σχεδόν κάθε ανασκαφέα στη χώρα μας, στην περίπτωση του Ανδρόνικου βρήκε ευήκωα ώτα. Κι όταν έφτασε η στιγμή εκείνη που το τσαπάκι του κορυφαίου Έλληνα αρχαιολόγου "χτύπησε" την πέτρα του δυτικού τοίχου του πρώτου ασύλητου μακεδονικού τάφου, ο Ανδρόνικος ήταν μόνος με τους συνεργάτες και τους εργάτες της ανασκαφής του. Κανένας άλλος δε βρέθηκε δίπλα του εκείνες τις πολύτιμες στιγμές.

Άλλωστε οι πρώτοι στους οποίους ο ίδιος απευθύνθηκε ήταν το Πανεπιστήμιο της Θεσσαλονίκης, η αρμόδια Εφορία Αρχαιοτήτων, ο στρατός και η αστυνομία προκειμένου να προστατευθούν το σπουδαίο μνημείο, οι νεκροί και τα κτερίσματα. Ούτε πολιτικοί, ούτε δημοσιογράφοι, ούτε ανακοινωθέντα για την πορεία της ανασκαφής.

Και κάτι ακόμα. Την ανακοίνωσή του ο Ανδρόνικος την έκανε δύο περίπου μήνες μετά την ανακάλυψή του και αφού είχε τεμκηριώσει επιστημονικά τα ευρήματά του. Έχασε κάτι η επιστήμη απ' αυτό, έχασε κάτι η άμεση ενημέρωση των πολιτών; Έχασε κάτι σε διαφήμιση η χώρα; Τουναντίον κέρδισαν και ο πολιτικός πολιτισμός, και η χώρα και οι πολίτες της.

Οι επιστήμονες, μόνοι με τα επιστημονικά δεδομένα και το όνειρο να βρεθεί το λιοκούκουτσο που θα μετατρέψει την υπόθεση εργασίας σε τεκμήριο ιστορίας, αναμετρώνται με το χώμα και τον χρόνο. Έτσι γίνεται στις ανασκαφές. Όλα έχουν τη δική τους διαδρομή, σαφή και με επιστημονικά κριτήρια χαραγμένη. Το τσαπάκι, η μελέτη, το τεκμήριο, το πανεπιστήμιο, η ανακοίνωση, τα μέτρα ασφαλείας και προστασίας του μνημείου. Και ο χρόνος, άρχοντας και κυρίαρχος όλων, με το δικό του ραχάτι, σε κάθε ανασκαφή κοιτάει αφ' υψηλού το χώμα και τα τσαπάκια, τα κόσκινα και τα ευρήματα, τους ανασκαφείς και την αγωνία τους.

Φαίνεται πως από τον Νοέμβριο του 1977 που ο Ανδρόνικος έφερε στο φως τα σπουδαία ευρήματά του μέχρι σήμερα έχει περάσει πολύ περισσότερος χρόνος από τότε που ο Φίλιππος τοποθετήθηκε στη χρυσή του λάρνακα μέχρι την ώρα που το τσαπάκι του Ανδρόνικου "χτύπησε" τον δυτικό τοίχο του τάφου του.


Νέα ήθη και μια νέα τάξη πραγμάτων ξεδιπλώνονται μπροστά μας από τις παραμονές του Δεκαπενταύγουστου που ο πρωθυπουργός αποφάσισε να πάρει στα χέρια του την επιστημονική δεοντολογία και να μετατρέψει τον αρχαιολογικό χρόνο σε πολιτικό παζάρι. Πρωτόγνωρα πράγματα μπροστά σε ένα μεγάλο εύρημα αλλά και σε μια κοινωνία κατακερματισμένη και βουλιμική για εκείνο το "κάτι" που θα την παρασύρει από το σαρκοβόρο παρόν σε ένα χρυσοποίκιλτο, εντυπωσιακό παρελθόν.

Το σήμερα δεν αντέχεται. Βορά στα πόδια τους πέφτουν καθημερινά τα πολύτιμα τεκμήρια που, αν και προορισμένα να μελετηθούν, να τεκμηριωθούν, να χρονολογηθούν, να οδηγηθούν στην επιστημονική αγκαλιά και να μας οδηγήσουν στα σπλάχνα της Ιστορίας, μετατρέπονται σε πυροβόλα όπλα που στα χέρια αδαών πυροβολούν μιντιακό θέαμα.

Όλα δείχνουν ότι η Αμφίπολη κρύβει το δικό της μυστικό. Υπέροχο, λαμπερό ή λιγότερο εντυπωσιακό, θα το δείξει η ανασκαφή. Αποκρυπτογράφησε, ωστόσο, μέσα σε λιγότερο από ένα μήνα και με πολύ εντυπωσιακό τρόπο την αμετροέπεια και τη μικρόνοια μιας κυβέρνησης που, προκειμένου να κερδίσει λίγο πολιτικό χρόνο ακόμα, δεν διστάζει να θυσιάσει ούτε τη δεοντολογία ούτε την επιστημονική πρακτική ούτε καν την ευγένεια και τη σιωπηλή μαρτυρία του ίδιου του μνημείου.

Πρωτόγνωρη η διαδικασία που περιβάλλει τούτη την ανασκαφή. Ο πρωθυπουργός να στήνει εκ νέου το εθνικοπατριωτικό του αφήγημα και ομού μετά της πολιτικής ηγεσίας του υπουργείου Πολιτισμού να επιδίδονται σε έναν μικροπολιτικό μαραθώνιο, αμισθί σύμβουλοι να ανεβάζουν στις σελίδες τους στο facebook εντυπώσεις από την ανασκαφή και αμφότεροι να συνεπικουρούνται από μέσα ενημέρωσης που πλέκουν νυχθημερόν "Αμφιπολιάδες" χωρίς να λογαριάζουν αν η ίδια η ανασκαφή ξηλώσει με σαρωτικό τρόπο το πουλόβερ.

Και οι ανασκαφείς, με ένα χρονόμετρο στον κρόταφο, να αναμετρώνται με το χώμα και να τους κλέβουν τον χρόνο. Δεν τα έχουμε ξαναδεί όλα αυτά. Όπως δεν έχουμε δει μέχρι τώρα κανένα κυβερνητικό ή τηλεοπτικό ενδιαφέρον για τις δεκάδες ανασκαφές που πραγματοποιούνται σε όλη τη χώρα. Δεν έχουμε ματακούσει μιντιακή επιχειρηματολογία περί της διάδρασης μιας ανασκαφικής διαδικασίας. Γιατί το παράδειγμα του Αρχαιολογικού Μουσείου της Τεγέας ή η ανασκαφή στην σπηλιά της Δράκαινας στην Κεφαλλονιά, που καθημερινά μέσω του διαδικτύου δοκιμάζουν μια ανοιχτή διαδικασία διάδρασης με το κοινό ουδέποτε έχουν τύχει τηλεοπτικής προσοχής.

Αντιθέτως έχουμε δει να χρησιμοποιείται η ανασκαφή της Μεσσήνης ως δέλεαρ προς άγραν πελατών από μεγάλη τουριστική μονάδα. Έχουμε δει αρχαιολογικούς χώρους, μνημεία και χαρακτηρισμένα κτήρια να εντάσσονται στο ΤΑΙΠΕΔ. Σε ποιο χωράφι βόσκει η μέριμνα για την πολιτιστική κληρονομιά άραγε; Μήπως εκεί όπου έβοσκαν και τα ανεπίδοτα κονδύλια της ανασκαφής στον λόφο Καστά πριν από την πρωθυπουργική επίσκεψη;

Αυτή η πέρα από κάθε δεοντολογία κυβερνητική επιχείρηση, που έχει στηθεί στην Αμφίπολη και μετατρέπει την επιστημονική διαδικασία σε εργαλείο ανάταξης μιας πολιτικής και μιντιακής νοοτροπίας που έχει παραδώσει το πνεύμα εδώ και καιρό, είναι καταδικασμένη ένα μόνο να αναζητά. Έναν τάφο προορισμένο να μην ανασκαφεί.



Το άρθρο που διαβάσατε είναι της Πόλυς Κρημιώτη 
και δημοσιεύτηκε στην Κυριακάτικη Αυγή στις 14/09/2014

Παρασκευή, 12 Σεπτεμβρίου 2014

Κομμάτι για 2


Το κομμάτι για 2 δεν έχει λόγια. Έχει κίνηση, ενέργεια, ρυθμό, ροή. Έχει βλέμματα και παύσεις, ένταση, ηλεκτρισμένες ατμόσφαιρες. Και σιωπή. Έχει στοιχεία από τη γλώσσα της χειρονομίας και της ποίησης αλλά δε φοβάται να γελάσει. Έχει δομή αλλά δεν έχει αφήγηση. 


Μιλάει τη γλώσσα των ανθρώπινων σωμάτων πριν γίνει χορός και αφαίρεση. Μια γλώσσα γειωμένη, γεμάτη νοήματα, μια γλώσσα καθαρής επικοινωνίας. Μιλάει τη γλώσσα της εκφραστικής μάσκας, αλλά χωρίς τη μάσκα. Μάσκα γίνεται το πρόσωπο των ηθοποιών. Όλο το σώμα τους. Ο χώρος ο ίδιος γίνεται Η Μάσκα.

Το Κομμάτι για δύο είναι φτιαγμένο από/ και για μια γυναίκα και έναν άντρα ηθοποιό, για δύο ανθρώπους που ενώνονται, σαν κύκλοι που τέμνονται κι απ’ τα κομμάτια τους γεννιέται νέος ενδιάμεσος χώρος, για δύο ανθρώπους που οι πυρήνες τους συγκρούονται, για τη σχέση των δύο που βαθαίνει στο χρόνο, απλώνει στο μέσα χώρο, ποτίζει.

Το Κομμάτι για 2 θέλει να μιλήσει για αυτό το χώρο ανάμεσα, για αυτό το απροσδιόριστο θολό τοπίο, για το διάστημα που ενώνει και χωρίζει τους δύο, γι αυτό που τους κρατά και τους συνέχει σε ένα συμφωνημένο μαζί. Θέλει να μιλήσει για αυτήν τη Σύγκρουση, την Ένωση, τη Διάβρωση του Ενός από τον Άλλο.

Το υλικό του  γεννήθηκε από τον καθοδηγημένο αυτοσχεδιασμό των ηθοποιών στις πρόβες. Είναι το απόσταγμα μιας σχέσης που βιώθηκε στα άκρα. Οι ηθοποιοί διαμόρφωσαν το τελικό αποτέλεσμα με την προσωπικότητα τους, με τον τρόπο που ανταποκρίνονταν στις προκλήσεις, μέσα από την ίδια τη σχέση που ανέπτυξαν μεταξύ τους. Δεν μπορεί κανείς να πει τί ανήκει σε ποιόν. 

Στην πρόβα όλα είναι παιχνίδι. Με προσωρινούς κανόνες που διαρκώς αναπροσαρμόζονται. Μια ανοιχτή διαδικασία. Δεν υπάρχουν απαντήσεις. Δεν υπάρχουν βεβαιότητες. Το μόνο που ξέρεις είναι πως σε ένα κομμάτι της διαδρομής, θα σβήσουν τα φώτα και δε θα βλέπεις ούτε τη μύτη σου. Αλλά πρέπει να συνεχίσεις. Χρειάζεσαι εξαιρετικά ανοιχτούς και γενναιόδωρους ηθοποιούς για να δουλέψεις με αυτόν τον τρόπο. Και βέβαια συνθήκες ακέραιης εμπιστοσύνης και ασφάλειας.

Το κομμάτι για 2 είναι μια ανοιχτή δομή που δεν κλειδώνει ποτέ. Είναι μια πολύπλοκη εξίσωση. Ένα εύθραυστο και απρόβλεπτο παιχνίδι των ηθοποιών. Δεν υπάρχουν δικλείδες ασφαλείας. Η σχέση των ηθοποιών είναι ένας ζωντανός οργανισμός και ως τέτοιος παραμένει ανοιχτός στα ενδεχόμενα. Προσαρμόζεται στην αλλαγή. 





Τo Κομμάτι για 2 παρουσιάστηκε για πρώτη φορά στο Σχήμα Εκτός Άξονα στη Θεσσαλονίκη από τις 8 μέχρι τις 12 Μαίου 2014. Την περασμένη Κυριακή 7 Σεπτεμβρίου συμμετείχε στο Φεστιβάλ του Θεάτρου "ΒΓΑΛΤΕ ΤΙΣ ΜΑΣΚΕΣ" στο Χώρο Τέχνης 92 Art και απέσπασε τέσσερα βραβεία. 

Η σύλληψη, η σκηνοθεσία και η παραγωγή είναι του Αλέξανδρου Μιχαήλ που επωμίστηκε τον ανδρικό ρόλο μόνο για την παρουσίαση στο συγκεκριμένο φεστιβάλ, σε αντικατάσταση του ηθοποιού Δημήτρη Παπαδόπουλου. Στο ρόλο της γυναίκας η Χριστίνα Γυφτάκη που τιμήθηκε με το βραβείο πρώτου γυναικείου ρόλου στο φεστιβάλ. Ο εικαστικός Χρήστος Κυριαζίδης επιμελήθηκε το πρόγραμμα της παράστασης απ` όπου προέρχονται τα παραπάνω κείμενα. 


*Οι φωτογραφίες της ανάρτησης είναι από την πρόβα πριν την παρουσίαση στο φεστιβάλ.

Δευτέρα, 8 Σεπτεμβρίου 2014

Φάτσα κάρτα θέα


Φάτσα κάρτα η θέα από το μπαλκόνι. Αυτή σου στέλνω κάρτα. Παλιά δεν ήταν θέα. Ή μάλλον πάντα ήταν, απλώς δεν την βλέπαμε. Είχε σπίτι εκεί. Παλιό πλινθόκτιστο. Ακατοίκητο το θυμάμαι. Έρημο.  Οι νοικοκύρηδες είχαν φύγει για την Αυστραλία πολύ πριν γεννηθώ. Άρον άρον. Το λέω γιατί άφησαν τις κουρτίνες στα παράθυρα. Άμα τις αφήνεις, δεν μπορεί, θα βιάζεσαι. Ίσως πάλι να λογάριαζαν να γυρίζουν γρήγορα και τις άφησαν κρεμασμένες. Δεν γύρισαν. Ρήμαξε άδειο το σπίτι. Τού πήρε πολλά χρόνια, αλλά ρήμαξε. Αυτά τα παλιά, αλλιώς τα έχτιζαν κι είχαν μεγάλες αντοχές.

Η όψη του δρόμου, μια πόρτα κάτω, δεξιά- αριστερά παράθυρα. Μια πόρτα πάνω με μικρό ξύλινο μπαλκόνι, δεξιά κι αριστερά παράθυρα. Από πίσω, θυμάμαι μόνο μια μικρή πόρτα. Κεραμίδια στη στέγη. Παλιά, βυζαντινά. Μας έλεγαν ότι είχε φαντάσματα. Ούτε που πλησιάζαμε μόλις σκοτείναζε. Άμα μεγαλώσαμε λίγο, ξεφοβηθήκαμε και είπαμε ότι έχει θησαυρό. Το λουκέτο δεν άνοιγε με σύρμα. Η βατσινιά που κόντευε να καλύψει την πίσω πόρτα μας έγδαρε άσχημα. Βγάλαμε από την κάσα της πόρτας τον κρίκο που ήταν περασμένο το λουκέτο και μπήκαμε. 

Αράχνες, ποντικοκούραδα, σκόνη. Και μια γουστερίτσα που μας κοψοχόλιασε. Λίγα έπιπλα. Τα βασικά. Κρεβάτι, τραπέζι, μερικές καρέκλες. Ένα μπαούλο κι ένας μπουφές. Άδεια όμως. Πουθενά θησαυρός. Ούτε στο στρώμα που σκίσαμε με σουγιαδάκι και γέμισε το δωμάτιο μπαμπάκια. Μετά μπαίναμε μόνο όταν παίζαμε κρυφτό. Ύστερα για κάπνισμα και για κλεφτά φιλιά αργότερα. Όταν υποχώρησε -να έβλεπες ένα ωραίο κοίλο με κεραμίδια!- η σκεπή, κάρφωσαν τα πορτοπαράθυρα του ισογείου.

Τότε, ή ίσως λίγο αργότερα ήρθαν τα περιστέρια. Πρώτα τα ακούσαμε να γουργουρίζουν κι ύστερα τα είδαμε να βγαίνουν από το γείσο της σκεπής. “Θα πάρω το αεροβόλο του αδελφού μου...” είπε ο Γιάννης και πλακωθήκαμε. Τον ξάπλωσα κάτω και του έβαλα τα χέρια στο λαιμό. Να τον πνίξω.  “Δικά μας είναι” τού είπα. Ψέμματα βέβαια. “Θα σε σκοτώσω άμα τα πειράξεις”. 

Την άλλη μέρα τους πέταξα από μακριά μια φέτα ψωμί. Κομμάτι κομμάτι. Βγήκαν δυο -τρία στη αρχή. Ύστερα όλα. Επτά. Πότε ψωμί, πότε στάρι με συνήθισαν. Ξεθάρρεψαν. Με λίγη τροφή τα ζωντανά και λίγη καλοσύνη ο άνθρωπος, ξεθαρρεύουν. Έτρωγαν πια από το χέρι μου. Έτρωγαν και τους σφύριζα. Μεσημέρι τα τάιζα. Μόλις γυρνούσα από το σχολείο. Τους σφύριζα από μακριά, μ` άκουγαν, έβγαιναν από τις φωλιές τους στη σκεπή, φτερούγιζαν στο μέρος μου και με ακολουθούσαν. Κάθε μέρα.

Μια φορά, δεν ξέρω πώς μού ήρθε, μόλις τα είδα να έρχονται, άνοιξα τα χέρια στην έκταση. Ούτε εκπαιδευμένα να ήταν, κατέβηκαν και κάθισαν από τρία στο κάθε χέρι κι ένα στο κεφάλι. Και βάδιζα έτσι μέχρι το σπίτι, εκείνη και όλες τις άλλες μέρες, στη στάση του εσταυρωμένου, φορτωμένος πουλιά. Και ζήλευαν τα άλλα παιδιά και φώναζαν οι μεγάλοι: “Θα σε κουτσουλήσουν καψερέ! Θα σε κουτσουλήσουν!”

Τότε ήταν που σκέφτηκα να τα εκπαιδεύσω. Να γίνουν ταχυδρομικά. Πήρα το πιο ζωηρό στα χέρια και το πήγα ως το σπίτι ενός φίλου που έμενε μακριά, σε άλλη γειτονιά. Μόλις φτάσαμε, τού είπα: “Εδώ θέλω να φέρεις το μήνυμα”. Γύρισα, έγραψα σε χαρτάκι με μικρά ψείρες γράμματα “Σου στέλνω γράμμα με περιστέρι και περιμένω απάντηση”, το τύλιξα στο πόδι του, το έδεσα με μια κλωστή και το άφησα να πετάξει. Έφυγε. Περίμενα, μα το περιστέρι γύρισε χωρίς γράμμα. Το ξαναπήγα μέχρι το σπίτι του φίλου, τού είπα ότι και την πρώτη φορά, έγραψα άλλο γράμμα. Τα ίδια. 

Δεν μπορούσα να ξέρω αν πήγαινε στο προορισμό του ο ταχυδρόμος μου ή αν λύνονταν η κλωστή στο δρόμο και χάνονταν το γράμμα. Παραιτήθηκα της προσπάθειας να στείλω γράμμα σε συγκεκριμένους παραλήπτες αλλά συνέχισα να βάζω στα πόδια τους μηνύματα που δεν είχαν αποδέκτη και δεν έχριζαν απάντησης. Τις κλωστές στα πόδια τους δεν τις έδενα καλά. Για να πέσουν.

Μπορεί να μην είχαμε στη μικρή μας πόλη θάλασσα να ρίχνουμε μπουκάλια με μηνύματα, είχαμε όμως τουλάχιστο επτά περιστέρια, πρόθυμα να κουβαλήσουν φράσεις όπως: “Βάλε το στην τσέπη σου και προχώρα” ή “Τώρα μπορείς να χαμογελάσεις ξανά” ή “Δε ρίχνει μόνο βροχή ο ουρανός” κι άλλα πολλά, που πια δεν τα θυμάμαι. Δεν ξέρω αν και πόσοι πρόσεξαν στη μικρή μας πόλη τα πεσμένα χαρτάκια από τα πόδια των περιστεριών μου. Δεν ξέρω αν και πόσοι έσκυψαν, τα σήκωσαν, τα ξετύλιξαν και τα διάβασαν. Πάντως ένα από αυτά, το βρήκα εγώ. Πρέπει να ήταν πολύ καιρό πεσμένο, να το είχε πατήσει αυτοκίνητο, να το είχε μουλιάσει η βροχή. Το μήνυμα είχε σβηστεί.

Κάποια στιγμή τα περιστέρια άρχισαν να λιγοστεύουν. Τα χτύπησε αρρώστια; Τα χτύπησε καμιά γάτα; Ποτέ δεν έμαθα. Πάντως από αεροβόλο δεν πήγαν. Θα το άκουγα. Τελικά, ούτε ένα δεν έμεινε.

Όταν γκρέμισαν το σπίτι έλειπα. Κρίθηκε επικίνδυνο είπαν. Στο μεταξύ άλλη γενιά παιδιών το γυρόφερνε για θησαυρούς στην αρχή κι έπειτα για τα πρώτα τους τσιγάρα· τα φιλιά τα έδιναν πια στα φανερά. Ο δήμος το κατεδάφισε. “Δεν έπεφτε με τίποτα” μού είπε ο Γιάννης όταν γύρισα “το χτύπαγε η φαγάνα και τίποτα! Το ρημάδι, δεν έπεφτε”

Στεκόμασταν εκεί που ήταν το παλιό πλινθόκτιστο σπίτι που στη σκεπή του φώλιαζαν τα περιστέρια μου, τα περιστέρια που ήθελε να μακελέψει ο Γιάννης με το αεροβόλο του αδελφού του και ούτε που προσέξαμε τη θέα στον κάμπο. Μόνο το κενό που άφησε πίσω της η μπουλντόζα κοιτάζαμε αμήχανοι. Με τον καιρό όμως, συνηθίσαμε που έλειπε το σπίτι- έτσι όπως όλα τα συνηθίζει ο άνθρωπος- και βλέπαμε πλέον τη θέα. Δεν είναι τίποτα σπουδαίο, το ξέρω. Με την πρώτη ματιά, φαίνεται σχεδόν αδιάφορη: ο λόφος αντίκρυ στη μικρή μας πόλη κι ο ουρανός.

Άμα την έχεις όμως φάτσα κάρτα και προσέξεις πόσο αλλάζει με τις εποχές, πόσο αλλάζει μέσα στην ίδια μέρα, πόσο ζωντανεύει με τους μακρινούς ήχους που φτάνουν στα αυτιά σου από τον κάμπο και το ποτάμι, με τα περαστικά πουλιά που φτερουγίζουν,  κάθεσαι με τις ώρες και την κοιτάς. Κι ένα περίεργο: τότε εμφανίζεται από το πουθενά το παλιό σπίτι, σε γυροφέρνουν ξανά  τα χαμένα περιστέρια που σε στόλιζαν μικρό εσταυρωμένο -τα περιστέρια που δεν έγιναν ποτέ ταχυδρομικά. 



Το “Φάτσα κάρτα θέα” είναι η απάντηση στην κάρτα που μού έστειλε πριν λίγες μέρες η φίλη μου η Nefosis με ταχυδρομικό περιστέρι από το  Μπερδεμιάρο

Σάββατο, 6 Σεπτεμβρίου 2014

Αισιοδοξία


-Πήγες θάλασσα;
-Όχι ακόμα.
-Θα πας;
-Βεβαίως!
-Πότε;
-Αργότερα...


photo, Vasily Fedosenko

Τετάρτη, 3 Σεπτεμβρίου 2014

Ίδια

Δεν ήταν για την εικόνα που έσκυψε. Η εικόνα αποτελούσε δικαιολογία για να μη φανεί η πραγματική αιτία. Δικαιολογία όλως διόλου αχρείαστη, μια που κανείς δεν ήταν τριγύρω. Το χώμα ήθελε να μυρίσει. Το χώμα και κυρίως τα απομεινάρια του θερισμού. Έτσι σκυμμένος έκανε τάχα ρυθμίσεις στη μηχανή- σχολαστικά όσο ποτέ άλλοτε- τις διόρθωνε, τις άλλαζε πάλι ενώ παράλληλα έπαιρνε βαθιές εισπνοές. Αχόρταγες. Να γεμίσει το μέσα του με την αψιά μυρωδιά του σανού, λίγο πριν χαθεί. Λίγο πριν βάλουν φωτιά στις καλαμιές για να καούν όσα ξερά είχαν απομείνει από τον θερισμό, ώστε μετά, μετά από τις πρώτες βροχές να οργώσουν. Για να είναι έτοιμη η γη για την επόμενη σπορά.



Έβγαλε μια φωτογραφία. Δεν την είδε στην οθόνη της μηχανής. Το βλέμμα δεν μπορούσε να ξεκολλήσει από το τοπίο· από τα αλλόκοτα σύννεφα που έρχονταν φουριόζικα από την μεριά της οροσειράς, από τα ξερόχορτα που σάλευαν στον αέρα κάτω από έναν ήλιο που τα φώτιζε, αρχές Σεπτέμβρη με καλοκαιρινή ένταση. Χρυσά, ολόχρυσα. Όπως τότε που τού είπε ο πατέρας του ”Απόψε θα πάμε να θερίσουμε”. Έφτασαν περασμένα μεσάνυχτα, νύσταζε ήδη και μόνο η έξαψη κρατούσε τα μάτια του ανοιχτά. Περίμεναν για ώρα στην άκρη του χωραφιού μέχρι που φάνηκε από μακριά -σαν παράξενο καράβι του φάνηκε τότε- η αλωνιστική μηχανή. Ολόφωτη, μπήκε μέσα στο χωράφι κι άρχισε να θερίζει και να αλωνίζει ταυτόχρονα. Κι έλαμπαν τα στάχυα στο φως των προβολέων. “Χρυσά, ολόχρυσα” είχε σκεφτεί και τότε.

Μόνο η μυρωδιά τους ήταν αλλιώτικη, πιο γλυκερή στη δροσιά της νύχτας. Με αυτή κοιμήθηκε κατάχαμα. Αυτή είχε στα ρουθούνια του όταν τον σήκωσε ο πατέρας ξημέρωμα πια και τον φορτώθηκε στην πλάτη του για να γυρίσουν στο σπίτι. Αλαφροπατούσε για να μην τον ξυπνήσει. Μα μια στιγμή τον τράνταξε απότομα και τού είπε σχεδόν ψιθυριστά: “Κοίτα! Κοίτα!Τσαλαπετεινός!” Άνοιξε αμέσως τα μάτια και τον είδε. Τσιμπολογούσε λαίμαργα λίγο πιο πέρα με ανοιχτό λοφίο το στάρι που είχε ξεφύγει από τη μηχανή. Τους πήρε είδηση  και σταμάτησε να τρώει. Γύρισε και τους κοίταξε. Ο πατέρας τον άφησε να γλιστρήσει από την πλάτη του κρατώντας τον μέχρι που πάτησε κάτω. Άρχισε να τρέχει προς το μέρος του πουλιού με τη βεβαιότητα ότι θα το έπιανε. Εκείνο, τον άφησε  να πλησιάσει λίγο κι έπειτα φτερούγισε μακριά μέχρι που χάθηκε προς την μεριά της οροσειράς.



 Έτσι σκυμμένος καθώς ήταν, είδε την εικόνα που είχε βγάλει πριν από λίγο στην οθόνη της μηχανής. Φαίνονταν ικανοποιητική. Δε θα έβγαζε άλλη. Ετοιμαζόταν να σηκωθεί όταν άκουσε θρόισμα πολύ κοντά του. Γύρισε ήρεμα και είδε πρώτα το λοφίο. Ύστερα το πουλί αναπήδησε και στάθηκε σχεδόν απέναντί του. Κοιτάχτηκαν για λίγο στα μάτια. Σαν παλιοί γνώριμοι. Πού ήταν. Αυτή τη φορά – κι ενώ η απόσταση που τους χώριζε δεν ήταν ούτε δυο βήματα- δεν έκανε καμία κίνηση για να το πιάσει. Όχι γιατί είχε τη βεβαιότητα ότι ο τσαλαπετεινός είναι άπιαστο πουλί, μα γιατί είχε μάθει πια να χαίρεται χωρίς να αγγίζει. Μόνο όταν ύστερα από λίγο το πουλί λύγισε τα πόδια του κλείνοντας ταυτόχρονα το λοφίο και απογειώθηκε, σήκωσε τη μηχανή και το έβγαλε καθώς απομακρύνονταν.


Δεν είδα την εικόνα. Δεν είχε σημασία αν ήταν ικανοποιητική ή όχι. Σημασία είχε ότι όλα ήταν  ίδια. Τότε και τώρα. Ο τόπος, οι μυρωδιές, τα χρυσά ολόχρυσα απομεινάρια του θερισμού. Ίδια και τα πετεινά του ουρανού. Μόνο ο πατέρας δεκαοκτώ χρόνια τώρα φευγάτος.