Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κούβα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κούβα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 13 Αυγούστου 2016

My good friend Roosvelt


Σαντιάγο Κούβα
6 Νοεμβρίου 1940

Kύριο Φρανκλίνο Ρούσβελτ, πρόεδρο των ΗΠΑ

Καλέ μου φίλε Ρούσβελτ, δεν ξέρω καλά Αγγλικά αλλά ξέρω αρκετά ώστε να σου γράψω. Μού αρέσει να ακούω ραδιόφωνο και είμαι πολύ χαρούμενος γιατί άκουσα ότι θα είσαι πρόεδρος για μια ακόμα θητεία. Είμαι δώδεκα χρόνων. Είμαι αγόρι αλλά σκέφτομαι πολύ, αλλά δεν σκέφτομαι ότι γράφω στον πρόεδρο των ΗΠΑ. Αν θέλεις, στείλε μου ένα πράσινο αμερικάνικο χαρτονόμισμα των δέκα δολαρίων στο γράμμα σου γιατί ποτέ δεν έχω δει ένα πράσινο αμερικάνικο χαρτονόμισμα των δέκα δολαρίων και θα ήθελα να έχω ένα.
Η διεύθυνσή μου είναι κ. Φιντέλ Κάστρο, Κολέγιο Ντολόρες, Σαντιάγο, επαρχία Οριέντε Κούβα.

Δεν ξέρω πολλά αγγλικά αλλά ξέρω πάρα πολλά Ισπανικά και υποθέτω ότι εσύ δεν ξέρεις πολλά Ισπανικά, αλλά ξέρεις πολλά Αγγλικά γιατί είσαι Αμερικάνος αλλά εγώ δεν είμαι Αμερικάνος. 


Σε ευχαριστώ πολύ. Γειά σου. Ο φίλος σου Φιντέλ Κάστρο.



Αν θέλεις σίδερο για να φτιάξεις τα πλοία σου, θα σου δείξω τα μεγαλύτερα μεταλλεία σιδήρου στη χώρα. Είναι στο Μαγιαρί της επαρχίας Οριέντε. 




Ο νεαρός Φιντέλ Κάστρο την εποχή εκείνη, έκανε μαθήματα αγγλικών και σε ένα βιβλίο είχε δει εικόνες αμερικανικών νομισμάτων. Φαίνεται ότι το δεκαδόλαρο τον εντυπωσίασε τόσο πολύ που έγραψε την παραπάνω επιστολή και την έστειλε στον πρόεδρο των ΗΠΑ ζητώντας του να τού στείλει ένα “πράσινο αμερικάνικο χαρτονόμισμα των δέκα δολαρίων”. 

Λίγο καιρό μετά, ένα πρωί φτάνοντας στο σχολείο, διαπίστωσε ότι όλοι συζητούσαν κατάπληκτοι για το γεγονός της ημέρας: το γράμμα που είχε φτάσει από τις ΗΠΑ, με αποστολέα τον ίδιο τον πρόεδρο Ρούσβελτ. Παραλήπτης του ήταν βέβαια ο Φιντέλ. 

Ωστόσο η προεδρική επιστολή δεν περιείχε το πολυπόθητο χαρτονόμισμα. Ορισμένοι αστειευόμενοι είπαν αργότερα ότι ίσως αν ο πρόεδρος Ρούσβελτ του είχε στείλει τελικά εκείνο το δεκαδόλαρο που είχε ζητήσει όταν ήταν παιδί, ο Φιντέλ, μεγαλώνοντας, δεν θα δημιουργούσε τόσους πονοκεφάλους στις Ηνωμένες Πολιτείες.



Ο Φιντέλ Κάστρο συμπληρώνει σήμερα τα 90 του χρόνια. Γεννήθηκε στις 13 Αυγούστου του 1926 , στο αγρόκτημα Μπριάν της επαρχίας Οριέντε. 

Πέμπτη 21 Αυγούστου 2014

Τα δύο άλφα, ο Ρήγας και ο Τσε


"...αλλά τότε μας έτυχε σοβαρή αβαρία και έτσι μείναμε σχεδόν δύο μήνες στην Αβάνα για επισκευές. Όλη μέρα στις μηχανές, φούρνος το μηχανοστάσιο, μες τα γράσα και τη μουτζούρα, αλλά τα βράδια που βγαίναμε ήταν δύο Α. Ξέρεις, τα δύο άλφα τα καλύτερα: Alegria κι amor. Και να είναι δεκαετία του `60 και να είσαι είκοσι χρονών...

Ούτε δίωρη η διαδρομή με το λεωφορείο, αλλά ανιαρή του θανάτου. Μού έτυχε όμως λαχείο σωστό: στη στεριά θαλασσοδαρμένος, κι έτσι με τις ιστορίες του οι ρόδες, θαρρείς και κατάπιναν τα χιλιόμετρα στην άσφαλτο. Εξηνταπεντάρης, πρώην μηχανικός στα καράβια, με μουστάκι, ευτραφής, όπως ακριβώς κι η ηλικιωμένη -χωρίς όμως μουστάκι- στα διπλανά καθίσματα, που είχε από την αρχή στήσει αυτί στην κουβέντα μας.

Εκείνος βέβαια μιλούσε περισσότερο. Τί να έλεγα κι εγώ, με το ένα και μοναδικό ταξίδι στην λατινική Αμερική που μάλιστα δεν περιλάμβανε Κούβα; Αλλά λίγο με τη λογοτεχνία, την ιστορία, τις ταινίες και τη μουσική της, τον κούρδιζα όσο μπορούσα για να μη σταματήσει πριν τον προορισμό μας. Κι είχε ο συνεπιβάτης μου υλικό μιας ζωής ικανό να γεμίσει όχι τη δίωρη διαδρομή μας, μα ταξίδι από Cartagena μέχρι Mar del Plata και πίσω, ένα γύρο τη Λατινική Αμερική, με σκάλα στο Valparaiso.

Έτσι όπως είχε πάρει είδηση τη διπλανή μας να κρυφακούει, τις πιπεράτες ιστορίες του -που ήταν κι οι πιο πολλές- τις διηγούνταν χαμηλόφωνα και χαιρόταν να τη βλέπει να αλλάζει θέση, να γέρνει προς το μέρος μας και να τεντώνει σώμα κι αυτιά, για να ακούσει. Και τα κατάφερνε μια χαρά, γιατί, με την άκρη του ματιού, την έβλεπα να κρυφοχαμογελάει πονηρά και μια φορά να κοκκινίζει. Τις άλλες, τις πιο ανώδυνες ιστορίες, ο συνταξιούχος ναυτικός τις έλεγε δυνατά- μέχρι κι ο οδηγός, μπροστά μπορεί να τις άκουγε.

...είχαμε βρει που λες, ένα μπαρ κοντά στην Plaza de la Revolución και πηγαίναμε κάθε βράδυ. Ούτε για τα ποτά, ούτε για τη μουσική είχαμε κολλήσει εκεί· για να κερνάμε τον Ernesto πηγαίναμε. Το πρώτο βράδυ, δεν είχαμε προλάβει να καθίσουμε, έρχεται ένας Κουβάνος, στέκεται μπροστά στο τραπέζι μας, σοβαρός-σοβαρός, καθαρίζει λίγο την φωνή του και αρχίζει να απαγγέλει δυνατά στα ελληνικά:

Ως πότε παλικάριαθα ζούμε στα στενά,
μονάχοι σα λιοντάρια, στες ράχες στα βουνά;
Καλύτερα μιας ώρας ελεύθερη ζωή,
παρά σαράντα χρόνια σκλαβιά και φυλακή.

Έγινε χαμός, τον χειροκροτήσαμε και τον ρωτήσαμε τί ήθελε να τον κεράσουμε. Una cervezita fria” ζήτησε και ήρθε αμέσως σε μεγάλο ποτήρι. Κάθισε στην παρέα μας, μα γρήγορα καταλάβαμε ότι το μόνο που ήξερε στα ελληνικά ήταν αυτοί οι στίχοι του Φεραίου. Κάποιος, -προφανώς ναυτικός- πριν από μας τού το είχε μάθει κι αυτός όταν έβρισκε ελληνικό πλήρωμα έσπευδε να απαγγείλει. Έτσι έβγαζε τις μπύρες του. Δυο μήνες εκεί, ο Ernesto, κάθε βράδυ ζητούσε στα ελληνικά ελεύθερη ζωή κι εμείς τον δροσίζαμε με παγωμένες μπύρες.”

Μετά τις “παγωμένες μπύρες” ο ναυτικός σταμάτησε. Γύρισε προς το παράθυρο του λεωφορείου και το βλέμμα του χάθηκε στα θερισμένα χωράφια του κάμπου· μια θάλασσα κι αυτός, κίτρινη, ανταριασμένη από λίβα, απλώνονταν όσο έβλεπε το μάτι. Η ηλικιωμένη δίπλα ανακάθισε κι έπειτα γύρισε τάχα τυχαία προς το μέρος μας. Με κοίταξε με ένα τρόπο που ήταν σαν να μού έλεγε: “Τί περμένεις; Κούρδισέ τον!”

Αρπάχτηκα από το όνομα του διψασμένου Κουβάνου και την πλατεία που είχε αναφέρει λίγο πριν ο ναυτικός. “Στην Plaza de la Revolución δεν είναι ένα κτίριο που στην όψη του υπάρχει ένα τεράστιο πορτραίτο του Τσε;” ρώτησα, αλλά πριν προλάβει ο ναυτικός να απαντήσει, η ηλικιωμένη, που φαίνεται ότι δεν άντεχε άλλο απλώς να κρυφακούει κι ήθελε να μπει κι αυτή στην κουβέντα, ρώτησε με αναπάντεχο για την ηλικία της νάζι: “Ποιός είναι ο Τσε;”

Σειρά σου!” μού είπε ο ναυτικός ξεκαρδισμένος στα γέλια από την αφοπλιστική αφέλεια της ηλικιωμένης. Μπορούσα κάλλιστα να πω μια κουβέντα μόνο -“ο Ερνέστο Γκεβάρα ήταν επαναστάτης”- και να ξεμπερδεύω, άλλα υποψιάστηκα ότι η εξοργιστική της άγνοια ήταν μάλλον αποτέλεσμα πολιτικής τοποθέτησης· η ναζιάρα ηλικιωμένη πρέπει να αγνοούσε τον Τσε είτε γιατί δεν είχε  καμία σχέση με την πολιτική είτε γιατί ανήκε ιδεολογικά στο “άλλο στρατόπεδο”.

Μπήκα στον πειρασμό να μιλήσω αναλυτικά για τον Τσε Γκεβάρα, να τονίσω όλα αυτά τα στοιχεία που θα την έκαναν να τον συμπαθήσει, -ει δυνατόν να τον λατρέψει, λέγοντάς της πόσο ωραίος άντρας ήταν- πριν καταλήξω στην ουσία: την επανάσταση. Έτσι άρχισα να διηγούμαι την ιστορία του Τσε από την αρχή: μίλησα για τη γέννησή του στο Μπουένος Άιρες, την οικογένειά του, τις σπουδές του στην ιατρική σχολή, τα ταξίδια του με μοτοσυκλέτα κατά μήκος της ηπείρου, στη διάρκεια των οποίων διαπίστωσε ιδίοις όμμασι την κατάσταση στην Λατινική Αμερική.

Οι δύο ακροατές μου φάνηκαν να ενδιαφέρονται. Ο ναυτικός πότε- πότε κουνούσε επιδοκιμαστικά το κεφάλι του λέγοντας: "σπουδαίος άντρας" ή "μεγάλη μορφή" . Αλλά κι εκείνη δεν πήγαινε πίσω· φαινόταν να κρέμεται από τα χείλη μου. Συνέχιζα ακάθεκτος τη διάλεξη, μέχρι τη στιγμή που ανέφερα: “...τέτοιες μέρες, καλοκαίρι του `55 ο Τσε, συνάντησε στο Μεξικό τον Φίντελ Κάστρο και...” . “Δε μού λες;” με διέκοψε η ηλικιωμένη εμφανώς εκνευρισμένη. “Ήταν κομμουνιστής;” Αιφνιδιάστηκα για τα καλά κι αφού το σκέφτηκα για λίγο και ζύγισα την κατάσταση, ξεστόμισα ένα διστακτικό “Ναι”. Τότε εκείνη είπε θριαμβευτικά: “Μα για αυτό δεν τον ξέρω!”

Ακολούθησε μια αμήχανη παύση. Κάτι πήγα να πω, αλλά ο ναυτικός μού έκανε νόημα να μη συνεχίσω. Η ηλικιωμένη  μετακινήθηκε στην θέση δίπλα στο παράθυρο. Κοίταξε για λίγο έξω κι έπειτα, έβγαλε από την τσάντα της ένα περιοδικό με σταυρόλεξα κι ένα μολύβι. Μέχρι το τέλος της διαδρομής δεν ασχολήθηκε καθόλου μαζί μας και δεν άκουσε ούτε λέξη από την επόμενη ιστορία που ο ναυτικός μού διηγήθηκε σχεδόν ψιθυριστά.



*Αν και έχω φωτογραφίες του ναυτικού και της ηλικιωμένης, προτιμώ να αφήσω την ιστορία χωρίς εικονογράφηση. 









Δευτέρα 27 Ιουλίου 2009

Η αυγή της επανάστασης

συνέχεια της προηγούμενης ανάρτησης Movimiento 26 de Julio


Μετά το πραξικόπημα που ματαίωσε τις εκλογές, ο Φίντελ Κάστρο που ήταν υποψήφιος του Ορθόδοξου κόμματος για το Κογκρέσο, προχώρησε στην οργάνωση ομάδας με την επωνυμία το Κίνημα που για κάποιο διάστημα αναφερόταν σαν ‘Νεολαία της Εκατονταετηρίδας’ γιατί την χρονιά εκείνη συμπληρωνόταν τα 100 χρόνια από την γέννηση του εθνικού ήρωα της Κούβας, του ποιητή Χοσέ Μαρτί του 'Αποστόλου της Κουβανικής Ανεξαρτησίας'- που τα οράματά του είχαν υιοθετήσει ο Κάστρο και οι σύντροφοι του. Επρόκειτο για μια από τις ομάδες που είχαν οργανωθεί εκείνη την εποχή, καθώς η δυσφορία για το καθεστώς γινόταν ολοένα και μεγαλύτερη, σχεδιάζοντας την ανατροπή του. Κάποιες από αυτές μάλιστα είχαν προχωρήσει σε σαμποτάζ, σε μεγάλες πόλεις.

Τα μέλη που στρατολόγησε ο Κάστρο, με στόχο όπως λέει ο ίδιος όχι την επανάσταση αλλά τον αγώνα για την επιστροφή στο συνταγματικό καθεστώς (2), προερχόταν κυρίως από την μεσαία τάξη, στην πλειονότητα τους ήταν νέοι κάτω των τριάντα ετών- φοιτητές, εργάτες, αγρότες, νεαροί επαγγελματίες, μερικοί επιστήμονες και καλλιτέχνες. Για ένα περίπου χρόνο εκπαιδευόταν με άκρα μυστικότητα στα περίχωρα της Αβάνας, πολύ κοντά μάλιστα στο Ανακριτικό Κέντρο της Στρατιωτικής Μυστικής Υπηρεσίας! Κανείς δεν υποπτεύθηκε τίποτα αφού στη διάρκεια αυτού του χρόνου, συνεχίζανε κανονικά, τις συνηθισμένες καθημερινές τους δραστηριότητες.

Την ίδια εποχή, ο Ερνέστο Γκεβάρα, ο μελλοντικός Κομαντάντε Τσε ολοκλήρωνε τις σπουδές του στην Ιατρική σχολή του Μπουένος Άϊρες και ετοιμαζόταν με τη μοτοσικλέτα του να διασχίσει για δεύτερη φορά την νότιο Αμερική, σε ένα σημαντικό ταξίδι του οποίου οι εμπειρίες, έπαιξαν καθοριστικό ρόλο στη διαμόρφωσή του .

Το Κίνημα, δεν έτυχε καμίας οικονομικής βοήθειας ούτε από το εσωτερικό ούτε από το εξωτερικό. Εξοικονόμησαν μόνοι τους με θυσίες, ένα ποσό μικρότερο των 20.000 δολαρίων. Για τη συγκέντρωσή του αναγκάστηκαν να πουλήσουν βιβλία και κοσμήματα, να υποθηκεύσουν τα αυτοκίνητα και τις περιουσίες τους, να δουλέψουν υπερωρίες και μερικοί να θυσιάσουν τις οικονομίες χρόνων. Ο Κάστρο ζήτησε από τον ευκατάστατο πατέρα του 3.000 δολάρια αλλά τελικά έλαβε μόνο 140 (1). Με τα χρήματα αυτά αγοράστηκαν όπλα και ετοιμάστηκαν στρατιωτικές στολές. Όμως ο εξοπλισμός της ομάδας ήταν τόσο πενιχρός που την μεγάλη μέρα της επίθεσης μερικοί δεν συμμετείχαν λόγω ανεπάρκειας όπλων!

Το σχέδιο ήταν απλό και γι αυτό και ιδιοφυές . Η νύχτα της γιορτής θα έφερνε την αυγή της επανάστασης. (1) Η ολοκλήρωση της συγκομιδής του ζαχαροκάλαμου γιορτάζεται με δωδεκαήμερο καρναβάλι που ολοκληρώνεται στις 25 Ιουλίου. Τα ξημερώματα της 26ης κι ενώ όλος ο κόσμος θα ξεφάντωνε, οι νεαροί επαναστάτες θα εισβάλανε ντυμένοι με στρατιωτικές στολές σε δύο βάσεις της επαρχίας Οριέντε. Στο Μπαγιάμο και στο φρούριο Μονκάδα, κοντά στο Σαντιάγο, τη δεύτερη σε δύναμη μονάδα της χώρας.





Δεν θα ήταν πρώτη ούτε και τελευταία φορά που μια εξέγερση ξεκινούσε από το συγκεκριμένο γεωγραφικό στίγμα. Η επαρχία Οριέντε είναι το λίκνο των επαναστάσεων της Κούβας καθώς οι εξεγέρσεις του 1868 και του 1895 για την Ανεξαρτησία άρχισαν από εκεί. Τρία χρόνια αργότερα, το 1956, πάλι από την οροσειρά της Σιέρρα Μαέστρα θα άρχιζε το αντάρτικο που οδήγησε τελικά στην εκδίωξη του Μπατίστα και στην νίκη των επαναστατών τον Ιανουάριο του 1959.

Το σχέδιο προέβλεπε την κατάληψη των στρατοπέδων, την αρπαγή του οπλισμού και στην συνέχεια τη μετάδοση μέσω του ραδιοφωνικού σταθμού της έκκλησης στους πολίτες και στους στρατιώτες να ενωθούν μαζί τους για μια γενικευμένη εξέγερση. Αυτό το μήνυμα περιείχε τις βασικές αρχές του Κινήματος: τη δέσμευση για οικονομική ανεξαρτησία και ευμάρεια, κοινωνική δικαιοσύνη, σεβασμό των εργαζομένων, εξασφάλιση των πλουτοπαραγωγικών πηγών της χώρας και ακλόνητη πίστη στο Σύνταγμα του 1940.

Μόνο έξι άνθρωποι γνωρίζανε τι ακριβώς επρόκειτο να συμβεί πριν από την επίθεση. Οι υπόλοιποι το μάθανε τελευταία στιγμή, όταν έφτασαν οι περισσότεροι από την Αβάνα στο αγρόκτημα Σιμπονέϋ, στα περίχωρα του Σαντιάγο όπου είχαν ήδη κρυμμένα όσα όπλα είχαν καταφέρει να προμηθευτούν. Για πρώτο στρατόπεδο το Μπαγιάμο ξεκίνησαν 28, ενώ η κύρια δύναμη της ομάδας 134 επαναστάτες- ανάμεσά τους και δύο γυναίκες -επιτέθηκε στο φρούριο Μονκάδα, δύναμης χιλίων ανδρών. Δυσανάλογα μικρές δυνάμεις, φτωχός εξοπλισμός και πλημμελής εκπαίδευση, αλλά από την άλλη ως αντιστάθμισμα υπήρχε το μεγάλο πλεονέκτημα του αιφνιδιασμού και το ακμαιότατο ηθικό τους.

Ίσως και να είχαν πετύχει το στόχο τους αν δεν έπαιζαν καθοριστικό ρόλο αστάθμητοι παράγοντες. Ένα όχημα που μετέφερε το βαρύ οπλισμό, μπλόκαρε ανάμεσα στο συγκεντρωμένο για το καρναβάλι πλήθος, και δεν έφτασε στην ώρα του. Κάποιοι άλλοι χάσανε το δρόμο, ενώ ένα αυτοκίνητο έμεινε στο δρόμο από λάστιχο!

Ραούλ Κάστρο και Καμίλο Σινφουέγος το 1959

Δύο τμήματα που είχαν αναλάβει την κατάληψη του Δικαστικού Μεγάρου και του δημοτικού νοσοκομείου, με αρχηγούς, τον αδελφό του Φιντέλ, Ραούλ και τον Αμπελ Σανταμαρία, αντίστοιχα, έφεραν σε πέρα την αποστολή τους με επιτυχία.
Η πρώτη ομάδα που εισέβαλε στο στρατόπεδο Μονκάδα αφού αφόπλισε τους φρουρούς, έπιασε κυριολεκτικά τους στρατιώτες στον ύπνο, αλλά γρήγορα αποκόπηκε από τους υπόλοιπους. «Είχαμε πετύχει τον απόλυτο αιφνιδιασμό» λέει ο Κάστρο μισό αιώνα μετά από εκείνη τη νύχτα «Τρία λεπτά αργότερα το Διοικητήριο και τα κυριότερα σημεία της εγκατάστασης θα βρισκόταν στα χέρια μας. Το πιστεύω ακράδαντα ακόμα και σήμερα».

Όμως μια έφιππη φρουρά που ήταν στο καρναβάλι έτυχε να επιστρέφει εκείνη την ώρα. Κάποιοι πυροβολισμοί έπεσαν νωρίτερα από ότι έπρεπε και ο συναγερμός χτύπησε. Το πλεονέκτημα του αιφνιδιασμού είχε πλέον χαθεί. Η μάχη αποδείχτηκε άνιση και δεν κράτησε περισσότερο από μια ώρα. Ο Κάστρο διέταξε υποχώρηση και κατάφερε να διαφύγει με μερικούς ακόμα σε κοντινό δάσος. Μια περίπολος της αγροφυλακής περικύκλωσε τους εξαντλημένους φυγάδες και τους συνέλαβε την 1η Αυγούστου, για να οδηγηθούν λίγο αργότερα σε δίκη. Ο Κάστρο ανέλαβε ο ίδιος την υπεράσπιση του και μετέτρεψε την απολογία του σε ένα δριμύ κατηγορώ κατά του καθεστώτος. Με την ευκολία των μεγάλων ανδρών να ξεστομίζουν φράσεις προορισμένες να μείνουν στην Ιστορία έκλεισε λέγοντας: « Καταδικάστε με. Η Ιστορία θα με δικαιώσει ».
Όπως κάθε επανάσταση, έτσι κι αυτή είχε υψηλό τίμημα σε αίμα. Ενώ στη διάρκεια της μάχης ελάχιστοι σκοτώθηκαν ή τραυματίστηκαν και από τις δύο πλευρές, τελικά περισσότεροι από τους μισούς εισβολείς, συνελήφθηκαν και εκτελέστηκαν τις επόμενες μέρες μετά από φρικτά βασανιστήρια που ξεπέρασαν κάθε προηγούμενο. Το εγχείρημα της 26ης Ιουλίου απέτυχε στρατιωτικά. Αποτέλεσε όμως μια αναπάντεχη πολιτική νίκη καθώς οι επιπτώσεις του ήταν πολύ σημαντικές. Τα ιδανικά που εμπνεύσανε τους νεαρούς επαναστάτες, το απαράμιλλο θάρρος τους , αλλά και η αγριότητα που επέδειξε το καθεστώς στην εξόντωσή τους, αφύπνισε την κοινή γνώμη και ξεσήκωσε αντίδραση στο καθεστώς Μπατίστα.

Η επίθεση στο φρούριο Μονκάδα ήταν η πρώτη πράξη της επανάστασης. Ακολούθησαν αρκετές ακόμα μέχρι να πέσει τελικά η αυλαία στην Αβάνα έξι χρόνια αργότερα. Ο Κάστρο πάντως ισχυρίζεται ότι η επανάσταση άρχισε με την πρώτη εξέγερση των Κουβανών για την ανεξαρτησία, στις 10 Οκτωβρίου του 1868 και «επεκτείνεται δια μέσου της Ιστορίας» (2).



Πανηγυρισμοί στην Αβάνα το 1959 κατά την είσοδο των επαναστατών

Οι φωτογραφίες: του Χοσέ Μαρτί από το βιβλίο (2), του Che από το βιβλίο The Motorcycle Diaries εδώ, ο χάρτης της επαρχίας Οριέντε από εδώ, Ραούλ - Φιντέλ και οι πανηγυρισμοί από το LIFE.




1. Hugh Thomas «The Cuban Revolution» Εκδόσεις Weidenfeld and Nicolson
2. Ιγνάσιο Ραμόνε, «Εκατό ώρες με τον Φιντέλ- βιογραφία σε δύο φωνές» Εκδόσεις Πατάκη.

Μουσική: Besame Mamma του Poncho Sanchez από το δίσκο Latin Soul του 1999

Κυριακή 26 Ιουλίου 2009

Movimiento 26 De Julio



Οι τρεις σκοποί της βάρδιας στο φυλάκιο της κεντρικής πύλης ήταν άκεφοι. Ο απόηχος της μουσικής δεν έφτανε μέχρι το στρατόπεδο, όμως ξέρανε ότι μερικά χιλιόμετρα μακριά, κάποιοι συνάδελφοι τους και αρκετοί αξιωματικοί διασκέδαζαν εκείνη την ώρα και θα επέστρεφαν το πρωί, μετά το ξέφρενο γλέντι του καρναβαλιού. Κάπνιζαν αμίλητοι όταν ξαφνικά άκουσαν μηχανές αυτοκινήτων. Ήταν πέντε και τέταρτο το πρωί. Μια αυτοκινητοπομπή πλησίαζε. Πήραν τα όπλα τους ανήσυχοι και στάθηκαν στη πύλη. Το πρώτο αυτοκίνητο σταμάτησε μπροστά τους με τους προβολείς αναμμένους. Οι φόβοι τους για νυχτερινή έφοδο επιβεβαιώθηκαν όταν πετάχτηκαν έξω έξι άγνωστοι άντρες με στρατιωτικές στολές, χωρίς διακριτικά. Ο πρώτος, τους πλησίασε βιαστικά και φώναξε αγριεμένος: « Στην άκρη να περάσει ο στρατηγός!». Δεν προλάβανε να παρουσιάσουν όπλα και βρέθηκαν αφοπλισμένοι στα χέρια των αγνώστων εισβολέων. Ακούστηκε ριπή αυτομάτου. Η επίθεση στο φρούριο Μονκάδα είχε αρχίσει. Ήταν ξημερώματα της 26ης Ιουλίου 1953. Η αυλαία της πρώτης πράξης της Κουβανικής Επανάστασης είχε ανοίξει σαν σήμερα, πριν από πενήντα έξι χρόνια. Ας πάρουμε όμως τα πράγματα από την αρχή, όσο κι αν αυτό μας ξεστρατίζει αρκετά.


« Είναι το ομορφότερο νησί που είδαν ποτέ ανθρώπινα μάτια!» είπε ο Χριστόφορος Κολόμβος στις 29 Οκτωβρίου του 1492, ημέρα που πρωτοαντίκρισε τα παράλια της Κούβας από την πλώρη της Σάντα Μαρία, της ναυαρχίδας του βασιλικού στόλου της Ισπανίας. Ο παράδεισος όμως πολύ σύντομα μετατράπηκε σε επίγεια κόλαση για τους ειρηνικούς αυτόχθονες. Οι κονκισταδόρες υπήρξαν ανελέητοι με αποτέλεσμα την πλήρη εξολόθρευσή τους. Η έλλειψη εργατικών χεριών-για τα ορυχεία χρυσού και τις φυτείες- αντιμετωπίστηκε με εισαγωγή σκλάβων από την Αφρική. Η ποσότητα των κοιτασμάτων όμως δεν ανταποκρίθηκε στις προσδοκίες του Ισπανικού θρόνου κι έτσι η Κούβα κατέληξε ενδιάμεσος σταθμός της αποικιοκρατικής δύναμης προς τις υπερπόντιες κτήσεις της στη Νότιο Αμερική.



Ιανουάριος του 1896 Κουβανοί μαχητές στη διάρκει του πολέμου της Ανεξαρτησίας

Η ισπανική κυριαρχία στο νησί διήρκησε τέσσερις αιώνες και σημαδεύτηκε από αιματηρές εξεγέρσεις κρεολών και μαύρων σκλάβων που ενωμένοι πολέμησαν τους κατακτητές, ακολουθώντας τον άνεμο ανεξαρτησίας που επικρατούσε σε όλη τη Λατινική Αμερική το 19ο αιώνα και έφερε τη σφραγίδα του Libertador του Σιμόν Μπολίβαρ. Το τέλος του Ισπανο –Αμερικανικού πολέμου το 1898, βρίσκει την Ισπανία αποδυναμωμένη και η Κούβα κατακτά την ανεξαρτησία της. Μια ανεξαρτησία που ουσιαστικά ακυρώνει το 1902 η περίφημη τροπολογία Πλατ που επιβάλλεται στο σύνταγμα της χώρας από τις Η.Π.Α . Καρπός του 7ου όρου της, η ναυτική βάση του Γκουαντανάμο. (Την τροπολογία Πλάτ που επέτρεπε στις ΗΠΑ να παρεμβαίνουν στην Κούβα, κατήργησε το 1934 η κυβέρνηση του Φ. Ρούσβελτ στα πλαίσια της πολιτικής της ‘καλής γειτονίας’.)

Τα πρώτα χρόνια του 20ου αιώνα με ραγδαίους ρυθμούς πραγματοποιείται η ‘εισβολή’ και η κυριαρχία των Η.Π.Α, τόσο στην οικονομία όσο και στη διακυβέρνηση της χώρας. Η διαφθορά βασιλεύει πίσω από την λαμπερή βιτρίνα των καζίνο, των μπαρ και των καμπαρέ.
Τον Ιανουάριου του 1934 ο αρχηγός του γενικού επιτελείου στρατού Φουλχένσιο Μπατίστα ανατρέπει τον Πρόεδρο Σαν Μαρτίν και για τα επόμενα 25 χρόνια κυριαρχεί στην πολιτική σκηνή της Αβάνας, είτε διορίζοντας προέδρους ανδρείκελα, είτε φροντίζοντας να εκλέγεται ο ίδιος πρόεδρος. Το Μαρτίο του 52, λίγο πριν από τις προεδρικές εκλογές στις οποίες ήταν υποψήφιος με ελάχιστες πιθανότητες να εκλεγεί, ο στρατηγός ανατρέπει τον πρόεδρο Κάρλος Πρίο Σοκάρρας και καταλαμβάνει την εξουσία.
Η πρώτη φωνή διαμαρτυρίας που ακούστηκε, τέσσερις μέρες μετά το πραξικόπημα και δέκα πριν την επίσημη αναγνώριση του καθεστώτος από τις Η.Π.Α ήταν ενός νεαρού δικηγόρου που άκουγε στο όνομα Φίντελ Κάστρο Ρουζ. Προσέφυγε στη Δικαιοσύνη ζητώντας να κηρυχθεί αντισυνταγματική η οικειοποίηση της εξουσίας από το στρατηγό. Το αίτημα φυσικά απορρίφθηκε.

Στο ερώτημα αν ο επαναστάτης γεννιέται ή γίνεται, η απάντηση στην περίπτωση του Κάστρο είναι μάλλον η πρώτη. Ήταν μόλις δεκατριών χρόνων όταν παρακινούσε τους εργάτες στη φυτεία του πατέρα του στο Μπριάν της επαρχίας Οριέντε, να κάνουν απεργία. (1) Ο ίδιος ωστόσο διατυπώνει αντίθετη άποψη: «Ο άνθρωπος δε γεννιέται επαναστάτης…εγώ έγινα…είχα αρκετούς λόγους για να γίνω.» (2)

Πρωτοετής στη Νομική σχολή του πανεπιστημίου της Αβάνας εκλέγεται εκπρόσωπος των φοιτητών. Την ίδια εποχή συμμετέχει στην αποτυχημένη προσπάθεια της Λεγεώνας της Καραϊβικής για την ανατροπή του Τρουχίλλο, δικτάτορα της γειτονικής Δομινικανής Δημοκρατίας. Τον Απρίλη του `48 είναι εκπρόσωπος του πανεπιστημίου της Αβάνας σε φοιτητικό συνέδριο στη Μπογκοτά της Κολομβίας, που θα γινόταν παράλληλα με το 9ο Παναμερικανικό Συνέδριο. Στις 9 Απριλίου ο Κάστρο επρόκειτο να συναντήσει τον αρχηγό του Φιλελεύθερου κόμματος της Κολομβίας, Χόρχε Ελιέσερ Γαϊτάν. Η συνάντηση αυτή  δεν πραγματοποιήθηκε ποτέ. Ο Γαϊτάν δολοφονήθηκε λίγο πριν και αμέσως ξέσπασαν ανεξέλεγκτες ταραχές στη Μπογκοτά. Ο Γκαρσία Μάρκες βρισκόταν πολύ κοντά στο σημείο της δολοφονίας. Έντεκα χρόνια αργότερα, γνώρισε τον Κάστρο την ημέρα που έμπαινε θριαμβευτής στην Αβάνα. Στο Vivir para contrala ο συγγραφέας αναφέρει: « Στις μακρές συζητήσεις μας η 9η Απριλίου ήταν ένα επαναλαμβανόμενο θέμα που ο Φίντελ ποτέ δεν σταμάτησε να αναφέρει ως ένα από τα αποφασιστικά δράματα της διαμόρφωσης του χαρακτήρα του.» (3)



Η συνέχεια: Η αυγή της επανάστασης
Δευτέρα πρωί - πρωί.



1. Hugh Thomas «The Cuban Revolution» Εκδόσεις Weidenfeld and Nicolson
2. Ιγνάσιο Ραμόνε, «Εκατό ώρες με τον Φιντέλ- βιογραφία σε δύο φωνές» Εκδόσεις Πατάκη.
3. Γκαμπριέλ Γκαρθία Μάρκες, «Ζω για να τη διηγούμαι», Εκδόσεις Λιβάνη

Η πρώτη εικόνα από εδώ , του Μπατίστα από το LIFE , οι άλλες από το βιβλίο 2.

Μουσική: Afro Blue του σπουδαίου Κουβανού συνθέτη Ramón "Mongo" Santamaría σε μια από τις καλύτερες εκτελέσεις του από τον συνθέτη και σαξοφωνίστα Momo Wandel Soumah από τη Γουινέα . (Εδώ το Afro Blue από το κουαρτέτο του John Coltrane)

Επειδή ένας τσαλαπετεινός δε φέρνει την επανάσταση...

Παρασκευή 13 Φεβρουαρίου 2009

Παρελθόν χαμένο στην ομίχλη

Τριγυρίζω στην Αβάνα τρεις νύχτες στη σειρά. Στην Αβάνα που λαχταρούσα να γνωρίσω από την εποχή του Buena Vista Social Club - όπως οι περισσότεροι άλλωστε– αλλά έχασα, γιατί στο μικρό Δαναό μέσα στα σκοτάδια της αίθουσας έβαλα βαρύ όρο στο ταξίδι: «Θα πάω μόνο αν…». Όσο κι αν προσπάθησα- και προσπάθησα πολύ- δεν πέτυχα το ανέφικτο. Τηρώντας τους όρους αυτής της σιωπηλής, χωρίς μάρτυρες συμφωνίας με τον εαυτό μου, κατέθεσα τα όπλα και απέθεσα ευλαβικά την Αβάνα δίπλα στην Καμπούλ, στον ευτραφή φάκελο των ανεκπλήρωτων.


Τριγυρίζω στην Αβάνα τρεις νύχτες τώρα με το Μάριο Κόντε τον ήρωα του Λεονάρδο Παδούρα. Στο εξώφυλλο του βιβλίου, κάτω από τον τίτλο, Παρελθόν χαμένο στην ομίχλη, αναγράφεται με μικρότερα στοιχεία: Αστυνομικό Μυθιστόρημα. Με ελάχιστες εξαιρέσεις, από την εφηβεία είχα να πιάσω στα χέρια μου αστυνομικό μυθιστόρημα διατηρώντας μια κάπως υποτιμητική στάση απέναντι στο συγκεκριμένο το είδος. Παρασύρθηκα όμως – με τρόπο αντίστροφο από ότι συνήθως συμβαίνει- από τον ίδιο το συγγραφέα που ήρθε στην Ελλάδα για την παρουσίαση του βιβλίου του – του δεύτερου -που κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Καστανιώτη.




Ο Λεονάρδο Παδούρα είναι μια άκρως γοητευτική προσωπικότητα, όπως άλλωστε κι ο Μάριο Κόντε ο ήρωάς του, με τον οποίον μοιράζονται τόσα κοινά στοιχεία όσα τα δίδυμα αδέλφια. Γεννήθηκαν και οι δύο στην Αβάνα. Ο συγγραφέας τον Οκτώβριο του 1955, επί Μπατίστα. Τρείς μήνες πριν, στο Μεξικό είχε πραγματοποιηθεί η πρώτη και ιστορική όπως απέδειξε η συνέχεια, συνάντηση του εξόριστου Φιντέλ Κάστρο με τον Ερνέστο Γκεβάρα.


Η σύλληψη του ήρωα έγινε στη διάρκεια της μεγάλης οικονομικής κρίσης που βίωσε η Κούβα στη δεκαετία του `90. Μια ζοφερή περίοδος που «όχι απλώς δεν τυπωνόταν βιβλία λόγω έλλειψης χαρτιού, αλλά καθημερινά όλοι αντιμετώπιζαν τρία βασικά προβλήματα: πώς θα εξασφαλίσουν το πρωινό, το μεσημεριανό και το βραδινό τους φαγητό». Πολλοί θα εγκαταλείψουν το νησί, ανάμεσά τους αρκετοί καλλιτέχνες· όμως για τον Παδούρα δεν τίθεται καν το ζήτημα. Είναι η περίοδος που εργάζεται περισσότερο από ποτέ και συνειδητοποιεί ότι ανήκει εκεί, σε αυτή τη πόλη. Αυτή η έντονη σχέση του συγγραφέα με την Αβάνα μεταγγίζεται με ένα φυσικό τρόπο στο χαρακτήρα που είναι στα σπάργανα κι έτσι ο ήρωας δένεται όπως ο δημιουργός του άρρηκτα μαζί της.


Η Αβάνα δεν αποτελεί απλώς το σκηνικό χώρο της δράσης αλλά αποκτά σημαίνοντα ρόλο καθώς ο ήρωας κινείται από τις από «τις πρώην αριστοκρατικές συνοικίες» του Βεδάδο και του Μιραμάρ μέχρι τις πιο σκοτεινές και επικίνδυνες γωνιές της. Κινείται και αφουγκράζεται. Βιώνει το αστικό τοπίο από τις πιο ασήμαντες λεπτομέρειές του ως το σύνολο, που ενίοτε τον ξαφνιάζει, όταν χάνει το σφυγμό της μια που η πόλη σα ζωντανός οργανισμός αναπνέει και μεταλλάσσεται διαρκώς. Παρά την αγάπη- και ίσως εξ αιτίας της -στέκεται κριτικά απέναντί της: αναγνωρίζει και περιγράφει με σκληρότητα τις φθορές και τις πληγές της και μέσα από αυτές τελικά ανακαλύπτει τις δικές του φθορές, τις ταλαντεύσεις και τα αδιέξοδα.


Οι διαδρομές του όμως δεν περιορίζονται στο χώρο. Με την ίδια εμμονή κινείται και στον χρόνο. Ουσιαστικά ζει στο ενδιάμεσο ‘κενό’ παρόντος και παρελθόντος, που του επιτρέπει να καταφεύγει με άνεση στο πρόσφατο παρελθόν που ο ίδιος έχει βιώσει, στη άκρως γοητευτική και συνάμα αμαρτωλή προεπαναστατική περίοδο, αλλά και στα πιο παλιά, μέσα από σποραδικές αναφορές στις μυθικές μορφές από την τόσο πλούσια σε εξεγέρσεις Ιστορία της Κούβας.


Ο Μάριο Κόντε είναι ένας 48χρονος πρώην αστυνομικός που ζει τα τελευταία χρόνια από το εμπόριο παλιών βιβλίων. Λόγω ιδιοσυγκρασίας, παραιτήθηκε από την πρώτη επαγγελματική του δραστηριότητα και περιόρισε τη δεύτερη μόνο στην ανεύρεση βιβλίων καθώς «η πράξη της πώλησης κατέτρωγε τα λείψανα της ρημαγμένης του περηφάνιας…»Ένα τυχαίο γεγονός θα αποτελέσει την κινητήρια δύναμη του μυθιστορήματος και που θα τον ρίξει με μανία στο κυνήγι της χίμαιρας: της αναζήτηση της Βιολέτας δελ Ρίο. Μιας εικοσάχρονης καλλονής, τραγουδίστριας των μπολέρο που έγινε η Κυρία της Νύχτας στην Αβάνα του `58, για να εξαφανιστεί ανεξήγητα σα διάττοντας στην καλύτερη στιγμή μιας πολλά υποσχόμενης καριέρας . Πρώτα η εικόνα της, σε μια σελίδα παλιού περιοδικού κι ύστερα η φωνή της σε ένα σαρανταπεντάρι, ασκούν στο Κόντε την ίδια γοητεία που σκόρπισε όταν τη φώτιζαν οι προβολείς της σκηνής του Λας Βέγκας και του Παριζιέν.


Όμως αυτό που παρασύρει τον ήρωα στην αναζήτηση της Βιολέτα δελ Ρίο, 42 χρόνια μετά την εξαφάνισή της, δεν είναι το μικρόβιο του αστυνομικού αλλά μια βαθύτερη ανάγκη του που αποτελεί κυρίαρχο συστατικό του χαρακτήρα που μάλλον κληρονόμησε από τον γεννήτορά του. Μιας ανάγκης που ομολόγησε ότι έχει από τα εφηβικά του χρόνια ο ίδιος ο συγγραφέας. Στη Κούβα, στο πρώτο προπανεπιστημιακό έτος- αντίστοιχο με το δικό μας λύκειο-μοιράζονται στους μαθητές φυλλάδια με αποσπάσματα από διάφορα έργα ανάμεσα στα οποία περιλαμβάνονται 3-4 ραψωδίες από τα έπη του Ομήρου. Ο έφηβος Λεονάρδο Παδούρα γοητευμένος από τους ήρωες, δεν αρκέστηκε στα σχολικά φυλλάδια αλλά μελέτησε ολόκληρη την Ιλιάδα και την Οδύσσεια και στη συνέχεια η περιέργεια για την κατάληξη των ηρώων τον οδήγησε μέχρι την Αινειάδα του Βιργίλιου…



Ο Leonardo Padura ενστικτωδώς στοχεύει και ετοιμάζεται να πυροβολήσει τον Τσαλαπετεινό, με τη συναίνεση του πρέσβη της Κούβας στην Ελλάδα, Hermes Herrera Henandez.

Επί του πιεστηρίου: Αναχωρεί σήμερα από την Αβάνα η πρόεδρος της Χιλής Μισέλ Μπατσελέτ μετά την ολοκλήρωση της τετραήμερης επίσημης επίσκεψης -της πρώτης που πραγματοποιεί ηγέτης της Χιλής στην Κούβα μετά από 37 χρόνια.