Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα επανάσταση. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα επανάσταση. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 21 Αυγούστου 2014

Τα δύο άλφα, ο Ρήγας και ο Τσε


"...αλλά τότε μας έτυχε σοβαρή αβαρία και έτσι μείναμε σχεδόν δύο μήνες στην Αβάνα για επισκευές. Όλη μέρα στις μηχανές, φούρνος το μηχανοστάσιο, μες τα γράσα και τη μουτζούρα, αλλά τα βράδια που βγαίναμε ήταν δύο Α. Ξέρεις, τα δύο άλφα τα καλύτερα: Alegria κι amor. Και να είναι δεκαετία του `60 και να είσαι είκοσι χρονών...

Ούτε δίωρη η διαδρομή με το λεωφορείο, αλλά ανιαρή του θανάτου. Μού έτυχε όμως λαχείο σωστό: στη στεριά θαλασσοδαρμένος, κι έτσι με τις ιστορίες του οι ρόδες, θαρρείς και κατάπιναν τα χιλιόμετρα στην άσφαλτο. Εξηνταπεντάρης, πρώην μηχανικός στα καράβια, με μουστάκι, ευτραφής, όπως ακριβώς κι η ηλικιωμένη -χωρίς όμως μουστάκι- στα διπλανά καθίσματα, που είχε από την αρχή στήσει αυτί στην κουβέντα μας.

Εκείνος βέβαια μιλούσε περισσότερο. Τί να έλεγα κι εγώ, με το ένα και μοναδικό ταξίδι στην λατινική Αμερική που μάλιστα δεν περιλάμβανε Κούβα; Αλλά λίγο με τη λογοτεχνία, την ιστορία, τις ταινίες και τη μουσική της, τον κούρδιζα όσο μπορούσα για να μη σταματήσει πριν τον προορισμό μας. Κι είχε ο συνεπιβάτης μου υλικό μιας ζωής ικανό να γεμίσει όχι τη δίωρη διαδρομή μας, μα ταξίδι από Cartagena μέχρι Mar del Plata και πίσω, ένα γύρο τη Λατινική Αμερική, με σκάλα στο Valparaiso.

Έτσι όπως είχε πάρει είδηση τη διπλανή μας να κρυφακούει, τις πιπεράτες ιστορίες του -που ήταν κι οι πιο πολλές- τις διηγούνταν χαμηλόφωνα και χαιρόταν να τη βλέπει να αλλάζει θέση, να γέρνει προς το μέρος μας και να τεντώνει σώμα κι αυτιά, για να ακούσει. Και τα κατάφερνε μια χαρά, γιατί, με την άκρη του ματιού, την έβλεπα να κρυφοχαμογελάει πονηρά και μια φορά να κοκκινίζει. Τις άλλες, τις πιο ανώδυνες ιστορίες, ο συνταξιούχος ναυτικός τις έλεγε δυνατά- μέχρι κι ο οδηγός, μπροστά μπορεί να τις άκουγε.

...είχαμε βρει που λες, ένα μπαρ κοντά στην Plaza de la Revolución και πηγαίναμε κάθε βράδυ. Ούτε για τα ποτά, ούτε για τη μουσική είχαμε κολλήσει εκεί· για να κερνάμε τον Ernesto πηγαίναμε. Το πρώτο βράδυ, δεν είχαμε προλάβει να καθίσουμε, έρχεται ένας Κουβάνος, στέκεται μπροστά στο τραπέζι μας, σοβαρός-σοβαρός, καθαρίζει λίγο την φωνή του και αρχίζει να απαγγέλει δυνατά στα ελληνικά:

Ως πότε παλικάριαθα ζούμε στα στενά,
μονάχοι σα λιοντάρια, στες ράχες στα βουνά;
Καλύτερα μιας ώρας ελεύθερη ζωή,
παρά σαράντα χρόνια σκλαβιά και φυλακή.

Έγινε χαμός, τον χειροκροτήσαμε και τον ρωτήσαμε τί ήθελε να τον κεράσουμε. Una cervezita fria” ζήτησε και ήρθε αμέσως σε μεγάλο ποτήρι. Κάθισε στην παρέα μας, μα γρήγορα καταλάβαμε ότι το μόνο που ήξερε στα ελληνικά ήταν αυτοί οι στίχοι του Φεραίου. Κάποιος, -προφανώς ναυτικός- πριν από μας τού το είχε μάθει κι αυτός όταν έβρισκε ελληνικό πλήρωμα έσπευδε να απαγγείλει. Έτσι έβγαζε τις μπύρες του. Δυο μήνες εκεί, ο Ernesto, κάθε βράδυ ζητούσε στα ελληνικά ελεύθερη ζωή κι εμείς τον δροσίζαμε με παγωμένες μπύρες.”

Μετά τις “παγωμένες μπύρες” ο ναυτικός σταμάτησε. Γύρισε προς το παράθυρο του λεωφορείου και το βλέμμα του χάθηκε στα θερισμένα χωράφια του κάμπου· μια θάλασσα κι αυτός, κίτρινη, ανταριασμένη από λίβα, απλώνονταν όσο έβλεπε το μάτι. Η ηλικιωμένη δίπλα ανακάθισε κι έπειτα γύρισε τάχα τυχαία προς το μέρος μας. Με κοίταξε με ένα τρόπο που ήταν σαν να μού έλεγε: “Τί περμένεις; Κούρδισέ τον!”

Αρπάχτηκα από το όνομα του διψασμένου Κουβάνου και την πλατεία που είχε αναφέρει λίγο πριν ο ναυτικός. “Στην Plaza de la Revolución δεν είναι ένα κτίριο που στην όψη του υπάρχει ένα τεράστιο πορτραίτο του Τσε;” ρώτησα, αλλά πριν προλάβει ο ναυτικός να απαντήσει, η ηλικιωμένη, που φαίνεται ότι δεν άντεχε άλλο απλώς να κρυφακούει κι ήθελε να μπει κι αυτή στην κουβέντα, ρώτησε με αναπάντεχο για την ηλικία της νάζι: “Ποιός είναι ο Τσε;”

Σειρά σου!” μού είπε ο ναυτικός ξεκαρδισμένος στα γέλια από την αφοπλιστική αφέλεια της ηλικιωμένης. Μπορούσα κάλλιστα να πω μια κουβέντα μόνο -“ο Ερνέστο Γκεβάρα ήταν επαναστάτης”- και να ξεμπερδεύω, άλλα υποψιάστηκα ότι η εξοργιστική της άγνοια ήταν μάλλον αποτέλεσμα πολιτικής τοποθέτησης· η ναζιάρα ηλικιωμένη πρέπει να αγνοούσε τον Τσε είτε γιατί δεν είχε  καμία σχέση με την πολιτική είτε γιατί ανήκε ιδεολογικά στο “άλλο στρατόπεδο”.

Μπήκα στον πειρασμό να μιλήσω αναλυτικά για τον Τσε Γκεβάρα, να τονίσω όλα αυτά τα στοιχεία που θα την έκαναν να τον συμπαθήσει, -ει δυνατόν να τον λατρέψει, λέγοντάς της πόσο ωραίος άντρας ήταν- πριν καταλήξω στην ουσία: την επανάσταση. Έτσι άρχισα να διηγούμαι την ιστορία του Τσε από την αρχή: μίλησα για τη γέννησή του στο Μπουένος Άιρες, την οικογένειά του, τις σπουδές του στην ιατρική σχολή, τα ταξίδια του με μοτοσυκλέτα κατά μήκος της ηπείρου, στη διάρκεια των οποίων διαπίστωσε ιδίοις όμμασι την κατάσταση στην Λατινική Αμερική.

Οι δύο ακροατές μου φάνηκαν να ενδιαφέρονται. Ο ναυτικός πότε- πότε κουνούσε επιδοκιμαστικά το κεφάλι του λέγοντας: "σπουδαίος άντρας" ή "μεγάλη μορφή" . Αλλά κι εκείνη δεν πήγαινε πίσω· φαινόταν να κρέμεται από τα χείλη μου. Συνέχιζα ακάθεκτος τη διάλεξη, μέχρι τη στιγμή που ανέφερα: “...τέτοιες μέρες, καλοκαίρι του `55 ο Τσε, συνάντησε στο Μεξικό τον Φίντελ Κάστρο και...” . “Δε μού λες;” με διέκοψε η ηλικιωμένη εμφανώς εκνευρισμένη. “Ήταν κομμουνιστής;” Αιφνιδιάστηκα για τα καλά κι αφού το σκέφτηκα για λίγο και ζύγισα την κατάσταση, ξεστόμισα ένα διστακτικό “Ναι”. Τότε εκείνη είπε θριαμβευτικά: “Μα για αυτό δεν τον ξέρω!”

Ακολούθησε μια αμήχανη παύση. Κάτι πήγα να πω, αλλά ο ναυτικός μού έκανε νόημα να μη συνεχίσω. Η ηλικιωμένη  μετακινήθηκε στην θέση δίπλα στο παράθυρο. Κοίταξε για λίγο έξω κι έπειτα, έβγαλε από την τσάντα της ένα περιοδικό με σταυρόλεξα κι ένα μολύβι. Μέχρι το τέλος της διαδρομής δεν ασχολήθηκε καθόλου μαζί μας και δεν άκουσε ούτε λέξη από την επόμενη ιστορία που ο ναυτικός μού διηγήθηκε σχεδόν ψιθυριστά.



*Αν και έχω φωτογραφίες του ναυτικού και της ηλικιωμένης, προτιμώ να αφήσω την ιστορία χωρίς εικονογράφηση. 









Τετάρτη 15 Ιουνίου 2011

Η πρεμιέρα της πλατείας



Στην Αμαλίας το πλήθος είναι αδιαπέραστο και πάλλεται σαν ένα σώμα. Μουσκεύεις στην προσπάθεια να προχωρήσεις· σε κάθε βήμα στον δικό σου ιδρώτα προστίθεται και ο ιδρώτας των άλλων. Στο κάτω μέρος της πλατείας η συνέλευση έχει αρχίσει, ενώ στο πάνω, συνθήματα, παλάμες με ένταση σε έκταση και λέιζερ στοχεύουν τα κλειστά παράθυρα της Βουλής. Κοιτάζω αφηρημένος τα πράσινα σχέδια που χορεύουν στο ρυθμό των συνθημάτων, τις σημαίες που ανεμίζουν στη νύχτα. Με ένα περίεργο τρόπο, ξαφνικά, οι εξωτερικοί ήχοι σιγούν και δύο ξέμπαρκες λέξεις “...έδραμε λυσίκομος...” (1) ξεπηδούν από το πουθενά. Η εικόνα σταδιακά θολώνει και...

...μια αλαφιασμένη γυναικεία φιγούρα με μακρύ άσπρο νυχτικό, τα μαλλια λυτά, ίσως ξυπόλυτη, διασχίζει σχεδόν τρέχοντας σκοτεινούς διαδρόμους και φτάνει σε μια μεγάλη φωτισμένη αίθουσα όπου ένας άντρας “κάτωχρος εξ οργής συνδιασκέπτετο μετά των υπασπιστών και των αυλικών” (1). Απ` έξω ηχούν φωνές όλο και πιο δυνατές, όλο και πιο αποφασιστικές, συντονισμένες σε ένα και μοναδικό, αδιαπραγμάτευτο σύνθημα: “Ζήτω το Σύνταγμα”.

Θες ο χώρος, θες το πλήθος, θες ο συνδυασμός τους, από το καλοκαίρι του 2011 ἔδραμον κι εγώ στο φθινόπωρο του 1843, λυσίπνοος από το άλμα 168 χρόνων και η ξέχειλη πλατεία Συντάγματος έγινε ξαφνικά η “απομακρυσμένη” από το ζωτικό κέντρο της νεαρής πρωτεύουσας, “πλατεία Ανακτόρων ή Παλατίου που το 1845 ακόμα χαρακτηρίζεται σαν open space...”(2)

Η χωροθέτηση των ανακτόρων άλλαξε στίγμα αρκετές φορές(3) όμως “ τελικώς επικράτησε η γνώμη του Βαυαρού Gärtner να τοποθετηθούν στην ανατολική πλευρά της πόλεως, εις τον άξονα της οδού Ερμού, όπου πράγματι ανηγέρθησαν κατόπιν τροποποιήσεως του σχεδίου της πόλεως δια της δημιουργίας της σημερινής πλατείας Συντάγματος και της χαράξεως της λεωφόρου Αμαλίας(4)

Η Αμαλίας αδιαπέραστη, δονείται.
Τώρα και τότε. Τώρα για μέρες στη σειρά, τότε για μια νύχτα. Τη νύχτα που ξημέρωνε η 3η Σεπτεμβρίου του 1843. Κοινά σημεία, ο χώρος, το πλήθος και η αγανάκτηση. Και μια ανατριχιαστική “λεπτομέρεια”: “η εξέγερση ξέσπασε στην Αθήνα τη μέρα της επικύρωσης της οικονομικής σύμβασης του Λονδίνου, που εκχωρούσε όλους τους πόρους της Ελλάδας στην εξυπηρέτηση του δανείου.”(5) Το καλοκαίρι του 1843 ο Όθωνας είχε κηρύξει επίσημα πτώχευση -τη δεύτερη στην ιστορία του Ελληνικού κράτους- εκλιπαρώντας τις προστάτιδες δυνάμεις για πίστωση.

Μίαν ἡμέρα τὸν Ἄγουστον μήνα τὰ 1843” εξιστορεί ο πρωτεργάτης της εξέγερσης, στρατηγός Μακρυγιάννης “ἀνταμώνω τὸν Καλλέργη εἰς τὸ παζάρι, τοῦ λέγω· Καϊμένε Καλλέργη, σὲ τόσους ἀγῶνες τῆς πατρίδας κιντυνέψαμεν καὶ ἤμαστε ὡς ἀδελφοί· τώρα οὔτε μὲ γνωρίζεις, οὔτε σὲ γνωρίζω. Ἐπιθυμοῦσα ν᾿ ἀνταμωθοῦμεν μίαν ἡμέρα. Μοῦ λέγει, τὸ δείλι ἔρχομαι εἰς τὸ σπίτι σου κι᾿ ἀνταμωνόμαστε. Σηκώθη καὶ ἦρθε. Μπήκαμεν εἰς ὁμιλία διὰ τὰ δεινά της πατρίδας...(6) Την προσέγγιση του συνταγματάρχη του ιππικού Δημήτριου Καλλέργη, στρατιωτικού διοικητή της Αθήνας που τέθηκε άξιος επικεφαλής των επαναστατών ακολούθησαν κι άλλες τόσο στρατιωτικών και παραγκωνισμένων οπλαρχηγών της Επανάστασης του `21 όσο και πολιτικών με σημαντικότερους τους Α. Μεταξά και Α. Λόντο αρχηγών του ρωσικού και αγγλικού κόμματος αντίστοιχα.

Τα “δεινά” που αναφέρει ο Μακρυγιάννης συνόψιζαν τη δραματική κατάσταση στην οποία είχει περιέλθει ο τόπος. Τα αιτήματα της εξέγερσης που σχεδιάζονταν να εκδηλωθεί με πολιορκία των Ανακτόρων ανήμερα της εθνικής επετείου της 25ης Μαρτίου την επόμενη χρονιά, ήταν η παραχώρηση συντάγματος και η εκδίωξη των Βαυαρών. Παρά την άκρα μυστικότητα της προσέγγισης νέων μελών, διέρρευσαν πληροφορίες για το κίνημα -η κυβέρνηση και ο Όθωνας δεν είχαν προλάβει να λάβουν τα απαραίτητα μέτρα για την αποτροπή του- οπότε αποφασίστηκε η επίσπευση της εκδήλωσής του.

Το βράδυ της 2ας Σεπτεμβρίου, ο Καλλέργης πήγε στο θέατρο ώστε να παραπλανήσει κατασκόπους που τυχόν τον παρακολουθούσαν, στη συνέχεια επισκέφτηκε τον Μακρυγιάννη στο σπίτι του -όπου μόλις είχαν αρχίσει να συγκεντρώνονται άτακτοι στρατιώτες και πολίτες- και αμέσως μετά κατευθύνθηκε στο στρατώνα του πεζικού.

Η πόλις άπασα ήτο ήρεμος, εφαίνετο κοιμωμένη και μόνο πυκναί περιπολίαι χωροφυλάκων διήρχοντο τας ερήμους οδούς.(1) Κάποια από αυτές τις περιπολίες παρατήρησε την συνεχιζόμενη προσέλευση στο σπίτι του Μακρυγιάννη και το περικύκλωσε. Ο Καλλέργης που το πληροφορήθηκε και αποφάσισε να δράσει τάχιστα. Μίλησε στη φρουρά “εξορκίζων αυτήν να συνδράμη το Έθνος, ίνα απαλλαγή της καταστάσεως εις ην έριψεν αυτό η απολυτοφροσύνη του βασιλέως και η επικρατούσα ξενοκρατία(1) και υψώνοντας το ξίφος του φώναξε πρώτος: “Ζήτω το Σύνταγμα”. Αμέσως μετά διέταξε έναν λόχο ακροβολιστών να διαλύσει την πολιορκία στο σπίτι του Μακρυγιάννη και μερικούς άλλους άντρες να ανοίξουν τις φυλακές του Μεντρεσέ. 'Εστειλε επίσης αποσπάσματα να καταλάβουν το  νομισματοκοπείο, την Εθνική Τράπεζα, το Δημόσιο Ταμείο και τα υπουργεία. 
Στη μια ακριβώς την νύχτα, μετά το σύνθημα που ήταν δύο πυροβολισμοί στον αέρα, ο Καλλέργης ξεκίνησε με 2.000 στρατιώτες προς τα ανάκτορα. Οι ζητωκραυγές, οι μουσικές και τα συνθήματα των στρατιωτών καθ` οδόν, ξυπνούσαν τους πολίτες οι οποίοι μετά από λίγο ακολουθούσαν τον στρατό.

Οι ζητωκραυγές ξύπνησαν όμως και τη βασίλισσα Αμαλία η οποία σε επιστολή (7) προς τον πατέρα της περιγράφει τη νύχτα της εξέγερσης: “Σιγά σιγά άρχισαν να πέφτουν συνθηματικοί πυροβολισμοί... Φωτιές ήταν αναμμένες στα βουνά και ένα φοβερό βουητό ακουγόταν από την πόλη... Τρομερή ήταν η στιγμή που τα στρατεύματα πλησίασαν. Ιππικό, τάγματα ακροβολιστών και πεζικό πλησίασαν όλοι και φώναζαν με φοβερά ουρλιαχτά 'ζήτω το Σύνταγμα'. Ηταν μία και μισή.”

Εκείνη την ώρα με εντολή του βασιλιά βγήκαν από τα ανάκτορα για διαπραγματεύσεις με τους στασιαστές, ο υπασπιστής του Όθωνα Γ. Γαρδικιώτης και ο υπουργός των στρατιωτικών Α. Βλαχόπουλο, οι οποίοι με διαταγή που Καλλέργη συνελήφθησαν αμέσως. Στο μεταξύ -με ένα νεκρό χωροφύλακα από τη συμπλοκή- είχε λυθεί η πολιορκία στο σπίτι του Μακρυγιάννη· Εὐτὺς κι᾿ ἐγὼ ἄφησα τὴν ἀναγκαία φρουρὰ καὶ πῆγα κι᾿ ἐγώ. Βγαίνοντας ἔξω μ᾿ ἀκολούθησαν ὅλοι οἱ πολίτες. Ἦρθαν κι᾿ ἀπὸ τὰ χωριά, ὁποῦ τοὺς εἶχα παραγγείλη. Καὶ μᾶς πῆραν εἰς τὰ χέρια ὅλους ὁ λαός. Χάλευαν νὰ μποῦνε ἀπὸ τὰ παλεθύρια εἰς τὸ Παλάτι. Τότε τοὺς μίλησα νά ῾χουν τὴν μεγαλύτερη ἀρετὴ καὶ πατριωτισμόν"(6)
-Μεγαλειότατε, ευδοκήσατε να ικανοποιήσετε την αίτησιν 
του στρατού και του λαού, ομογνωμόνως ζητούντων Σύνταγμα.
Ο Όθωνας, φοβούμενος για τα χειρότερα, “απέστειλε εκ της οπισθίας θύρας των ανακτόρων” τον Στάινστορφ, τον διαγγελέα του, να διατάξει τον λοχαγό του πυροβολικού Σχινά να φέρει τα πυροβόλα, όμως ο Σχινάς συντάχθηκε με τους επαναστάτες, ενώ στρατιωτικό τμήμα κατ` εντολή του Καλλέργη εξανάγκαζε σε υποχώρηση ομάδα ιππέων της χωροφυλακής που είχε αποκλείσει την οδό Ερμού εμποδίζοντας τη διέλευση του πλήθους που ανηφόριζε για τα ανάκτορα. Πλήθος “όπερ το κατ` αρχάς μεν φόβω συσχεθέν έμενε απαθές, είτα δε, εγκαρδιωθέν υπό των ανδρείων Κρητών οπλαρχηγών και πολεμιστών της τελευταίας ατυχούς επαναστάσεως, εζητωκραύγαζε: Ζήτω το Σύνταγμα! Ζήτω ή Κρήτη! Και πάντες ησπάζοντο αλλήλους δακρύοντες.”(1)

Στις 3 τα ξημερώματα διέσχισαν στην πλατεία των ανακτόρων επευφημούμενοι από τον στρατό οι πολιτικοί αποστάτες, μέλη του Συμβουλίου Επικρατείας Α.Μεταξάς, Α. Λόντος, Κ. Ζωγράφος και Ρ. Τσωρτς και μετά από σύντομη συνεδρίαση με τους υπόλοιπους συμβούλους που κλήθηκαν εσπευσμένα επικύρωσαν τις επαναστατικές πράξεις. Το συμβούλιο αναγνώρισε το κίνημα, καθόρισε την σύγκληση Εθνοσυνέλευσης και διόρισε επιτροπή η οποία αμέσως μετά παρουσίαζε τις αποφάσεις του στον Βασιλιά.
λαϊκή ζωγραφιά της επανάστασης του 1843  (2)
Δώδεκα ώρες αργότερα, στις 3 το μεσημέρι της 3ης Σεπτεμβρίου του 1843, το συγκεντρωμένο πλήθος και ο στρατός άφηνε την πλατεία. Η μακρά εκείνη νύχτα επέβαλε τη μεταβολή της απόλυτης σε συνταγματική μοναρχία· το πρώτο μικρό βήμα προς τη Δημοκρατία. Το μοναδικό σύνθημα της εξέγερσης δικαίως αντικατέστησε το όνομα της πλατείας. Ο Όθωνας είχε τελικά υποκύψει. Το πρώτο διάταγμα που υπέγραψε όριζε ότι σε τριάντα το πολύ ημέρες θα καλούσε Εθνική Συνέλευση “δια να συντάξει μετ` αυτής το Σύνταγμα”. Το δεύτερο ήταν ο διορισμός των νέων υπουργών της κυβέρνησης που προεχόταν από όλα τα κόμματα. Υπέγραψε επίσης διάταγμα για την απομάκρυνση των ξένων που υπηρετούσαν στις κρατικές υπηρεσίες.



Σε αυτό το σημείο κανονικά θα υπήρχε ένας σοβαρός επίλογος, αντάξιος ενός ποστ με ετικέτα "ιστορία" όμως η ώρα πέρασε και πρέπει σιγά σιγά να ετοιμάζομαι για το Σύνταγμα. Σήμερα νομίζω ότι θα είναι μαζί μας στις πλατείες ομογνωμόνως” ο Μακρυγιάννης, ο Καλλέργης, ο Σχινάς κι όλοι οι άλλοι που που έκαναν τότε το πρώτο βήμα για τη Δημοκρατία, στη μεγάλη πρεμιέρα της πλατείας. 



Σημειώσεις - βιβλιογραφία.

1.Από την περιγραφή των γεγονότων της νύχτας 2 προς 3 Σεπτεμβρίου 1843 των ιστορικών Κυριακίδη και Ευαγγελίδη, που περιλαμβάνεται στην Ιστορία της Νεώτερης Ελλάδας του Τάσου Βουρνά, Εκδόσεις Αδελφών Τολίδη (σελ 278-282)
2.Ματούλα Χ. Σκαλτσά, Κοινωνική ζωή και δημόσιοι χώροι κοινωνικών συναθροίσεων στην Αθήνα του 19ου αιώνα, Θεσσαλονίκη 1983 (σελ 195)

3. Tο αρχικό σχέδιο των Κλεάνθη και Schaubert τα τοποθετούσε στην πλατεία Ομονοίας, του Klenze στον Κεραμεικό, ενώ o Schinkel πρότεινε να χτιστούν πάνω στον ιερό βράχο της Ακρόπολης!
4. Ι Τραυλού, Πολεοδομική εξέλιξις των Αθηνών, εκδόσεις ΚΑΠΟΝ Αθήνα 1993 (σελ 241)
5. Ν. Σβορώνος, Επισκόπηση της νεοελληνικής ιστορίας, Θεμέλιο, Αθήνα, 1986
6. Μακρυγιάννη, Απομνημονεύματα, εκδόσεις Α. Καραβία
7. Ανέκδοτες επιστολές της βασίλισσας Αμαλίας στον πατέρα της 1836-1853, επιμέλεια Μπουσέ Βάνα, Μουσέ Μιχαελ εκδ. Εστία 2011
8. Κώστα Η. Μπίρη, Αι Αθήναι, εκδ. ΜΕΛΙΣΣΑ, Αθήνα 1996 (η δεύτερη και η τέταρτη εικόνα)


η παραπάνω ανάρτηση είναι η συμμετοχή του τσαλαπετεινού, στο δια-ιστολογικό αφιέρωμα με θέμα Η δημοκρατία στις πλατείεςστο οποίο οι εμπνευστές Silent και βιβλιοθηκάριος, παρέσυραν τους:


1. Ψαροκόκαλο: Η δημοκρατία στις πλατείες....(;)
2. Αναγεννημένη: 
Για την πλατεία (και την κάθε πλατεία)
3. Krotkaya: 
επανοικειοποίηση της πλατείας
4. Κυνοκέφαλοι: 
Στην πλατεία αλαφιάζονται οι μικρές παρέες
5. Ιχνηλασίες: 
Η δημοκρατία στις πλατείες
6. ο Βιβλιοθηκάριος: 
Η πλατεία Δημοκρατίας και τα αγάλματα
7. Εξεγερμένο το 2009: 
Πάμε πλατεία;
8. Rubies and Clouds: 
Πλατεία πλατιά
9. Κουπέπκια ατάκτως τυλιγμένα: 
Οι πλατείες κι οι πορείες
10. Ο Δύτης των Νιπτήρων: 
Στην πλατεία
11. Silentcrossing's Blog: 
Το '29 σε μια πλατεία
12. Roadartist... in Athens: 
Πλατείας λέξεις
13. Μπαμπάκης: 
το πληθος στην πλατεία
14. Latecomer: 
Της πλατείας μου η σημαία
15. Του κανενός το ρόδο: 
μισό αιώνα, μισό ζευγάρι, στην πλατεία
16. Χώρα του ποτέ-ποτέ: 
η πλατεία ήταν γεμάτη...
17. Ουδέν αμιγές: 
Πλατεία μεγάλοι,πλατεία μικροί
18. Η Ζωή στην Κατηραμένη Νήσο: 
η δημοκρατία στις πλατείες
19. Ιχνηλασίες (2): 
Η Πλατεία είναι γαμάτη
20. Butterfly's world: 
η Δημοκρατία στην Πλατεία

21. The Threewishes's weblog: οι δημοκρατικές πλατείες της Ελλάδας
22. Τσαλαπετεινός: Η πρεμιέρα της πλατείας



Δευτέρα 27 Ιουλίου 2009

Η αυγή της επανάστασης

συνέχεια της προηγούμενης ανάρτησης Movimiento 26 de Julio


Μετά το πραξικόπημα που ματαίωσε τις εκλογές, ο Φίντελ Κάστρο που ήταν υποψήφιος του Ορθόδοξου κόμματος για το Κογκρέσο, προχώρησε στην οργάνωση ομάδας με την επωνυμία το Κίνημα που για κάποιο διάστημα αναφερόταν σαν ‘Νεολαία της Εκατονταετηρίδας’ γιατί την χρονιά εκείνη συμπληρωνόταν τα 100 χρόνια από την γέννηση του εθνικού ήρωα της Κούβας, του ποιητή Χοσέ Μαρτί του 'Αποστόλου της Κουβανικής Ανεξαρτησίας'- που τα οράματά του είχαν υιοθετήσει ο Κάστρο και οι σύντροφοι του. Επρόκειτο για μια από τις ομάδες που είχαν οργανωθεί εκείνη την εποχή, καθώς η δυσφορία για το καθεστώς γινόταν ολοένα και μεγαλύτερη, σχεδιάζοντας την ανατροπή του. Κάποιες από αυτές μάλιστα είχαν προχωρήσει σε σαμποτάζ, σε μεγάλες πόλεις.

Τα μέλη που στρατολόγησε ο Κάστρο, με στόχο όπως λέει ο ίδιος όχι την επανάσταση αλλά τον αγώνα για την επιστροφή στο συνταγματικό καθεστώς (2), προερχόταν κυρίως από την μεσαία τάξη, στην πλειονότητα τους ήταν νέοι κάτω των τριάντα ετών- φοιτητές, εργάτες, αγρότες, νεαροί επαγγελματίες, μερικοί επιστήμονες και καλλιτέχνες. Για ένα περίπου χρόνο εκπαιδευόταν με άκρα μυστικότητα στα περίχωρα της Αβάνας, πολύ κοντά μάλιστα στο Ανακριτικό Κέντρο της Στρατιωτικής Μυστικής Υπηρεσίας! Κανείς δεν υποπτεύθηκε τίποτα αφού στη διάρκεια αυτού του χρόνου, συνεχίζανε κανονικά, τις συνηθισμένες καθημερινές τους δραστηριότητες.

Την ίδια εποχή, ο Ερνέστο Γκεβάρα, ο μελλοντικός Κομαντάντε Τσε ολοκλήρωνε τις σπουδές του στην Ιατρική σχολή του Μπουένος Άϊρες και ετοιμαζόταν με τη μοτοσικλέτα του να διασχίσει για δεύτερη φορά την νότιο Αμερική, σε ένα σημαντικό ταξίδι του οποίου οι εμπειρίες, έπαιξαν καθοριστικό ρόλο στη διαμόρφωσή του .

Το Κίνημα, δεν έτυχε καμίας οικονομικής βοήθειας ούτε από το εσωτερικό ούτε από το εξωτερικό. Εξοικονόμησαν μόνοι τους με θυσίες, ένα ποσό μικρότερο των 20.000 δολαρίων. Για τη συγκέντρωσή του αναγκάστηκαν να πουλήσουν βιβλία και κοσμήματα, να υποθηκεύσουν τα αυτοκίνητα και τις περιουσίες τους, να δουλέψουν υπερωρίες και μερικοί να θυσιάσουν τις οικονομίες χρόνων. Ο Κάστρο ζήτησε από τον ευκατάστατο πατέρα του 3.000 δολάρια αλλά τελικά έλαβε μόνο 140 (1). Με τα χρήματα αυτά αγοράστηκαν όπλα και ετοιμάστηκαν στρατιωτικές στολές. Όμως ο εξοπλισμός της ομάδας ήταν τόσο πενιχρός που την μεγάλη μέρα της επίθεσης μερικοί δεν συμμετείχαν λόγω ανεπάρκειας όπλων!

Το σχέδιο ήταν απλό και γι αυτό και ιδιοφυές . Η νύχτα της γιορτής θα έφερνε την αυγή της επανάστασης. (1) Η ολοκλήρωση της συγκομιδής του ζαχαροκάλαμου γιορτάζεται με δωδεκαήμερο καρναβάλι που ολοκληρώνεται στις 25 Ιουλίου. Τα ξημερώματα της 26ης κι ενώ όλος ο κόσμος θα ξεφάντωνε, οι νεαροί επαναστάτες θα εισβάλανε ντυμένοι με στρατιωτικές στολές σε δύο βάσεις της επαρχίας Οριέντε. Στο Μπαγιάμο και στο φρούριο Μονκάδα, κοντά στο Σαντιάγο, τη δεύτερη σε δύναμη μονάδα της χώρας.





Δεν θα ήταν πρώτη ούτε και τελευταία φορά που μια εξέγερση ξεκινούσε από το συγκεκριμένο γεωγραφικό στίγμα. Η επαρχία Οριέντε είναι το λίκνο των επαναστάσεων της Κούβας καθώς οι εξεγέρσεις του 1868 και του 1895 για την Ανεξαρτησία άρχισαν από εκεί. Τρία χρόνια αργότερα, το 1956, πάλι από την οροσειρά της Σιέρρα Μαέστρα θα άρχιζε το αντάρτικο που οδήγησε τελικά στην εκδίωξη του Μπατίστα και στην νίκη των επαναστατών τον Ιανουάριο του 1959.

Το σχέδιο προέβλεπε την κατάληψη των στρατοπέδων, την αρπαγή του οπλισμού και στην συνέχεια τη μετάδοση μέσω του ραδιοφωνικού σταθμού της έκκλησης στους πολίτες και στους στρατιώτες να ενωθούν μαζί τους για μια γενικευμένη εξέγερση. Αυτό το μήνυμα περιείχε τις βασικές αρχές του Κινήματος: τη δέσμευση για οικονομική ανεξαρτησία και ευμάρεια, κοινωνική δικαιοσύνη, σεβασμό των εργαζομένων, εξασφάλιση των πλουτοπαραγωγικών πηγών της χώρας και ακλόνητη πίστη στο Σύνταγμα του 1940.

Μόνο έξι άνθρωποι γνωρίζανε τι ακριβώς επρόκειτο να συμβεί πριν από την επίθεση. Οι υπόλοιποι το μάθανε τελευταία στιγμή, όταν έφτασαν οι περισσότεροι από την Αβάνα στο αγρόκτημα Σιμπονέϋ, στα περίχωρα του Σαντιάγο όπου είχαν ήδη κρυμμένα όσα όπλα είχαν καταφέρει να προμηθευτούν. Για πρώτο στρατόπεδο το Μπαγιάμο ξεκίνησαν 28, ενώ η κύρια δύναμη της ομάδας 134 επαναστάτες- ανάμεσά τους και δύο γυναίκες -επιτέθηκε στο φρούριο Μονκάδα, δύναμης χιλίων ανδρών. Δυσανάλογα μικρές δυνάμεις, φτωχός εξοπλισμός και πλημμελής εκπαίδευση, αλλά από την άλλη ως αντιστάθμισμα υπήρχε το μεγάλο πλεονέκτημα του αιφνιδιασμού και το ακμαιότατο ηθικό τους.

Ίσως και να είχαν πετύχει το στόχο τους αν δεν έπαιζαν καθοριστικό ρόλο αστάθμητοι παράγοντες. Ένα όχημα που μετέφερε το βαρύ οπλισμό, μπλόκαρε ανάμεσα στο συγκεντρωμένο για το καρναβάλι πλήθος, και δεν έφτασε στην ώρα του. Κάποιοι άλλοι χάσανε το δρόμο, ενώ ένα αυτοκίνητο έμεινε στο δρόμο από λάστιχο!

Ραούλ Κάστρο και Καμίλο Σινφουέγος το 1959

Δύο τμήματα που είχαν αναλάβει την κατάληψη του Δικαστικού Μεγάρου και του δημοτικού νοσοκομείου, με αρχηγούς, τον αδελφό του Φιντέλ, Ραούλ και τον Αμπελ Σανταμαρία, αντίστοιχα, έφεραν σε πέρα την αποστολή τους με επιτυχία.
Η πρώτη ομάδα που εισέβαλε στο στρατόπεδο Μονκάδα αφού αφόπλισε τους φρουρούς, έπιασε κυριολεκτικά τους στρατιώτες στον ύπνο, αλλά γρήγορα αποκόπηκε από τους υπόλοιπους. «Είχαμε πετύχει τον απόλυτο αιφνιδιασμό» λέει ο Κάστρο μισό αιώνα μετά από εκείνη τη νύχτα «Τρία λεπτά αργότερα το Διοικητήριο και τα κυριότερα σημεία της εγκατάστασης θα βρισκόταν στα χέρια μας. Το πιστεύω ακράδαντα ακόμα και σήμερα».

Όμως μια έφιππη φρουρά που ήταν στο καρναβάλι έτυχε να επιστρέφει εκείνη την ώρα. Κάποιοι πυροβολισμοί έπεσαν νωρίτερα από ότι έπρεπε και ο συναγερμός χτύπησε. Το πλεονέκτημα του αιφνιδιασμού είχε πλέον χαθεί. Η μάχη αποδείχτηκε άνιση και δεν κράτησε περισσότερο από μια ώρα. Ο Κάστρο διέταξε υποχώρηση και κατάφερε να διαφύγει με μερικούς ακόμα σε κοντινό δάσος. Μια περίπολος της αγροφυλακής περικύκλωσε τους εξαντλημένους φυγάδες και τους συνέλαβε την 1η Αυγούστου, για να οδηγηθούν λίγο αργότερα σε δίκη. Ο Κάστρο ανέλαβε ο ίδιος την υπεράσπιση του και μετέτρεψε την απολογία του σε ένα δριμύ κατηγορώ κατά του καθεστώτος. Με την ευκολία των μεγάλων ανδρών να ξεστομίζουν φράσεις προορισμένες να μείνουν στην Ιστορία έκλεισε λέγοντας: « Καταδικάστε με. Η Ιστορία θα με δικαιώσει ».
Όπως κάθε επανάσταση, έτσι κι αυτή είχε υψηλό τίμημα σε αίμα. Ενώ στη διάρκεια της μάχης ελάχιστοι σκοτώθηκαν ή τραυματίστηκαν και από τις δύο πλευρές, τελικά περισσότεροι από τους μισούς εισβολείς, συνελήφθηκαν και εκτελέστηκαν τις επόμενες μέρες μετά από φρικτά βασανιστήρια που ξεπέρασαν κάθε προηγούμενο. Το εγχείρημα της 26ης Ιουλίου απέτυχε στρατιωτικά. Αποτέλεσε όμως μια αναπάντεχη πολιτική νίκη καθώς οι επιπτώσεις του ήταν πολύ σημαντικές. Τα ιδανικά που εμπνεύσανε τους νεαρούς επαναστάτες, το απαράμιλλο θάρρος τους , αλλά και η αγριότητα που επέδειξε το καθεστώς στην εξόντωσή τους, αφύπνισε την κοινή γνώμη και ξεσήκωσε αντίδραση στο καθεστώς Μπατίστα.

Η επίθεση στο φρούριο Μονκάδα ήταν η πρώτη πράξη της επανάστασης. Ακολούθησαν αρκετές ακόμα μέχρι να πέσει τελικά η αυλαία στην Αβάνα έξι χρόνια αργότερα. Ο Κάστρο πάντως ισχυρίζεται ότι η επανάσταση άρχισε με την πρώτη εξέγερση των Κουβανών για την ανεξαρτησία, στις 10 Οκτωβρίου του 1868 και «επεκτείνεται δια μέσου της Ιστορίας» (2).



Πανηγυρισμοί στην Αβάνα το 1959 κατά την είσοδο των επαναστατών

Οι φωτογραφίες: του Χοσέ Μαρτί από το βιβλίο (2), του Che από το βιβλίο The Motorcycle Diaries εδώ, ο χάρτης της επαρχίας Οριέντε από εδώ, Ραούλ - Φιντέλ και οι πανηγυρισμοί από το LIFE.




1. Hugh Thomas «The Cuban Revolution» Εκδόσεις Weidenfeld and Nicolson
2. Ιγνάσιο Ραμόνε, «Εκατό ώρες με τον Φιντέλ- βιογραφία σε δύο φωνές» Εκδόσεις Πατάκη.

Μουσική: Besame Mamma του Poncho Sanchez από το δίσκο Latin Soul του 1999

Κυριακή 26 Ιουλίου 2009

Movimiento 26 De Julio



Οι τρεις σκοποί της βάρδιας στο φυλάκιο της κεντρικής πύλης ήταν άκεφοι. Ο απόηχος της μουσικής δεν έφτανε μέχρι το στρατόπεδο, όμως ξέρανε ότι μερικά χιλιόμετρα μακριά, κάποιοι συνάδελφοι τους και αρκετοί αξιωματικοί διασκέδαζαν εκείνη την ώρα και θα επέστρεφαν το πρωί, μετά το ξέφρενο γλέντι του καρναβαλιού. Κάπνιζαν αμίλητοι όταν ξαφνικά άκουσαν μηχανές αυτοκινήτων. Ήταν πέντε και τέταρτο το πρωί. Μια αυτοκινητοπομπή πλησίαζε. Πήραν τα όπλα τους ανήσυχοι και στάθηκαν στη πύλη. Το πρώτο αυτοκίνητο σταμάτησε μπροστά τους με τους προβολείς αναμμένους. Οι φόβοι τους για νυχτερινή έφοδο επιβεβαιώθηκαν όταν πετάχτηκαν έξω έξι άγνωστοι άντρες με στρατιωτικές στολές, χωρίς διακριτικά. Ο πρώτος, τους πλησίασε βιαστικά και φώναξε αγριεμένος: « Στην άκρη να περάσει ο στρατηγός!». Δεν προλάβανε να παρουσιάσουν όπλα και βρέθηκαν αφοπλισμένοι στα χέρια των αγνώστων εισβολέων. Ακούστηκε ριπή αυτομάτου. Η επίθεση στο φρούριο Μονκάδα είχε αρχίσει. Ήταν ξημερώματα της 26ης Ιουλίου 1953. Η αυλαία της πρώτης πράξης της Κουβανικής Επανάστασης είχε ανοίξει σαν σήμερα, πριν από πενήντα έξι χρόνια. Ας πάρουμε όμως τα πράγματα από την αρχή, όσο κι αν αυτό μας ξεστρατίζει αρκετά.


« Είναι το ομορφότερο νησί που είδαν ποτέ ανθρώπινα μάτια!» είπε ο Χριστόφορος Κολόμβος στις 29 Οκτωβρίου του 1492, ημέρα που πρωτοαντίκρισε τα παράλια της Κούβας από την πλώρη της Σάντα Μαρία, της ναυαρχίδας του βασιλικού στόλου της Ισπανίας. Ο παράδεισος όμως πολύ σύντομα μετατράπηκε σε επίγεια κόλαση για τους ειρηνικούς αυτόχθονες. Οι κονκισταδόρες υπήρξαν ανελέητοι με αποτέλεσμα την πλήρη εξολόθρευσή τους. Η έλλειψη εργατικών χεριών-για τα ορυχεία χρυσού και τις φυτείες- αντιμετωπίστηκε με εισαγωγή σκλάβων από την Αφρική. Η ποσότητα των κοιτασμάτων όμως δεν ανταποκρίθηκε στις προσδοκίες του Ισπανικού θρόνου κι έτσι η Κούβα κατέληξε ενδιάμεσος σταθμός της αποικιοκρατικής δύναμης προς τις υπερπόντιες κτήσεις της στη Νότιο Αμερική.



Ιανουάριος του 1896 Κουβανοί μαχητές στη διάρκει του πολέμου της Ανεξαρτησίας

Η ισπανική κυριαρχία στο νησί διήρκησε τέσσερις αιώνες και σημαδεύτηκε από αιματηρές εξεγέρσεις κρεολών και μαύρων σκλάβων που ενωμένοι πολέμησαν τους κατακτητές, ακολουθώντας τον άνεμο ανεξαρτησίας που επικρατούσε σε όλη τη Λατινική Αμερική το 19ο αιώνα και έφερε τη σφραγίδα του Libertador του Σιμόν Μπολίβαρ. Το τέλος του Ισπανο –Αμερικανικού πολέμου το 1898, βρίσκει την Ισπανία αποδυναμωμένη και η Κούβα κατακτά την ανεξαρτησία της. Μια ανεξαρτησία που ουσιαστικά ακυρώνει το 1902 η περίφημη τροπολογία Πλατ που επιβάλλεται στο σύνταγμα της χώρας από τις Η.Π.Α . Καρπός του 7ου όρου της, η ναυτική βάση του Γκουαντανάμο. (Την τροπολογία Πλάτ που επέτρεπε στις ΗΠΑ να παρεμβαίνουν στην Κούβα, κατήργησε το 1934 η κυβέρνηση του Φ. Ρούσβελτ στα πλαίσια της πολιτικής της ‘καλής γειτονίας’.)

Τα πρώτα χρόνια του 20ου αιώνα με ραγδαίους ρυθμούς πραγματοποιείται η ‘εισβολή’ και η κυριαρχία των Η.Π.Α, τόσο στην οικονομία όσο και στη διακυβέρνηση της χώρας. Η διαφθορά βασιλεύει πίσω από την λαμπερή βιτρίνα των καζίνο, των μπαρ και των καμπαρέ.
Τον Ιανουάριου του 1934 ο αρχηγός του γενικού επιτελείου στρατού Φουλχένσιο Μπατίστα ανατρέπει τον Πρόεδρο Σαν Μαρτίν και για τα επόμενα 25 χρόνια κυριαρχεί στην πολιτική σκηνή της Αβάνας, είτε διορίζοντας προέδρους ανδρείκελα, είτε φροντίζοντας να εκλέγεται ο ίδιος πρόεδρος. Το Μαρτίο του 52, λίγο πριν από τις προεδρικές εκλογές στις οποίες ήταν υποψήφιος με ελάχιστες πιθανότητες να εκλεγεί, ο στρατηγός ανατρέπει τον πρόεδρο Κάρλος Πρίο Σοκάρρας και καταλαμβάνει την εξουσία.
Η πρώτη φωνή διαμαρτυρίας που ακούστηκε, τέσσερις μέρες μετά το πραξικόπημα και δέκα πριν την επίσημη αναγνώριση του καθεστώτος από τις Η.Π.Α ήταν ενός νεαρού δικηγόρου που άκουγε στο όνομα Φίντελ Κάστρο Ρουζ. Προσέφυγε στη Δικαιοσύνη ζητώντας να κηρυχθεί αντισυνταγματική η οικειοποίηση της εξουσίας από το στρατηγό. Το αίτημα φυσικά απορρίφθηκε.

Στο ερώτημα αν ο επαναστάτης γεννιέται ή γίνεται, η απάντηση στην περίπτωση του Κάστρο είναι μάλλον η πρώτη. Ήταν μόλις δεκατριών χρόνων όταν παρακινούσε τους εργάτες στη φυτεία του πατέρα του στο Μπριάν της επαρχίας Οριέντε, να κάνουν απεργία. (1) Ο ίδιος ωστόσο διατυπώνει αντίθετη άποψη: «Ο άνθρωπος δε γεννιέται επαναστάτης…εγώ έγινα…είχα αρκετούς λόγους για να γίνω.» (2)

Πρωτοετής στη Νομική σχολή του πανεπιστημίου της Αβάνας εκλέγεται εκπρόσωπος των φοιτητών. Την ίδια εποχή συμμετέχει στην αποτυχημένη προσπάθεια της Λεγεώνας της Καραϊβικής για την ανατροπή του Τρουχίλλο, δικτάτορα της γειτονικής Δομινικανής Δημοκρατίας. Τον Απρίλη του `48 είναι εκπρόσωπος του πανεπιστημίου της Αβάνας σε φοιτητικό συνέδριο στη Μπογκοτά της Κολομβίας, που θα γινόταν παράλληλα με το 9ο Παναμερικανικό Συνέδριο. Στις 9 Απριλίου ο Κάστρο επρόκειτο να συναντήσει τον αρχηγό του Φιλελεύθερου κόμματος της Κολομβίας, Χόρχε Ελιέσερ Γαϊτάν. Η συνάντηση αυτή  δεν πραγματοποιήθηκε ποτέ. Ο Γαϊτάν δολοφονήθηκε λίγο πριν και αμέσως ξέσπασαν ανεξέλεγκτες ταραχές στη Μπογκοτά. Ο Γκαρσία Μάρκες βρισκόταν πολύ κοντά στο σημείο της δολοφονίας. Έντεκα χρόνια αργότερα, γνώρισε τον Κάστρο την ημέρα που έμπαινε θριαμβευτής στην Αβάνα. Στο Vivir para contrala ο συγγραφέας αναφέρει: « Στις μακρές συζητήσεις μας η 9η Απριλίου ήταν ένα επαναλαμβανόμενο θέμα που ο Φίντελ ποτέ δεν σταμάτησε να αναφέρει ως ένα από τα αποφασιστικά δράματα της διαμόρφωσης του χαρακτήρα του.» (3)



Η συνέχεια: Η αυγή της επανάστασης
Δευτέρα πρωί - πρωί.



1. Hugh Thomas «The Cuban Revolution» Εκδόσεις Weidenfeld and Nicolson
2. Ιγνάσιο Ραμόνε, «Εκατό ώρες με τον Φιντέλ- βιογραφία σε δύο φωνές» Εκδόσεις Πατάκη.
3. Γκαμπριέλ Γκαρθία Μάρκες, «Ζω για να τη διηγούμαι», Εκδόσεις Λιβάνη

Η πρώτη εικόνα από εδώ , του Μπατίστα από το LIFE , οι άλλες από το βιβλίο 2.

Μουσική: Afro Blue του σπουδαίου Κουβανού συνθέτη Ramón "Mongo" Santamaría σε μια από τις καλύτερες εκτελέσεις του από τον συνθέτη και σαξοφωνίστα Momo Wandel Soumah από τη Γουινέα . (Εδώ το Afro Blue από το κουαρτέτο του John Coltrane)

Επειδή ένας τσαλαπετεινός δε φέρνει την επανάσταση...