Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα έθιμα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα έθιμα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Τετάρτη 24 Ιουνίου 2015
Σάββατο 4 Μαΐου 2013
Εικοσιτρία μέτρα
Να
έχεις κέφια. Από το τίποτα. Καμιά φορά
βλέπεις, αρκεί ένας ανέφελος ουρανός
πάνω από το κεφάλι σου κι η μυρωδιά της
θάλασσας που φτάνει από μακριά. Δεν τη
βλέπεις αλλά ξέρεις ότι είναι εκεί. Μια
κατηφόρα δρόμος κι έφτασες. Να έχεις
κέφια απλώς γιατί ένα δροσερό αεράκι
μπουκάρει μέσα από το κοντομάκικο
πουκάμισο και σε δροσίζει στην αναπάντεχη καλοκαιρινή ζέστη.
Έτσι,
με αυτή τη διάθεση, από τα μικρά κι
ασήμαντα, να μπαίνεις στο πρώτο κρεοπωλείο
που συναντάς για τα απαραίτητα του
Πασχαλινού τραπεζιού. Να ζητάς πρώτα
τη συκωταριά για τη μαγειρίτσα, να σου
τη φέρνει ο χασάπης και να προσθέτεις με
την έμπνευση της στιγμής: “Να βάλουμε
και 22 μέτρα έντερα”.
Και
εκείνος που έχει δουλειά -ουρά να περιμένουν
της τελευταίας στιγμής οι πελάτες- αντί να σε ξεχέσει που βρήκες την ώρα
να κάνεις πλάκες, να βγάζει τα έντερα
από το ψυγείο, να τα ξετυλίγει μεθοδικά,
να ζητάει από όλους τους βοηθούς του να
άφήσουν τους πελάτες που εξυπηρετούν
εκείνη τη στιγμή, να τα απλώσουν και να
τα κρατήσουν τεντωμένα. Ύστερα, σοβαρός
να βγάζει ταινία από το συρτάρι να
μετράει με ακρίβεια και να σού λέει με απόλυτη φυσικότητα:
“Βάζω 23, καλύτερα να περισέψει, παρά
να μη φτάσει”.
Να
γελάς που έπιασε την πάσα σου στον αέρα
και την απογείωσε, να γελάει κι ο ίδιος
που σού την έφερε κανονικά, να γελάνε
κι οι άλλοι της ουράς που πρώτη φορά
είδαν να πουλάνε και να αγοράζουν τα
έντερα της μαγειρίτσας με το μέτρο. Στο
τέλος, με το λογαριασμό να σού εύχεται
ο χασάπης κι οι βοηθοί, αλλά κι οι άλλοι,
οι άγνωστοι πελάτες της ουράς “Καλή Ανάσταση”
και να είσαι σίγουρος ότι θα είναι καλή.
Να είσαι σίγουρος ότι ακόμα κι αν αργήσει
λίγο, θα έρθει και θα είναι Ανάσταση,
αφού ακόμα υπάρχουν
άνθρωποι που έχουν κουράγιο για ένα
αστείο, που βρίσκουν τη διάθεση ακόμα και μέσα στη φούρια, να δώσουν μια καλοπληρωμένη απάντηση στο πείραγμα σου.
Καλή Ανάσταση!
Κυριακή 17 Μαρτίου 2013
Η Παλιαπούλια
-Θα
μας φάει ο Τεπές! φώναξε
λαχανιασμένος ο Γιώργος, φρενάροντας
απότομα. Η πίσω ρόδα μπλοκαρισμένη
σύρθηκε στο έδαφος σηκώνοντας σύννεφο
σκόνης. Πέταξε με τσαντίλα το ποδήλατο
χάμω σφίγγοντας τα χείλη του για να μη
βάλει τα κλάματα. Σέρτικος από μικρός
ο Γιώργος -νευρόσπαστο τον έλεγαν οι
δάσκαλοι στο δημοτικό- άμα νευρίαζε ή
άμα ζορίζονταν πολύ, για να μην τού ξεφύγουν δάκρυα, σφιγγόταν ολόκληρος.
Με
το που τον είδαμε να φτάνει σπινταριστός
εκείνο το πρωί της Αποκριάς στην αλάνα
με το μεγάλο πλάτανο, ο Άκης, ο Ηρακλής
κι εγώ, φίλοι αχώριστοι, συμμαθητές
και γείτονες, αφήσαμε το κουβάλημα και
τρέξαμε κοντά του· τον περιμέναμε πώς
και πώς να γυρίσει από την πάνω γειτονιά για να μας δώσει ραπόρτο. Το κλάμα μπορεί
για την ώρα να το είχε γλιτώσει, μα ο
κατάσκοπός μας ήταν κατακόκκινος κι η
ανάσα του κομμένη.
Έτσι
λαχανιασμένος και μούσκεμα από την
ορθοπεταλιά μας είπε: “Έχουν τρεις
ντάνες αγκάθια και δεν έχουν φέρει ακόμα
της μεγάλης αποθήκης… τα είδα από το
μπαλκόνι της θειάς μου...είναι πολλά, πάρα πολλά… είδα κι αυτά που μας
τσόρεψαν…θα μας φάει ο Τεπές”. Λέγοντας
αυτό το τελευταίο, αναγνωρίζοντας την
πιθανή ήττα μας από την πάνω γειτονιά,
τελικά δεν μπόρεσε να κρατήσει ένα
δάκρυ. Σκύψαμε τα κεφάλια, όχι τόσο για
να του δώσουμε την ευκαιρία να σκουπίσει
το μάγουλό του, όσο γιατί σκεφτόμασταν,
τί θα μπορούσαμε να κάνουμε έστω και
εκείνη την στιγμή για να κερδίσουμε.
Το
να είναι η Παλιαπούλια μας η πρώτη,
ψηλότερη και μεγαλύτερη της μικρής μας
πόλης ήταν για μας ζήτημα τιμής. Όπως
οι πατεράδες μας κι οι παππούδες μας
πριν από μας, έτσι και εμείς, αμέσως μετά
τις γιορτές των Χριστουγέννων, κάθε
απόγευμα και τα Σαββατοκύριακα όλη
μέρα, βγαίναμε για να μαζέψουμε τσάκνα
κι αγκάθια για την Παλιαπούλια, τη
μεγάλη φωτιά, που θα ανάβαμε το βράδυ
της τελευταίας Κυριακής της Αποκριάς.
Με δρεπάνια, κλαδευτήρια, κόσες και
τσουγκράνες γυρίζαμε στον κάμπο και
κόβαμε τις βατσινιές που φούντωναν στα
όρια των χωραφιών.
Ούτε
οι βροχές ούτε τα χιόνια μας σταματούσαν.
Μαζεύαμε και τα κρύβαμε σε αποθήκες
στην γειτονιά, που όχι μόνο διπλοκλειδώναμε,
μα φυλάγαμε οι μισοί από μας απ` έξω
καραούλι τις νύχτες για να μη μας τα
κλέψουν, ειδικά τις τελευταίες μέρες
που ήταν πολλά. Οι άλλοι μισοί, πήγαιναν
στις άλλες γειτονιές αργά, λίγο πριν το
ξημέρωμα, όταν πια οι δικοί τους σκοποί
είχαν αποκάμει κι είχαν πάει για ύπνο.
Έσπαγαν ακόμα και λουκέτα αν χρειαζόταν
κι έκλεβαν τα δικά τους. Έτσι ήθελε το
έθιμο. Κι αν ήταν κανένας μεγάλος μαζί
τους με αγροτικό, τα φόρτωναν γρήγορα-γρήγορα
στην καρότσα και τα έφερναν στις δικές
μας αποθήκες. Αν όχι, τα έσερναν σε όλη
τη διαδρομή με καμιά κλεμμένη τσουγκράνα
ή ακόμα και με τα χέρια που δεν χαμπάριαζαν
από τρυπήματα. Κι έβλεπες την άλλη μέρα
τους δρόμους της μικρή μας πόλης γεμάτους
με μικρά ξυλάκια που ξέφευγαν από
τις ντάνες, αδιάψευστα ίχνη της κλεψιάς
που ήταν καμάρι και απόδειξη παλικαριάς.
Εκείνη
τη χρονιά είχαμε καταφέρει να κλέψουμε
αγκάθια δυο φορές από την Πατσούρα και
μια από το Ντολτσό, μα την προηγούμενη
Τετάρτη, μόλις τρεις μέρες πριν την
Αποκριά, ήρθαν από τον Τεπέ και μας
άδειασαν μια αποθήκη· την πιο μεγάλη.
Όπως κάθε βράδυ, έτσι και εκείνο είχαμε
μαζευτεί μεγάλη παρέα γύρω από τη φωτιά
που ανάψαμε – Μάρτη μήνα θερίζει το
κρύο εκεί πάνω τα βράδια. Οι πατεράδες
μας έψηναν λουκάνικα και θυμόταν ιστορίες
από τα παλιά.
Μπάμπουσκιες οι ιστορίες, η μια έβγαινε μέσα από την άλλη, το κρασί
σε πλαστικά ποτήρια έλυνε τη μνήμη και
το τσίπουρο στη συνέχεια, έφερνε
τραγούδια. Γιορτή σωστή. Κι ας έβγαιναν
οι μανάδες μας με τις νυχτικιές στα
παράθυρα να φωνάζουν πρώτα στους μεγάλους
“καλά τα παιδιά, εσείς δεν έχετε στάλα
μυαλό;” κι ύστερα σε μας ”θα κρυώσετε,
άντε μαζευτείτε κι έχετε να πάτε σχολείο
αύριο”. Εμείς εκεί, μισομεθυσμένοι· οι μεγάλοι από νοσταλγία κι εμείς από
τις κλεφτές γουλιές που πίναμε από τα
ποτήρια των πατεράδων μας. Μισομεθυσμενοί
γύρω από τη μικρή φωτιά ονειρευόμασταν την άλλη, τη μεγάλη που θα στήναμε στην
αλάνα με τον μεγάλο πλάτανο τη νύχτα της Αποκριάς.
Νυστάξαμε
όμως όλοι νωρίς εκείνο το βράδυ κι φύγαμε
αφήνοντας κλειδωμένη μα αφύλαχτη την
αποθήκη. Το πρωί, βλέποντας μισάνοιχτη
τη πόρτα καταλάβαμε το κακό που μας
βρήκε· μας έπιασαν στον ύπνο κυριολεκτικά
και την άδειασαν. Από ποια γειτονιά ήταν
οι δράστες, το μάθαμε λίγο αργότερα στο
σχολείο όταν οι συμμαθητές μας από τον
Τεπέ μας υποδέχτηκαν φωνάζοντας ρυθμικά:
“Σας- τσο-ρέ-ψα-με! Σας- τσο-ρέ-ψα-με!”
σπάζοντας για τα καλά τα νεύρα μας.
“Να
πάμε τώρα να μαζέψουμε τα κλαδιά απ` τις
μηλιές!” πέταξε ο Άκης, εκεί που
είχαμε απελπιστεί με το ραπόρτο του
Γιώργου. Η ιδέα ήταν καταπληκτική! Όλα
τα κτήματα του κάμπου, έξω από τη μικρή
μας πόλη, είχαν στη σειρά ντάνες από
βέργες που είχαν κλαδέψει από τις
μηλιές. Αν κι ο κάμπος απείχε μόλις μια
τρεχάλα από την αλάνα, θα ήταν πολύ
δύσκολο αν όχι αδύνατον να τα κουβαλήσουμε,
έτσι βαριά που ήταν τα δεμάτια με τα
χλωρά κλαδιά. Ρωτήσαμε αμέσως τους
άλλους που συνέχιζαν να κουβαλάνε τα
αγκάθια από τις αποθήκες, για κανένα τρακτέρ με καρότσα
ή έστω ένα αγροτικό. Δεν υπήρχε τίποτα.
Ο Ηρακλής σκέφτηκε τότε να χρησιμοποιήσουμε
ένα παλιό κάρο που ήταν παρατημένο χρόνια και σάπιζε σε
μια αυλή. Ο Άκης έτρεξε στον στάβλο
του παππού του και χωρίς καν να τον
ρωτήσει, επέστρεψε μετά από λίγο έφιππος.
Με
όσες γνώσεις είχαμε αποκομίσει από
καουμπόικες ταινίες ζέψαμε κουτσά
στραβά το άλογο και ξεκινήσαμε οι
τέσσερις μας για τον κάμπο και τη μεγάλη
μπάζα. Σταματήσαμε στο πρώτο κτήμα, του
θείου του Νάκου, κουβαλήσαμε κλαδιά μέχρι
που γέμισε το κάρο ως απάνω και γυρίσαμε.
Μόλις μας είδαν τα άλλα παιδιά της
γειτονιάς, έτρεξαν να βοηθήσουν στο
ξεφόρτωμα. Ύστερα έφυγαν σφαίρα με τα
ποδήλατα, έμπαιναν στα κτήματα με τη
σειρά, κουβαλούσαν στο δρόμο τα κλαδιά
κι εμείς περνούσαμε και τα παίρναμε με
το κάρο. Μέχρι το μεσημέρι κόντευε να
αδειάσει ο κάμπος από τα δεμάτια κι είχε
γεμίσει η αλάνα. Κι αν δεν είχε σπάσει
ο ένας άξονας του κάρου – πάλι καλά που
άντεξε με τόσο φορτίο- νομίζω ότι θα συνεχίζαμε μέχρι
να φέρουμε και το τελευταίο κλαδί.
Αργά
το μεσημέρι, σκάψαμε μια τρύπα στο μέσον
της αλάνας. Εκεί στερεώσαμε καλά το
ντάλι -τον κεντρικό άξονα- καμωμένο από
ένα πανύψηλο λευκάδι με πελεκημένα τα
κλαδιά. Γύρω του αρχίσαμε να στοιβάζουμε
με σειρά, πρώτα τα δεμάτια από τον κάμπο
κι ύστερα, ψηλά, με σκάλα τα αγκάθια και
τα τσάκνα. Δεν είχαμε καλά καλά τελειώσει
όταν ΄έφτασε η επιτροπή του Δήμου που
γύριζε από γειτονιά σε γειτονιά και
μετρούσε τις παλιαπούλιες αναζητώντας
τη μεγαλύτερη. Αυτή που θα έπαιρνε το
βραβείο. Δεν θυμάμαι το ύψος της, μα στην
περιφέρειά της η τριαντάμετρη μετροταινία
κόντεψε να μη φτάσει.
Ανάψαμε
την Παλιαπούλια μόλις νύχτωσε για τα
καλά. Τα χλωρά της βάσης άργησαν λίγο
να πάρουν, μα μετά από λίγο φούντωσαν.
Φούντωσε κι ο χορός με τα αποκριάτικα
τραγούδια γύρω από τη φωτιά. Όλοι οι
γείτονες πιασμένοι στη σειρά και στο τέλος του κύκλου όσοι είχαν έρθει από άλλες γειτονιές.
Εμείς αφού ρίξαμε μερικές στράκα
στρούκες, σταθήκαμε και την κοιτάζαμε.
Ειδικά ψηλά, εκεί που έφταναν οι φλόγες
στο σκοτάδι και της διπλασίαζαν το μπόι.
Περήφανοι μα κουρασμένοι από το τρέξιμο
και την ένταση όλης της μέρας.
Ούτε
συζήτηση όμως για να πηδήξουμε στο τέλος,
για το καλό ή για να φύγουν οι ψύλλοι
όπως έλεγαν παλιά. Λογαριάζαμε από
καιρό να το κάνουμε, μα εκείνη τη νύχτα
που αφήσαμε αφύλαχτη την αποθήκη, είχαμε
ακούσει από τους πατεράδες μας, μια
φοβερή ιστορία που είχαν ακούσει κι
αυτοί από τους δικούς τους, για δυο
παλικάρια είκοσι χρονών που μια Αποκριά
πριν από τον πόλεμο, πήδηξαν ταυτόχρονα,
ο ένας από τη μια μεριά κι ο άλλος από
την άλλη και συγκρούστηκαν στο μέσον
της φωτιάς που έκαιγε ακόμα. Ούτε πρόλαβαν
να τους βγάλουν.
Είχαμε τρομάξει με την ιστορία κι όταν είδαμε το μέγεθος
της δικιάς μας φωτιάς -κοντά 10 μέτρα διάμετρο-
είπαμε να αφήσουμε τα άλματα για το
καλοκαίρι, πάνω από τις μικρότερες
φωτιές του Κλήδονα. Μας έφτανε η χαρά
που εκείνη τη χρονιά, τη χρονιά που
πηγαίναμε πρώτη Γυμνασίου, παρά
τα τσορεμένα αγκάθια μας από τα παιδιά
του Τεπέ, έστω και την τελευταία στιγμή
τα καταφέραμε: η Παλιαπούλια της γειτονιά
μας, πήρε το πρώτο βραβείο.
Καλή Σαρακοστή!
Δευτέρα 7 Μαρτίου 2011
Τετάρτη 2 Μαρτίου 2011
Η ωραία Γενοβέφα
Πρώτη μέρα του Μάρτη με πολύ χιόνι, είχαμε όλοι ανεξαιρέτως στα χέρια βραχιολάκια απο στριμμένες άσπρες και κόκκινες κλωστές και τα “φτου το μάρτη σου” έδιναν κι έπαιρναν, μέχρι τη στιγμή που εκείνη μπήκε καθυστερημένη στην τάξη. Αυτό που προσέξαμε μόλις έβγαλε τον σκούφο της, ήταν ότι για πρώτη φορά είχε τα μαλλιά της λυτά κι ήταν πιο μακριά από όσο φανταζόμασταν: έφταναν μέχρι τη μέση της σε σκάλες κυματιστά.
Ήταν πιο όμορφη από όλες. Λεπτή, ψηλή, με κατάλευκο δέρμα. Μάτια...κάτι σαν γκρι που άλλαζε με το φως και χανόσουν μέσα του στην προσπάθεια να προσδιορίσεις το χρώμα. Και μακριά μαλλιά, ανοιχτά καστανά σχεδόν ξανθά, πάντα πλεγμένα σε κοτσίδες.
Δεν είχαμε συνέλθει από το χείμαρο των μαλλιών, όταν έβγαλε το παλτό της και είδαμε τα χέρια της- καρποί αλλά και δάχτυλα-γεμάτα μάρτηδες. Στο λαιμό της κρεμασμένοι άλλοι τόσοι σε διαφορετικά μήκη, ακόμα πιο εντυπωσιακοί από αυτούς των χεριών γιατί είχαν κρεμασμένες δεκάρες. Έτσι καταστόλιστη πήγε και κάθισε στη θέση της στο τελευταίο θρανίο, σοβαρή όπως πάντα. Όλη μέρα την κοιτούσαμε, κλεφτά στο μάθημα και φανερά στα διαλείμματα. Ζηλεύαμε την υπερβολή στους μάρτηδες και νοιώθαμε ότι εμείς έχοντας μόνο στους καρπούς μας, κάναμε λάθος στη δοσολογία της παράδοσης και σίγουρα ο ήλιος θα μας έκαιγε όλους πριν καν έρθει το καλοκαίρι ενώ εκείνη θα γλίτωνε και θα παρέμενε λευκή σαν άγγελος με τα μακριά κυματιστά της μαλλιά.
Το μεσημέρι όλοι επιστρέφοντας στα σπίτια μέσα στα χιόνια που στοιβαγμένα στην άκρη του δρόμου συναγωνιζόταν το μπόι μας, ζητήσαμε από τους γονείς να μας δώσουν τουλάχιστον μια από τις φυλαγμένες, πεντάρες, δεκάρες, εικοσάρες, ό,τι είχαν τέλος πάντων. Αυτά τα περίεργα, λεπτά, νομίσματα που είχαν ήδη από χρόνια σταματήσει να κυκλοφορούν αφού τίποτα- ούτε καν μια τσίχλα- δεν μπορούσες να αγοράσεις με αυτά, μας φαινόταν το ίδιο πολύτιμα με τα επίσης αποσυρμένα ασημένια εικοσάρικα. Ίσως αυτή η τρύπα στη μέση να τα έκανε αυτομάτως ξεχωριστά.
Την επόμενη μέρα, όλα ήμασταν με μάρτηδες και στο λαιμό στολισμένους με δεκάρες -“μενταγιόν” όπως τα ονομάσαμε- και σιγά σιγά τις μέρες που ακολούθησαν, η μόδα από την πρώτη πέρασε στις άλλες τάξεις και κατέλαβε όλο το δημοτικό. Δέκα χρόνια αργότερα, στο Λύκειο, όταν πια οι περισσότεροι ντρεπόμασταν πλέον να κυκλοφορούμε με μάρτη, πρόσεξα ότι εκείνη είχε πάλι κρεμάσει “μενταγιόν” αλλά το είχε κρυμμένο μέσα στο πουλόβερ. “Μόνο ένα;” την πείραξα, θυμίζοντάς της τον στολισμό στην πρώτη δημοτικού. Γέλασε και μου είπε: “Μα δεν ξέρεις τί έγινε τότε...”
Είχε πιάσει από το προηγούμενο βράδυ η μητέρα της να ετοιμάζει μάρτηδες στρίβοντας επιδέξια τις κλωστές, πρώτα για τα δύο μικρότερα αδέλφια της. Όταν όμως έφτασε η σειρά της, ξαφνικά σταμάτησε, τής έδωσε τις κλωστές, τής είπε απότομα: “Είδες πώς γίνεται; Συνέχισε μόνη σου” κι έφυγε βιαστικά κλείνοντας την πόρτα. Στην αρχή παιδεύτηκε πολύ αλλά στη συνέχεια τα κατάφερε. Κόντευε να τελειώσει- ήταν έτοιμη να κάνει τον κόμπο κρατώντας τη μία άκρη με το στόμα- όταν άκουσε φωνές, βήματα που πηγαινοερχόταν σε όλο το σπίτι κι ύστερα τη μάνα της να βογκάει στο διπλανό δωμάτιο.
Τρόμαξε τόσο που δεν τόλμησε να βγει, για να δει τι συμβαίνει. Τα βογκητά όσο πήγαιναν και δυνάμωναν μαζί με τις φωνές. Τα βήματα έγιναν πιο βιαστικά. Χωρίς να το καταλάβει, άρχισε να στρίβει κι άλλον ένα μάρτη για το άλλο χέρι. Ύστερα έβαλε μπρος για έναν ακόμα, για το ένα δάχτυλο, ένα ακόμα για τ` άλλο. Όταν άκουσε τη μάνα της να ουρλιάζει, έπιασε τρέμοντας από το φόβο να στρίβει μάρτηδες και για το λαιμό. Τους στόλισε με δεκάρες που ήξερε ότι είχαν φυλαγμένες σε ένα μεταλλικό κουτί από μπισκότα.Έτσι πέρασε όλη τη νύχτα άγρυπνη, δίπλα στα αδέλφια της που κοιμόταν του καλού καιρού και δεν είχαν πάρει είδηση τίποτα, στρίβοντας άσπρες και κόκκινες κλωστές μέχρι που ξημέρωσε. Σταμάτησε μόνο όταν από το διπλανό δωμάτιο ακούστηκαν κλάματα μωρού.
-”Μα καλά, γέννησε στο σπίτι;” τη ρώτησα έκπληκτος.
-“Ναι. Τα τρία πρώτα μας γέννησε σε κλινική, τόσο εύκολα που αποφάσισε ότι το τέταρτο θα το έκανε στο σπίτι.” Κι ενώ ακόμα μου φαινόταν απίστευτο να γεννιέται ένα μωρό στο σπίτι, θυμήθηκα μια λεπτομέρεια.
-“Τα μαλλιά σου γιατί ήταν λυτά εκείνη τη μέρα;”
-“Το πρωί μας ξύπνησε ο πατέρας μου και μας πήγε να δούμε τη μητέρα και το καινούριο μας μωρό. Σταθήκαμε στη πόρτα. Κοιμόταν κι οι δύο δίπλα - δίπλα στο μεγάλο κρεβάτι. Ύστερα ετοίμασε εμένα για το σχολείο. Με χτένισε, δοκίμασε να μου πλέξει τα μαλλιά αλλά όσο και να προσπαθούσε δεν τα κατάφερνε. Στο τέλος επειδή είχε περάσει η ώρα και θα αργούσα μου είπε:Δεν πειράζει! Σήμερα θα πας στο σχολείο με τα μαλλιά σου λυτά και θα είσαι όπως η συνονώματή σου, η ωραία Γενοβέφα.”
Στη Γενοβέφα, φυσικά.
Πέμπτη 6 Ιανουαρίου 2011
Τρίτη 4 Ιανουαρίου 2011
Ο χορός του Παύλου
Η γκαστρωμένη παγωνιά δε λέει να γεννήσει χιόνι.
Βροχή κι υγρασία, την άλλη μέρα ξέμπαρκη λιακάδα με δόντια, μετά πάλι βροχή. Με ομίχλη. Οι νύχτες ξάστερες να περονιάζουν τα λιγοστά τους κατοικίδια. Γκρίζος τόπος, ασάλευτος, εδώ στην εσχατιά, δοκιμασμένος. Κι οι άνθρωποι αδροί, ένα με το τοπίο.
Με μάτια ξένου κοιτάζω τον τόπο, μέχρι να βγουν οι πρώτες καυτές τσιγαρίδες από καζάνι, μέχρι η πρώτη γουλιά τσίπουρου να κατηφορίσει ανάβοντας τα σωθικά. Ύστερα αρχίζουν να παίζουν τα χάλκινα. Ένας σκοπός κι άλλος σκοπός, ξεχασμένοι, ξεπηδούν από τα σκοτάδια, τόσο οικείοι που σε κινούν στο ρυθμό τους δίχως να το καταλάβεις, δίπλα στους άλλους που μερόνυχτα τώρα γυρίζουν παρέες -παρέες στις γειτονιές. Να αποχαιρετήσουν τον παλιό χρόνο που φεύγει. Χορεύοντας. Να καλωσορίσουν τον καινούριο. Χορεύοντας. Να τα ξορκίσουν όλα με το χορό. Παλιά, τωρινά και μελλούμενα. Περιφερόμενοι θίασοι με έναν αόρατο Διόνυσο μπροστά να τον ακολουθούν πιστά, κλαρίνα, νταούλια κι χορευτές εκστατικοί. Σολάρει κλαίγοντας το κλαρίνο, “Τι ήθελα και σ` αγαπούσα και δεν κάθομαν καλά...”, συνεχίζουν με καημό οι φωνές “πήρα ζάλη στο κεφάλι δυο μαχαίρια στην καρδιά” και το νταούλι που αντηχεί στα ξεχασμένα στενά να γίνεται μετρονόμος των εντός ρυθμών.
Τίποτα δεν άλλαξε. Τα βασικά συστατικά, ίδια. Όλα, εκτός από το χιόνι που έντυνε παλιές πρωτοχρονιές. Ειδικά εκείνη που αρχειοθετήθηκε στη μνήμη όχι επίσημα με αριθμό σαν όλες τις άλλες, μα με τον τίτλο “ο χορός του Παύλου”.
Γυρίζαμε και τότε όπως τώρα, μέρες και νύχτες στη σειρά, άυπνοι, μούσκεμα στον ιδρώτα που άχνιζε στην παγωνιά, μούσκεμα και τα παπούτσια μας απ` το χιόνι που τσαλαβουτούσαμε χορεύοντας. Μούσκεμα στη ζωή που ανέτειλε μπροστά μας τα πάντα υποσχόμενη. Ένα μπουλούκι παλλόμενο στο χιονισμένο τοπίο. Στο κέντρο οι οργανοπαίκτες και γύρω τους εμείς. Όπως ακριβώς οι πατεράδες μας κι οι παππούδες μας πριν από μας.
Γύρισε ο χρόνος στο δρόμο. Στις έξι το πρωί πια είπαμε να επιστρέψουμε στα σπίτια μας για φαγητό και λίγο ύπνο. Να μαζέψουμε δυνάμεις, γιατί το γλέντι συνεχιζόταν όλη την πρώτη αλλά και τη δεύτερη μέρα του χρόνου. Άρχισε να ρίχνει πυκνό χιόνι πάνω στο ήδη στρωμένο. Σηκώσαμε τα κεφάλια ψηλά και δεν το χορταίναμε έτσι όπως το έφερνε η νύχτα πάνω στα αναψοκοκκινισμένα μας πρόσωπα. Με τη φωνή βραχνή, συνεχίσαμε απτόητοι “Ήθελα να `ρθω το βράδυ μ` έπιασε ψιλή βροχή...” όταν από το πουθενά ακούστηκε απάντηση από ένα κλαρίνο “Ας ερχόσουνα βρε ψεύτη κι ας γινόσουν παπί”. Ύστερα η μουσική σταμάτησε σαν να περίμενε από μας τη συνέχεια. Τη δώσαμε- “Είχα ρούχα να σ` αλλάξω πάπλωμα να σκεπαστείς”- προσπαθώντας ανάμεσα στις νυφάδες να ξεχωρίσουμε ποιός ήταν αυτή η σκιά που κατηφόριζε από το στενό και μας πλησίαζε στο σκοτάδι. Δεν τον αναγνωρίσαμε παρά μόνο όταν απάντησε κι αυτός με τη σειρά του το τελευταίο και πιο γλυκο “και κορμάκι να αγκαλιάσεις μέχρι να το βαρεθείς”. Ήταν ο μπαρμπα Νίκος, το πρώτο κλαρίνο, ο μύθος της περιοχής. “Άντε, να σας πάω μέχρι την πλατεία” πρότεινε μετά τις ευχές που ανταλλάξαμε.
Έπιασε τα ηπειρώτικα. Αργά, στιβαρά, όπως πρέπει, χωρίς εύκολα τσαλίμια. Περνούσε μαγικά απο τον ένα σκοπό στον άλλο, τους ζευγάρωνε περιπλέκοντάς τους με όλους τους δυνατούς τρόπους κι ύστερα τους ξεχώριζε πάλι ένα -ένα για να βάλει στην συνέχεια κι άλλους δίπλα στους πρώτους. Λουφάξαμε περπατώντας δίπλα του, άσπροι από το χιόνι. Πάνω στο κλαρίνο οι νιφάδες στεκόταν μια στιγμή κι ύστερα έλυωναν και κυλούσαν σταγόνες. Ύστερα πιάνοντας άλλους ρυθμούς πιο γρήγορους, αμυδρά οικείους, ξέφυγε από τα σύνορα παρασύροντάς μας σε ένα ανέλπιστο γύρο στα Βαλκάνια. “Ο δικός μας Miles” είπε σιγανά ο Παύλος που λίγες μέρες πριν μου είχε ετοιμάσει μια ενενηντάρα κασέτα, ρίχνοντάς με στα βαθιά του Davis.
Στην πλατεία δεν υπήρχε ψυχή ζώσα. Στην άκρη της μεσ` το σκοτάδι το λεωφορείο του ΚΤΕΛ χιονισμένο κι αυτό, με αναμμένη τη μηχανή και σβηστά φώτα. Στο τιμόνι ο πατέρας του Παύλου, περίμενε να πάει 6:30 για το πρώτο, χωρίς επιβάτες δρομολόγιο της χρονιάς. “Μπαρμπα Νίκο, Μήλο μου κόκκινο να χορέψουμε για τον πατέρα μου!”, έριξε ο Παύλος την παραγγελιά βάζοντας ένα διπλωμένο χαρτονόμισμα στη τσέπη του μουσικού. “Για τον πατέρα σου θα παίξω αυτό που μου ζητούσε συνέχεια όταν αγάπησε τη μάνα σου. Και θα το χορέψεις μόνος σου” είπε ο μουσικός με φωνή που δεν σήκωνε αντίρρηση και του έδωσε πίσω το χαρτονόμισμα λέγοντάς του μαλακά αυτή τη φορά: “Κράτησέ τα παιδί μου. Μου έχει δώσει τόσα ο πατέρας σου που φτάνουν να παίζω τζάμπα όχι μόνο για σένα αλλά και για τα παιδιά σου. ”
Ο Παύλος στάθηκε μπροστά στο λεωφορείο κοιτάζοντας τον πατέρα του στα μάτια. Ύστερα, έβγαλε το παλτό του και το πέταξε σε μας που είχαμε μαζευτεί γύρω του. Ο μπαρμπα Νίκος σκούπισε προσεκτικά με το μαντήλι του το κλαρίνο, έριξε δυό τρεις δοκιμαστικές νότες στον αέρα κι ύστερα άρχισε να παίζει την κοντούλα λεμονιά.
Ο Παύλος, άφησε να φύγουν τα πρώτα μέτρα μέχρι να καταλάβει ο πατέρας του μέσα από τα κλειστά παράθυρα ποιο ήταν το τραγούδι κι όταν τον είδε να κάνει νεύμα στο μουσικό “μα που το θυμήθηκες μπαγάσα;” σήκωσε τα χέρια του κι άρχισε να χορεύει αργά, το δικό το σόλο. Τότε ο πατέρας του άναψε τους προβολείς κι έλαμψε το πουκάμισο του Παύλου μέσα στη νύχτα λευκό σαν τις νιφάδες που είχαν πυκνώσει.
“Να ζήσεις χίλια χρόνια μάστορα!” φώναξε ο Παύλος στο τέλος κι ενώ το λεωφορείο έστριβε πια στον κεντρικό δρόμο. Τώρα που το καλοσκέφτομαι, δεν έπιασε εκείνη η ευχή του. Ο μπαρμπά Νίκος έφυγε λίγα χρόνια αργότερα στα εβδομήντα πέντε του αλλά τον ξεπροβόδησαν πενήντα κλαρίνα που μαζεύτηκαν εδώ από όλες τις γύρω περιοχές- περνώντας ακόμα και σύνορα - κι έκαναν τα μάρμαρα να τρέμουν την ώρα που τον κατέβαζαν στο χώμα.
Αναρτήθηκε από
Τσαλαπετεινός
στις
9:29 π.μ.
Σάββατο 27 Μαρτίου 2010
Ξύπνα Λάζαρε...
Τα δαχτυλάκια της λευκά κι επιδέξια, πετούσαν.
Καθόταν σοβαρή στη σκάλα της αυλής με απόλυτη συναίσθηση του καθήκοντος που είχε αναλάβει και δούλευε πυρετωδώς. Εμείς τριγύρω της κοιτάζαμε εκστατικοί. Τρυπούσε προσεκτικά ένα -ένα τα χαμομήλια με τη βελόνα στο σημείο του κάλυκα, ύστερα τα κατέβαζε απαλά μέχρι κάτω, στην άκρη της κλωστής χωρίς να χαλάσει τα πέταλα. Σιγά σιγά η μαγική της κίνηση έφτιαχνε μια ολόκληρη μακριά γιρλάντα με ζαλισμένα ανθάκια. Τότε την κρεμούσε στα κάγκελα, ονοματίζοντάς την. “Αυτή είναι του Γιώργου, του Αντώνη, της Μαρίνας...” Ύστερα έπιανε την επόμενη. Περνούσε καινούρια κλωστή, σάλιωνε την άκρη για τον κόμπο και άρχιζε το πέρασμα. Κι ύστερα άλλη κι άλλη...Μέχρι να έχουμε όλοι τη γιρλάντα μας.
Ξύπνα Λάζαρε και μην κοιμάσαι
τώρα η ώρα σου, τώρα κι ανθίζουν
τώρα λάλησαν τα χελιδόνια
τώρα ξύπνησαν πουλιά κι αηδόνια
Πού ήσουν Λάζαρε, πού ήσουν χαμένος;
-Ήμουν στους νεκρούς παραχωμένος.
Δο μ` σταλιά σταλιά νεράκι,
είν` το στόμα μου πικρό φαρμάκι.
Παρασκευή, πριν από το Σάββατο του Λαζάρου με το τελευταίο κουδούνι τρέχαμε με μια ανάσα σπίτι, αφήναμε σάκες και ύστερα ξεχυνόμασταν στον κάμπο, μαζί όλα τα παιδιά της γειτονιάς. Άμα το Πάσχα έπεφτε αργά και είχε προλάβει να ξυπνήσει η φύση βρίσκαμε λουλούδια- χαμομήλια κυρίως- και μαζεύαμε όσα μπορούσαμε περισσότερα. Άμα όμως έπεφτε νωρίς και δε βρίσκαμε αγριολούλουδα, στην απελπισία μας ξεπατώναμε κρυφά βιολέτες και πασχαλιές από τους κήπους. Ύστερα μαζευόμασταν στην αυλή της για να στολίσουμε τα καλαθάκια μας .
Ένα μικρό μικρούτσικο, μικρό και χαϊδεμένο,
μικρό το είχε η μάνα του, μικρό και ο μπαμπάς του
Το έλουζαν το χτένιζαν και στο σχολειό το στέλναν.
Κάθε παιδί είχε το δικό του για τη μέρα του Λαζάρου. Όλα ίδια, ξεχνιόταν για ένα χρόνο σε αποθήκες, υπόγεια, κελάρια για να βγουν εκείνη τη μέρα. Μόνο το μέγεθος άλλαζε συμβαδίζοντας με την ηλικία του παιδιού. Αν και μερικές φορές έβλεπες κάποιους μπόμπιρες με καλάθια μεγάλα που είχαν το μισό τους μπόι και δυσκολευόταν να κουβαλήσουν, ειδικά στο τέλος που ήταν γεμάτα.

Παιδί μ` να μάθεις γράμματα, να μάθεις αλφαβήτα.
Τα γράμματα είναι στο χαρτί κι ο νους σου στα παιχνίδια.
Ο δάσκαλος το καρτερεί με μια χρυσή βεργίτσα.
Βεργίτσα εδώ, βεργίτσα εκεί, βεργίτσα πάει στη βρύση.
Όλοι μας- αγόρια κορίτσια- θέλαμε να είναι όμορφα στολισμένα τα καλαθάκια μας για να βγούμε το πρωί του Σαββάτου να “πούμε το Λάζαρο”. Δύο -δυό ή και περισσότεροι, γυρίζαμε πρώτα στη δική μας γειτονιά κι ύστερα σε άλλες πιο μακρινές. Μας έδιναν κυρίως αυγά, ξερά σύκα, καρύδια, αμύγδαλα, αλλά και χρήματα. Τις περισσότερες φορές στην επιστροφή τα καλάθια μας έσταζαν από τα αυγά που είχαν σπάσει σε μια αδέξια κίνηση ή μια ξαφνική τρεχάλα.
Οι κοτούλες σας αυγά γενούνε
οι φωλίτσες τους δεν τα χωρούνε
δώστε μας και εμάς να τα χαρούμε.
Ύστερα μοιράζαμε τα χρήματα- που εξανεμιζόταν την ίδια μέρα, πάντα σε παιχνίδια- και ατενίζαμε χαρούμενοι τις δύο βδομάδες διακοπών που ξανοίγονταν απέραντες μπροστά μας. Στο τέλος τους, την Δευτέρα μετά την Κυριακή του Θωμά, αν ξέραμε τότε από απολογισμούς, σίγουρα θα λέγαμε ότι η πιο όμορφη στιγμή των Πασχαλινών διακοπών ήταν το απόγευμα πριν από το Σάββατο του Λαζάρου, στην σκάλα. Όταν εκείνη με τα λευκά επιδέξια δαχτυλάκια της έφτιαχνε γιρλάντες με χαμομήλια για να στολίσουμε τα καλαθάκια μας.
στη μνήμη της Δ.
Αναδημοσιεύτηκε στην Bibliotheque και στο toportal
Τετάρτη 6 Ιανουαρίου 2010
Βουτιά για το Σταυρό
- Παναγιά μου το παιδί! ακούστηκε μια γυναίκα να τσιρίζει τη στιγμή που ο σταυρός στολισμένος με άσπρη κορδέλα φιόγκο, έφτανε ελεύθερος στα αφρισμένα νερά. Η φωνή της ξεχώρισε, έτσι όπως ακούστηκε παράταιρη να καβαλάει το απολυτίκιο που έψαλε ο Σαμιώτης παπά Λεβέντης και είχε φτάσει ήδη στο «…του γαρ Γεννήτορος η φωνή προσεμαρτύρει Σοι…» συνοδευόμενος από τους ψαλτάδες και από το συγκεντρωμένο πλήθος.
Η γέφυρα- τίποτα σπουδαίο ένα άνοιγμα όλο κι όλο- μικρή, χωρίς τόξα ένωνε σεμνά τις όχθες του ποταμού. Η μια ψηλή κι απότομη με οργιώδη βλάστηση τα καλοκαίρια. Στην κορυφή της μόλις ξεχώριζαν οι καπνοδόχοι από τα τελευταία σπίτια της μικρής μας πόλης. Κι η άλλη, ήπια στη στάθμη του νερού, πότε να την καταπίνει με την ορμή του και πότε να την αφήνει ανέγγιχτη. Από κει και πέρα άρχιζαν τα χωράφια, γλυκιά ανηφόρα ανεπαίσθητη μέχρι που η γη ανασηκωνόταν για να φτιάξει ένα έξαρμα, τη βάση για το ξωκλήσι του Αγίου Νικολάου.
Των Θεοφανείων, τη μέρα που φωτίζονται τα νερά και φεύγουν οι Καλικάτζαροι, το τοπίο ήταν πάντα ασπρόμαυρο όχι από τα παιχνίδια της μνήμης, αλλά από το χιόνι, τις γυμνές λεύκες που σάλευαν, τα λασπωμένα νερά του ποταμού που κατέβαιναν με τρελή ορμή λες και βιαζόταν να φτάσουν μια ώρα νωρίτερα στο Θερμαϊκό και κυρίως την ομίχλη που τύλιγε τα πάντα. Τα μόνα χρώματα, κουκίδες σε αυτή τη σκηνή τα βαριά παλτά, οι σκούφοι, τα μαντήλια στις όχθες και πάνω στη γέφυρα, στο κέντρο της, το πορφυρό πετραχήλι του παπά Λεβέντη με τη βαθειά αγγελική– σα σαμιώτικο γλυκό κρασί- φωνή.
Όλοι τριγύρω πιστέψανε ότι το παιδί που έπεσε στο νερό, γλίστρησε στον πάγο της όχθης στην προσπάθεια να δει καλύτερα το σταυρό να εκτοξεύεται με το «Εν Ιορδάνη βαπτιζομένου σου Κύριε». Αυτή την γενναιόδωρη καμπύλη που διέγραφε από τη γέφυρα μέχρι τα νερά του ποταμού με τόσες περιστροφές που έκαναν το φιόγκο της λευκής κορδέλας όμοιο με «το Πνεύμα εν είδει περιστεράς». Νόμιζαν ότι ήθελε να δει από κοντά τους νέους άντρες που συνωστίζονταν στις δύο όχθες, άλλοι με μαγιό κι άλλοι με λευκά σώβρακα χωρίς να τουρτουρίζουν, ξυπόλυτοι πάνω στα χιόνια, να σταυροκοπιούνται περιμένοντας τη στιγμή να ξεχυθούν στα νερά που κατέβαζαν κομμάτια πάγου από την Πίνδο, να τα αναταράξουν ακόμα περισσότερο κολυμπώντας προς το κέντρο και εκεί να βουτήξουν για να αναζητήσουν στα ανταριασμένα βάθη το σταυρό.
Όλοι τους ήταν παλικάρια, έτσι έλεγε ο κόσμος, αλλά περισσότερο ο ένας, εκείνος που θα κατάφερνε να κρατήσει την ανάσα του- στα παγωμένα νερά που έκοβαν την ανάσα- ψάχνοντας στα τυφλά ανάμεσα στις μεγάλες πέτρες της κοίτης, στα κλαδιά και στη λάσπη για να ανασύρει το σταυρό που άγιαζε τα νερά κι έστελνε και πάλι στο Κάτω Κόσμο τους Καλικάντζαρους. «Εκεί κάτω στα τάρταρα, βρυάζουν μαντρακωμένοι χρόνον-καιρό και ξεχύνονται στο Δέντρο της Γης που ο στοιχειωμένος κορμός του ανεβαίνει όρθιος και κρατά ψηλά στα κλωνιά του, καρπό μοναδικό, τούτη τη Γης που κατοικούμε και άλλο δεν κάνουν ολοχρονίς παρά να το ροκανίζουν ένα γύρω με τα σκυλόδοντά τους.» *

Αυτός που τα κατάφερνε, ο ευλογημένος για ένα χρόνο, αναδυόταν με την ορμή της νίκης και τη λαχτάρα της ανάσας, φίλαγε το σταυρό κι ύστερα τον σήκωνε θριαμβευτικά ψηλά με το δεξί του χέρι να τον δουν όλοι από τη γέφυρα και από τις όχθες. Οι άλλοι βουτηχτάδες αποτραβιόταν αποδεχόμενοι την υπεροχή του. Έμενε μόνος, στο κέντρο του κύκλου κορυφαίος στο Χορό να τον θαυμάζει το πλήθος. Ύστερα, όλη τη μέρα των Φώτων και την επόμενη του Αγιαννιού γύριζε σπίτι- σπίτι τη μικρή μας πόλη με το σταυρό πάνω σε κόκκινο βελούδινο μαξιλάρι με χρυσές φούντες στις τέσσερεις άκρες, να τον προσκυνήσουν οι κάτοικοι, ψάλλοντας παράφωνα τις περισσότερες φορές, το απολυτίκιο των Θεοφανείων. Εκτός του θαυμασμού, των ‘Μπράβο’ και των κερασμάτων εισέπραττε με το «τον κόσμον φωτίσας δόξα Σοι» και γενναία φιλοδωρήματα.
Με τράβηξαν πολλά χέρια άρον- άρον από το νερό και μέχρι το σπίτι είχα ανεβάσει ψηλό πυρετό. Μου βγάλανε τα μουσκεμένα ρούχα με τρίψανε με οινόπνευμα και με κουκούλωσαν στο κρεβάτι με τις συνηθισμένες γκρίνιες που συνόδευαν όλες τις απροσεξίες και τις σκανταλιές μου. Κάποια στιγμή δεν άντεξα και ομολόγησα κλαίγοντας ότι δεν γλίστρησα, έφυγα επίτηδες από τα χέρια τους για να βουτήξω και εγώ για το σταυρό. «Μα τα μικρά παιδιά, δε μπορούν» είπε η μητέρα μου κοιτάζοντας ανήσυχη τον υδράργυρο στο θερμόμετρο που δεν έλεγε να κατέβει. Σκούπισα τα μάτια μου, την κοίταξα σοβαρά και την αποστόμωσα λέγοντας: «Αν τα κατάφερε η Μανταλένα (51:40) που ήταν κοπέλα, γιατί να μη μπορεί ένα μικρό παιδί; Στο κάτω -κάτω είμαι πια έξι χρονών! »
* Απόσπασμα από το βιβλίο του Στρατή Μυριβήλη, Τα παγανά , εκδόσεις Εστία, Αθήνα 2006 με ξυλογραφίες του Μόραλη.
Μουσική: Της Ελένης Καραϊνδρου από το soundtrack της ταινίας Το βλέμμα του Οδυσσέα
Φωτογραφία από εδώ σε ασπρόμαυρη εκδοχή.
Η γέφυρα- τίποτα σπουδαίο ένα άνοιγμα όλο κι όλο- μικρή, χωρίς τόξα ένωνε σεμνά τις όχθες του ποταμού. Η μια ψηλή κι απότομη με οργιώδη βλάστηση τα καλοκαίρια. Στην κορυφή της μόλις ξεχώριζαν οι καπνοδόχοι από τα τελευταία σπίτια της μικρής μας πόλης. Κι η άλλη, ήπια στη στάθμη του νερού, πότε να την καταπίνει με την ορμή του και πότε να την αφήνει ανέγγιχτη. Από κει και πέρα άρχιζαν τα χωράφια, γλυκιά ανηφόρα ανεπαίσθητη μέχρι που η γη ανασηκωνόταν για να φτιάξει ένα έξαρμα, τη βάση για το ξωκλήσι του Αγίου Νικολάου.
Των Θεοφανείων, τη μέρα που φωτίζονται τα νερά και φεύγουν οι Καλικάτζαροι, το τοπίο ήταν πάντα ασπρόμαυρο όχι από τα παιχνίδια της μνήμης, αλλά από το χιόνι, τις γυμνές λεύκες που σάλευαν, τα λασπωμένα νερά του ποταμού που κατέβαιναν με τρελή ορμή λες και βιαζόταν να φτάσουν μια ώρα νωρίτερα στο Θερμαϊκό και κυρίως την ομίχλη που τύλιγε τα πάντα. Τα μόνα χρώματα, κουκίδες σε αυτή τη σκηνή τα βαριά παλτά, οι σκούφοι, τα μαντήλια στις όχθες και πάνω στη γέφυρα, στο κέντρο της, το πορφυρό πετραχήλι του παπά Λεβέντη με τη βαθειά αγγελική– σα σαμιώτικο γλυκό κρασί- φωνή.
Όλοι τριγύρω πιστέψανε ότι το παιδί που έπεσε στο νερό, γλίστρησε στον πάγο της όχθης στην προσπάθεια να δει καλύτερα το σταυρό να εκτοξεύεται με το «Εν Ιορδάνη βαπτιζομένου σου Κύριε». Αυτή την γενναιόδωρη καμπύλη που διέγραφε από τη γέφυρα μέχρι τα νερά του ποταμού με τόσες περιστροφές που έκαναν το φιόγκο της λευκής κορδέλας όμοιο με «το Πνεύμα εν είδει περιστεράς». Νόμιζαν ότι ήθελε να δει από κοντά τους νέους άντρες που συνωστίζονταν στις δύο όχθες, άλλοι με μαγιό κι άλλοι με λευκά σώβρακα χωρίς να τουρτουρίζουν, ξυπόλυτοι πάνω στα χιόνια, να σταυροκοπιούνται περιμένοντας τη στιγμή να ξεχυθούν στα νερά που κατέβαζαν κομμάτια πάγου από την Πίνδο, να τα αναταράξουν ακόμα περισσότερο κολυμπώντας προς το κέντρο και εκεί να βουτήξουν για να αναζητήσουν στα ανταριασμένα βάθη το σταυρό.
Όλοι τους ήταν παλικάρια, έτσι έλεγε ο κόσμος, αλλά περισσότερο ο ένας, εκείνος που θα κατάφερνε να κρατήσει την ανάσα του- στα παγωμένα νερά που έκοβαν την ανάσα- ψάχνοντας στα τυφλά ανάμεσα στις μεγάλες πέτρες της κοίτης, στα κλαδιά και στη λάσπη για να ανασύρει το σταυρό που άγιαζε τα νερά κι έστελνε και πάλι στο Κάτω Κόσμο τους Καλικάντζαρους. «Εκεί κάτω στα τάρταρα, βρυάζουν μαντρακωμένοι χρόνον-καιρό και ξεχύνονται στο Δέντρο της Γης που ο στοιχειωμένος κορμός του ανεβαίνει όρθιος και κρατά ψηλά στα κλωνιά του, καρπό μοναδικό, τούτη τη Γης που κατοικούμε και άλλο δεν κάνουν ολοχρονίς παρά να το ροκανίζουν ένα γύρω με τα σκυλόδοντά τους.» *

Αυτός που τα κατάφερνε, ο ευλογημένος για ένα χρόνο, αναδυόταν με την ορμή της νίκης και τη λαχτάρα της ανάσας, φίλαγε το σταυρό κι ύστερα τον σήκωνε θριαμβευτικά ψηλά με το δεξί του χέρι να τον δουν όλοι από τη γέφυρα και από τις όχθες. Οι άλλοι βουτηχτάδες αποτραβιόταν αποδεχόμενοι την υπεροχή του. Έμενε μόνος, στο κέντρο του κύκλου κορυφαίος στο Χορό να τον θαυμάζει το πλήθος. Ύστερα, όλη τη μέρα των Φώτων και την επόμενη του Αγιαννιού γύριζε σπίτι- σπίτι τη μικρή μας πόλη με το σταυρό πάνω σε κόκκινο βελούδινο μαξιλάρι με χρυσές φούντες στις τέσσερεις άκρες, να τον προσκυνήσουν οι κάτοικοι, ψάλλοντας παράφωνα τις περισσότερες φορές, το απολυτίκιο των Θεοφανείων. Εκτός του θαυμασμού, των ‘Μπράβο’ και των κερασμάτων εισέπραττε με το «τον κόσμον φωτίσας δόξα Σοι» και γενναία φιλοδωρήματα.
Με τράβηξαν πολλά χέρια άρον- άρον από το νερό και μέχρι το σπίτι είχα ανεβάσει ψηλό πυρετό. Μου βγάλανε τα μουσκεμένα ρούχα με τρίψανε με οινόπνευμα και με κουκούλωσαν στο κρεβάτι με τις συνηθισμένες γκρίνιες που συνόδευαν όλες τις απροσεξίες και τις σκανταλιές μου. Κάποια στιγμή δεν άντεξα και ομολόγησα κλαίγοντας ότι δεν γλίστρησα, έφυγα επίτηδες από τα χέρια τους για να βουτήξω και εγώ για το σταυρό. «Μα τα μικρά παιδιά, δε μπορούν» είπε η μητέρα μου κοιτάζοντας ανήσυχη τον υδράργυρο στο θερμόμετρο που δεν έλεγε να κατέβει. Σκούπισα τα μάτια μου, την κοίταξα σοβαρά και την αποστόμωσα λέγοντας: «Αν τα κατάφερε η Μανταλένα (51:40) που ήταν κοπέλα, γιατί να μη μπορεί ένα μικρό παιδί; Στο κάτω -κάτω είμαι πια έξι χρονών! »
* Απόσπασμα από το βιβλίο του Στρατή Μυριβήλη, Τα παγανά , εκδόσεις Εστία, Αθήνα 2006 με ξυλογραφίες του Μόραλη.
Μουσική: Της Ελένης Καραϊνδρου από το soundtrack της ταινίας Το βλέμμα του Οδυσσέα
Φωτογραφία από εδώ σε ασπρόμαυρη εκδοχή.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)

















