Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα χιόνι. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα χιόνι. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 10 Ιανουαρίου 2017

Μακέτα

 Αν έχεις πρόγραμμα και όραμα

 ακόμα και για τον χιονάνθρωπο

κάνεις μακέτα. Αποβραδίς. 

Πέμπτη 29 Δεκεμβρίου 2016

....με (λίγο) χιόνι.

 Εχίνος με χιόνι 


 Ζουμπούλι και νάρκισσοι απτόητοι

 Γιασεμί με φορτίο 


 Κρόκοι Κοζάνης λίγο πριν ανθίσουν

 Μαργαρίτα με φόντο χιόνι

 Χρυσάνθεμο που επιμένει

 Κάκτος χιονοφόρος


Ελιά -η τρυγημένη 

Δεκαοχτούρα μούσκεμα

Πέμπτη 16 Ιανουαρίου 2014

Η Ωραία Βαβέλ

Το καφέ της γωνίας, είναι το στέκι της γειτονιάς. Τη δεύτερη φορά που θα περάσεις το κατώφλι του, θα σε καλωσορίσουν με το όνομά σου, που ρώτησαν να μάθουν από την πρώτη.

Εκεί θα βρεις τον πληθωρικό Λένι, Ιταλό δεύτερης γενιάς, συνταξιούχο οδηγό τραίνου - “και πεζοναύτης” όπως τονίζει- που θυμάται και διηγείται και ξαναδιηγείται την τελευταία του διαδρομή στο τιμόνι που κατέληξε στον Grand Central.

Πάντα στη γωνία κάθεται η γλυκιά Φατιμά από την Ιορδανία. Σε κερνάει καφέ και σου εξιστορεί με αμεσότητα την πολυτάραχη ζωή της. Άλλοτε βουρκώνει, άλλοτε χαμογελά κι άλλοτε σοβαρεύει. Και σαν να διαβάζει τη σκέψη σου, καταλήγει εμπιστευτικά: “Έχω αρχίσει να τα γράφω ξέρεις...”

Η Ελένη, γέννημα θρέμα της γειτονιάς, θα απλώσει στα λιγοστά τραπέζια και θα μας δείξει παλιές ασπρόμαυρες φωτογραφίες της περιοχής, από εκείνη τη μακρινή εποχή που πρωτοήρθαν Έλληνες στην Αστόρια και τους κοίταζαν με μισό μάτι οι Ιρλανδοί που ήταν ήδη εγκαταστημένοι εδώ.

Ο Ζαν, ο νεαρός μαύρος χορευτής που πρόσφατα έφτασε από το Παρίσι κι εγκαταστάθηκε σε ένα δωμάτιο δυο δρόμους πιο πάνω, θα φτάσει καθυστερημένος. Τον ρωτάνε όλοι “πώς πήγε;” και καθώς βγάζει παλτό, γάντια, κασκόλ και σκουφί, μας λέει ενθουσιασμένος για την πρώτη του οντισιόν επί αμερικανικού εδάφους. Κανείς δεν έχει αμφιβολία ότι ο Ζαν θα πάρει τη δουλειά.

Μετά θα γυρίσουμε όλοι το βλέμμα μας στην είσοδο για να κοιτάξουμε τη μικροκαμωμένη Ασιάτισσα με τον πανύψηλο Εβραίο με το καπελάκι που μόλις μπήκαν, όχι γιατί είναι παράξενο ζευγάρι-το σκέκι είναι ήδη μια ωραία Βαβέλ- μα γιατί περνάνε πρώτη φορά από εδώ. θα κάνουμε ησυχία και θα περιμένουμε να ακούσουμε τον Φρεντ που έχει βάρδια το απογευμα, να τους φωνάζει να πάρουν από το μπαρ τα ροφήματά τους: “Χανάκο καπουτσίνο, Ααρών εσπρέσο” .

Ύστερα θα μείνουμε αμίλητοι κοιτάζοντας έξω από τη τζαμαρία. Η χιονοθύελλα έχει ξεκινήσει ακριβώς την ώρα που είχαν προβλέψει τα δελτία καιρού και οι περαστικοί που λιγοστεύουν, γίνονται ολοένα και πιο βιαστικοί. Το σταυροδρόμι μετατρέπεται σε σκηνή κι εμείς στα ζεστά -όλοι μια παρέα- θεατές. 

Στο στέκι της γειτονιάς, που από τη δεύτερη φορά που θα περάσεις το κατώφλι του, όλοι θα σε καλωσορίσουν με το όνομά σου, ακούγεται μόνο η μηχανή του καφέ να ξεφυσάει κι από τα ηχεία ο Willie Nelson να εξομολογείται: "My Baby's Gone".


Κυριακή 12 Φεβρουαρίου 2012

Ο Χιονάνθρωπος της Πλατείας


Άμα φτιάχνεις χιονάνθρωπο, Φλεβάρη του 2012, δεν τον κάνεις όπως τους κάναμε παλιά: χοντρούς, μονολιθικούς κι ανέμελους με σκουφάκι στο κεφάλι, κασκόλ στο λαιμό και ένα καρότο για μύτη. Έτσι τους κάναμε σε άλλες εποχές. Σήμερα, στην εποχή της κρίσης, ακόμα κι οι χιονάνθρωποι έχουν αλλάξει. Όχι γιατί άλλαξε το χιόνι, μα γιατί οι συνθήκες άλλαξαν εμάς.

Στην εποχή της κρίσης οι χιονάνθρωποι γίνονται λεπτοί, ξεφεύγουν από τη στατικότητα -θαρρείς κι ετοιμάζονται να κάνουν ένα βήμα μπρος, να ορμήσουν ακάθεκτοι. Στο κεφάλι τους, εκεί που έμπαινε το σκουφάκι παλιά, σήμερα βάζουν μερικά ξυλαράκια κι έτσι φαντάζουν μαλλιά που έχουν σηκωθεί. Τα μάτια -δυο κάρβουνα- ορθάνοιχτα και το στόμα, πάλι με κάρβουνο, ανοιχτό σαν να φωνάζει. Τα χέρια -όσο και να μην προσφέρεται η πρώτη ύλη για κάτι τέτοιο- ξεχωρίζουν από τον κορμό και σηκώνονται ψηλά σε μια στάση γεμάτη ένταση. Μια στάση ανάμεσα στην έκταση και την ανάταση.

Μην ξεγελαστείς κι εσύ όπως  εγώ στην αρχή και σταθείς στα σηκωμένα χέρια και στα μικρά στήθη με πέτρες ρώγες και πεις: “Μα για δες πόσο θυμίζει εκείνο το πήλινο ειδώλιο του 12ου π. Χ. αιώνα που βρέθηκε στην ακρόπολη της Τίρυνθας και πιθανώς εικονίζει γυναικεία μορφή με τα χέρια σε στάση επίκλησης!”  Και βέβαια, ούτε στιγμή να μη σου περάσει η σκέψη ότι η στάση του εκφράζει απελπισία ή απόγνωση.


Αυτός ο χιονάνθρωπος που έφτιαξαν παιδιά στην πλατεία της μικρής μας πόλης θα στέκει εκεί ακλόνητος μέχρι να λιώσει, μέχρι να ξημερώσει μια καλύτερη μέρα. Η στάση του δεν είναι παρά έκφραση οργής. Είναι η αγανάκτιση που απέκτησε υπόσταση με μοναδικό υλικό το χιόνι. 

Να σου πω και το τελευταίο που μόλις τώρα παρατήρησα; Είναι στραμμένος προς τον νότο. Κοιτάζει προς τα εκεί που σήμερα παίρνουν μεγάλες αποφάσεις. Για το μέλλον μας. 

Σάββατο 4 Φεβρουαρίου 2012

Καστοριά Χιονοσκεπής

Στάση για περισυλλογή

Απογείωση αργυροπελεκάνων


 
Πλατεία Ειρήνης (Πρώην Βαν Φλιτ) 


Τμήμα του τείχους του Ιουστινιανού

Ένας (πολύ χαρούμενος) χιονάνθρωπος

Κοιτάζοντας προς τον ναυτικό όμιλο

Βόρεια παραλία.
"Μισό ψωμί για τα πουλιά, μισό για το σπίτι."


Καστοριανή βάρκα, 
χιονισμένη κι εγκιβωτισμένη στον πάγο. 

 Το χιόνι, γλύπτης των αγαλμάτων παράφορος.
Μητροπολίτης Καστοριάς Γερμανός Καραβαγγέλης
1900-1907

 Το μνημείο του αφανούς πολεμιστή στην πλατεία Μακεδονομάχων
"Τοις Υπέρ Πατρίδος Πεσούσι"


Προτομή του βασιλέως Παύλου στην οδό Νίκης

Σοκάκι στο Ντολτσό

Μοναχική βάρκα 

Αρχοντικό Σκούταρη

Νεοκλασσικό στην οδό Ορεστιάδος

Η εξέδρα όπου γίνεται η ρίψη του σταυρού τα Θεοφάνια

Αρχοντικό Παπατέρπου

Νότια παραλία 

Πέμπτη 2 Φεβρουαρίου 2012

Ψῦχος ἀφόρητον, συνιάκι ἄφθονον


Πώς περιγράφεις το κρύο; Ρωτάω πώς το περιγράφεις, γιατί το να τo αντιμετωπίσεις αυτές τις μέρες μού φαίνεται αδύνατον. Όσο κι όπως να ντυθείς, θα βρει από κάπου να τρυπώσει. “Μπήκα στα 87 και δε θυμάμαι ποτέ τέτοια παγωνιά και μάλιστα για τόσο μεγάλο διάστημα. Έπιασε πριν τα Χριστούγεννα και κρατάει ακόμα...συνέχεια κάτω από το μηδέν.” λέει η θεία μου. Ο θείος, κάθεται ατάραχος στην πολυθρόνα του και το σκέφτεται κάτω από τα πυκνά ατίθασα φρύδια του. Είχε πρόσφατα μια “μικρή περιπέτεια υγείας” όπως λέει ο ίδιος - “πήγε στον άλλο κόσμο και γύρισε” λένε οι υπόλοιποι- και φυσικά δεν τον άφησαν να βγει έξω, οπότε δεν μπορεί να συγκρίνει αυτόν το φετινό χειμώνα με κάποιον από τους προηγούμενους 99 της ζωής του.


Ένας άλλος θείος, πολύ μικρότερος (77) αντί άλλης κουβέντας για το κρύο, μού δίνει το σημειωματάριο του παππού του. Στην πρώτη σελίδα διαβάζω με τα ωραία καλλιγραφικά γράμματα μιας άλλης εποχής που απέχει από το σήμερα ακριβώς εκατό χρόνια: 

Καθημεριναὶ εἰσπράξεις
Φαρμακείου
ἐκ συνταγῶν 

Το ξεφυλλίζω με δέος. Οι καταχωρίσεις είναι ανά μήνα. Ανάμεσα στο Δεκέμβρη του 1911 και στο Γενάρη του 1912 ο παππούς αφιερώνει μια ολόκληρη σελίδα στη σημείωση: “Τῇ 31ῃ Δεκεμβρίου τὸ θερμόμετρον κατῆλθε εἰς τοὺς -13 βαθμοὺς τῇ δὲ ἑπομένῃ 1ῃ Ἰανουαρίου 1912 εἰς τοὺς -17. Ψῦχος ἀφόρητον, συνιάκι* ἄφθονον.” 


Προχθές η βόλτα γύρω από την παγωμένη λίμνη -ειδικά στη βορινή παραλία- ήταν σωστό μαρτύριο. Τις προηγούμενες μέρες χιόνιζε λίγο το βράδυ, το βλέπαμε το πρωί, το έβλεπε κι ο ήλιος -αυτός με τα δόντια- και το έλιωνε. Η παγωνιά πάντως, εδώ αμετακίνητη. Εγκαταστάθηκε για τα καλά. Πάνω στον πάγο βολτάρουν κύκνοι, πάπιες, αργυροπελεκάνοι, σφυριχατάρια, αργυροτσιχνιάδες. Κουρινασμένα, φαίνεται να κρυώνουν κι αυτά, μα την άλλη στιγμή σηκώνονται και βουτάνε στα νερά. Ή πετάνε και χάνονται προς την κατεύθυνση που ξεχωρίζουν οι κάτασπρες κορυφές της Πίνδου. 

Το ροκάνι -ήχος του πάγου που σπάει- υπόκωφος, ανατριχιαστικός μού θύμιζε ιστορίες που άκουσα παιδί και τις νόμιζα ξεχασμένες. Τις διαδρομές πάνω σε βαριά κάρα, φορτωμένα από την Καστοριά μέχρι τα αντικρινά χωριά Μαύροβο και Πολυκάρπη. Τις Κυριακάτικες βόλτες με τα καλά τους πάνω στο πάγο -κυρίως πριν τον πόλεμο. Με τα παιδιά να χαίρονται τις σάνιες, τα ξύλινα αυτοσχέδια έλκυθρά τους. Εκείνη τη εποχή πρέπει να έγινε κι ένα φοβερό δυστύχημα: ράγισε πρώτα και μετά άνοιξε ο πάγος. Η λίμνη κατάπιε έναν κουλουρτζή που έτυχε να είναι σε αυτό το σημείο κι ύστερα έκλεισε ο πάγος αφήνοντας έξω, μόνο το ταψί με τα κουλούρια που μετέφερε στο κεφάλι του ο άτυχος βιοπαλαιστής. Μέσα σε δευτερόλεπτα, μπροστά στα έντρομα βλέμματα των παρεβρισκόμενων που δεν μπορούσαν να βοηθήσουν. 


“Ρε συ! Είσαι παγωμένος..” είπε ο φίλος μου ο Σάκης μόλις τον χαιρέτησα.”Εσείς οι Αθηναίοι φαίνεται ότι δεν αντέχετε καθόλου το κρύο” συνέχισε καθώς έβαζε ένα μεγάλο κούτσουρο στην ξυλόσομπα στο εργαστήριο γουναρικής. Άφησε το γάζωμα κι έκανε καφέ. Έβαλε και γλυκό του κουταλιού κολοκύθα. “Εμείς οι Αθηναίοι δεν αντέχουμε το κρύο αλλά θυμόμαστε παλιές ιστορίες που εσείς έχετε ξεχάσει” τον πείραξα με τη σειρά μου όταν διαπίστωσα ότι δεν θυμόταν τον κουλουρτζή που χάθηκε κάτω από τον πάγο. Τότε ήταν που σηκώθηκε και  έφερε να δω παλιές φωτογραφίες. Ανάμεσά τους κι αυτή του 1923 με τον πατέρα του μικρό πάνω στη σάνια και τον συνονόματο παππού του, τον μακεδονομάχο αριστερά, να επισημαίνει στο μικρό, το σημείο που πρέπει να κοιτάξει. 


“Εντυπωσιακό και τρομακτικό” μού έγραψε για το χιόνι χθες αργά το βράδυ ένας φίλος όταν του έστειλα αναφορά για το ύψος του που ήταν  15 πόντοι. “Ούτε εντυπωσιακό ούτε τρομακτικό. Είναι χαλαρωτικό να το βλέπεις να πέφτει. Τα σκεπάζει όλα, τα κάνει ομοιόμορφα, τα εξαφανίζει. Η φύση στα μίνιμαλ της.” του απάντησα κι ύστερα σαν ντόπιος, σκέφτηκα: “Άκου τρομαχτικό! Αθηναίος, τί περιμένεις;” 

Σήμερα το πρωί το χιόνι, που δεν έχει σταματήσει από χθες το απόγευμα  κάλυψε τα πάντα. Από το παράθυρο υπολογίζω ότι είναι πάνω από 30 εκατοστά και είναι ώρα να ντυθώ και να βγω με το φτυάρι για να καθαρίσω την είσοδο και το πεζοδρόμιο. Μετά, λέω να φτιάξω έναν χιονάνθρωπο.



* συνιάκι, η πάχνη


Τρίτη 4 Ιανουαρίου 2011

Ο χορός του Παύλου


Η γκαστρωμένη παγωνιά δε λέει να γεννήσει χιόνι.
Βροχή κι υγρασία, την άλλη μέρα ξέμπαρκη λιακάδα με δόντια, μετά πάλι βροχή. Με ομίχλη. Οι νύχτες ξάστερες να περονιάζουν τα λιγοστά τους κατοικίδια. Γκρίζος τόπος, ασάλευτος, εδώ στην εσχατιά, δοκιμασμένος. Κι οι άνθρωποι αδροί, ένα με το τοπίο.

Με μάτια ξένου κοιτάζω τον τόπο, μέχρι να βγουν οι πρώτες καυτές τσιγαρίδες από καζάνι, μέχρι η πρώτη γουλιά τσίπουρου να κατηφορίσει ανάβοντας τα σωθικά. Ύστερα αρχίζουν να παίζουν τα χάλκινα. Ένας σκοπός κι άλλος σκοπός, ξεχασμένοι, ξεπηδούν από τα σκοτάδια, τόσο οικείοι που σε κινούν στο ρυθμό τους δίχως να το καταλάβεις, δίπλα στους άλλους που μερόνυχτα τώρα γυρίζουν παρέες -παρέες στις γειτονιές. Να αποχαιρετήσουν τον παλιό χρόνο που φεύγει. Χορεύοντας. Να καλωσορίσουν τον καινούριο. Χορεύοντας. Να τα ξορκίσουν όλα με το χορό. Παλιά, τωρινά και μελλούμενα. Περιφερόμενοι θίασοι με έναν αόρατο Διόνυσο μπροστά να τον ακολουθούν πιστά, κλαρίνα, νταούλια κι χορευτές εκστατικοί. Σολάρει κλαίγοντας το κλαρίνο, Τι ήθελα και σ` αγαπούσα και δεν κάθομαν καλά..., συνεχίζουν με καημό οι φωνές “πήρα ζάλη στο κεφάλι δυο μαχαίρια στην καρδιά” και το νταούλι που αντηχεί στα ξεχασμένα στενά να γίνεται μετρονόμος των εντός ρυθμών.

Τίποτα δεν άλλαξε. Τα βασικά συστατικά, ίδια. Όλα, εκτός από το χιόνι που έντυνε παλιές πρωτοχρονιές. Ειδικά εκείνη που αρχειοθετήθηκε στη μνήμη όχι επίσημα με αριθμό σαν όλες τις άλλες, μα με τον τίτλο “ο χορός του Παύλου”.

Γυρίζαμε και τότε όπως τώρα, μέρες και νύχτες στη σειρά, άυπνοι, μούσκεμα στον ιδρώτα που άχνιζε στην παγωνιά, μούσκεμα και τα παπούτσια μας απ` το χιόνι που τσαλαβουτούσαμε χορεύοντας. Μούσκεμα στη ζωή που ανέτειλε μπροστά μας τα πάντα υποσχόμενη. Ένα μπουλούκι παλλόμενο στο χιονισμένο τοπίο. Στο κέντρο οι οργανοπαίκτες και γύρω τους εμείς. Όπως ακριβώς οι πατεράδες μας κι οι παππούδες μας πριν από μας.



Γύρισε ο χρόνος στο δρόμο. Στις έξι το πρωί πια είπαμε να επιστρέψουμε στα σπίτια μας για φαγητό και λίγο ύπνο. Να μαζέψουμε δυνάμεις, γιατί το γλέντι συνεχιζόταν όλη την πρώτη αλλά και τη δεύτερη μέρα του χρόνου. Άρχισε να ρίχνει πυκνό χιόνι πάνω στο ήδη στρωμένο. Σηκώσαμε τα κεφάλια ψηλά και δεν το χορταίναμε έτσι όπως το έφερνε η νύχτα πάνω στα αναψοκοκκινισμένα μας πρόσωπα. Με τη φωνή βραχνή, συνεχίσαμε απτόητοι “Ήθελα να `ρθω το βράδυ μ` έπιασε ψιλή βροχή...” όταν από το πουθενά ακούστηκε απάντηση από ένα κλαρίνο “Ας ερχόσουνα βρε ψεύτη κι ας γινόσουν παπί”. Ύστερα η μουσική σταμάτησε σαν να περίμενε από μας τη συνέχεια. Τη δώσαμε- “Είχα ρούχα να σ` αλλάξω πάπλωμα να σκεπαστείς”- προσπαθώντας ανάμεσα στις νυφάδες να ξεχωρίσουμε ποιός ήταν αυτή η σκιά που κατηφόριζε από το στενό και μας πλησίαζε στο σκοτάδι. Δεν τον αναγνωρίσαμε παρά μόνο όταν απάντησε κι αυτός με τη σειρά του το τελευταίο και πιο γλυκο “και κορμάκι να αγκαλιάσεις μέχρι να το βαρεθείς”. Ήταν ο μπαρμπα Νίκος, το πρώτο κλαρίνο, ο μύθος της περιοχής. “Άντε, να σας πάω μέχρι την πλατεία” πρότεινε μετά τις ευχές που ανταλλάξαμε.

Έπιασε τα ηπειρώτικα. Αργά, στιβαρά, όπως πρέπει, χωρίς εύκολα τσαλίμια. Περνούσε μαγικά απο τον ένα σκοπό στον άλλο, τους ζευγάρωνε περιπλέκοντάς τους με όλους τους δυνατούς τρόπους κι ύστερα τους ξεχώριζε πάλι ένα -ένα για να βάλει στην συνέχεια κι άλλους δίπλα στους πρώτους. Λουφάξαμε περπατώντας δίπλα του, άσπροι από το χιόνι. Πάνω στο κλαρίνο οι νιφάδες στεκόταν μια στιγμή κι ύστερα έλυωναν και κυλούσαν σταγόνες. Ύστερα πιάνοντας άλλους ρυθμούς πιο γρήγορους, αμυδρά οικείους, ξέφυγε από τα σύνορα παρασύροντάς μας σε ένα ανέλπιστο γύρο στα Βαλκάνια. Ο δικός μας Miles είπε σιγανά ο Παύλος που λίγες μέρες πριν μου είχε ετοιμάσει μια ενενηντάρα κασέτα, ρίχνοντάς με στα βαθιά του Davis.

Στην πλατεία δεν υπήρχε ψυχή ζώσα. Στην άκρη της μεσ` το σκοτάδι το λεωφορείο του ΚΤΕΛ χιονισμένο κι αυτό, με αναμμένη τη μηχανή και σβηστά φώτα. Στο τιμόνι ο πατέρας του Παύλου, περίμενε να πάει 6:30 για το πρώτο, χωρίς επιβάτες δρομολόγιο της χρονιάς. “Μπαρμπα Νίκο, Μήλο μου κόκκινο να χορέψουμε για τον πατέρα μου!”, έριξε ο Παύλος την παραγγελιά βάζοντας ένα διπλωμένο χαρτονόμισμα στη τσέπη του μουσικού. “Για τον πατέρα σου θα παίξω αυτό που μου ζητούσε συνέχεια όταν αγάπησε τη μάνα σου. Και θα το χορέψεις μόνος σου” είπε ο μουσικός με φωνή που δεν σήκωνε αντίρρηση και του έδωσε πίσω το χαρτονόμισμα λέγοντάς του μαλακά αυτή τη φορά: “Κράτησέ τα παιδί μου. Μου έχει δώσει τόσα ο πατέρας σου που φτάνουν να παίζω τζάμπα όχι μόνο για σένα αλλά και για τα παιδιά σου. ”

Ο Παύλος στάθηκε μπροστά στο λεωφορείο κοιτάζοντας τον πατέρα του στα μάτια. Ύστερα, έβγαλε το παλτό του και το πέταξε σε μας που είχαμε μαζευτεί γύρω του. Ο μπαρμπα Νίκος σκούπισε προσεκτικά με το μαντήλι του το κλαρίνο, έριξε δυό τρεις δοκιμαστικές νότες στον αέρα κι ύστερα άρχισε να παίζει την κοντούλα λεμονιά.

Ο Παύλος, άφησε να φύγουν τα πρώτα μέτρα μέχρι να καταλάβει ο πατέρας του μέσα από τα κλειστά παράθυρα ποιο ήταν το τραγούδι κι όταν τον είδε να κάνει νεύμα στο μουσικό “μα που το θυμήθηκες μπαγάσα;” σήκωσε τα χέρια του κι άρχισε να χορεύει αργά, το δικό το σόλο. Τότε ο πατέρας του άναψε τους προβολείς κι έλαμψε το πουκάμισο του Παύλου μέσα στη νύχτα λευκό σαν τις νιφάδες που είχαν πυκνώσει.

Να ζήσεις χίλια χρόνια μάστορα!” φώναξε ο Παύλος στο τέλος κι ενώ το λεωφορείο έστριβε πια στον κεντρικό δρόμο. Τώρα που το καλοσκέφτομαι, δεν έπιασε εκείνη η ευχή του. Ο μπαρμπά Νίκος έφυγε λίγα χρόνια αργότερα στα εβδομήντα πέντε του αλλά τον ξεπροβόδησαν πενήντα κλαρίνα που μαζεύτηκαν εδώ από όλες τις γύρω περιοχές- περνώντας ακόμα και σύνορα - κι έκαναν τα μάρμαρα να τρέμουν την ώρα που τον κατέβαζαν στο χώμα.






Παρασκευή 10 Δεκεμβρίου 2010

Let it snow...γαμώτο!

.

Η πρώτη δοκιμασία στα χιόνια είναι σχετικά εύκολη. Πρέπει να διασχίσεις την εικόνα από πάνω δεξιά μέχρι κάτω αριστερά με τέσσερα βήματα, ούτε λιγότερα ούτε περισσότερα και κυρίως δεν πρέπει να πατήσεις πάνω σε αυτές τις ωραίες παράλληλες γραμμές. Κάθε φορά που πατάς γραμμή αφαιρούνται πόντοι. Πόσοι μη με ρωτάς, είναι καινούριο το παιχνίδι δεν ξέρω πώς ακριβώς παίζεται.




Στη δεύτερη πίστα τα πράγματα δυσκολεύουν. Πρέπει να πλησιάσεις το άλογο- αθόρυβα για να μην το τρομάξεις- να καταφέρεις να το καβαλήσεις χωρίς σέλα και χαλινάρια και βέβαια χωρίς να σε ρίξει ούε μια φορά από τη ράχη του. Στις δύο πτώσεις – άντε στις τρεις – λέω να μηδενίζεσαι και να πρέπει να πας πίσω στην πρώτη πίστα.




Στη συνέχεια καλπάζεις προς το βάθος, εκεί που βλέπεις την ομίχλη. Δρόμο παίρνεις, δρόμο αφήνεις. Μπορεί αυτή η πίστα να φαίνεται εύκολη αλλά είναι κουραστική γιατί η απόσταση είναι μεγάλη και δεν πρόκειται να συναντήσεις κανένα για να σου δείξει το δρόμο. Αν παρ` ελπίδα συναντήσεις τη Χιονάτη, ή τη Σταχτοπούτα να τις πάρεις μαζί σου τρικάβαλο και στο τέλος του παιχνιδιού να δώσεις από μια, στη Riski και στη Φοράδα. Αν πάλι συναντήσεις έναν ηλικιωμένο κύριο πάνω σε έλκηθρο ντυμένο στα κόκκινα είναι απλώς οφθαλμαπάτη. Ο Άγιος Βασίλης υπάρχει, αλλά δεν θα έρθει φέτος.



Φτάνοντας σε αυτή τη πίστα, λογικά πρέπει να έχεις συγκεντρώσει 2010 πόντους. Πάρε μια ανάσα και ξεκαβαλίκεψε. Το βλέπεις το τέρας; Στέκεται εκεί απειλητικό και σε εμποδίζει να προχωρήσεις για να ολοκληρώσεις το παιχνίδι. Πρέπει να του επιτεθείς αμέσως! Φτιάξε γρήγορα όσο περισσότερες μπάλες μπορείς και εξουδετέρωσέ το από απόσταση ασφαλείας.


Η τελευταία και πιο δύσκολη δοκιμασία είναι τα παγωμένα νερά. Πρέπει να βουτήξεις και να κολυμπήσεις χωρίς να βγάλεις άχνα. Αν δεν τα καταφέρεις χάνεις όλους τους πόντους που έχεις συγκεντρώσει μέχρι εκείνη τη στιγμή και το δικαίωμα να παίξεις από την αρχή. Αν όμως τα καταφέρεις και βγεις σώος στην άλλη όχθη...σε περιμένει έπαθλο!



Έτσι όπως θα είσαι παγωμένος/η θα συναντήσεις τον/την πρίγκιπα/ισσα σου που θα είναι κι αυτός/η κρύσταλλο σαν κι εσένα. Χωρίς δεύτερη σκέψη θα ανταλλάξετε ένα επικίνδυνα θερμό φιλί μπροστά σε χριστουγεννιάτικο δέντρο ενώ ο Dean Martin θα τραγουδάει μόνο για σας το Let it snow.


Αν πάλι έχεις βαρεθεί να φιλάς πρίγκιπες που αμέσως γίνονται βάτραχοι και πριγκίπισσες που μεταμορφώνονται σε στρίγκλες τότε κερδίζεις μόνο έναν παγωμένο ιστό αράχνης.


Καλό Σαββατοκύριακο.



Οι φωτογραφίες είναι κατά σειρά των Susana Vera, Vincent Kessler, Michael Buholzer , GLYN KIRK, Vladimir Nikolsky, JIM WATSON και Christopher Furlong. Όλες από εδώ .


Μουσική: Let it snow με το Beegie Adair Trio



Σάββατο 10 Απριλίου 2010

Οι γυμνές πατούσες


Το νησί μικρό. Κουτσουλιά γλάρου που πέτρωσε στο Αιγαίο. Κρησφύγετα πειρατών κοντραμπάντο μέχρι και πριν από έναν αιώνα οι βορινές σπηλιές του, στον εικοστό πρώτο έγιναν καταφύγια για τους ξαφνικούς έρωτες που ανάβουν και φουντώνουν στην κάψα του καλοκαιριού, όταν το νησί βουλιάζει από τους τουρίστες.

Τριακόσιες ψυχές μόνιμες, ριζωμένες εκεί με πείσμα, τρέχουν αλλόφρονες στη φουλ σαιζόν κι ύστερα τους άλλους μήνες ζουν και γεννοβολάν. Πολλά παιδιά. Σμάρι ολόκληρο που γεμίζει δημοτικό, γυμνάσιο και λύκειο. Καθηγητές και δάσκαλοι θρηνούν στο διορισμό ή στη μετάθεση καθώς αντικρίζουν στο χάρτη την κουκκίδα αλλά μετά δε θέλουν να φύγουν. Θρυλικά τα γλέντια του χειμώνα, βουτηγμένα σε καζάνια κακαβιάς, σε πέλαγα ρακής, δεμένα με χορούς κυκλωτικούς μέχρι τελικής πτώσης όταν χαράζει στο Αιγαίο.

Το δημοτικό μόλις είκοσι μέτρα από τη θάλασσα, το γυμνάσιο λίγο πιο πάνω. Στα διαλείμματα, με σπαρταριστή τρεχάλα η μαρίδα ξεφωνίζοντας φτάνει στη Άμμο. Αμούστακα αντράκια με το πρώτο γρέζι στη φωνή, βγάζουν παπούτσια, στήνουν πρόχειρα τέρματα δίπλα στο κύμα κι ιδροκοπάν με τσαλίμια πίσω από την μπάλα. Σόλες οι πατούσες τους από τη διαρκή ξυπολυταρία σακατεύουν τα καλοκαίρια τους πρωτευουσιάνους αντιπάλους με τα ακριβά ποδοσφαιρικά παπούτσια που τολμούν να αναμετρηθούν με τα αγριμάκια.

Χτυπάει το κουδούνι για μέσα και δεν το ακούνε, άδειες οι τάξεις, αναγκάζονται καθηγητές και δάσκαλοι να κατηφορίσουν μέχρι τη παραλία. Άντε όμως να τα μαζέψεις. Άντε τα μαντρώσεις πάλι στους τέσσερις τοίχους. Και καλά όταν παίζουν μπάλα. Κάτι γίνεται. Όταν όμως είναι καλός ο καιρός βουτάνε μέχρι τις βάρκες του παππού, του πατέρα ή του θείου και ανασύρουν πετονιές και κρυμμένα δολώματα για να παίξουν τους μεγάλους ψαράδες μέχρι να τσιμπήσει το ψάρι.

Ύστερα μεταφέρουν το τρόπαιο σε πομπή, ξυπόλυτοι μέχρι το σπίτι για να το παραδώσουν αναψοκοκκινισμένοι στη μάνα που ήδη τηγανίζει τη πρωινή ψαριά του πατέρα. Κι αυτή η αχάριστη αντί να τους επιβραβεύσει με ένα 'μπράβο', τους κοιτάζει στα πόδια και ωρύεται για τα παπούτσια που παράτησαν στην Άμμο κι όπως όλες τις άλλες φορές “θα τα πάρει το κύμα”. Αλλά όσο κι αν φωνάξει αυτά τίποτα: θαρρείς και με τις πατούσες τους νογάνε τον κόσμο.

Η γεωγραφία που κατέχουν άριστα, περιλαμβάνει μόνο την ύλη του νησιού τους και των γύρω βραχονησίδων. Εκεί διαπρέπουν. Πέρα από τα τοπωνύμια που παίζουν στα δάχτυλα, έχουν βυθομετρήσει με βουτιές τη θάλασσα ένα γύρο, έχουν χαρτογραφήσει κόλπους, σπηλιές, θαλάμια χταποδιών και σκοτεινά λαγούμια που λάμπουν μάτια σμέρνας.

Πέρα από τα στενά χωρικά τους ύδατα, άντε και δυο -τρία κοντινά νησιά που είχαν επισκεφτεί με ναυλωμένο το τοπικό σκυλοπνίχτη σε ολιγοήμερες σχολικές εκδρομές - και βέβαια τον Πειραιά σε εξαιρετικές όμως περιπτώσεις- δεν είχαν αντικρίσει ποτέ άλλη πόλη, χωριό, λαγκάδι, ποτάμι, λίμνη ή βουνοκορφή.

Εξώκειλε κάποια χρονιά στο νησί φωτισμένος δάσκαλος που παρατήρησε πόσο στενά ήταν τα γεωγραφικά τους όρια και πρότεινε στο Σύλλογο Γονέων και Κηδεμόνων να ταξιδέψουν επιτέλους τα παιδιά και λίγο μακρύτερα. Τους έπεισε. Πήραν λοιπόν τις μέρες της κανονικής εκδρομής κόλλησαν από δίπλα και μερικές από τις διακοπές του Πάσχα και απέπλευσαν με μπουνάτσα και ζέστη καλοκαιρινή από το νησί τους με το καράβι της γραμμής βάζοντας ρότα την άλλη Ελλάδα. Την άγνωστη.

Πρώτη μέρα Αθήνα, Ακρόπολη, Αρχαιολογικό, βόλτες στην Πλάκα και το βράδυ στην ταβέρνα το “Αρμενάκι”. Σηκώθηκαν τα μικρά και χόρεψαν με την ψυχή τους και οι ξενιτεμένοι κυκλαδίτες που ξεγελούσαν συχνά την νοσταλγία τους σε αυτήν τη ψαροταβέρνα, τα καμάρωναν αλλά την ίδια στιγμή ζήλευαν που τα δικά τους παιδιά όχι μόνο δεν ξέραν να χορεύουν ούτε συρτό, αλλά σπάνια τους ακολουθούσαν στα νησιώτικα γλέντια.

Τις επόμενες μέρες πήραν να ανηφορίζουν. Πρώτος σταθμός οι Δελφοί της Πυθίας κι από κει το θαύμα των Μετεώρων κι ύστερα τα Γιάννενα του Αλή Πασά και της κυρά Φροσύνης κι έπειτα η άλλη λίμνη, της Καστοριάς. Δε χορταίναν - κι ας ζαλίζονταν στο λεωφορείο όπως οι στεριανοί στη θάλασσα - να κοιτάζουν με τα πρόσωπα κολλημένα στα τζάμια που θόλωναν απ` τις ανάσες τους, το άγνωστο: την πράσινη θάλασσα του απέραντου κάμπου της Θεσσαλίας να κυματίζει σπαρμένη, τα σπίτια που δεν είχαν ασβεστωμένα επίπεδα δώματα αλλά κόκκινες στέγες, τα ποτάμια που αφρισμένα τρέχανε κλωθογυρίζοντας να ενωθούν με τη θάλασσα και τα βουνά, τα απρόσιτα όνειρα των βουνών της άνοιξης που έστηναν στιβαρά το ένα μετά το άλλο τη ραχοκοκκαλιά της Πίνδου.



Σε μια στροφή του δρόμου λίγο πριν φανεί η Φλώρινα – το πιο βόρειο σημείο της εκδρομής - ξαφνικά, εκεί που δεν περίμεναν πια να νοιώσουν κι άλλη έκπληξη, αντίκρισαν για πρώτη φορά στη ζωή τους χιόνι. Όλο το τοπίο, μέχρι εκεί που έφτανε το μάτι, κάτασπρο. Το “ααα...” που βγήκε από όλους έκανε τον οδηγό του λεωφορείου να σταματήσει. Άνοιξε τις πόρτες και τα αγριμάκια του νησιού, βγήκαν ήσυχα ήσυχα το ένα μετά το άλλο με γουρλωμένα μάτια. Προχώρησαν λίγο κοιτάζοντας έκπληκτα τα ίχνη τους στο απάτητο χιόνι, ακούγοντας με δέος το τρίξιμο στα βήματά τους κι ύστερα, θες γιατί φοβήθηκαν ότι θα το λέρωναν, θες γιατί με μόνο με τις γυμνές πατούσες τους ξέρανε να νογάνε τον κόσμο, πέταξαν παπούτσια και κάλτσες κι άρχισαν να τρέχουν ξυπόλυτα στη πρώτη τους χιονισμένη πλαγιά.



Θυμήθηκα την παραπάνω ιστορία με αφορμή ένα σχόλιο του κυρίου Σελιτσάνου στις 14 Σεπτεμβρίου 09 στην ανάρτηση Carte-Postale που μεταξύ των άλλων έλεγε: “ Πρέπει να ταξιδέψεις για να δεις πύργους.” Του είχα υποσχεθεί ότι θα τη γράψω και θα του την αφιερώσω, αλλά περιμένοντας να χιονίσει στην Αθήνα...την ξέχασα. Όμως ήρθε πρόσφατα ένα σχόλιο της Elva για τα χιόνια που εκεί πάνω επιμένουν, για να μου θυμίσει και την ιστορία και την υπόσχεση.

Στην Elva και στον κύριο Σελιτσάνο, λοιπόν!


Η φωτογραφία από εδώ.

Μουσική:Hoofbeats του Nicola Piovani από το shoundtrack της ταινίας του Sergey Bodrov, Running Free του 1999

Κυριακή 22 Φεβρουαρίου 2009

Τον κακό σας τον καιρό!

Ο ρεπόρτερ ήταν κατάλληλα ντυμένος. Aδιάβροχο πανωφόρι ειδικό για ανάβαση σε απρόσιτες κορυφές σε έντονο πορτοκαλί χρώμα που όταν η ομίχλη καλύψει τα πάντα θα διακρίνεται στο χιονισμένο πλάνο, στο έκτακτο δελτίο με την παγκόσμια αποκλειστικότητα, ενώ στο κάτω μέρος της οθόνης θα ρέει η σύνοψη της καταστροφής: «Χιόνια στη Μαλακάσα».

Πέρα από το ντύσιμο, η όλη στάση του σώματος, η ένταση της φωνής, τα λεγόμενα, το νυχτερινό πλάνο στην ερημιά του Θεού, ήταν ικανά να δημιουργήσουν κλίμα πανικού. Αν έκλεινες τον ήχο θα έλεγες ότι ήταν στα περίχωρα της Βαγδάτης το βράδυ της 19ης Μαρτίου του 03 και από στιγμή σε στιγμή θα ξεσπούσαν οι πρώτοι βομβαρδισμοί. Χθες βράδυ αυτά σε δελτίο καιρού. Λίγο μετά μέσα στη νύχτα βγήκα να καλύψω τις γλάστρες πριν εξαφανιστούν κάτω από τη λευκή επερχόμενη- κατά τον ρεπόρτερ- απειλή.

Πώς περάσαμε άραγε από τις μελό περιγραφές περασμένων δεκαετιών «ντύθηκε στα λευκά η Νύφη του Θερμαϊκού» στην τρομοκρατία των ακραίων καιρικών φαινομένων; «Σιβηρία το Νευροκόπι» Από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου το Νευροκόπι κατέχει σταθερά το πανελλήνιο ρεκόρ των αρνητικών προσήμων. «Πολικό ψύχος στη Ρουμανία» Η Ρουμανία είναι γνωστή για τους δύσκολους χειμώνες της και για το Δράκουλα της. «Δέκα υπό το μηδέν το θερμόμετρο στην Καστοριά» Παλιότερα περιμένανε να παγώσει η λίμνη για να τη διασχίσουν πεζή ή με κάρα. «Παγίδες θανάτου οι παγωμένοι δρόμοι…να αποφεύγονται οι άσκοπες μετακινήσεις»… Άπειρες κλισέ εκφράσεις, ανούσια λεκτικά πυροτεχνήματα, στομφώδης εκφώνηση και μουσική υπόκρουση υπερπαραγωγής στα δελτία καιρού με μόνη επιδίωξη μεγαλύτερα ποσοστά τηλεθέασης μέσω του φόβου που μπορούν τελικά να ενσπείρουν με μια «είδηση» για το απόλυτα φυσικό: τα χιόνια και τις χαμηλές θερμοκρασίες στη διάρκεια του χειμώνα.


Έπλυνα τα χέρια από τα χώματα και άρχισα να ψάχνω ένα απόκομμα εφημερίδας που είχα φυλάξει με την εικόνα ενός άραβα – του πιο χαρούμενου που έχω δει ποτέ- να παίζει με τα χιόνια πέρυσι κάπου στη Μέση Ανατολή. Αυτό μάλιστα! Ήταν ακραίο καιρικό φαινόμενο και επομένως είδηση. Χιόνια στο Αμάν, στη Βηρυτό, χιόνια μετά από πολλά- πολλά χρόνια στην Ιερουσαλήμ, από όπου και η φωτογραφία μια που το απόκομμα τελικά δε βρέθηκε .

(η φωτό τελικά βρέθηκε  στο διαδίκτυο


Στο μεταξύ δραπετεύει και ο Παλαιοκώστας –Πάντα Κυριακή ο αθεόφοβος- για δεύτερη φορά με τον παλιό καλό δοκιμασμένο κινηματογραφικό τρόπο του ελικοπτέρου. Mόλις τοο έμαθα,  σκέφτηκα ότι μετά την τρίτη φορά ούτε κι αυτό θα πρέπει να αποτελεί είδηση.