Πρώτα
ακούω τη μουσική κι ύστερα στρίβοντας,
μακριά, στο βάθος του δρόμου βλέπω τα
φώτα. Σάββατο βράδυ, Μεταξουργείο,
αλλόκοτη υγρασία κι ερημιά. Ένα κλαρίνο
σολάρει κι ο ενισχυτής στέλνει τον ήχο
δυνατό μέχρι τη Λένορμαν. Είναι ντόμπρα
αυτή η μουσική. Αυτάρκης. Παντός καιρού.
Κι ή σε αρπάζει από τη ψυχή ή σε διώχνει
αμέσως. Δεν έχει ενδιάμεσο. Εμένα μ`
αρπάζει, αλλάζω δρόμο και καθώς πλησιάζω
αλλάζει ο ρυθμός: το βαρύ συρτό στα τρία,
γυρίζει απότομα σε ένα τρελό τσιφτετέλι.
Στη
τζαμαρία του καφενείου αυτοκόλλητα,
μεγάλο το “Απαγορεύεται το κάπνισμα”
-μέσα ντουμάνι- πιο μικρά το “είσοδος”,
το “σύρατε” και το κόκκινο βέλος
που δείχνει την κατεύθυνση του “σύρατε”.
Μέσα, στο βάθος ξύλινα ράφια για τα ποτά,
ίδιο ξύλο το μπαρ -εκεί μισοφαίνονται
δυο καλοντυμένες κοπέλες - δεξιά ψηλά
μια τηλεόραση που μεταδίδει βουβά έναν
αγώνα από το αλβανικό πρωτάθλημα. Λίγα
τραπέζια, μόνο άντρες καθισμένοι γύρω,
πάνω μπουκάλια, ποτήρια, κόκα κόλες
κουτάκια και ξηροκάρπια. Κάτω πατημένα
λουλούδια και σκόρπια πέταλα. Αριστερά
στη γωνία, το κλαρίνο δίπλα στον ενισχυτή.
Στο αρμόνιο κανείς.
Πρώτο
πλάνο, στο κέντρο: η μικρή. Γύρω της στα
παλαμάκια πέντε άντρες. Πατέρας,
συγγενείς, οικογενειακοί φίλοι; Δε με
απασχολεί. Το καμάρι βλέπω στα μάτια
τους και τη μικρή Μπουρνοβαλιά που
λικνίζεται σα μεγάλη. Μάγισσα. Μάγισσα
σωστή. Αερικό με κίνηση γυναίκας που
ξέρει, γυναίκας που ποθεί και πρόσωπο
παιδιού που δεν ξέρει -ούτε καν υποψιάζεται-
παιδιού που χαίρεται τα παλαμάκια, την
προσοχή των μεγάλων, το ”μπράβο” στα
μάτια τους. Μια αθώα ντίβα, με κορμί
φιδίσια καμωμένο. Κάποιος από την
παρέα με βλέπει να φωτογραφίζω κι ανοίγει
την πόρτα για να με διευκολύνει. Τότε
με παίρνει είδηση κι μικρή· λάμπει το
μάτι της στη θέα του φακού. Τα δίνει όλα
με ύφος θριαμβευτικό. Αγνά αυτάρεσκο.
Και σε κάθε της στροφή μου χαρίζει ένα
χαμόγελο.
“Γιατί
βγάζεις; Ποιος είσαι εσύ;” Έτσι
γονατισμένος που είμαι με τη μηχανή να
κλέβει αχόρταγα σκηνές και χαμόγελα,
βλέπω πρώτα δίπλα μου στο πεζοδρόμιο
τα παπούτσια του καταστηματάρχη κι
ύστερα καθώς σηκώνομαι, το οργισμένο
του πρόσωπο. “Τι θες εδώ; Γιατί βγάζεις;
Έξι μέρες δουλειά δεν έχουμε το δικαίωμα
να γλεντήσουμε ένα βράδυ με την ησυχία
μας;” Μουρμουρίζω ένα “συγνώμη”
απάντηση σε όλες τις ερωτήσεις του κι
ένα πολύ πιο σιγανό “αν θέλεις τις
σβήνω όλες τώρα” με σκυμμένο κεφάλι αντί να
τον κοιτάξω ίσια στα μάτια και να
ομολογήσω: “Ζήλεψα ρε φίλε. Ζήλεψα το
κέφι σας, την παρέα σας, ζήλεψα το χαμόγελο
της μικρής, το χορό της. Ζήλεψα. Αυτό
είναι όλο· ζήλεψα κι είπα να κρατήσω
μια τζούρα απ` τη χαρά σας, να έχω να
πορεύομαι.”
Με
ζύγιζε με το βλέμμα, λες κι άκουγε την
παρέλαση των βουβών μου “ζήλεψα” κι
εγώ κοίταζα ακόμα κάτω, τα παπούτσια
του και κλεφτά τη μικρή μέσα που είχε
σταματήσει να χορεύει και παρακολουθούσε
αμήχανη. “Άμα θες, τις σβήνω” ξανάπα
με μισή καρδιά. Μ` άφησε έτσι να περιμένω
την άφεση ή την καταδίκη, σαν το σκυλί με την ουρά στα σκέλια και τελικά
φώναξε: “Μιμόζα, πιάσε δύο τσίπουρα”.
Μια από τις κοπέλες ήρθε αμέσως έξω με
τα χοντρά ποτήρια ξέχειλα στο δίσκο.
“Στην υγειά σου” είπε τσουγκρίζοντας
το ποτήρι μου και επιτέλους μου ήρθε
σαν επιφοίτηση η λέξη που έψαχνα από τη
στιγμή που άκουσα να φωνάζει για τα
τσίπουρα. “Gëzuar”* είπα θαρρετά και τσούγκρισα πάνω στο
έκπληκτο βλέμμα του.
Σπίρτο
το τσίπουρο στην κάθοδό του με έκαψε
τόσο που βούρκωσα χωρίς να το καταλάβω.
Το πρόσεξε και μου είπε:
“Άμαθος φαίνεσαι. Κι από πιοτό κι από
ζωή.”
*Gëzuar, στην υγειά
*Gëzuar, στην υγειά





