Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα χορός. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα χορός. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 30 Μαΐου 2016

Music In Motion

Το περασμένο Σαββατοκύριακο, 28 και 29 Μαΐου 2016, πραγματοποιήθηκε στο Θέατρο Τριανόν, το 2ο Φεστιβάλ Music In Motion. Πρόκειται για ένα φεστιβάλ Κίνησης και Σύγχρονης Μουσικής που διοργανώνεται από το δίκτυο Music Is σε συνεργασία  με το χοροθέατρο Ακροποδητί, με στόχο την προώθηση της σύγχρονης δημιουργίας και την επικοινωνία των καλλιτεχνών που δρουν στο χώρο του σύγχρονου χορού και της σύγχρονης μουσικής. Παρουσιάστηκαν 11 νέες χορογραφίες πάνω σε 11 έργα σύγχρονης μουσικής. Οι εικόνες που ακολουθούν είναι από τις ομάδες που εμφανίστηκαν το Σάββατο 28. 


-Fragile Geography-

Χορογραφία: Antifragile Collective (Ι. Αντώναρου, Α. Γούβη, Α. Καραχανίδης, Η. Καλαποθαράκου, Δ. Κουτσούμπας, Α. Ψυχογιοπούλου) / Μουσική: Ζωή  Ευσταθίου

Ερμηνεύουν: Ιωάννα Αντώναρου, Αγγελική Γουβή, Δημήτρης Κουτσούμπας, Αναστάσης Καραχανίδης, Αριάδνη Ψυχογιοπούλου, Ηλιάνα Καλαποθαράκου, Ζωή Ευσταθίου, Βαλεντίνα Παρασκευαίδου, Egil Kalman, Rudolfs Macats


-Moving Sound-

Χορογραφία: Άρης Παπαδόπουλος-Μάρθα Πασακοπούλου / Γραφική παρτιτούρα: Αλέξης Πορφυριάδης 

Ερμηνεύουν: Άρης Παπαδόπουλος, Μάρθα Πασακοπούλου




-Ξέν(ο)ια-

Χορογραφία: Βαγγέλης Παπαδάκης / Μουσική:  Τάκης Μπαρμπέρης

Ερμηνεύει η Βίκυ Παπανικολάου




-Time Audity-

Χορογραφία: Ομάδα Στιγμή / Μουσική: Φανή Κοσώνα
Ερμηνεύουν: Ομάδα Στιγμή: Ίρις Φουστέρη, Γιούλη Γούτσιου, Αντωνία Δάκου




-Talus-

Χορογραφία: Αλέξανδρος Μιχαήλ / Μουσική: Μάνος Παναγιωτάκης 

Ερμηνεύει ο Αλέξανδρος Μιχαήλ





 -in-forest-

Χορογραφία: Blossom Threes / Μουσική: Γιάννης Γαλίτης  
Ερμηνεύουν: Blossom Threes: Πηγή Λομποτέση, Άννα Ουζουνίδου, Ελένη Παγκαλιά



Δευτέρα 19 Δεκεμβρίου 2011

Μικρή Μπουρνοβαλιά


Πρώτα ακούω τη μουσική κι ύστερα στρίβοντας, μακριά, στο βάθος του δρόμου βλέπω τα φώτα. Σάββατο βράδυ, Μεταξουργείο, αλλόκοτη υγρασία κι ερημιά. Ένα κλαρίνο σολάρει κι ο ενισχυτής στέλνει τον ήχο δυνατό μέχρι τη Λένορμαν. Είναι ντόμπρα αυτή η μουσική. Αυτάρκης. Παντός καιρού. Κι ή σε αρπάζει από τη ψυχή ή σε διώχνει αμέσως. Δεν έχει ενδιάμεσο. Εμένα μ` αρπάζει, αλλάζω δρόμο και καθώς πλησιάζω αλλάζει ο ρυθμός: το βαρύ συρτό στα τρία, γυρίζει απότομα σε ένα τρελό τσιφτετέλι.

Στη τζαμαρία του καφενείου αυτοκόλλητα, μεγάλο το “Απαγορεύεται το κάπνισμα” -μέσα ντουμάνι- πιο μικρά το “είσοδος”, το “σύρατε” και το κόκκινο βέλος που δείχνει την κατεύθυνση του “σύρατε”. Μέσα, στο βάθος ξύλινα ράφια για τα ποτά, ίδιο ξύλο το μπαρ -εκεί μισοφαίνονται δυο καλοντυμένες κοπέλες - δεξιά ψηλά μια τηλεόραση που μεταδίδει βουβά έναν αγώνα από το αλβανικό πρωτάθλημα. Λίγα τραπέζια, μόνο άντρες καθισμένοι γύρω, πάνω μπουκάλια, ποτήρια, κόκα κόλες κουτάκια και ξηροκάρπια. Κάτω πατημένα λουλούδια και σκόρπια πέταλα. Αριστερά στη γωνία, το κλαρίνο δίπλα στον ενισχυτή. Στο αρμόνιο κανείς.

Πρώτο πλάνο, στο κέντρο: η μικρή. Γύρω της στα παλαμάκια πέντε άντρες. Πατέρας, συγγενείς, οικογενειακοί φίλοι; Δε με απασχολεί. Το καμάρι βλέπω στα μάτια τους και τη μικρή Μπουρνοβαλιά που λικνίζεται σα μεγάλη. Μάγισσα. Μάγισσα σωστή. Αερικό με κίνηση γυναίκας που ξέρει, γυναίκας που ποθεί και πρόσωπο παιδιού που δεν ξέρει -ούτε καν υποψιάζεται- παιδιού που χαίρεται τα παλαμάκια, την προσοχή των μεγάλων, το ”μπράβο” στα μάτια τους. Μια αθώα ντίβα, με κορμί φιδίσια καμωμένο. Κάποιος από την παρέα με βλέπει να φωτογραφίζω κι ανοίγει την πόρτα για να με διευκολύνει. Τότε με παίρνει είδηση κι μικρή· λάμπει το μάτι της στη θέα του φακού. Τα δίνει όλα με ύφος θριαμβευτικό. Αγνά αυτάρεσκο. Και σε κάθε της στροφή μου χαρίζει ένα χαμόγελο.



Γιατί βγάζεις; Ποιος είσαι εσύ;” Έτσι γονατισμένος που είμαι με τη μηχανή να κλέβει αχόρταγα σκηνές και χαμόγελα, βλέπω πρώτα δίπλα μου στο πεζοδρόμιο τα παπούτσια του καταστηματάρχη κι ύστερα καθώς σηκώνομαι, το οργισμένο του πρόσωπο. “Τι θες εδώ; Γιατί βγάζεις; Έξι μέρες δουλειά δεν έχουμε το δικαίωμα να γλεντήσουμε ένα βράδυ με την ησυχία μας;” Μουρμουρίζω ένα “συγνώμη” απάντηση σε όλες τις ερωτήσεις του κι ένα πολύ πιο σιγανό “αν θέλεις τις σβήνω όλες τώρα” με σκυμμένο κεφάλι αντί να τον κοιτάξω ίσια στα μάτια και να ομολογήσω: “Ζήλεψα ρε φίλε. Ζήλεψα το κέφι σας, την παρέα σας, ζήλεψα το χαμόγελο της μικρής, το χορό της. Ζήλεψα. Αυτό είναι όλο· ζήλεψα κι είπα να κρατήσω μια τζούρα απ` τη χαρά σας, να έχω να πορεύομαι.”

Με ζύγιζε με το βλέμμα, λες κι άκουγε την παρέλαση των βουβών μου “ζήλεψα” κι εγώ κοίταζα ακόμα κάτω, τα παπούτσια του και κλεφτά τη μικρή μέσα που είχε σταματήσει να χορεύει και παρακολουθούσε αμήχανη. “Άμα θες, τις σβήνω” ξανάπα με μισή καρδιά. Μ` άφησε έτσι  να περιμένω την άφεση ή την καταδίκη, σαν το σκυλί με την ουρά στα σκέλια και τελικά φώναξε: “Μιμόζα, πιάσε δύο τσίπουρα”. Μια από τις κοπέλες ήρθε αμέσως έξω με τα χοντρά ποτήρια ξέχειλα στο δίσκο. “Στην υγειά σου” είπε τσουγκρίζοντας το ποτήρι μου και επιτέλους μου ήρθε σαν επιφοίτηση η λέξη που έψαχνα από τη στιγμή που άκουσα να φωνάζει για τα τσίπουρα. “Gëzuar”* είπα θαρρετά και τσούγκρισα πάνω στο έκπληκτο βλέμμα του.

Σπίρτο το τσίπουρο στην κάθοδό του με έκαψε τόσο που βούρκωσα χωρίς να το καταλάβω. Το πρόσεξε και μου είπε: “Άμαθος φαίνεσαι. Κι από πιοτό κι από ζωή.”


*Gëzuar, στην υγειά 






Δευτέρα 10 Οκτωβρίου 2011

Βήματα στο Σορόκο


Δώδεκα άτομα γύρω από το τραπέζι. Ντόπιοι, μετανάστες, τουρίστες κι έποικιοι. Πάνω στο τραπέζι πρόχειρα, ό τι βρέθηκε στα ψυγεία της ταβέρνας που σιγά σιγά αδειάζουν, καθαρίζονται και βγαίνουν από τη πρίζα. Γιγάντια ομελέτα με λουκάνικα, τυριά, ελιές, μπόλικη πιπεριά κι αυγά από τις αλανιάρες που μας ξυπνάνε κάθε πρωί με τα κακαρίσματά τους. Πατάτες τηγανητές, Ναξιώτικες, από αυτές που λένε ότι φτάνουν μέχρι Καναδά και γίνονται ανάρπαστες. Μια σαλάτα με ώριμες ντομάτες, κάπαρη, χοντροκομμένο κρεμμύδι και λίγο αγγουράκι. Και ψωμί χθεσινό, ψημένο στο φούρνο με λάδι πάνω του και μπόλικη ρίγανη. Είπαμε: ό τι έμεινε. Κρασί χύμα, Σαντορινιό και δυο τρεις μπύρες- οι τελευταίες στα καφάσια. Όχι πολύ παγωμένες- δεν το σηκώνει σήμερα ο καιρός. 

Μαζεμένοι κάτω από στέγαστρο που κόβει βροχή και σοροκάδα, μα αφήνει ανοιχτή μπροστά μας τη θέα της θάλασσας που αλλάζει χρώματα κι ένα κομμάτι συννεφιασμένου ουρανού. Μπερδεύονται οι μυρωδιές, οι γεύσεις, μπερδεύονται κι οι γλώσσες για τα καλά. Ελληνικά, νησιώτικα, αγγλικά, αλβανικά, γερμανικά, γαλλικά.

Αποφάγαμε και γυρίσαμε όλοι στη μεριά της θάλασσας. Τότε ήταν που έβγαλε μια ιδέα ήλιο. Φώτισε ο τόπος ξεπλυμένος και λαμπερός. Δυνάμωσε κι η μουσική. Μεράκλωσε ο Δημητρός, το αφεντικό, με την παρέα, με τα “γεια μας” και τα “εβίβα”. Φάνηκε το κέφι, πρώτα στο πλατύ χαμόγελο που φώτισε το πρόσωπό του κι ύστερα, όταν από τα ηχεία ακούστηκε παραπονιάρικα το Απειραθίτικο “Κάθε δεκαπέντε σύνα /ντιώμαι με τα μάτια κείνα” , μέτρησε τη διάθεση μας ένα γύρο κι ανακάθισε στην καρέκλα του. Είδε την κίνηση ο Γερμανός -είκοσι χρόνια τώρα το "κονάκι" του όπως λέει,  εδώ, νοιώθει ξένος μόνο όταν πάει “πάνω” τα Χριστούγεννα- κι έπιασε μια πετσέτα. 

Σηκώθηκε τότε ο Δημητρός για τη βρεγμένη πίστα, έβγαλε παπούτσια και πήγε στο κατόπι του ο Γερμανός να του κρατήσει αντί μαντήλι την πετσέτα, δεύτερος το χορό. Κοιτάχτηκαν στα μάτια στο “Προσπαθώ να σου ξεχάσω /μα δεν πάνε οι πόνοι πάσο”, ζύγισαν το ρυθμό και κίνησαν τα βήματα του αργού συρτού. Στα πόδια κοιτώντας, δεν ξεχώριζες ποιός είναι ο ξένος και ποιος είναι ο ντόπιος. Κι αν ξεστράτιζε για μια στιγμή το βλέμμα από τα πόδια στη βρεγμένη πίστα και έπεφτε έξι σκαλιά κάτω, στα κύματα που έφερνε ασταμάτητα ο Σορόκος, θα έβλεπες ότι είχαν τον ίδιο ρυθμό, τον ίδιο τρόπο με τα βήματα. Τόσο όμοια τα δυό τους που σε έκαναν να αναρωτιέσαι πάνω στη ζάλη, ποιό ξεκίνησε πρώτο: τα κύματα ή ο χορός. Και ποιό αντέγραψε το άλλο. 

Στο επόμενο τραγούδι σηκώθηκαν κι οι άλλοι. Γλέντι σωστό, άναψε μέρα -μεσημέρι  με το τίποτα. Μεγάλωσε ο κύκλος. Έγινε κι ο ρυθμός πιο ζωηρός. Το παράπονο του έρωτα όμως εκεί, το ίδιο, να κινεί το χορό και τον Κόσμο: Να σ` αγαπώ ήντα `θελα να έχω φουρνούνα και μπελά. Σκύβει χαμηλά, τσακίζει κι ύστερα φεύγει ψηλά, πετάει ο Δημητρός, πάντα πρώτος με την πετσέτα να έχει στριφογυρίσει χίλιες φορές στις στροφές του. Σαν να μην τον βαραίνουν, ούτε τα χρόνια στις φιγούρες του, ούτε η σαιζόν που μόλις έκλεισε κουτσουρεμένη από βοριάδες και κρίση, ούτε τα μαζέματα του μαγαζιού που δεν τελειώνουν, μα ούτε κι ο δύσκολος χειμώνας που είναι μπροστά μας. Πετάει και μας παρασύρει, όπως τον παρασύρει κι αυτόν το τραγούδι. Δε λογαριάζει ούτε τη βροχή, που μετά τη μικρή ανάπαυλα, ξεκίνησε πάλι να πέφτει σιγανά. Πετάει και ρίχνει με το “Σ` αγαπώ χωρίς να θέλω/ γιατί μοιάζεις των αγγέλω” κλεφτές ματιές στη Γαλλίδα που πιάστηκε κι αυτή στο τέλος του κύκλου, που δυσκολεύεται, μπερδεύει τα βήματα, μα συνεχίζει να ακολουθεί,  απτόητη, χαριτωμένη, πηδώντας σαν το κατσίκι έξω από το ρυθμό. 

Αφήνει τον κύκλο ο Δημητρός, στριφογυρίζει μόνος στο κέντρο κι έτσι περιστρεφόμενος φτάνει στο τέλος, της πιάνει το χέρι, αντιστρέφει τη φορά του χορού κι ύστερα τη φέρνει δίπλα του, ζευγαρωτά για να της δείξει τα βήματα. Την κοιτάζει στα μάτια κι έτσι παρασύρει το βλέμμα της από τα πόδια μας, ψηλά στο δικό του. Σιγά σιγά εκείνη πιάνει τα βήματα, ένα -δύο- τρία, το ρυθμό τους, καθώς την οδηγεί σταθερά με το ένα χέρι του στη μέση της και τ` άλλο να κρατάει ψηλά το δικό της. “Να πεις κόρη μου, την αλήθεια για μας” της λέει καθώς σβήνει το τραγούδι κι ενώ η βροχή έχει πια δυναμώσει,  προσθέτει σοβαρός: “Να πεις ότι εμείς δεν θα το βάλουμε κάτω”.


Το χάρηκε πολύ η Γαλλίδα. Σήμερα είναι η τελευταία της μέρα. Η ολιγοήμερη απόδρασή της από τη δουλειά, τελειώνει. Αύριο πίσω πάλι στην Αθήνα, για να συνεχίσει την έρευνα, τις συνεντεύξεις, και κυριώς την αναζήτηση πόρων για την υλοποίηση του ντοκιμαντέρ που λέει πως έχει στα σκαριά για την οικονομική κρίση και τις επιπτώσεις της στην ελληνική κοινωνία. Καθίσαμε πάλι κάτω από το στέγαστρο. Άδειασε η πίστα από τα βήματά μας και γέμισε νερά. Μαζέψαμε όλοι μαζί το τραπέζι κι ύστερα από λίγο ο Δημητρός έφερε ένα δίσκο ρακόμελα που άχνιζαν. 




για ευνόητους λόγους  

Τρίτη 24 Φεβρουαρίου 2009

Dance with me...


-Dean, επιτέλους έβαλε μουσική !
-Ναι Jerry, ακούω... είναι δικό μου τραγούδι .


η εικόνα από : http://www.observer.com/
*το τραγούδι αφιερώνεται στον PD
για την τεχνική υποστήριξη που παρείχε
*η εικόνα αφιερώνεται στον Κ.Κ.Μ για ευνόητους λόγους