Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα επιθέσεις. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα επιθέσεις. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 1 Ιουνίου 2011

Ραφαέλα Μερέντα




Τα `χω πάρει για τα καλά και το βιολί που τσιρίζει στα χέρια του αδιάβαστου ρίχνει λάδι στη φωτιά. Τα μέτρα επαναλαμβάνονται με τα ίδια κάθε φορά λάθη. Από τα ανοιχτά παράθυρα του Ωδείου δίπλα, ακούγεται η φωνή του δασκάλου που λέει: “πάμε πάλι από την αρχή”. Γκαζώνω το χορτοκοπτικό λες και είναι η Βασούλα στα νιάτα της, φοράδα με καινούριες πλατίνες και μπουζί και πάω καβάλα στην παραλιακή, τέρμα άνοιξη, τέρμα τα γκάζια και απόλυτα σίγουρος, ουρλιάζω μέσα από το κράνος “and the living is easy...Τότε, που ήταν ακόμα εύκολη.

Γκαζώνω κι αφήνω πίσω το χόρτο κανονικά νεοσύλλεκτο και ψαρωμένο. Χάνεται η στριγκλιά του βιολιού. Χάνονται και τα πουλιά που λυσάξανε να τα λένε μεταξύ τους στη λιακάδα. Ο κάδος φορτώνει. Ξεφορτώνω κι εγώ λίγο λίγο στον ιδρώτα την οργή. Στοπ της μηχανής, άδειασμα του κάδου και αυτός (με) το βιολί του, να συνεχίζει τα φάλτσα.

Ένα μουτράκι χωμένο στα κάγκελα, παρακολουθεί αμίλητο. Δυο μάτια απίστευτα μεγάλα. Δυσκολεύομαι ακόμα και να της χαμογελάσω, μα ένα γεια σου Ραφαέλα” δεν μπορώ, το λέω. Τα χέρια της σφίγγουν τα κάγκελα και σφουφρώνει τα χείλη. Ποτέ δεν απαντάει. Ποτέ δε γελάει. Δεν καταλαβαίνει ελληνικά ούτε το “γεια σου; Είναι η σοβαρότητα του τετράχρονου; Ποιός ξέρει. Μα έχω νεύρα, νεύρα πολλά και δεν το ψάχνω.

Ραφαέεελα!φωνάζει η μαμά της από απέναντι τραγουδώντας χαρακτηριστικά τα παραπάνω έψιλον και συνεχίζει να της λέει κάτι που δεν καταλαβαίνω. Μόνο ένα “τζάτζι” πιάνω στην αρχή και ένα “μπούκα” στο τέλος κι έτσι λογαριάζω ότι της είπε: άσε το θείο ήσυχο και έλα να σου δώσω ψωμί να φας”. Η μικρή μού ρίχνει μια ματιά, που τη μεταφράζω, συνέχισε κι εγώ θα ξανάρθω” και φεύγει τρέχοντας.

Το χόρτο με τις βροχές- ένα μήνα τώρα, κάθε μέρα δε λέει να σταματήσει- θεριεύει. Η οργή με πάει φουλαριστό. Στα μηνίγγια βαράνε ταμπούρλα που δε λένε να κοπάσουν ούτε με τις εικόνες από ξέχειλες πλατείες, ούτε με σκόρπιες φράσεις που ανακυκλώνω σα γιατρικό. “Έχασες την Κυριακή το Σύνταγμα. Δεν μπορείς να φανταστείς τι έγινε...ο Σπύρος ενθουσιάσμενος στο τηλέφωνο κι η Μαρία με τις καθημερινές ηλεκτρονικές ανταποκρίσεις με τίτλο Λευκός Πύργος Ι, ΙΙ, ΙΙΙ: “... ένας πρωτοετής φοιτητής, είπε: Ρε παιδιά, είμαι 19 χρονών και αισθάνομαι αγανακτισμένος. Ακούω γύρω μου 60χρονους και 70χρονους που λεν ότι είναι επίσης αγανακτισμένοι. Ε, κάτι πρέπει να γίνει. Δε μπορώ να περάσω τα υπόλοιπα 50 χρόνια της ζωής μου αγανακτισμένος. “

Η Ραφαέλα πλησιάζει μπουκωμένη. Μια τεράστια φέτα- ζυμωτό πρέπει να είναι και το λιμπίζομαι- με μπολικη μερέντα στο δεξί χέρι. Το αριστερό, πάλι γατζώνεται στο κάγκελο. Τρώει αργά και το απολαμβάνει σα να θέλει να με κάνει να ζηλέψω το κολατσό της. Το μούτρο της έχει πασαλειφτεί, μια μπουκιά που πέφτει τής λερώνει και το μπλουζάκι. Την κοιτάζει για λίγο, διστάζει κι ύστερα την παίρνει από κάτω, φυσάει ένα μυρμήγκι που πρόλαβε να ανέβει και τη βάζει στο στόμα της.

Τελειώνω με το χόρτο, μα δε με χωράει ο τόπος. Μαζεύω τη μηχανή. Στο πίσω μέρος της αυλής έχουν φουντώσει τσουκνίδες. Έλεγα να τις κρατήσω για ράντισμα, μα όχι. Τις ξεριζώνω με γυμνά χέρια κι η Ραφαέλα που βουβή παρακολουθεί τις κινήσεις μου, κάνει ένα μορφασμό πόνου. Αυτές οι βελόνες που τρυπάνε δεν είναι τίποτα μπροστά...

Τρεις νότες -από κλαρίνο αυτή τη φορά- ξεπετιούνται στο απόγευμα από το πουθενά, φρενάρω το ξερίζωμα και στέκομαι με τις τσουκνίδες μάτσο στα χέρια. Ένα κλάμα ηπειρώτικο ξετυλίγεται, σημαδεύοντας τον πυρήνα της οργής μου  -μα όχι, δεν έρχεται από το Ωδείο- αυτός ο ήχος μπορεί να την εξολοθρεύσει, “παππού” λέει η Ραφαέλα και για πρώτη φορά σαν να χαμογελάει, ναι είναι ένα σοκολατένιο χαμόγελο μερέντας, “παππού” ξαναλέει και μου δείχνει απέναντι το παλιό σπίτι που μένουν, όχι γενικά κι αόριστα, ένα συγκεκριμένο παράθυρο ψηλά, κι εκεί πίσω από την κουρτίνα ξεχωρίζω τη φιγούρα του. 

Όρθιος με το κλαρίνο σολάρει, συναυλία σκιάς σκέφτομαι, η Ραφαέλα Μερέντα ξεκαρδίζεται με την έκφρασή μου κι εγώ παίρνω την πρώτη ατόφια ανάσα από τη στιγμή που διάβασα...σολάρει ο άνθρωπος με ασβέστη στα νύχια, “παίξε ρε γείτονα, παίξε” σκέφτομαι καθώς ξεφεύγει επιδέξια και τζαμάρει αδίστακτα ακροβατώντας ανάμεσα Ήπειρο και Νέα Ορλεάνη. Ναι, αρχίζει κάπως να με ξαλαφρώνει, “παίξε κι άλλο, παίξε να ξεχάσω επιτέλους”...


Ξαφνικά έτσι όπως ξεκίνησε, το κόβει μαχαίρι. Περιμένω να συνεχίσει. Περιμένω. Τίποτα. “Παίξε, γαμώ τη φάρα μου, παίξε!” πνίγω μέσα στα δόντια μου και σφίγγω τις τσουκνίδες. Στα μηνίγγια αρχίζουν πάλι να βαράνε ταμπούρλα. Η Ραφαέλα κοιτάζει μια εμένα, μια το βουβό παράθυρο. Οι εικόνες από τα βαγόνια της Κυριακής που προσπαθώ να ξεχάσω επανέρχονται. Πετάω ζοχαδιασμένος τις τσουκνίδες. Η Ραφαέλα με ζυγίζει κάνει δυο βήματα πίσω,  κι ύστερα τρέχει στο σπίτι. Οι άλλοι μέσα στα βαγόνια δεν μπορούσαν να τρέξουν. Δεν μπορούσαν να πάνε πουθενά, Ραφαέλα, παγιδεύτηκαν στους συρμούς όταν μπούκαραν νύχτα στο σταθμό της Ομόνοιας. Ομόνοια; Ακούς εκεί; Ομόνοια. Ακούω ουρλιαχτά. Τζάμια που σπάνε. 

Σαραντοκτώ γαμημένες λέξεις -ούτε μια παραπάνω- με έχουν τσακίσει απο την ώρα που τις διάβασα.

Πιάνω την τσάπα. Χωρίς ανάσα βαράω με όλη μου τη δύναμη. Πάλι και πάλι. Χωρίς ρυθμό. Χωρίς σειρά. Μόνο με λύσσα. Το χώμα είναι μαλακό από τις βροχές και σκάβεται εύκολα. Θα συνεχίσω. Μουσκίδι στον ιδρώτα. Να κολλάει πάνω μου η γύρη και το χώμα. Θα συνεχίσω. Θα πάω όσο πιο βαθιά γίνεται. Θα το μουσκέψω κι άλλο καθώς θα φτύνω στο χώμα βουβές  βρισιές και σάλιο, θα λιώσει η πλάτη μου στο τσάπισμα, θα σκάσουν φουσκάλες με πύον στις παλάμες μου. Μέχρι να χωνέψω επιτέλους Ραφαέλα ότι  κυνηγάνε ανθρώπους. Ανενόχλητοι. 


στη Ρενάτα 






και η συνέχεια.