Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα μετρό. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα μετρό. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 31 Μαρτίου 2015

Το όνειρο


Κοιμάται ήρεμα στη θέση της. Φαίνεται γαλήνια, σχεδόν ευτυχισμένη. Τα χέρια χαλαρά, σταυρωμένα πάνω στην τσάντα που έχει στην ποδιά της. Το κεφάλι έχει γείρει και ακουμπάει δίπλα στο παράθυρο. Ένα χαμόγελο σχηματίζεται κι αμέσως μετά, το στόμα της ανοίγει σε μια έκφραση έκπληξης και θαυμασμού.

Στο Σύνταγμα, με την αναστάτωση της αποβίβασης, ξυπνάει απότομα. Ανοίγει τα μάτια και ταυτόχρονα κλείνει το στόμα. Κάτι από την προηγούμενη ευτυχία χάνεται με μιας. Κοιτάζει προς την αποβάθρα απέναντι· την ταμπέλα με το όνομα του σταθμού, τους επιβάτες που περιμένουν. Το βλέμμα της είναι πια θλιμμένο.

Ο συρμός ξεκινάει και μετά από λίγο, γέρνει το κεφάλι της, ακουμπάει δίπλα στο παράθυρο και ξανακοιμάται. Η γαλήνη σταδιακά επανέρχεται στο πρόσωπό της. Όταν ανοίγει και πάλι το στόμα της με έκπληξη και θαυμασμό, σκέφτομαι ότι δεν μπορεί παρά να βλέπει και πάλι το ίδιο όνειρο.


Τετάρτη 8 Ιανουαρίου 2014

Η εικόνα



Ένας άντρας έβγαλε από την τσέπη του τρεις φωτογραφίες. Μέχρι τη στιγμή που έκανε την κίνηση δεν τον είχα προσέξει αν και καθόταν ακριβώς απέναντί μου, ανάμεσα σε δυο άλλους, γλαρωμένους από το κούνημα του τραίνου που ανηφόριζε προς το Χάρλεμ· σκυφτός κι ανέκφραστος όπως οι περισσότεροι επιβάτες.

Οι φωτογραφίες φαινόταν παλιές. Όχι δεκαετίας ή εικοσαετίας. Τουλάχιστον σαράντα χρόνων. Έτσι όπως τις κρατούσε μπορούσα να δω μόνο την κιτρινισμένη πίσω πλευρά και τις φθαρμένες άκρες τους. Τις άνοιξε ελάχιστα, σαν να ήταν τραπουλόχαρτα και δεν ήθελε οι άλλοι να δουν τα φύλλα του- τόσο λίγο που ούτε κι ο ίδιος μπορούσε να δει τη δεύτερη και την τρίτη. Στάθηκε στην πρώτη. Την κοίταξε  κι ύστερα τη φίλησε. Τρεις- τέσσερις φορές. Κι ύστερα πάλι την κοίταξε για αρκετή ώρα, κι έπειτα τη φίλησε άλλες τόσες, μπορεί και περισσότερες φορές.

Μέχρι εκείνη τη στιγμή, έτσι να ασπάζονται φωτογραφίες είχα δει μόνο πολύ παλιά, μάνες που είχαν χάσει τα παιδιά τους· από Χάρο ή από ξενιτιά. Τις έβλεπα να φιλούν το χαρτί σαν να ήταν σάρκα εκ της σαρκός τους κι αντί παρηγοριάς φούντωνε ο πόνος τους. Κι έκλαιγαν κι άφηναν αναστεναγμούς βαθείς για τον αμετάκλητο ή τον προσωρινό πλην όμως “ζωντανό” αποχωρισμό. Αυτόν που παρηγοριά δεν έχει.

Αυτός ο άντρας όμως δεν φαινόταν να πονάει. Ούτε αναστέναζε. Είχε ένταση, πάθος, αλλά όχι πόνο. Μπορώ σχεδόν με βεβαιότητα να πω ότι διέκρινα θριαμβευτική λάμψη στο βλέμμα του και ικανοποίηση. Έτσι, συμπέρανα -προφανώς αυθαίρετα- ότι τουλάχιστον η πρώτη φωτογραφία, αυτή που μονοπωλούσε την προσοχή του και αποσπούσε τα φιλιά του ήταν μια εικόνα που τίποτα δεν απεικόνιζε. Ήταν λευκό το χαρτί και από την άλλη πλευρά - αυτή που δεν έβλεπα. Εκεί θα εμφανιζόταν κάποια μέρα ένα πρόσωπο τόσο προσφιλές που θα δικαιολογούσε απόλυτα τους επαναλαμβανόμενους, γεμάτους πάθος ασπασμούς.



Παρασκευή 2 Δεκεμβρίου 2011

Παίζε εσύ...

.


...παίζε, αλλά να ξέρεις: εμείς θα κάνουμε πως δεν ακούμε. Στα σταυρωμένα χέρια το βλέμμα, στο κινητό, στο κενό, αλλά προς Θεού, όχι σε σένα. Άμα το πάρεις είδηση, θα πλησιάσεις και θα παίζεις πάνω από το κεφάλι μας μέχρι να βγει κανένα ψιλό από την τσέπη. Παίζε, αλλά ψιλό δεν έχει. Ούτε ευρώ, ούτε πενήντα λεπτά, ούτε είκοσι. Έφυγαν όλα, ψιλά, χοντρά, διάθεση. Αλλά και να υπήρχαν και να περίσσευαν -λέμε τώρα- δε θα έβγαιναν από τη τσέπη για να φτάσουν στο χέρι σου που θα σταματούσε και θα άπλωνε στο μέρος μας παραλείποντας δέκα νότες.

Αυτή η κίνηση και μόνο θα ήταν η παραδοχή ότι σε ακούμε. Ότι απολαμβάνουμε τη μουσική σου που ήρθε απρόσκλητη να καλύψει τους ήχους της μέρας μας. Γι αυτό στεκόμαστε στρατιωτάκια ακούνητα αμίλητα αγέλαστα. Προτιμάμε βλέπεις τον ήχο του βαγονιού που επιταχύνει και επιβραδύνει, τις συνήθεις απαντήσεις στα κινητά που χτυπάνε “Θα χαθεί το σήμα...”, τις αναγγελίες των σταθμών. Αυτοί  οι ήχοι είναι που μας ταιριάζουν. Που δεν μας αποσπούν. Αυτοί, δεν αφήνουν ούτε ένα ίχνος στην επιφάνειά μας.

Το βαλσάκι σου όμως -πώς να στο πω ρε φίλε;- αναταράζει το βάθος μας. Ανατρέπει τις ισορροπίες. Περνάει από τα κενά της οχύρωσης που με τόσο κόπο στήσαμε. Δεν είμαστε τώρα για τέτοια. Η θλίψη θέλει σταθερότητα. Στην αρχή, ναι, υπήρχαν χαραμάδες. Μας πετύχαιναν ανοχύρωτους, οι πλανόδιες μουσικές, τα τυχαία βλέμματα, ένα απρόσμενο χαμόγελο. Ξεγελιόμασταν και παίρναμε την ανάσα “δε χάθηκαν όλα”. Ανοίγαμε, αλλά αυτά φευγαλέα - με τη μικρή τους διάρκεια, πώς  να γείρουν απ` την άλλη την ζυγαριά που φόρτωνε μονόπαντα. Κι ύστερα, άντε πάλι απ` την αρχή να κλείσεις, να οχυρωθείς, να απαρνηθείς τα ανθρώπινα.

Καταλάβαμε τελικά ότι είναι ζόρικο να πηγαίνεις διαρκώς μπρος -πίσω. Είναι ζόρικο το πάνω -κάτω. Επιλέξαμε λοιπόν το μονίμως κάτω. Κάτω τα μάτια, κάτω το κεφάλι, κάτω η ουρά. Στα σκέλια. Δαρμένα σκυλιά. Μονήρη. Να γλύφουν τις πληγές τους το καθένα στη γωνιά του.


Για αυτό σου λέω φίλε: παίζε εσύ αλλά να ξέρεις πως η ψυχή μας αλλιώτεψε. Ακίνητοι, αμίλητοι αγέλαστοι, μέχρι τον επόμενο σταθμό θα κάνουμε πως δεν βλέπουμε τα δάχτυλά σου να φτερουγίζουν στα πλήκτρα. Θα κάνουμε πως δεν ακούμε το βαλσάκι σου. Χάθηκε το σήμα. 




Μουσική: La partida (η αναχώρηση), βαλς από τη Βενεζουέλα, ανώνυμος ακορντεονίστας. 

La partida  και με τους Fernando Lipkau (φλάουτο) και Antonio López (κιθάρα)



Τετάρτη 1 Ιουνίου 2011

Ραφαέλα Μερέντα




Τα `χω πάρει για τα καλά και το βιολί που τσιρίζει στα χέρια του αδιάβαστου ρίχνει λάδι στη φωτιά. Τα μέτρα επαναλαμβάνονται με τα ίδια κάθε φορά λάθη. Από τα ανοιχτά παράθυρα του Ωδείου δίπλα, ακούγεται η φωνή του δασκάλου που λέει: “πάμε πάλι από την αρχή”. Γκαζώνω το χορτοκοπτικό λες και είναι η Βασούλα στα νιάτα της, φοράδα με καινούριες πλατίνες και μπουζί και πάω καβάλα στην παραλιακή, τέρμα άνοιξη, τέρμα τα γκάζια και απόλυτα σίγουρος, ουρλιάζω μέσα από το κράνος “and the living is easy...Τότε, που ήταν ακόμα εύκολη.

Γκαζώνω κι αφήνω πίσω το χόρτο κανονικά νεοσύλλεκτο και ψαρωμένο. Χάνεται η στριγκλιά του βιολιού. Χάνονται και τα πουλιά που λυσάξανε να τα λένε μεταξύ τους στη λιακάδα. Ο κάδος φορτώνει. Ξεφορτώνω κι εγώ λίγο λίγο στον ιδρώτα την οργή. Στοπ της μηχανής, άδειασμα του κάδου και αυτός (με) το βιολί του, να συνεχίζει τα φάλτσα.

Ένα μουτράκι χωμένο στα κάγκελα, παρακολουθεί αμίλητο. Δυο μάτια απίστευτα μεγάλα. Δυσκολεύομαι ακόμα και να της χαμογελάσω, μα ένα γεια σου Ραφαέλα” δεν μπορώ, το λέω. Τα χέρια της σφίγγουν τα κάγκελα και σφουφρώνει τα χείλη. Ποτέ δεν απαντάει. Ποτέ δε γελάει. Δεν καταλαβαίνει ελληνικά ούτε το “γεια σου; Είναι η σοβαρότητα του τετράχρονου; Ποιός ξέρει. Μα έχω νεύρα, νεύρα πολλά και δεν το ψάχνω.

Ραφαέεελα!φωνάζει η μαμά της από απέναντι τραγουδώντας χαρακτηριστικά τα παραπάνω έψιλον και συνεχίζει να της λέει κάτι που δεν καταλαβαίνω. Μόνο ένα “τζάτζι” πιάνω στην αρχή και ένα “μπούκα” στο τέλος κι έτσι λογαριάζω ότι της είπε: άσε το θείο ήσυχο και έλα να σου δώσω ψωμί να φας”. Η μικρή μού ρίχνει μια ματιά, που τη μεταφράζω, συνέχισε κι εγώ θα ξανάρθω” και φεύγει τρέχοντας.

Το χόρτο με τις βροχές- ένα μήνα τώρα, κάθε μέρα δε λέει να σταματήσει- θεριεύει. Η οργή με πάει φουλαριστό. Στα μηνίγγια βαράνε ταμπούρλα που δε λένε να κοπάσουν ούτε με τις εικόνες από ξέχειλες πλατείες, ούτε με σκόρπιες φράσεις που ανακυκλώνω σα γιατρικό. “Έχασες την Κυριακή το Σύνταγμα. Δεν μπορείς να φανταστείς τι έγινε...ο Σπύρος ενθουσιάσμενος στο τηλέφωνο κι η Μαρία με τις καθημερινές ηλεκτρονικές ανταποκρίσεις με τίτλο Λευκός Πύργος Ι, ΙΙ, ΙΙΙ: “... ένας πρωτοετής φοιτητής, είπε: Ρε παιδιά, είμαι 19 χρονών και αισθάνομαι αγανακτισμένος. Ακούω γύρω μου 60χρονους και 70χρονους που λεν ότι είναι επίσης αγανακτισμένοι. Ε, κάτι πρέπει να γίνει. Δε μπορώ να περάσω τα υπόλοιπα 50 χρόνια της ζωής μου αγανακτισμένος. “

Η Ραφαέλα πλησιάζει μπουκωμένη. Μια τεράστια φέτα- ζυμωτό πρέπει να είναι και το λιμπίζομαι- με μπολικη μερέντα στο δεξί χέρι. Το αριστερό, πάλι γατζώνεται στο κάγκελο. Τρώει αργά και το απολαμβάνει σα να θέλει να με κάνει να ζηλέψω το κολατσό της. Το μούτρο της έχει πασαλειφτεί, μια μπουκιά που πέφτει τής λερώνει και το μπλουζάκι. Την κοιτάζει για λίγο, διστάζει κι ύστερα την παίρνει από κάτω, φυσάει ένα μυρμήγκι που πρόλαβε να ανέβει και τη βάζει στο στόμα της.

Τελειώνω με το χόρτο, μα δε με χωράει ο τόπος. Μαζεύω τη μηχανή. Στο πίσω μέρος της αυλής έχουν φουντώσει τσουκνίδες. Έλεγα να τις κρατήσω για ράντισμα, μα όχι. Τις ξεριζώνω με γυμνά χέρια κι η Ραφαέλα που βουβή παρακολουθεί τις κινήσεις μου, κάνει ένα μορφασμό πόνου. Αυτές οι βελόνες που τρυπάνε δεν είναι τίποτα μπροστά...

Τρεις νότες -από κλαρίνο αυτή τη φορά- ξεπετιούνται στο απόγευμα από το πουθενά, φρενάρω το ξερίζωμα και στέκομαι με τις τσουκνίδες μάτσο στα χέρια. Ένα κλάμα ηπειρώτικο ξετυλίγεται, σημαδεύοντας τον πυρήνα της οργής μου  -μα όχι, δεν έρχεται από το Ωδείο- αυτός ο ήχος μπορεί να την εξολοθρεύσει, “παππού” λέει η Ραφαέλα και για πρώτη φορά σαν να χαμογελάει, ναι είναι ένα σοκολατένιο χαμόγελο μερέντας, “παππού” ξαναλέει και μου δείχνει απέναντι το παλιό σπίτι που μένουν, όχι γενικά κι αόριστα, ένα συγκεκριμένο παράθυρο ψηλά, κι εκεί πίσω από την κουρτίνα ξεχωρίζω τη φιγούρα του. 

Όρθιος με το κλαρίνο σολάρει, συναυλία σκιάς σκέφτομαι, η Ραφαέλα Μερέντα ξεκαρδίζεται με την έκφρασή μου κι εγώ παίρνω την πρώτη ατόφια ανάσα από τη στιγμή που διάβασα...σολάρει ο άνθρωπος με ασβέστη στα νύχια, “παίξε ρε γείτονα, παίξε” σκέφτομαι καθώς ξεφεύγει επιδέξια και τζαμάρει αδίστακτα ακροβατώντας ανάμεσα Ήπειρο και Νέα Ορλεάνη. Ναι, αρχίζει κάπως να με ξαλαφρώνει, “παίξε κι άλλο, παίξε να ξεχάσω επιτέλους”...


Ξαφνικά έτσι όπως ξεκίνησε, το κόβει μαχαίρι. Περιμένω να συνεχίσει. Περιμένω. Τίποτα. “Παίξε, γαμώ τη φάρα μου, παίξε!” πνίγω μέσα στα δόντια μου και σφίγγω τις τσουκνίδες. Στα μηνίγγια αρχίζουν πάλι να βαράνε ταμπούρλα. Η Ραφαέλα κοιτάζει μια εμένα, μια το βουβό παράθυρο. Οι εικόνες από τα βαγόνια της Κυριακής που προσπαθώ να ξεχάσω επανέρχονται. Πετάω ζοχαδιασμένος τις τσουκνίδες. Η Ραφαέλα με ζυγίζει κάνει δυο βήματα πίσω,  κι ύστερα τρέχει στο σπίτι. Οι άλλοι μέσα στα βαγόνια δεν μπορούσαν να τρέξουν. Δεν μπορούσαν να πάνε πουθενά, Ραφαέλα, παγιδεύτηκαν στους συρμούς όταν μπούκαραν νύχτα στο σταθμό της Ομόνοιας. Ομόνοια; Ακούς εκεί; Ομόνοια. Ακούω ουρλιαχτά. Τζάμια που σπάνε. 

Σαραντοκτώ γαμημένες λέξεις -ούτε μια παραπάνω- με έχουν τσακίσει απο την ώρα που τις διάβασα.

Πιάνω την τσάπα. Χωρίς ανάσα βαράω με όλη μου τη δύναμη. Πάλι και πάλι. Χωρίς ρυθμό. Χωρίς σειρά. Μόνο με λύσσα. Το χώμα είναι μαλακό από τις βροχές και σκάβεται εύκολα. Θα συνεχίσω. Μουσκίδι στον ιδρώτα. Να κολλάει πάνω μου η γύρη και το χώμα. Θα συνεχίσω. Θα πάω όσο πιο βαθιά γίνεται. Θα το μουσκέψω κι άλλο καθώς θα φτύνω στο χώμα βουβές  βρισιές και σάλιο, θα λιώσει η πλάτη μου στο τσάπισμα, θα σκάσουν φουσκάλες με πύον στις παλάμες μου. Μέχρι να χωνέψω επιτέλους Ραφαέλα ότι  κυνηγάνε ανθρώπους. Ανενόχλητοι. 


στη Ρενάτα 






και η συνέχεια.


Δευτέρα 26 Απριλίου 2010

Joshua Bell, ο βιρτουόζος





Η πλειονότητα προσπέρασε βιαστικά. Μερικοί απλώς έκοψαν ταχύτητα. Ελάχιστοι στάθηκαν. Μόνο μία γυναίκα από τους 1070 που πέρασαν τον αναγνώρισε και δεν πίστευε -πρώτα στα αυτιά της και μετά - στα μάτια της. Ο άντρας με το τζην παντελόνι και το καπέλο του μπέιζμπολ που έπαιζε εκείνο το πρωί στον σταθμό του μετρό ήταν ο παγκοσμίου φήμης βιρτουόζος Joshoua Bell και το βιολί που κρατούσε στα χέρια του, ο Gibson ex Huberman ήταν ένα σπάνιο μουσικό όργανο κατασκευασμένο στην Κρεμόνα το 1713 από τον Antonio Stradivari αξίας 3.5 εκατομμυρίων δολαρίων.

Ο Bell μπορούσε να καταλάβει γιατί το 43` λεπτών ρεσιτάλ που έδωσε στο σταθμό L'Enfant Plaza της Washington δεν συγκέντρωσε κόσμο: ήταν οκτώ το πρωί, ώρα που όλοι πήγαιναν βιαστικοί στις δουλειές τους. Αλλά όπως είπε μετά την ολοκλήρωση του ομολογουμένως πολύ ενδιαφέροντος πειράματος στον δημοσιογράφο Gene Weingarten, τον εμπνευστή της ιδέας, “ Με εξέπληξε το γεγονός ότι ο κόσμος δε μου έδωσε καμία σημασία- ήταν σαν να ήμουνα αόρατος. "

Η ιστορία είναι γνωστή. Το βίντεο που γυρίστηκε το πρωί της 12ης Ιανουαρίου του 2007 στον πολυσύχναστο σταθμό του μετρό L'Enfant Plaza στην Washington έκανε το γύρο του κόσμου αποδεικνύοντας περίτρανα ότι δεν μπορούμε να αναγνωρίσουμε το χρυσό όταν τον συναντούμε σε μη αναμενόμενα σημεία. Την επόμενη χρονιά ο Gene Weingarten τιμήθηκε με το βραβείο Πούλιτζερ για το άρθρο του με τίτλο ''Pearls Before Breakfast'' που δημοσιεύτηκε στη Washington Post με θέμα αυτό το ιδιαίτερο ρεσιτάλ, που αξίζει να υπενθυμίσω ότι απέφερε στον Bell συνολικά το ποσό των 32,17 δολαρίων από τα κέρματα που κυριολεκτικά πέταξαν οι βιαστικοί περαστικοί στη θήκη του βιολιού του. “Αυτό μας κάνει 40 δολάρια την ώρα” είχε πει τότε ο Joshua Bell γελώντας “ θα μπορούσα μια χαρά να ζω κάνοντας αυτή τη δουλειά και δεν θα χρειαζόταν να πληρώνω ατζέντη.”





“Οργιώδης και πληθωρικός μουσικός”, “εκθαμβωτικός βιρτουόζος”, “σύγχρονος Παγκανίνι”, “εξαίσιος βιολιστής” είναι μερικοί από τους χαρακτηρισμούς που συνοδεύουν το όνομα του 43χρονου Αμερικανού που ξεκίνησε μαθήματα βιολιού όταν ήταν τεσσάρων χρόνων, έκανε το ντεμπούτο του το 1985 στο Carnegie Hall με τη συμφωνική Ορχήστρα του Saint Louis, για να ακολουθήσουν εμφανίσεις με τις σημαντικότερες ορχήστρες του κόσμου, πολλές ηχογραφήσεις δίσκων, συνεργασίες με εξαιρετικούς μουσικούς, δύο ταινίες - Ladies in Lavender και The Red Violin - το βραβείο Grammy το 1993.

Πέρα όμως από το αδιαμφισβήτητο ταλέντο του που συνδυάζει την άψογη τεχνική και την απόλυτη μουσικότητα ο Joshua Bell είναι εξαιρετικά δραστήριος, δέχεται- η περίπτωση του μετρό- τις προκλήσεις ή τις προκαλεί ο ίδιος: Ο τελευταίος του δίσκος με τίτλο At Home With Friends βασίστηκε στα “house concerts” που συνηθίζει να δίνει στο σπίτι του στην Νέα Υόρκη, όπου συγκεντρώνονται φίλοι μουσικοί και ακροατές “καθισμένοι σε μαξιλάρια στο πάτωμα” και βέβαια σε αυτά τα μικρά ρεσιτάλ υπάρχει αμεσότητα που λόγω απόστασης δεν μπορεί να υπάρξει σε μια αίθουσα συναυλιών- μια αμεσότητα που αποτυπώνεται και στην τελική ηχογράφηση.

Όλα αυτά -συν βέβαια την ελκυστική του εμφάνιση και τον προσιτό του χαρακτήρα - τον κάνουν ένα “σούπερσταρ της κλασικής μουσικής”. Το κοινό τον λατρεύει και σπεύδει στις ανά τον κόσμο εμφανίσεις του.

Ο Joshua Bell βρίσκεται και πάλι στην Ελλάδα- η πρώτη φορά ήταν τον Οκτώβριο του 2008- στα πλαίσια της περιοδείας του που ξεκίνησε το Μάρτιο και περιλαμβάνει εμφανίσεις στη Νέα Υόρκη, το Παρίσι, το Λονδίνο, τη Μαδρίτη, τη Ζυρίχη, την Κωνσταντινούπολη, την Ιερουσαλήμ και το Τελ Αβίβ.

Στην αποψινή δεύτερη εμφάνισή του στις 8.30 στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών δίνει ένα ρεσιτάλ με τον Βρετανό πιανίστα Sam Haywood που εντάσσεται στη Σειρά Μεγάλοι Ερμηνευτές. Το πρόγραμμα περιλαμβάνει έργα Μπαχ, Μπετόβεν, Ραβέλ καθώς και σύντομα έργα για βιολί και πιάνο των Κράισλερ και Σαρασάτε.





Μουσική: Una Furtiva Lagrima, από τη δεύτερη πράξη της όπερας του Gaetano Donizetti, L'elisir d'amore


Οι δύο πρώτες εικόνες από εδώ κι εδώ.


update
Οι φωτογραφίες που ακολουθούν είναι από το ρεσιτάλ του Joshua Bell και του Sam Haywood στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών (26.4.2010)



Επειδή φοβάμαι ότι το εισιτήριό μου κάπου θα παραπέσει και θα το βρω μετά από χρόνια όπως κάποιο άλλο, λέω να το αφήσω εδώ...

Σάββατο 6 Φεβρουαρίου 2010

Στιγμιότυπα


* Περιποιημένη και καλοστεκούμενη, περασμένα εβδομήντα. Ελέγχει προσεκτικά τη διασταύρωση και διασχίζει το δρόμο με τον ρυθμό των χρόνων της. Στα μισά, απαστράπτον αυτοκίνητο στρίβει με ταχύτητα καταπάνω της. Εκείνη κοντοστέκεται αλλά αναγνωρίζοντας τον κίνδυνο οπισθοχωρεί. Όχι τόσο επιτιμητικά, όσο με έκπληξη σηκώνει το χέρι της προς το αυτοκίνητο που συνεχίζει την πορεία του χωρίς να ελαττώσει ταχύτητα. Της ξεφεύγει ένα παραπονιάρικο «εεεε!!» .
Τότε ο οδηγός φρενάρει, ανοίγει το παράθυρο και τη λούζει κανονικά: Που τόλμησε να περάσει, που πάει αργά, που δεν κάθεται στο σπίτι της, που…
Η ηλικιωμένη γυναίκα, αντίθετα με μια συνομήλική της, ακούει αμίλητη τον εξάψαλμο με το βλέμμα της χαμηλωμένο. Η σύζυγος στη θέση του συνοδηγού και τα βλαστάρια στο πίσω κάθισμα, παρακολουθούν αδιάφοροι τη σκηνή που τελειώνει όταν το αυτοκίνητο απομακρύνεται με θυμωμένα γκάζια.


* Στο μετρό, με φίλο έχουμε πιάσει κουβέντα για κατοικίδια. Παρασύρομαι και μιλάω για το Μάρκο, το καναρίνι μου που άρχιζε να κελαηδάει κάθε πρωί, πάντα λίγο πριν χτυπήσει το ξυπνητήρι και περίμενε την απάντησή μου για να συνεχίσει με τα υπέροχα τιτιβίσματά του να ‘συζητάει’ μαζί μου.
Ξαφνικά ο διπλανός μας, μπαίνει στην κουβέντα με απροσδόκητο τρόπο. «Κι εμένα Μάρκο με λένε!». Τον κοιτάζουμε χαμογελώντας αμήχανα και εκείνος συνεχίζει απτόητος: «Κι εγώ τραγουδάω….Τραγουδάω καλά!». Στα παπούτσια του υπήρχαν μικρές πιτσιλιές. Τα νύχια του, στεφανωμένα στις ρίζες με λεπτές άσπρες καμπύλες ασβέστη. Μύριζε φρέσκο σοβά. Δεν θέλαμε περισσότερα για να τον φανταστούμε ασπρόμαυρο σε σκαλωσιά παλιάς ελληνικής ταινίας να τραγουδάει Μάτια Βουρκωμένα.


* Γλυκό σούρουπο καθημερινής στην Πανεπιστημίου. Δύο άστεγοι έχουν ετοιμάσει το γιατάκι τους έξω από την τράπεζα. Χαρτόνια κι ένα φθαρμένο sleepping bag από κάτω. Από πάνω σκέπασμα και στέγη κουβέρτες, ο ένας με εξωτικούς φοίνικες κι ο άλλος με ένα τροφαντό δελφίνι. Στο προσκέφαλο, το χαμηλό πεζούλι της τράπεζας, στήριξαν πίσω τους αγκώνες κι έτσι αραχτοί, χάζευαν από το καλύτερο σημείο σαν σε τεράστια οθόνη τους βιαστικούς περαστικούς και τα ράθυμα αυτοκίνητα που ανηφόριζαν προς το Σύνταγμα με φόντο την πλατεία Κλαυθμώνος. Αν δεν είχε προηγηθεί μιας αράδας είδηση θα έλεγα ότι εκείνο το σούρουπο οι δύο άστεγοι στη γωνία Κοραή και Πανεπιστημίου ήταν οι πιο ευτυχισμένοι άνθρωποι.




Μουσική: The Man I Love, σύνθεση του George Gershwin στην κατά Miles Davis εκδοχή του

Τετάρτη 14 Οκτωβρίου 2009

Βαρκα στο Μετρό



Μια βαθειά ανάσα μου δίνει αμφίβολης ισχύος αποφασιστικότητα για να ταχτοποιήσω ει δυνατόν σε ένα πρωινό, συσσωρευμένες εξ αναβολών, πάσης φύσεως εκκρεμότητες.

Στο μετρό τα γνωστά των τελευταίων χρόνων: αμίλητοι κι αγέλαστοι επιβάτες σε κάνουν να αναρωτιέσαι τι απέγιναν τα πλατειά χαμόγελα της πρώτης μέρας λειτουργίας του. Αυτά τα αξέχαστα χαμόγελα που σταδιακά άρχισαν να στενεύουν μέχρι που εξέλειπαν. Ο καθένας οχυρωμένος στο δικό του μικρόκοσμο πίσω από περιττά γυαλιά ηλίου, καθισμένος ή αιωρούμενος από χειρολαβές.

Μόνο στην παράλληλα επαναλαμβανόμενη διαφήμιση, η ιδανική οικογένεια έχει πλατειά χαμόγελα, επιδεικνύοντας γνήσια ευτυχία, απόλυτες ισορροπίες και κυρίως τα ολοκαίνουρια φθινοπωρινά ρούχα που προμηθεύτηκε σύσσωμη από γνωστό κατάστημα.

Μικρή η διαδρομή αλλά η γενική κατήφεια την κάνει ατέλειωτη. Ο ήχος του συρμού, οι αναγγελίες των σταθμών και τα κινητά να χτυπάνε συχνά πυκνά. Ένα αναπάντεχο παθιασμένο φιλί σε κάποια αποβάθρα, στιγμιότυπο που χάνεται στην επιτάχυνση, δεν αρκεί για την ανατροπή της διάθεσης.


Ώσπου το μάτι πιάνει μια κίνηση, κάτω σε μια γωνιά: ένα μικρό άσπρο καραβάκι από χαρτί. Πιθανόν κάποιος να το σκάρωσε για να απασχολήσει ένα γκρινιάρικο εγγόνι που είχε στην αγκαλιά του. Στην αποβίβαση έπεσε από τα χέρια του μικρού κι απόμεινε στο δάπεδο. Σίγουρα αυτός που το έφτιαξε ήταν κάποιος μεγάλος σε ηλικία. Δε νομίζω ότι πολλοί σήμερα ξέρουν να φτιάχνουν καραβάκια διπλώνοντας πέντε φορές ένα τετράγωνο χαρτί.

Πριν από χρόνια είχαν φέρει από την Πράγα δώρο στον φίλο μου τον Άρη, ένα βιβλίο με ανάλογα χειροτεχνήματα. Το είχα ζηλέψει πολύ. Είχε ότι ζώα μπορεί να φανταστεί κανείς, τα περισσότερα πολύπλοκα με αναλυτικές οδηγίες κατασκευής που κάλυπταν ολόκληρες σελίδες. Περάσαμε ένα απόγευμα προσπαθώντας να κατασκευάσουμε τα πιο εύκολα. Μερικά είχαν τη δυνατότητα να μετακινούνται, όπως ο βάτραχος που χοροπηδούσε αν τον πατούσες μαλακά στο πίσω μέρος. Είχε κάτι το νοσταλγικό αυτό το βιβλίο, όχι μόνο λόγω του είδους των κατασκευών του αλλά κυρίως γιατί οι σελίδες ήταν ελαφρώς κιτρινισμένες. Να το έχει άραγε ακόμα ο Άρης;


Στο μεταξύ, το βαρκάκι καθώς ο συρμός επιτάχυνε, επιβράδυνε και σταματούσε, στριφογύριζε κι άλλαζε συνεχώς θέσεις. Κάποιοι το πήραν είδηση κι άρχισαν να το παρακολουθούν. Μερικοί κάνανε νόημα στον ανύποπτο διπλανό τους για να το προσέξει. Σκάσανε τα πρώτα χαμόγελα. Άρχισαν και κουβέντες. Εικασίες για την προέλευση και για τον τρόπο κατασκευής του. Υπήρξαν μερικές διαφωνίες ώσπου κάποιος ηλικιωμένος άνοιξε το φάκελο που κρατούσε, πήρε μια σελίδα Α4 και άρχισε να την τσακίζει με χέρια που δε βοηθούσαν και πολύ λόγω αρθριτικών, εξηγώντας «πώς γίνεται» στη κοπέλα απέναντί του. Κι άλλα χαμόγελα.

Από το σημείο που ενώνονται τα δύο βαγόνια όπου το πρωτοείδα, το βαρκάκι έπλευσε στο διάδρομο, κρύφτηκε για λίγο κάτω από καθίσματα, ξαναβγήκε στο διάδρομο κι έφτασε σιγά -σιγά κοντά στην πόρτα. Η προσοχή όλων ήταν στραμμένη στο μικρό σκαρί που ακολουθούσε τη δική του ρότα και όσοι ετοιμαζόταν να αποβιβαστούν είχαν έγνοια μην το πατήσουν.


«Προσοχή, βάρκα στο μετρό!» φώναξε κάποιος στους επιβάτες που έμπαιναν ανυποψίαστοι βιαστικά. Γελάσαμε με την παράδοξη προειδοποίηση αλλά και με τα απορημένα βλέμματα των εισερχόμενων, που κοίταζαν κάτω ακολουθώντας τα χέρια που απλώθηκαν αμέσως για να δείξουν το βαρκάκι. Από τους νέους επιβάτες μερικοί χαμογέλασαν συγκαταβατικά αλλά δεν κατάφεραν να μπουν στο κλίμα και να συμμεριστούν την ευθυμία μας- οι υπόλοιποι αδιαφόρησαν.

Το βαρκάκι την γλύτωσε από το κενό «μεταξύ του συρμού και της αποβάθρας», τη γλύτωσε από εισερχόμενους και εξερχόμενους επιβάτες αλλά σε ένα απότομο φρενάρισμα παρασύρθηκε αρκετά μέτρα μακριά έφτασε στο επόμενο βαγόνι και σταμάτησε στα πόδια μιας αφηρημένης γυναίκας που παραδόξως τρόμαξε υπερβολικά και τινάχτηκε από τη θέση της βγάζοντας μια μικρή κραυγή. Ο κύριος δίπλα της με μια αντανακλαστική κίνηση το πάτησε, στρίβοντας μάλιστα το παπούτσι πάνω του όπως ακριβώς θα έκανε αν ήταν κατσαρίδα και το ισοπέδωσε.


Πριν αποβιβαστώ στο Σύνταγμα έσκυψα, το μάζεψα με τρόπο και το έβαλα στην τσέπη μου. Επιστρέφοντας αργότερα στο σπίτι το καλαφάτισα προσεκτικά. Ύστερα ανέσυρα το πιο γλυκερό ηλιοβασίλεμα του αρχείου μου και το καθέλκυσα κατευθείαν στα βαθειά, ελπίζοντας ότι θα ταξιδέψει μέχρι εσάς με ασφάλεια.





Στην παραπάνω ιστορία συνέβαλαν αποφασιστικά, καθένας με τον τρόπο του, σε ανύποπτο χρόνο αλλά χωρίς να το ξέρουν, η Dana Semitecolo, ο Prokopis Doukas, ο Συκοφάγος, ο Spy, ο Thomas Xomeritis , η Freedom και η Hypericum Perforatum. Τους ευχαριστώ και τους την αφιερώνω.



Μουσική: Sugar Plum Fairy, από τον Καρυοθραύστη του Τσαϊκόφσκι, διασκευή από το Chizhik-jazz-Quartet (Oleg Belov piano, Peter Miheev Drums, Viktor Savich bass, Alexey Chizhik vibraphone.)