Πώς περιγράφεις το κρύο; Ρωτάω πώς το περιγράφεις, γιατί το να τo αντιμετωπίσεις αυτές τις μέρες μού φαίνεται αδύνατον. Όσο κι όπως να ντυθείς, θα βρει από κάπου να τρυπώσει. “Μπήκα στα 87 και δε θυμάμαι ποτέ τέτοια παγωνιά και μάλιστα για τόσο μεγάλο διάστημα. Έπιασε πριν τα Χριστούγεννα και κρατάει ακόμα...συνέχεια κάτω από το μηδέν.” λέει η θεία μου. Ο θείος, κάθεται ατάραχος στην πολυθρόνα του και το σκέφτεται κάτω από τα πυκνά ατίθασα φρύδια του. Είχε πρόσφατα μια “μικρή περιπέτεια υγείας” όπως λέει ο ίδιος - “πήγε στον άλλο κόσμο και γύρισε” λένε οι υπόλοιποι- και φυσικά δεν τον άφησαν να βγει έξω, οπότε δεν μπορεί να συγκρίνει αυτόν το φετινό χειμώνα με κάποιον από τους προηγούμενους 99 της ζωής του.
Ένας άλλος θείος, πολύ μικρότερος (77) αντί άλλης κουβέντας για το κρύο, μού δίνει το σημειωματάριο του παππού του. Στην πρώτη σελίδα διαβάζω με τα ωραία καλλιγραφικά γράμματα μιας άλλης εποχής που απέχει από το σήμερα ακριβώς εκατό χρόνια:
Καθημεριναὶ εἰσπράξεις
Φαρμακείου
ἐκ συνταγῶν
Το ξεφυλλίζω με δέος. Οι καταχωρίσεις είναι ανά μήνα. Ανάμεσα στο Δεκέμβρη του 1911 και στο Γενάρη του 1912 ο παππούς αφιερώνει μια ολόκληρη σελίδα στη σημείωση: “Τῇ 31ῃ Δεκεμβρίου τὸ θερμόμετρον κατῆλθε εἰς τοὺς -13 βαθμοὺς τῇ δὲ ἑπομένῃ 1ῃ Ἰανουαρίου 1912 εἰς τοὺς -17. Ψῦχος ἀφόρητον, συνιάκι* ἄφθονον.”
Προχθές η βόλτα γύρω από την παγωμένη λίμνη -ειδικά στη βορινή παραλία- ήταν σωστό μαρτύριο. Τις προηγούμενες μέρες χιόνιζε λίγο το βράδυ, το βλέπαμε το πρωί, το έβλεπε κι ο ήλιος -αυτός με τα δόντια- και το έλιωνε. Η παγωνιά πάντως, εδώ αμετακίνητη. Εγκαταστάθηκε για τα καλά. Πάνω στον πάγο βολτάρουν κύκνοι, πάπιες, αργυροπελεκάνοι, σφυριχατάρια, αργυροτσιχνιάδες. Κουρινασμένα, φαίνεται να κρυώνουν κι αυτά, μα την άλλη στιγμή σηκώνονται και βουτάνε στα νερά. Ή πετάνε και χάνονται προς την κατεύθυνση που ξεχωρίζουν οι κάτασπρες κορυφές της Πίνδου.
Το ροκάνι -ήχος του πάγου που σπάει- υπόκωφος, ανατριχιαστικός μού θύμιζε ιστορίες που άκουσα παιδί και τις νόμιζα ξεχασμένες. Τις διαδρομές πάνω σε βαριά κάρα, φορτωμένα από την Καστοριά μέχρι τα αντικρινά χωριά Μαύροβο και Πολυκάρπη. Τις Κυριακάτικες βόλτες με τα καλά τους πάνω στο πάγο -κυρίως πριν τον πόλεμο. Με τα παιδιά να χαίρονται τις σάνιες, τα ξύλινα αυτοσχέδια έλκυθρά τους. Εκείνη τη εποχή πρέπει να έγινε κι ένα φοβερό δυστύχημα: ράγισε πρώτα και μετά άνοιξε ο πάγος. Η λίμνη κατάπιε έναν κουλουρτζή που έτυχε να είναι σε αυτό το σημείο κι ύστερα έκλεισε ο πάγος αφήνοντας έξω, μόνο το ταψί με τα κουλούρια που μετέφερε στο κεφάλι του ο άτυχος βιοπαλαιστής. Μέσα σε δευτερόλεπτα, μπροστά στα έντρομα βλέμματα των παρεβρισκόμενων που δεν μπορούσαν να βοηθήσουν.
“Ρε συ! Είσαι παγωμένος..” είπε ο φίλος μου ο Σάκης μόλις τον χαιρέτησα.”Εσείς οι Αθηναίοι φαίνεται ότι δεν αντέχετε καθόλου το κρύο” συνέχισε καθώς έβαζε ένα μεγάλο κούτσουρο στην ξυλόσομπα στο εργαστήριο γουναρικής. Άφησε το γάζωμα κι έκανε καφέ. Έβαλε και γλυκό του κουταλιού κολοκύθα. “Εμείς οι Αθηναίοι δεν αντέχουμε το κρύο αλλά θυμόμαστε παλιές ιστορίες που εσείς έχετε ξεχάσει” τον πείραξα με τη σειρά μου όταν διαπίστωσα ότι δεν θυμόταν τον κουλουρτζή που χάθηκε κάτω από τον πάγο. Τότε ήταν που σηκώθηκε και έφερε να δω παλιές φωτογραφίες. Ανάμεσά τους κι αυτή του 1923 με τον πατέρα του μικρό πάνω στη σάνια και τον συνονόματο παππού του, τον μακεδονομάχο αριστερά, να επισημαίνει στο μικρό, το σημείο που πρέπει να κοιτάξει.
“Εντυπωσιακό και τρομακτικό” μού έγραψε για το χιόνι χθες αργά το βράδυ ένας φίλος όταν του έστειλα αναφορά για το ύψος του που ήταν 15 πόντοι. “Ούτε εντυπωσιακό ούτε τρομακτικό. Είναι χαλαρωτικό να το βλέπεις να πέφτει. Τα σκεπάζει όλα, τα κάνει ομοιόμορφα, τα εξαφανίζει. Η φύση στα μίνιμαλ της.” του απάντησα κι ύστερα σαν ντόπιος, σκέφτηκα: “Άκου τρομαχτικό! Αθηναίος, τί περιμένεις;”
Σήμερα το πρωί το χιόνι, που δεν έχει σταματήσει από χθες το απόγευμα κάλυψε τα πάντα. Από το παράθυρο υπολογίζω ότι είναι πάνω από 30 εκατοστά και είναι ώρα να ντυθώ και να βγω με το φτυάρι για να καθαρίσω την είσοδο και το πεζοδρόμιο. Μετά, λέω να φτιάξω έναν χιονάνθρωπο.
* συνιάκι, η πάχνη
















