Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Καστοριά. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Καστοριά. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 4 Φεβρουαρίου 2012

Καστοριά Χιονοσκεπής

Στάση για περισυλλογή

Απογείωση αργυροπελεκάνων


 
Πλατεία Ειρήνης (Πρώην Βαν Φλιτ) 


Τμήμα του τείχους του Ιουστινιανού

Ένας (πολύ χαρούμενος) χιονάνθρωπος

Κοιτάζοντας προς τον ναυτικό όμιλο

Βόρεια παραλία.
"Μισό ψωμί για τα πουλιά, μισό για το σπίτι."


Καστοριανή βάρκα, 
χιονισμένη κι εγκιβωτισμένη στον πάγο. 

 Το χιόνι, γλύπτης των αγαλμάτων παράφορος.
Μητροπολίτης Καστοριάς Γερμανός Καραβαγγέλης
1900-1907

 Το μνημείο του αφανούς πολεμιστή στην πλατεία Μακεδονομάχων
"Τοις Υπέρ Πατρίδος Πεσούσι"


Προτομή του βασιλέως Παύλου στην οδό Νίκης

Σοκάκι στο Ντολτσό

Μοναχική βάρκα 

Αρχοντικό Σκούταρη

Νεοκλασσικό στην οδό Ορεστιάδος

Η εξέδρα όπου γίνεται η ρίψη του σταυρού τα Θεοφάνια

Αρχοντικό Παπατέρπου

Νότια παραλία 

Πέμπτη 2 Φεβρουαρίου 2012

Ψῦχος ἀφόρητον, συνιάκι ἄφθονον


Πώς περιγράφεις το κρύο; Ρωτάω πώς το περιγράφεις, γιατί το να τo αντιμετωπίσεις αυτές τις μέρες μού φαίνεται αδύνατον. Όσο κι όπως να ντυθείς, θα βρει από κάπου να τρυπώσει. “Μπήκα στα 87 και δε θυμάμαι ποτέ τέτοια παγωνιά και μάλιστα για τόσο μεγάλο διάστημα. Έπιασε πριν τα Χριστούγεννα και κρατάει ακόμα...συνέχεια κάτω από το μηδέν.” λέει η θεία μου. Ο θείος, κάθεται ατάραχος στην πολυθρόνα του και το σκέφτεται κάτω από τα πυκνά ατίθασα φρύδια του. Είχε πρόσφατα μια “μικρή περιπέτεια υγείας” όπως λέει ο ίδιος - “πήγε στον άλλο κόσμο και γύρισε” λένε οι υπόλοιποι- και φυσικά δεν τον άφησαν να βγει έξω, οπότε δεν μπορεί να συγκρίνει αυτόν το φετινό χειμώνα με κάποιον από τους προηγούμενους 99 της ζωής του.


Ένας άλλος θείος, πολύ μικρότερος (77) αντί άλλης κουβέντας για το κρύο, μού δίνει το σημειωματάριο του παππού του. Στην πρώτη σελίδα διαβάζω με τα ωραία καλλιγραφικά γράμματα μιας άλλης εποχής που απέχει από το σήμερα ακριβώς εκατό χρόνια: 

Καθημεριναὶ εἰσπράξεις
Φαρμακείου
ἐκ συνταγῶν 

Το ξεφυλλίζω με δέος. Οι καταχωρίσεις είναι ανά μήνα. Ανάμεσα στο Δεκέμβρη του 1911 και στο Γενάρη του 1912 ο παππούς αφιερώνει μια ολόκληρη σελίδα στη σημείωση: “Τῇ 31ῃ Δεκεμβρίου τὸ θερμόμετρον κατῆλθε εἰς τοὺς -13 βαθμοὺς τῇ δὲ ἑπομένῃ 1ῃ Ἰανουαρίου 1912 εἰς τοὺς -17. Ψῦχος ἀφόρητον, συνιάκι* ἄφθονον.” 


Προχθές η βόλτα γύρω από την παγωμένη λίμνη -ειδικά στη βορινή παραλία- ήταν σωστό μαρτύριο. Τις προηγούμενες μέρες χιόνιζε λίγο το βράδυ, το βλέπαμε το πρωί, το έβλεπε κι ο ήλιος -αυτός με τα δόντια- και το έλιωνε. Η παγωνιά πάντως, εδώ αμετακίνητη. Εγκαταστάθηκε για τα καλά. Πάνω στον πάγο βολτάρουν κύκνοι, πάπιες, αργυροπελεκάνοι, σφυριχατάρια, αργυροτσιχνιάδες. Κουρινασμένα, φαίνεται να κρυώνουν κι αυτά, μα την άλλη στιγμή σηκώνονται και βουτάνε στα νερά. Ή πετάνε και χάνονται προς την κατεύθυνση που ξεχωρίζουν οι κάτασπρες κορυφές της Πίνδου. 

Το ροκάνι -ήχος του πάγου που σπάει- υπόκωφος, ανατριχιαστικός μού θύμιζε ιστορίες που άκουσα παιδί και τις νόμιζα ξεχασμένες. Τις διαδρομές πάνω σε βαριά κάρα, φορτωμένα από την Καστοριά μέχρι τα αντικρινά χωριά Μαύροβο και Πολυκάρπη. Τις Κυριακάτικες βόλτες με τα καλά τους πάνω στο πάγο -κυρίως πριν τον πόλεμο. Με τα παιδιά να χαίρονται τις σάνιες, τα ξύλινα αυτοσχέδια έλκυθρά τους. Εκείνη τη εποχή πρέπει να έγινε κι ένα φοβερό δυστύχημα: ράγισε πρώτα και μετά άνοιξε ο πάγος. Η λίμνη κατάπιε έναν κουλουρτζή που έτυχε να είναι σε αυτό το σημείο κι ύστερα έκλεισε ο πάγος αφήνοντας έξω, μόνο το ταψί με τα κουλούρια που μετέφερε στο κεφάλι του ο άτυχος βιοπαλαιστής. Μέσα σε δευτερόλεπτα, μπροστά στα έντρομα βλέμματα των παρεβρισκόμενων που δεν μπορούσαν να βοηθήσουν. 


“Ρε συ! Είσαι παγωμένος..” είπε ο φίλος μου ο Σάκης μόλις τον χαιρέτησα.”Εσείς οι Αθηναίοι φαίνεται ότι δεν αντέχετε καθόλου το κρύο” συνέχισε καθώς έβαζε ένα μεγάλο κούτσουρο στην ξυλόσομπα στο εργαστήριο γουναρικής. Άφησε το γάζωμα κι έκανε καφέ. Έβαλε και γλυκό του κουταλιού κολοκύθα. “Εμείς οι Αθηναίοι δεν αντέχουμε το κρύο αλλά θυμόμαστε παλιές ιστορίες που εσείς έχετε ξεχάσει” τον πείραξα με τη σειρά μου όταν διαπίστωσα ότι δεν θυμόταν τον κουλουρτζή που χάθηκε κάτω από τον πάγο. Τότε ήταν που σηκώθηκε και  έφερε να δω παλιές φωτογραφίες. Ανάμεσά τους κι αυτή του 1923 με τον πατέρα του μικρό πάνω στη σάνια και τον συνονόματο παππού του, τον μακεδονομάχο αριστερά, να επισημαίνει στο μικρό, το σημείο που πρέπει να κοιτάξει. 


“Εντυπωσιακό και τρομακτικό” μού έγραψε για το χιόνι χθες αργά το βράδυ ένας φίλος όταν του έστειλα αναφορά για το ύψος του που ήταν  15 πόντοι. “Ούτε εντυπωσιακό ούτε τρομακτικό. Είναι χαλαρωτικό να το βλέπεις να πέφτει. Τα σκεπάζει όλα, τα κάνει ομοιόμορφα, τα εξαφανίζει. Η φύση στα μίνιμαλ της.” του απάντησα κι ύστερα σαν ντόπιος, σκέφτηκα: “Άκου τρομαχτικό! Αθηναίος, τί περιμένεις;” 

Σήμερα το πρωί το χιόνι, που δεν έχει σταματήσει από χθες το απόγευμα  κάλυψε τα πάντα. Από το παράθυρο υπολογίζω ότι είναι πάνω από 30 εκατοστά και είναι ώρα να ντυθώ και να βγω με το φτυάρι για να καθαρίσω την είσοδο και το πεζοδρόμιο. Μετά, λέω να φτιάξω έναν χιονάνθρωπο.



* συνιάκι, η πάχνη


Κυριακή 29 Μαΐου 2011

Εαρινή σύναξη αργυροπελεκάνων







η ανάρτηση  αυτή με τους λαίμαργους πελεκάνους
αφιερώνεται αναγκαστικά
η αφιέρωση σερβίρεται με ένα μπολ φράουλες
-παραγωγός ο ίδιος- με σαντιγί. 

Πέμπτη 26 Μαΐου 2011

"το θέμα είναι όλες οι πλατείες μαζί"

τα παιδιά ανέλαβαν το μοναδικό πανό 

 που έγραφε "ξύπνα έλληνα". 

Παρά τις φιλότιμες προσπάθειες ικανού αναρριχητή, το πανό 

δεν αναρτήθηκε τελικά στην κορυφή των δύο ιστών
 στο πάρκο Ολυμπιακής Φλόγας, αλλά μεσίστιο  


 Μια παρέα  σχημάτισε 

τη φράση "αγανακτισμένοι πολίτες".

Ο κόσμος που συγκεντρώθηκε - περίπου 200 άτομα- 

ήταν κάπως αμήχανος, αλλά ευδιάθετος.

Καθώς πύκνωναν τα σύννεφα 
οι μισοί από τους παριστάμενους συγκεντρώθηκαν 
στο κέντρο του αμφιθεάτρου.


Γύρω στις 8.30 άρχισε να βρέχει 
και η συγκέντρωση διαλύθηκε. 


Καστοριά 25/5/2011


ο τίτλος του ποστ κλεμμένος 
από τον Old Boy.

Δευτέρα 16 Μαρτίου 2009

Τριανταφυλλένια

Άμα ήταν καλός ο καιρός και δεν είχε σχολείο την έπαιρνε μαζί του. «Για να μάθει πως βγαίνει το ψωμί», έλεγε σ` όσους τον ρωτούσαν γιατί το ταλαιπωρεί 'κορίτσι πράμα' στα πηγαινέλα με το καραβάκι η ‘Ορεστίς’ στη διαδρομή Μαύροβο -Καστοριά με τους ξένους. Τους ξένους που φαίνεται ότι βαρέθηκαν πια τα νησιά και τώρα θέλουν να γνωρίσουν την άλλη Ελλάδα, την ξεχασμένη κι απ` το Θεό.

Έρχονται για δύο τρεις μέρες, γυρίζουν στα βυζαντινά, ψωνίζουν καμιά γούνινη παντόφλα για δώρο και κάνουν απαραιτήτως την ‘κρουαζιέρα΄ -όπως τη διαφημίζουν τα τουριστικά γραφεία-στη λίμνη. Με μια φωτογραφική μηχανή στο χέρι, δεν σταματάνε να βγάζουν, για να γυρίσουν στην Αθήνα -ένα περίεργο όλοι τους από την Αθήνα είναι- να δείχνουν τις ομορφιές που είδαν, μη τυχόν και δεν τους πιστέψουν.

«Για να μάθει πως βγαίνει το ψωμί», σκέφτηκε τα λόγια του και χαμογέλασε. Νόμιζε ότι μ` αυτό το ψέμα τους ξεγελούσε. Όμως όλοι ξέρανε στο χωριό την αδυναμία του καπετάν Νικόλα στη μοναχοκόρη του. Κι ας περίμενε γιο όταν γεννήθηκε η Τριανταφυλλένια. Κι ας έγινε τύφλα όταν έφτασε το μαντάτο. Δυο μέρες λεχώνα η γυναίκα του στην Κοζάνη κι αυτός ούτε τηλέφωνο δε πήρε, όχι να πάει -που με τον καινούριο δρόμο ήταν ζήτημα μιας ώρας. «Να πας να φέρεις την εγγόνα μου!» του είπε αυστηρά η μάνα του την τρίτη μέρα κι αυτός ξεκίνησε σαν να έκανε αγγαρεία.

Δε ρώτησε που είχαν τη γυναίκα του. Μπήκε και γύριζε χωρίς να ξέρει που πάει. Δυο μέτρα άντρας και πάταγε στις μύτες-πρώτη φορά έμπαινε σε κλινική. Στην επιγραφή ‘νεογνά’ σταμάτησε. Κοίταξε από το τζάμι. Όλα ίδια, κοιμισμένα. Μόνο ένα έτριβε με μανία τα μάτια του κι όταν σταμάτησε σαν ν` αναστέναξε, όπως ακριβώς έκανε κι αυτός από τότε που θυμάται τον εαυτό του. Το μωρό άρχισε ξαφνικά να κλαίει κι αυτός δίχως να το καταλάβει μπήκε και το πήρε στην αγκαλιά του αδέξια.

Στο χεράκι του η ταυτότητα έγραφε το όνομα του. «Τριανταφυλλάκι μου» ψιθύρισε πολλές φορές με μια φωνή που ο ίδιος δεν αναγνώριζε για δικιά του. Το μωρό σταμάτησε να κλαίει και τον κοίταξε στα μάτια. Όταν έθαψε τον πατέρα του δεν είχε καν βουρκώσει και τώρα έτρεχαν ποτάμια. Σκουπίστηκε βιαστικά με την ανάστροφη της παλάμης του όταν άκουσε τα βήματα της νοσοκόμας που ερχότανε με ένα επαγγελματικό «να σας ζήσει» που περίμενε το καθυστερημένο φιλοδώρημα.

Την βάζει στο τιμόνι και της κρατάει τα χέρια στη σωστή ρότα. Της εξηγεί πως λειτουργεί το βυθόμετρο, η πυξίδα...Την ακούει να τιτιβίζει και τρελαίνεται. «Καπετάνισσα μου ούτε με δέκα γιους δεν σ` αλλάζω...» της λέει κι αυτή όπως πάντα απαντάει : «Γιατί μπαμπά



Φωτογραφία από: photo.net

Μουσική: Naval, του Yann Tiersen από το άλμπουμ Tabarly 2008

Στο Γιώργο Β. που απέκτησε κόρη.



buzz it!