Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα έρως. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα έρως. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 14 Φεβρουαρίου 2015

Μουσική Ἐρωτική Ἀνάρτησις


Μουσικό ποστ σήμερα, μέρα που είναι. Δεκαέξι παλιά ερωτικά τραγούδια, που άκουγα καθισμένος στο πίσω κάθισμα του αυτοκινήτου, να τραγουδούν οι γονείς μου -καταπληκτικό ντουέτο- κάθε φορά που ταξιδεύαμε και όχι μόνο. Τα τραγουδούσαν περιπαθώς και τα χόρευαν, όπως ακριβώς είχαν ακούσει κι είχαν δει κι εκείνοι όταν ήταν παιδιά να τα τραγουδούν και να τα χορεύουν οι γονείς τους. Μερικά από αυτά τα έχω σε δίσκους 33 στροφών ενώ δύο, σώζονται σε πλάκες γραμμοφώνου, κληρονομιά από τον παππού. Το παλιότερο, το “Σφίξε με”, μετράει εκατό χρόνια ζωής και το πιο πρόσφατο είναι του 1948.  Καλή ακρόαση. 

Σφίξε με, βάλς του 1915 σε μουσική Θεόφραστου Σακελλαρίδη και στίχους Στέλιου Λάσκαρη, από την οπερέττα  "Πικ Νικ". Τραγουδούν. ο Μιχάλης Χελιώτης και η Λέλα Ζωγράφου

Σφίξε με, κι ενωμένα τα χείλη ας μένουν
φίλα με, τα φιλιά και νεκρούς ανασταίνουν
φίλα με, δώσ’ μου κι άλλα φιλιά κι ας πεθάνω
στη θερμή αγκαλιά σου επάνω
μ’ ένα πόνο που τον νιώθω βαθιά στην καρδιά 




Άσε να γείρω , λυρικό τραγούδι του 1919 σε μουσική και στίχους Θεόφραστου Σακελλαρίδη από την οπερέττα "Υπνοβάτις". Τραγουδούν η Ανθή Ζαχαράτου και ο Γιώργος Τασούλης 




Αν βγουν αλήθεια, τραγούδι του 1925 σε μουσική και στίχους του Αττίκ. Ερμηνεύει η Δανάη Στρατηγοπούλου

Αν βγουν αλήθεια, όσα νομίζεις παραμύθια
αν δυστυχήσεις, την πόρτα μου έλα να χτυπήσεις
θα στην ανοίξω και θα σε κλείσω
στο στήθος μου χωρίς ντροπή κι ο κόσμος ότι θέλει ας πει




Μια γυναίκα πέρασε, τάνγκο του 1933 σε μουσική Γρηγόρη Κωνσταντινίδη και στίχους Σπυρόπουλου – Παπαδούκα, από την επιθεώρηση "Ο Ποδόγυρος" των Σπυρόπουλου - Παπαδούκα που παρουσίασε ο θίασος Σαμαρτζή στο θέατρον Κεντρικόν, στην οδό Κολοκοτρώνη. Ερμηνεύει ο Πέτρος Επιτροπάκης.

Μιά γυναίκα πέρασε
μού 'πε ψέμματα, με γέλασε
μού 'πε σαν κι αυτές δεν θα 'ναι
που πουλάνε την καρδιά τους
Κι από τότε, τι ντροπή
την επίστεψα δεν μου 'χαν πει
όλες τους πως αγαπάνε
γιά να περάσουν μόνο τη βραδυά τους
Και πώς στον έρωτα δεν πιάνονται
μας κλέβουν τις καρδιές και χάνονται




Σκληρή καρδιά, τανγκό του 1934. Σύνθεση του Θ. Παπαδόπουλου. Τους στίχους έχει γράψει η Κορίνα Κίτσα και το ερμηνεύει με τη Σούλα Καραγιώργη.

Σκληρή καρδιά γιατί να σ'αγαπήσω
ψεύτρα με γέλασες το ξέρω και πονώ
δε σου αξίζει ακόμα και να σε μισήσω
και μετανοιώνω γιατί να σ'αγαπώ
.




Τιριτόμπα, Ναπολιτάνικο τραγούδι του 1934 σε στίχους Πωλ Μενεστρέλ. Ερμηνεύει ο Πέτρος Επιτροπάκης

Τιριτόμπα, Τιριτόμπα
το φιλί σου είναι ζάχαρι γλυκό
Τιριτόμπα, Τιριτόμπα
είσαι μούρλια θηλυκό
Για την κάθε μαυρομάτα σινιορίνα
την παμπόνηρη τσαχπίνα
βγαίνουν νέοι με κιθάρες, μαντολίνα
και τραγούδια λεν γλυκά




Ας ερχοσουν για λιγο, τραγούδι του 1948 σε στίχους Μίμη Τραϊφόρου και μουσική του Μιχάλη Σουγιούλ. Ερμηνεύει η Δαναη Στρατηγοπουλου

Ας ερχόσουν για λίγο, μοναχά για ένα βράδυ
να γεμίσεις με φως το φριχτό μου σκοτάδι
και στα δυο σου τα χέρια να με σφίξεις ζεστά
ας ερχόσουν για λίγο κι ας χανόσουν μετά




Λες και ηταν χθες,  τραγούδι του 1938, από την οπερέττα "Κορίτσια της παντρειάς" που παρουσιάστηκε στο θέατρο Ιντεάλ με πρωταγωνιστές τους Μαυρέα και Γούναρη σε κείμενα των Σακελλάριου - Ευαγγελίδη. Η σύνθεση είναι του Κώστα Γιαννίδη και οι στίχοι του Αλέκου Σακελλάριου. Ερμνεύει ο Νίκος Γούναρης.

Λες και ήταν χθές(δις)
που φιλάκια σού' δινα στα χείλη τα βελούδινα
κι άκουγε η μουριά κι η κληματαριά
τις κουβέντες τις πνιχτές, λες και ήταν χθές.



Το Πρωί με Ξυπνάς με Φιλιά, τραγούδι που ερμήνευσε η Σοφία Βέμπο το 1940. Η σύνθεση του Γιάννη Κυπαρίσση, οι στίχους του Χρήστου Γαννακόπουλου

Το πρωί με ξυπνάς με φιλιά
μου χαϊδεύεις μετά τα μαλλιά
όλη μέρα γελάς
λόγια λες τρυφερά
και γεμίζεις το σπίτι χαρά
Πόσο χαίρομαι που μ’ αγαπάς
πάντα κάπου τα βράδια με πας
και τις νύχτες ρωτάς
αν κι εγώ σ’ αγαπώ
αλλά πια δεν μπορώ να τα πω




Δυο μαύρα μάτια, τραγούδι του 1937, σε μουσική του Ιταλού συνθέτη Eldo di Lazzaro και στίχους του Λεωνίδα Κατσουρόπουλου. Στο τραγούδι τη Δανάη συνοδεύει ο Πέτρος Βισβάρδης.  

Τα μάτια τα δικά σου τα μάτια
τα μάτια που έχουν τόση γλύκα
στο λέω αληθινά άλλα δε βρήκα
Χωρίς εσέ δε θέλω ούτε παλάτια
για μένα ο κόσμος είναι τα δυο σου μάτια 




Γυναίκας, Ψεύτικα Φιλιά, τανγκό του 1931 σε μουσική Γρηγόρη Κωνσταντινίδη και στίχους Καπετανάκη, Παπαδούκα, από την επιθεώρηση με αντιβενιζελικό περιεχόμενο "Κατεργάρα". Ερμηνεύουν, ο Μ. Θωμάκος και ο Ν. Μοσχονάς

Γυναίκας ψεύτικα φιλιά
μη τα πιστέψεις ούτε χάδια
μια νύχτα παρ' την αγκαλιά
να σε γεμίσει κοκκινάδια
Γιατί σε λίγο φεύγει μ' απονιά
και εις τα χείλη, αφού είναι γυναίκα
καινούρια βάνει πάλι κραγιονιά
για να φιλήσει άλλους δέκα



Το τραγούδι σου κιθάρα, τανγκό του 1937, σε μουσική Enzo di Lazzaro και στίχους Μιχάλη Γαϊτάνου. Ερμηνεύει η Αγγέλα Λυκιαρδοπούλου. Τη συνοδεύει η Λουντιάνα.

Το τραγούδι σου κιθάρα
που στενάζει στο πλευρό μου
στη βαθιά σιγή του δρόμου
με συμπόνια μου μιλά

Κι αν με πρόδωσε μια ψεύτρα
πάλι εσύ μ’ ανακουφίζεις
σαν μου λες "Γιατί δακρίζεις;
Κάπου αλλού θα βρεις χαρά" 





Ρεζεντά, τανγκό του 1930 από την επιθεώρηση “Παναθήναια 1931” όπου το τραγουδούσε ο Ορέστης Μακρής.  Η Λόλα Βώττη που έγραψε μουσική και στίχους το είχε αφιερώσει στην ξαδέλφη της την Πάολα. Εδώ το ακούμε από την Ελίζα Μαρέλλι.

Δεν ήρθα χθες να σ’ ανταμώσω
ειν’ παγωνιά πολλή
το βράδυ εχιόνιζε τόσο
κι’ έτρεμα σαν το πουλί
Αυτά η άμυαλη του λέει
κι’ εκείνος σαν παιδί
με πόνο κλαίει στο δάκρυ πλέει
και σαν τρελός τραγουδεί 




Αγάπης λόγια. Βαλς του 1939 σε μουσική Νίκου Χατζηαποστόλου και στίχους Αντώνη Νίκα, από την οπερέττα "Ερωτευμένοι". Ερμνηνεύουν η Μαρία Μουτσίου και ο Μιχάλης Κορώνης.

Αγάπης λόγια πες μου πουλί μου
και μέσ’ στο στόμα δώσ’ μου γλυκά φιλιά
αγάπης λόγια θέλει η ψυχή μου
ποθώ ακόμα τη θερμή σου αγκαλιά. 




Ζητάτε να σας πω. Από τα πιο γνωστά τραγούδια του Αττικ που συνέθεσε το 1930 μέσα σε ελάχιστα λεπτά, όταν το κοινό στην περίφημη μάντρα, του ζήτησε να τραγουδήσει το Είδα μάτια, τραγούδι που είχε γράψει για την δευτέρη σύζυγό του, την ηθοποιό Μαρίκα Φιλιππίδου, που τον είχε εγκατέλειψε για να παντρευτεί, τον πατέρα της Μελίνας, τον ίλαρχο Σταμάτη Μερκούρη. Εκείνο το βράδυ το ζεύγος Φιλιππίδου-Μερκούρης, ήταν ανάμεσα στο κοινό. Ερμηνεύει η Δανάη

Σε μια παλιά πληγή
που ακόμα αιμορραγεί
μη μου γυρνάτε το μαχαίρι
αφού ο καθένας ξέρει
τι πόνο θα μου φέρει



Λίγες καρδιές αγαπούνε, σύνθεση του Μιχάλη Σουγιούλ του 1944. Τους στίχους έγραψε ο Κώστας Κοφινιώτης. Το ερμηνεύει η Δανάη. 

Λίγες καρδιές αγαπούνε, σαν τη δική μου καρδιά,
οι πιο πολλές σε ξεχνούνε, μόλις περάσει η βραδιά,
γι’ αυτό μη θες να μου φύγεις, ν’αλλάξεις φως μου σκοπό,
λίγες καρδιές αγαπούνε, όπως εγώ σ’ αγαπώ.




*Στην φωτο, ο Paul Lukas και η Ruth Chatterton από την ταινία του 1930, The Right To Love.

Κυριακή 22 Ιουνίου 2014

Αυστηρώς Ακατάλληλο



Την κυνηγούσε ώρα πολλή. Επίμονα. Εκείνη τον άφηνε να την πλησιάζει, αλλά τελευταία στιγμή του ξέφευγε. Όχι σαν να μην ήταν σίγουρη αν ήθελε ή όχι την συνεύρεση, μα ξεκάθαρα θέλοντας να τον παιδέψει. Άτιμο θηλυκό. Το παράκανε όμως και χωρίς να το πάρει είδηση εκείνος, ανέβηκε ψηλά στην κερασιά. Με τρόμο συνειδητοποίησε ότι...

...εκείνος, κάτω, ήταν έτοιμος να παραιτηθεί της προσπάθειας να την κατακτήσει. Τον κοίταζε με κομμένη την ανάσα και μετάνιωνε που το είχε παρατραβήξει. 

Όταν τον είδε να απομακρύνεται απογοητευμένος, χωρίς να  έχει ανακαλύψει την κρυψώνα της, έκανε ότι της ξέφυγε ένας παραπονεμένος, συγκρατημένα ηδυπαθής αναστεναγμός. 

Το σινιάλο έπιασε τόπο: εκείνος σταμάτησε, γύριζε, σήκωσε τα μάτια ψηλά και την είδε ανάμεσα στα φορτωμένα κλαδιά της κερασιάς. Δίστασε να ξεκινήσει και τότε εκείνη για να τον ενθαρρύνει, έσκυψε, γύρισε το κεφάλι της και του έστειλε ένα βλέμμα γεμάτο υποσχέσεις. Μόνο τότε εκείνος άρχισε να ανεβαίνει. 

Έχοντας όμως εξαντληθεί από την προσπάθεια που είχε καταβάλει προηγουμένως  και φοβούμενος ότι μπορεί και πάλι, όλο αυτό, να ήταν απλώς η συνέχεια του παιδεμού του, κάθισε σε ένα κλαδί αρκετά πιο χαμηλά από εκείνο που βρίσκονταν εκείνη. 

Μόνο όταν σιγουρεύτηκε ότι  ήταν έτοιμη να ενδώσει, την πλησίασε αργά. Την κοίταξε με το πιο έντονο βλέμμα που διέθετε κι εκείνη -για μια στιγμή μόνο-σκέφτηκε να συνεχίσει το παιχνίδι της. Αλλά ήταν μόνο μια σκέψη που ούτως ή άλλως, κυρίως λόγω των ακραίων συνθηκών δεν μπορούσε να γίνει πράξη. 

Την πλησίασε κι άλλο και την άγγιξε για πρώτη φορά. Ένιωσε τα πόδια της να τρέμουν και δεν ήξερε αν έφταιγε η ασταθής ισορροπία της πάνω στα δύο λεπτά κλαδιά, ή ήταν η επιθυμία που την είχε κυριεύσει. 

Την αγκάλιασε απαλά κι εκείνη κρατήθηκε -γαντζώθηκε στην κυριολεξία- από ένα κλαδί για να μην πέσει. 

"where do I start?" της ψιθύρισε τραγουδιστά στο αυτί. 

Κοίταξε τριγύρω και τα ώριμα κεράσια της φάνηκαν αστέρια που έλαμπαν. 

Αφέθηκε στον ίλιγγο του κενού. 

  Στον ίλιγγο του πάθους. 

Εκείνος συνέχισε να μουρμουρίζει αλλάζοντας σκοπό, παραμένοντας όμως στο ίδιο κλίμα. "Je t`aime tant il faut me croire..." ...

...μέχρι την κορύφωση, εκεί ψηλά στην κορυφή, που συνοδεύτηκε από παρατεταμένη βροχή κερασιών. 


Ύστερα οι δύο εραστές, απομακρύνθηκαν ο ένας από τον άλλον. Εκείνη τεντώθηκε σαν να ήθελε να νιώσει και πάλι το κορμί της. Εκείνος, την κοίταξε και σκέφτηκε "Τί θηλυκό!" Κι εγώ, άφησα τη φωτογραφική μηχανή, πήρα ένα καλάθι και ξεκίνησα να μαζεύω τα κεράσια που είχαν  απομείνει στο δέντρο. 



το ποστ στο gather8

Δευτέρα 17 Φεβρουαρίου 2014

Δώδεκα Χιλιόμετρα


Θα `ρθεις;” την άκουσε να ψιθυρίζει και πριν προλάβει να απαντήσει, η γραμμή έκλεισε. Πληκτρολόγησε -τυφλό σύστημα- τον αριθμό της μα το τηλέφωνο βούιζε. Έμεινε για λίγο με το ακουστικό στο σκοτάδι. “Θα πάω” αποφάσισε και προχώρησε αθόρυβα προς το δωμάτιο των γονιών του.

Στο παντελόνι του πατέρα του, δε βρήκε τα κλειδιά του αυτοκινήτου. Η μάνα του ξαφνικά άλλαξε πλευρό κι εκείνος  κόλλησε με την πλάτη στον τοίχο. Άμα την άκουσε να ανασαίνει και πάλι ήρεμα, δίπλα στο δυνατό ροχαλητό του πατέρα του, έψαξε στο σακάκι. Τίποτα. Ούτε στο κομοδίνο δίπλα στο πακέτο. Βούτηξε δυο τσιγάρα και βγήκε προσέχοντας να μην πατήσει στο σανίδι που έτριζε.

Όπως και τις άλλες φορές, άνοιξε το παράθυρο, κρεμάστηκε από το περβάζι κι ύστερα πάτησε στην ταράτσα της αποθήκης. Από κει, πριν πηδήξει κάτω, είπε σιγανά “σώπα αγόρι μου” στον Ηρακλή που τον κοίταζε ανήσυχος κι ήταν έτοιμος να γαβγίσει. Ο Ηρακλής, σύμμαχος κανονικός, δεν έβγαλε άχνα. Έσκυψε και τον έλυσε. Εσύ εδώ και τσιμουδιά!” του είπε κλείνοντας τη πόρτα της αυλής. Το ροχαλητό του πατέρα του ακούγονταν μέχρι το δρόμο .

Ανηφόρισε από τα στενά για να μην τον πάρει είδηση κανένα μάτι. Με βήμα βιαστικό σε ένα τέταρτο έφτασε στην άκρη της πόλης. Κοντοστάθηκε και κοίταξε το ρολόι. Μία και είκοσι. Με το αυτοκίνητο, θα έκανε το πολύ ένα τέταρτο μέχρι το σπίτι της, αλλά με τα πόδια ποιος ξέρει πότε θα έφτανε. Δώδεκα χιλιόμετρα ήταν αυτά, αλλά χαλάλι. Ειδικά τώρα που έλειπαν οι γονείς της, δε θα άφηνε την ευκαιρία να πάει χαμένη. Τη σκέφτηκε να τού ανοίγει την πόρτα, να πέφτει στην αγκαλιά του, να τον φιλάει, κι ύστερα στο διάδρομο να του κάνει νόημα σσσ...” για να μην ξυπνήσει η μεγάλη της αδελφή.


Ο δρόμος ήταν έρημος. Περπατούσε στην άκρη, πάνω στα χαλίκια. Στα εκατό πρώτα μέτρα, η άσφαλτος πορτοκαλί από τα φώτα. Μετά, όταν τέλειωσε η σειρά των στύλων, πίσσα σκοτάδι. Ήταν γλυκιά η βραδιά. Γλυκιά και ήσυχη. Άμα συνήθισαν τα μάτια του στο σκοτάδι, άρχισε να σφυρίζει κοιτάζοντας πότε πότε τον ουρανό.

Δεν θα πιστεύει ότι πήγα με τα πόδια” σκεφτόταν, όταν πέρα μακριά, στη στροφή, είδε τους προβολείς ενός αυτοκινήτου που ερχόταν προς το μέρος του. Πήδηξε στο χωράφι δίπλα κι έσκυψε μέχρι να περάσει. Άμα ξαναβγήκε στο δρόμο τα παπούτσια του ήταν ασήκωτα από τις λάσπες. Τα καθάρισε πρόχειρα και συνέχισε.

Μέχρι το χωριό, που ήταν στα μισά του δρόμου, πέρασαν άλλα πέντε αυτοκίνητα. Όλες τις φορές κρύφτηκε. Τη μια καθυστέρησε κι πρέπει να τον είδε ο οδηγός γιατί πάτησε επίμονα κόρνα, αλλά προσπέρασε χωρίς να κόψει ταχύτητα. Στο χωριό πήρε πάλι τα στενά. Μπερδεύτηκε και χάθηκε. Τρία σκυλιά άρχισαν να τον γαβγίζουν και του όρμηξαν. Έκανε πως παίρνει πέτρα από κάτω. Αμέσως λούφαξαν και το έβαλαν στα πόδια. Βρήκε τελικά την άκρη και βγήκε από το χωριό στις τρεις και σαράντα. Ήθελε σίγουρα άλλες δύο ώρες για να φτάσει κι ένιωθε ήδη κουρασμένος.

Στις έξι και δέκα, περπατώντας πότε στην άκρη του δρόμου, πότε στα χωράφια και αφού συνάντησε τρεις νταλίκες, καμιά δεκαριά αυτοκίνητα και μια αλεπού, είδε την πόλη από μακριά. Είχε πάρει να χαράζει. Για πρώτη φορά σκέφτηκε ότι ήταν όμορφη. Στάθηκε μια στιγμή και άναψε τσιγάρο προσπαθώντας να διακρίνει, όχι το σπίτι-αυτό το ξεχώρισε αμέσως- μα το παράθυρό της.

Με το πρώτο πετραδάκι στις έξι και εικοσιοκτώ, αστόχησε. Το δεύτερο όμως χτύπησε στο κούφωμα, όπως έπρεπε. Περίμενε από κάτω με ύφος θριαμβευτή. Τίποτα. Η κουρτίνα κλειστή. Όταν ετοιμαζόταν να ρίξει και τρίτο, η κουρτίνα άνοιξε βιαστικά και την είδε τρομοκρατημένη να τού κάνει νόημα με το ένα χέρι φύγε!” ενώ με το άλλο τού έδειχνε το δρόμο· εκεί που ήταν παρκαρισμένο το αυτοκίνητό του πατέρα της.

Έξω από το πρακτορείο περιμένοντας το λεωφορείο των επτά, άναψε τσιγάρο. Στη διαδρομή ακούμπησε στο τζάμι και αποκοιμήθηκε. Την είδε στον ύπνο του να ανοίγει την κουρτίνα να του χαμογελά. Αυτό μόνο: να ανοίγει και να του χαμογελά. Στις επτά και εικοσιπέντε, πηγαίνοντας με χίλιες προφυλάξεις στο πίσω μέρος της αυλής, έπεσε πάνω στον πατέρα του.

Λύθηκε πάλι ο Ηρακλής και βγήκα να τον δέσω”, βιάστηκε να πει τη στημένη δικαιολογία. “Άσε, μην πας. Τον έδεσα εγώ το βράδυ” απάντησε εκείνος ήρεμα και τού έδωσε τσιγάρο· για πρώτη φορά. Δίστασε να το πάρει, κοίταξε κάτω τα λασπωμένα του παπούτσια, κι ύστερα προς το σπίτι. “Δεν έχει ξυπνήσει ακόμα” τον καθησύχασε και του ξαναπρότεινε το πακέτο. Αυτή τη φορά πήρε, το άναψε και κάτι πήγε να πει, μα ο πατέρας του τον έκοψε λέγοντας: “Άμα το τελειώσεις, έλα μέσα να αλλάξεις και να ξεκουραστείς λίγο. Σχολείο, θα σε πάω εγώ με το αμάξι.”


η εικόνα από εδώ





Τα “Δώδεκα Χιλιόμετρα” γράφτηκαν για  διιστολογικό αφιέρωμα με θέμα “ερωτική ιστορία” που δημοσιεύτηκε στο enfo.gr


Παρασκευή 27 Σεπτεμβρίου 2013

Αχ Ελισσάκι


Όταν αποφάσισα να παντρευτώ την Ελισσώ, την ήξερα ήδη μια ζωή. Κι ενώ μού είναι αδύνατον να προσδιορίσω πότε άρχισα να την αγαπάω, θυμάμαι ξεκάθαρα τη στιγμή που αποφάσισα ότι έπρεπε και ήθελα να την παντρευτώ: ήταν στην ώρα της Ωδικής. Η δασκάλα είχε γράψει στον πίνακα το τραγούδι που θα μαθαίναμε εκείνη τη μέρα και μας είπε να το διαβάσουμε πρώτα “από μέσα μας”.

Γυρνάς τόσον καιρό
και ποτέ δεν κοιμάσαι
ρολογάκι θαρρώ
κουρασμένο πως θα `σαι.
Τικ τακ, τικ τακ, τικ τακ

Δεν ήταν εύκολο. Ήμασταν στην αρχή της πρώτης δημοτικού και η ανάγνωση ήταν δύσκολη υπόθεση. Είχα κολλήσει στο πρώτο γράμμα της πρώτης λέξης και μού ήταν αδύνατον να πάω παρακάτω. Αυτό το κεφαλαίο “Γ” φάνταζε άλυτος γρίφος. Έσπαγα το κεφάλι μου να θυμηθώ ποιο γράμμα ήταν, δεν τα κατάφερνα κι η ώρα περνούσε. Αναζήτησα με απελπισμένο βλέμμα την Ελισσώ. Καθόταν στην άλλη σειρά, τρία θρανία μπροστά από μένα. Γύρισε αμέσως και χωρίς να ξέρει τί με βασάνιζε, χωρίς ήχο είπε συλλαβιστά: “Γυρ-νάς”. Εκείνη τη στιγμή πήρα την μεγάλη απόφαση να την παντρευτώ.

Όπως κάθε μέρα από την αρχή της χρονιάς, έτσι κι εκείνη, φύγαμε μαζί από το σχολείο. Δε χρειάστηκε να της πω τίποτα. Το έβλεπα στα μάτια της ότι είχε καταλάβει, ότι δεχόταν κι έτσι δε χρειάστηκε να μού πει κι εκείνη τίποτα. Το αμοιβαίο, μας γέμιζε χαρά και σε όλη τη διαδρομή τραγουδούσαμε το καινούριο τραγούδι φωνάζοντας πιο δυνατά στο ρεφρέν: “Τικ τακ, τικ τακ, τικ τάκ”. Μας άκουσε η γιαγιά της, βγήκε από το σπίτι τους, μας χαιρέτησε και μού είπε: “Έλα μέσα τζιέρι μου να σου δώσω ένα κομμάτι πίτα, πού είναι ζεστή ζεστή.”

Τζιέρι” έλεγε μόνο την εγγονή της κι όταν εκείνη τη μέρα με φώναξε και μένα έτσι, κατάλαβα ότι κι η κυρά Ελισσώ, συμφωνούσε με το γάμο μας. Δεν ήξερα τί θα πει αυτή η λέξη, αλλά μ` άρεσε πολύ και υποψιάστηκα ότι ήταν τουρκική. Ήταν Μικρασιάτισσα η γιαγιά, είχε έρθει πολύ μικρή στα μέρη μας και πολλές φορές -όταν ήταν πολύ χαρούμενη ή πολύ νευριασμένη- της ξέφευγαν τούρκικες λέξεις. Σπάνια το δεύτερο, συνέχεια το πρώτο. Όπως κι μικρή Ελισσώ που ήταν πάντα γελαστή και χαρούμενη. Αυτές οι δύο έμοιαζαν πολύ. Αλλά αυτό που ήταν ολόιδιο πάνω τους ήταν τα μάτια: ολοστρόγγυλα και πράσινα, σχεδόν λαδιά με κάτι ωραίες φωτεινές κίτρινες πιτσιλιές μέσα τους που σε ζάλιζαν άμα τις κοιτούσες πολλή ώρα.


Με την πίτα στο χέρι ζεστή, πήρα το δρόμο για το σπίτι. Ήταν πολύ κοντά στο σχολείο αλλά έκανα ολόκληρο γύρο για να φτάσω, γιατί πάντα πήγαινα πρώτα την Ελισσώ στο δικό της. Τα απογεύματα ερχόταν εκείνη. Καμιά φορά διαβάζαμε, πιο συχνά ζωγραφίζαμε κι ύστερα, αν ήταν καλός ο καιρός και μέχρι να νυχτώσει, βγαίναμε και παίζαμε στην αυλή μας. Εκείνο το απόγευμα, έβαλα μπρος να χτίσω το σπίτι μας. Γιατί αφού θα παντρευόμασταν, έπρεπε να έχουμε δικό μας σπίτι να μείνουμε.

Από μια αποθήκη που είχαμε χτίσει εκείνη την εποχή στην αυλή μας, είχαν περισσέψει πολλά τούβλα. Διάλεξα το πιο ωραίο σημείο, κοντά στην κυδωνιά μας που ήταν φορτωμένη και μετέφερα σιγά σιγά τα τούβλα. Ετοίμασα λάσπη με χώμα και νερό κι όταν ήρθε η Ελισσώ, της είπα να καθίσει εκεί. Κάθισα και εγώ δίπλα της -κολλητά, ώμο με ώμο ήμασταν- και με ένα κλαδί σημάδεψα τα όρια του σπιτιού μας. Ίσα – ίσα να μας χωράει.

Είχα δει τους μαστόρους να χτίζουν την αποθήκη κι έτσι ήξερα καλά τη δουλειά. Έβαλα την πρώτη σειρά των τούβλων και σχηματίστηκε το περίγραμμα του σπιτιού. 'Υστερα,  με τα χέρια έβαλα πάνω τους λάσπη. Συνέχισα με τη δεύτερη, την τρίτη, την τέταρτη σειρά. Με μπόλικη λάσπη πάντα ανάμεσα στα τούβλα. Κάθε λίγο και λιγάκι περνούσα από το μέτωπο την ανάστροφη της παλάμης μου όπως είχα δει να κάνουν οι χτίστες. Η Ελισσώ με βοηθούσε, μού έδινε τα τούβλα στο χέρι και η δουλειά προχώρησε γρήγορα. Όταν υπολόγιζα ότι το σπίτι μας είχε το σωστό ύψος, της ζήτησα να μπει από το ένα και μοναδικό άνοιγμα που είχα αφήσει μπροστά, και να καθίσει. Το ύψος ήταν εντάξει. Έμενε μόνο η σκεπή, αλλά δεν ήξερα πώς γίνεται. Ούτε είχαν περισσέψει κεραμίδια από την αποθήκη. Προσπαθούσαν να βρω μια λύση για να ολοκληρώσω το σπίτι μας, όταν η Ελισσώ με φώναξε να μπω κι εγώ. Κάθισα δίπλα της, γύρισε με κοίταξε, μού έσκασε ένα φιλί στο μάγουλο κι ύστερα γέλασε. Οι πιτσίλες στα μάτια της ήταν ακόμα πιο φωτεινές. “Δε θα βάλουμε σκεπή” μού είπε “θα το αφήσουμε ανοιχτό και το βράδυ θα βλέπουμε τα αστέρια”.

Όταν έπεσε το πρώτο χιόνι της χρονιάς, η Ελισσώ σταμάτησε να μού μιλάει. Κουβέντα για μέρες. Ούτε στην τάξη, ούτε στα διαλείμματα. Όταν σχολάγαμε, πριν προλάβω να μαζέψω τα τετράδια στο σάκο, εκείνη είχε φύγει τρέχοντας. Την πρώτη μέρα την ακολούθησα. Φτάνοντας λαχανιασμένος στο σπίτι της είδα την εξώπορτά της να κλείνει βιαστικά. Δεν ήξερα τί να κάνω. Στεκόμουν μες το χιόνι και περίμενα χωρίς να ξέρω τί. Την είδα για μια στιγμή να περνάει -μια σκιά ήταν, αλλά ήταν σίγουρα η δική της- πίσω από την κουρτίνα στο παράθυρο της κουζίνας.  Το ίδιο έγινε και την επόμενη.

Την μεθεπόμενη η Ελισσώ δεν ήρθε στο σχολείο. Όλη μέρα δεν μπορούσα να πάρω τα μάτια μου από την άδεια της θέση στο θρανίο και μόνο στο τέλος, λίγο πριν σχολάσουμε η δασκάλα μας είπε: “Η Ελισσώ δεν ήρθε σήμερα γιατί αύριο θα φύγει με την οικογένειά της για την Γερμανία”. Κάποιος πετάχτηκε και ρώτησε: ”Πότε θα γυρίσει κυρία;”. Η απάντηση της δασκάλας περιείχε τη λέξη “μόνιμα” που δεν ήξερα τί σήμαινε, αλλά εκείνη τη στιγμή ήχησε δυσοίωνα.

Το ίδιο βράδυ πήγαμε με τους γονείς μου να τους αποχαιρετίσουμε. Το σπίτι τους ήταν γεμάτο από κόσμο και άδειο από έπιπλα. Παντού όμως, σε κάθε γωνιά υπήρχαν μεγάλα κιβώτια. Είδα την Ελισσώ να κάθεται σε ένα από αυτά. Έκλαιγε. Σκαρφάλωσα και κάθισα δίπλα της. Όχι κολλητά όπως καθόμασταν στο σπιτάκι μας, αλλά πολύ κοντά της. Κοιτούσαμε ίσια μπροστά μας και δεν είπαμε ούτε μια κουβέντα. Όταν η γιαγιά Ελισσώ μας έφερε δυο πιάτα με πίτα κι είπε: “Φάτε τζιέρια μου τώρα που είναι ζεστή” με το ζόρι κρατήθηκα για να μην κλάψω κι εγώ.

Δε φάγαμε μπουκιά. Καθόμασταν  αμίλητοι κρατώντας τα πιάτα μας και ακούγαμε τους μεγάλους που μιλούσαν για μια άγνωστη πόλη με άγριο όνομα -Φρανκφούρτη- που ακούγαμε για πρώτη φορά. Μιλούσαν ακόμα για δουλειές, για φάμπρικες, για μεροκάματα. Κι ύστερα μετά από πολλή ώρα, κάποιος είπε: “Να πηγαίνουμε, έχουν μεγάλο ταξίδι αύριο οι άνθρωποι και πρέπει να ξεκουραστούν.” Στην αναστάτωση με τις αγκαλιές, τις ευχές και τα φιλιά που ακολούθησαν, η Ελισσώ εξαφανίστηκε. Σαν κατάδικος ακολούθησα τους γονείς μου στο αυτοκίνητο χωρίς να την αποχαιρετίσω. Μπορεί να μην είχα καταλάβει τί σήμαινε αυτό το “μόνιμα” που είχε πει η δασκάλα, αλλά ήξερα καλά πως πονούσε πολύ.

Την στιγμή που κλείσαμε τις πόρτες στο αυτοκίνητο, είδα την Ελισσώ να βγαίνει από το σπίτι. Πετάχτηκα έξω κι έτρεξα. Ήμουν έτοιμος να την αγκαλιάσω και της πω: “Αχ Ελισσάκι μου, μην κλαις, εγώ σ`αγαπάω και θα περιμένω να γυρίσεις, δε θα βάλω σκεπή στο σπιτάκι μας, θα γυρίσεις και θα καθόμαστε εκεί τα βράδια και θα κοιτάζουμε τα αστέρια, αχ Ελισσάκι, μην αργήσεις, εγώ θα περιμένω αλλά εσύ μην αργήσεις, Ελισσάκι, θα βάλω και πόρτα στο σπιτάκι μας, πόρτα που θα κλείνει καλά για να μην μπορείς να ξαναφύγεις ποτέ...”

Όταν βρέθηκα κοντά της στα σκαλιά της εισόδου, κουβέντα δε βγήκε από το στόμα μου. Κοίταζα μια τα παπούτσια μου που είχαν γεμίσει χιόνι, μια τα καλτσάκια της που ήταν βρεγμένα, έτσι ξυπόλυτη που βγήκε να με χαιρετίσει. Και κείνη κοίταζε κάτω και κάθε τόσο σκούπιζε τα μάτια της. Ακούστηκε η κόρνα από το αυτοκίνητό μας. Σήκωσα το κεφάλι και την κοίταξα. Με κοίταξε κι κείνη. Το ασπράδι των ματιών της ήταν κόκκινο. Οι κίτρινες πιτσίλες όμως μουσκεμένες, πάνω στα λαδιά, έλαμπαν πιο πολύ από κάθε άλλη φορά. Στη δεύτερη κόρνα, της έδωσα το χέρι σα μεγάλος, της είπα: “Θα σου γράφω” κι έτρεξα στο αυτοκίνητο.


Κράτησα την υπόσχεσή μου. Για μήνες έσχιζα σελίδες από το μπλοκ της ιχνογραφίας, έκανα ζωγραφιές έγραφα και μερικές σειρές,  δίπλωνα τις σελίδες, τις έβαζα σε φάκελλο, έγραφα απ` έξω το όνομά της κι ύστερα από κάτω Φρανκφούρτη, πιο κάτω Γιαρμανία και το έριχνα στο κίτρινο γραμματοκιβώτιο της πλατείας. Χωρίς γραμματόσημο. Δε φανταζόμουν ότι ήταν απαραίτητο. Ούτε το γραμματόσημο, ούτε η ακριβής διεύθυνση. Ήμουν βέβαιος ότι ο ταχυδρόμος της Φρανκφούρτης, όπως κι ο δικός μας θα ήξερε απ` έξω κι ανακατωτά που έμεναν όλοι οι κάτοικοι. Επομένως θα ήξερε και το σπίτι της Ελισσώς για να της πηγαίνει τα γράμματά μου. Έγραφα, έστελνα, περίμενα, περίμενα μα   απόκριση δεν πήρα.


Την Ελισσώ, δεν την ξαναείδα ποτέ.



Το ποστ γράφτηκε για το διιστολογικό αφιέρωμα με θέμα “Πρώτη Αγάπη”. Συμμετέχουν οι εκλεκτοί συνάδελφοι:  

 Ο ήχος του ανέμου: ο πρώτος έρωτας
A mother’s diary: Οι πρώτες αγάπες
Η ποδηλάτισσα: Πρώτη αγάπη
Rubies  and Clouds (RubinakiM): Έρωτες
Rubies  and Clouds (Nefosis): Σ’ αγαπώ μα δεν το κχέρεις
Κυνοκέφαλοι: Ο Ταρζάν κι η αβωνιάρα
Σταυρούλα: Πρώτο Σκίρτημα.
Kos Pandi: Δυο αγάπες κι ένα ταξίδι στο μέλλον
EvZin: Η Τριανταφυλλένη 
Kizilkum: Αν ήσουν
Polyanna' s days:  
Όταν πηγαίναμε μαζί σχολείο
Χαμένα επεισόδια: 
And burn your bridges down
Μια καπότα γράφει: 
η πρώτη αγάπη