Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ιστορίες. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ιστορίες. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 29 Σεπτεμβρίου 2016

Ο Κουτσάφτης, η μελίγκρα και μια εργασία


Όποιος δε θέλει να ζυμώσει δέκα μέρες κοσκινίζει”, λέει η παροιμία και εγώ την εφάρμοζα κατά γράμμα επί μήνες. Ενώ έπρεπε να ταξινομήσω όλο το υλικό που είχα συγκεντρώσει μέχρι εκείνη τη στιγμή και να περάσω επιτέλους στη σύνθεσή του ολοκληρώνοντας την εργασία που έπρεπε να ετοιμάσω, όλο και πλάταινα την έρευνα. Για να φτάσω μάλιστα  το θέμα πέρα από τα άκρα και παρά την αντίθετη γνώμη του επιβλέποντα καθηγητή, αποφάσισα ότι ήταν απολύτως απαραίτητο να συναντήσω τον Φίλιππο Κουτσάφτη. Όχι τον παρά ένα τόνο συνωνόματό του σκηνοθέτη της Αγέλαστης Πέτρας, αλλά τον Προϊστάμενο της Ιατροδικαστικής Υπηρεσίας Αθηνών.

Δεν ήταν δύσκολο να βρω το τηλέφωνο της Υπηρεσίας και να μιλήσω με τον ίδιο, τον γνωστό από διάφορες τρανταχτές αιματοβαμμένες υποθέσεις, ιατροδικαστή. Με άκουσε προσεκτικά και δέχτηκε πρόθυμα να με συναντήσει την επόμενη στις 8 το πρωί στο γραφείο του -πού αλλού;- στην οδό Αναπαύσεως. Στρώθηκα αμέσως στη δουλειά, ετοίμασα τις ερωτήσεις που έπρεπε να τού κάνω και μετά από ώρες συστηματικής καταγραφής και διορθώσεων, απόγευμα πια, βγήκα στην αυλή. Ήταν μια ωραία μέρα φθινοπωρινή όπως τώρα καλή ώρα, κι αντί να καθίσω να απολαύσω τον καφέ μου, αποφάσισα να κάνω κάτι που ανέβαλα διαρκώς το προηγούμενο διάστημα: να ραντίσω τις τριανταφυλλιές που είχαν γεμίσει μελίγκρα και κινδύνευαν άμεσα να ξεραθούν.

Πάνω στο κουτί με το φάρμακο που είχα προμηθευτεί μερικές μέρες νωρίτερα, ο γεωπόνος είχε σημειώσει τη δοσολογία. Μέτρησα με μια σύριγγα τα ml του φαρμάκου -πήρα την πρωτοβουλία να προσθέσω μια δυο σταγόνες παραπάνω ώστε να είναι βέβαιη και άμεση η εξολόθρευση- το έβαλα σε ένα ψεκαστήρι, πρόσθεσα νερό, ανακάτεψα καλά το μείγμα και άρχισα να ψεκάζω με μανία τις πολυπληθείς παροικίες των λαίμαργων εντόμων. Ξανά και ξανά. Μύριζε άσχημα αυτό το φάρμακο κι επειδή στη βιασύνη μου δεν είχα βιδώσει καλά το ψεκαστήρι, μούσκεψαν για τα καλά τα χέρια μου.

Όταν πλέον τελείωσα και ενώ έβαζα το φιαλίδιο του φαρμάκου στο κουτί του για να το αποθηκεύσω, σκέφτηκα να ρίξω μια ματιά, έστω και εκ των υστέρων, στις οδηγίες χρήσης. Ανοίγοντας το διπλωμένο χαρτί το πρώτο που πρόσεξα ήταν μια απειλητική νεκροκεφαλή με δυο οστά σταυρωτά πίσω της, σε κόκκινο πλαίσιο. Από κάτω, λες και δεν έφτανε το σύμβολο, έγραφε “Κίνδυνος -θάνατος”. Διάβασα τις οδηγίες με ανησυχία που πρόταση στην πρόταση μεγάλωνε. Μιλούσαν για προφυλάξεις εντελώς απαραίτητες -γάντια, μάσκα- που εγώ στη βιασύνη μου δεν είχα πάρει. Και στο τέλος όλων αυτών, αναγράφονταν το τηλέφωνο του Κέντρου Δηλητηριάσεων.

Πέταξα βιαστικά τα ρούχα που φορούσα στο ράντισμα και μπήκα στο μπάνιο. Πλύθηκα σχολαστικά ξανά και ξανά. Έτριψα με μανία τα χέρια και το πρόσωπο και έκανα πολλές γαργάρες. Μετά, άρχισα να ψάχνω σε κατάσταση πανικού για δηλητήρια, συμπτώματα δηλητηριάσεων και τρόπους άμεσης αντιμετώπισης. “...τοξικά είναι αυτά που δια της εισπνοής , καταπόσεως ή δια της διεισδύσεως δια του δέρματος δύνανται να προκαλέσουν σοβαρούς κινδύνους για την υγεία, οξείς ή χρόνιους, ακόμη και τον θάνατο.”

Στο τέλος κάθε αναζήτησης, η ίδια λέξη: θάνατος. Όταν συνειδητοποίησα ότι οι καρδιακοί μου παλμοί είχαν ανέβει σαν να είχα τρέξει μαραθώνιο, έβαλα στη μνήμη του τηλεφώνου τον αριθμό του κέντρου δηλητηριάσεων και προσπάθησα να ηρεμήσω. Δεν ήταν εύκολο. Κι αν τα κατάφερα ήταν πολύ αργότερα, όταν κατάλαβα ότι δεν είχα κανένα από τα συμπτώματα που είχα διαβάσει. Ήταν περασμένες δυο βράδυ όταν συμπέρανα ότι μάλλον δεν κινδύνευα και αποφάσισα ότι έπρεπε πια να πέσω για ύπνο, ώστε να μη χάσω την πρωινή συνάντηση στην οδό Αναπαύσεως.

Τότε ήταν που σκέφτηκα το σενάριο μιας μαύρης, κατάμαυρης κωμωδίας: Φοιτητής επικοινωνεί με προϊστάμενο ιατροδικαστικής υπηρεσίας για να τον βοηθήσει στην εργασία που ετοιμάζει για τη σχολή του. Την ημέρα και την ώρα της συνάντησης, ο φοιτητής δεν φτάνει στην ώρα του. Ο ιατροδικαστής τον περιμένει στο γραφείο του, φανερά εκνευρισμένος για την αργοπορία. Μετά από ένα τέταρτο άκαρπης αναμονής, βάζει την πράσινη μπλούζα του και πάει στο νεκροτομείο για να πιάσει δουλειά. Εκεί, οι βοηθοί λέγοντας "κρίμα τόσο νέο παλικάρι", του δείχνουν ένα πτώμα που δεν έχει κρυώσει ακόμα και προσθέτουν: "Τον έφεραν στις οκτώ παρά το πρωί". Η κάμερα κάνει ζουμ στο καρτελάκι που είναι δεμένο στο μεγάλο δάχτυλο του δεξιού ποδιού. Μετά το πλάνο ανοίγει. Ο ιατροδικαστής σκύβει και διαβάζει το όνομα. Έκπληκτος συνειδητοποιεί ότι είναι το όνομα του φοιτητή. Γυρίζει προς τον φακό και λέει: “Τελικά έφτασε στην ώρα του.”  Τότε, πάνω  στο πρόσωπο του ιατροδικαστή κι ενώ πίσω, στο βάθος αχνοφαίνεται το πτώμα, πέφτει η μουσική και οι τίτλοι τέλους.


Η συνάντηση με τον Κουτσάφτη, την επόμενη μέρα, ήταν συναρπαστική. Μέχρι και ο καθηγητής μου παραδέχτηκε ότι τα στοιχεία που αποκόμισα ήταν ουσιαστικά και μάλιστα πρόσθεσε ότι "θα απογείωναν την εργασία". Καθώς είχε φτάσει το πλήρωμα του χρόνου, πέρασα από το πολύμηνο κοσκίνισμα στο ζύμωμα και σύντομα κατάφερα να την ολοκληρώσω. Ο βαθμός ήταν ανάλογος της προσπάθειας που είχα καταβάλλει. Όσο για τα ζωύφια στα φυτά της αυλής, από τότε άρχισα να τα αντιμετωπίζω με άλλους τρόπους, πιο ήπιους και πιο οικολογικούς. 


η ιστορία αφιερώνεται στον Kos Panti 


*Δείτε με αγγλικούς υπότιτλους το ντοκιμαντέρ, El costo humano de los agrotoxicos.

Παρασκευή 29 Ιουλίου 2016

Η Φανίτσα



Μια μέρα κάποιος άφησε μπροστά στο ερειπωμένο σπίτι ένα κάρο φορτωμένο μέχρι πάνω με σανό. Ακριβώς κάτω από το ρημαγμένο μπαλκόνι του πρώτου ορόφου. Μια, δυο μέρες, εκεί. Την τρίτη μπουκάραμε από την πίσω πόρτα, ανεβήκαμε πάνω και βγήκαμε στο μπαλκόνι. Άφηναν κενά τα ξύλα του, κενά που έβλεπες κάτω. Τα κάγκελα, ξύλινα κι αυτά, είχαν πέσει από καιρό. Έτριζε. Όλα τα παιδιά της γειτονιάς εκεί. Ένα -ένα πηδούσαμε από ψηλά στο κάρο. 

Σαν να πετάς ήταν. Ανάσα, ένα βήμα μπροστά στο κενό, φωνή “Ααα” και στον αέρα. Για λίγο, αλλά στον αέρα. Φούσκωνε αλεξίπτωτο το φουστανάκι της Φανίτσας κι ύστερα χάνονταν όλη μέσα στο σανό. Πρώτα τα χέρια της έβγαζε. Πάλευαν κάθε φορά να κατεβάσουν το φουστάνι, να μη δούμε το βρακί και τα πόδια της. Άσπρο ήταν. Άσπρο με ένα παπάκι πορτοκαλί μπροστά. Άσπρα και τα πόδια της, λεπτά, ξυλαράκια, με μια ελίτσα στο αριστερό. Τρεις πιθαμές πάνω από το γόνατο.

Δεν τα είδε άλλος. Μόνο εγώ. Κι όταν ξανάπεσε από το μπαλκόνι, πριν προλάβει να σηκωθεί, έπεσα πάνω της. Πρέπει να λαχτάρησε. Την ένοιωσα να σαλεύει. Να προσπαθεί βιαστικά να ξεφύγει. Εκεί που υπέθεσα ότι ήταν τ` αυτί της- ανάκατα μαλλιά, σανός ένα πράγμα- έσκυψα και της είπα μονορούφι: “Άσπρο είναι το βρακί σου, απόψε θα έρθω να σε κλέψω. Έχει κι ένα παπάκι μπροστά. Πορτοκαλί”. Τραβήχτηκε απότομα, τράβηξε και τα μαλλιά. Ήταν τρομαγμένη, μπορεί και νευριασμένη αλλά δεν ήξερα αν ήταν πού είδα το βρακί της με το παπάκι ή που της είπα ότι θα πάω να την κλέψω. Δεν ξέρω πώς μού 'ρθε αυτό· εγώ από καιρό έψαχνα τρόπο να της πω απλώς ότι θέλω να την παντρευτώ. 

“Τη φίλησε, τη φίλησε” άρχισαν να φωνάζουν οι άλλοι από πάνω κοροϊδευτικά. Στο τρίτο “τη φίλησε” η Φανίτσα, μού έσκασε ένα χαστούκι, σηκώθηκε κατεβάζοντας το φουστάνι της, πήδηξε από το κάρο κι έφυγε τρέχοντας. Οι άλλοι, πάνω στο μπαλκόνι, συνέχισαν το δούλεμα μέχρι που ακούσαμε φωνές. “Θα σκοτωθούν τα παλιόπαιδα”. Μας είχαν πάρει χαμπάρι. Έφτασαν μαινάδες οι μανάδες μας, μας έριξαν κάτι ανάποδες και μας έσυραν από το αυτί στα σπίτια. Την άλλη μέρα κάρφωσαν τις πόρτες και τα κάτω παράθυρα του σπιτιού. Πήραν και το κάρο. 




Πολλά χρόνια αργότερα, ένα βράδυ ρώτησα τη Φανή που καθόταν δίπλα μου, αν θυμόταν το κάρο με τον σανό δείχνοντάς της ψηλά το μπαλκόνι. Επισκευασμένο κι αυτό κι όλο το σπίτι που είχε γίνει μπαρ. Καλοκαίρι όπως τότε, κι εμείς, μια μεγάλη παρέα, καθόμασταν σε ένα τραπέζι έξω, εκεί ακριβώς που κάποτε, κάποιος είχε αφήσει για τρεις μέρες ένα κάρο φορτωμένο μέχρι πάνω με σανό. 

“Αν το θυμάται λέει!” τη πρόλαβε ο άντρας της ο Νικόλας -παιδικός φίλος κι αυτός- και μού διηγήθηκε γελώντας την ιστορία, όπως τού την είχε εκμυστηρευτεί  η ίδια. Εκείνη την νύχτα από  φόβο  μην τυχόν και πάω να την κλέψω, έστριψε καλά -καλά το πανωσέντονο, το 'κανε ένα μακρύ χοντρό σκοινί κι έδεσε τη μια άκρη του στο πόδι της -”αυτό με την ελίτσα” σκέφτηκα- και την άλλη γερά στο πόδι του κρεβατιού. “Κατάλαβες;” συνέχισε ο Νικόλας “Ήθελε να ξυπνήσει έτσι και πήγαινες να την κλέψεις. Μια βδομάδα δεμένη κοιμόταν από το φόβο της”.  


φωτο: Schwarz Weiß

Κυριακή 10 Ιουλίου 2016

Τζιτζίκι -τζατζίκι


-Τί είναι αυτό;
-Ποιό μωρό μου;
-Αυτό. Που κάνει έτσι!
-Πως έτσι;
-Τζζζζ...
-Αααα! Αυτό είναι τζιτζίκι!
-Τζατζίκι!
-Όχι τζατζίκι μωρό μου. Τζιτζίκι.
Δίχρονη το πολύ η μικρή, στρουμπουλή και τσαχπίνα, από ώρα τριγύριζε με αβέβαια τραμπαλιστά βήματα στην άμμο και κοίταζε ψηλά προσπαθώντας να καταλάβει τί ήταν αυτός ο ήχος που έβγαζε το αλμυρίκι. Άρχισε ο πατέρας της να της εξηγεί, ότι μοιάζουν αυτές οι λέξεις, αλλά είναι άλλο το “τζα-τζί-κι” -αυτό το τρώμε και είναι άσπρο, δροσερό και γίνεται από γιαούρτι- και άλλο, το “τζι-τζί-κι” , είναι έντομο, όπως οι μέλισσες κι οι πεταλούδες. Τον άκουγε προσεκτικά, έκπληκτη που δυο λέξεις τόσο όμοιες, ήταν για τόσο διαφορετικά πράγματα και μια κοίταζε ψηλά, μια τον πατέρα της.

Κι ενώ φάνηκε να έχει καταλάβει τη διαφορά, τού ζήτησε πονηρά “Κατέβασέ το, το τζατζίκι” επιμένοντας στο λάθος. Εκείνος σηκώθηκε αμέσως, έψαξε για λίγο το αλμυρίκι κι όταν εντόπισε ένα τζίτζικα, τεντώθηκε, τον έπιασε απαλά και έσκυψε για να της τον δείξει. Εκείνη πλησίασε άφοβα το έντομο και το κοίταξε προσεκτικά. Τότε της είπε να βάλει το δάχτυλό της κάτω, “Να εδώ, στα ποδαράκια του”. Το έβαλε θαρρετά, μα το τράβηξε αμέσως. “Σε γαργαλάει;” τη ρώτησε κι εκείνη έγνεψε “ναι” αλλά αμέσως το ξαναπειχείρησε. Ο τζίτζικας έκανε βήματα στον αέρα και πάνω στο απλωμένο δαχτυλάκι, τη γαργαλούσε, εκείνη τού έλεγε και τού ξανάλεγε γλυκά “τζιτζίκι -τζατζίκι” και γελούσε κι από το γαργάλημα κι από το αστείο της.


Μετά από λίγο ο πατέρας, της είπε ότι πρέπει να βάλουν το τζιτζίκι πάλι στο δέντρο γιατί “θα το ψάχνουν οι δικοί του” κι εκείνη συμφώνησε αμέσως κουνώντας το κεφάλι της καταφατικά. Ο πατέρας τεντώθηκε πάλι και ακούμπησε τον τζίτζικα προσεκτικά ακριβώς στο ίδιο κλαδί, στο ίδιο σημείο από όπου τον είχε πάρει, ενώ η μικρή κουνούσε το χέρι της αποχαιρετώντας τον.


Έπειτα, κάθισε ήσυχα στην άμμο, αλλά πότε κοίταζε ψηλά στο αλμυρίκι, πότε κάτω, το γαργαλημένο της δαχτυλάκι και μονολογούσε τραγουδιστά, “τζιτζίκι -τζατζίκι, τζιτζίκι -τζατζίκι”. Και γελούσε καθώς τα αλλεπάλληλα “τζ” της συναγωνίζονταν τα ασταμάτητα "τζ" των τζιτζικιών-τζατζικιών. 

Τρίτη 5 Ιουλίου 2016

Η Μόνικα του 661ου εκλογικού τμήματος



Ήταν αργά, περασμένες 3, το βράδυ του δημοψηφίσματος της 5ης Ιουλίου 2015. Ο κόσμος που πανηγύριζε ξέφρενα στο Σύνταγμα την θριαμβευτική επικράτηση του "ΟΧΙ", αντίθετα με όλες τις προβλέψεις, κόντρα στη λυσσαλέα προσπάθεια των ΜΜΕ  να επιβάλλουν το αντίθετο, είχε αρχίσει να αραιώνει. Ετοιμαζόμουν να φύγω κι εγώ, όταν συνάντησα τον Χ, καλό φίλο, φωτογράφο. Ήταν κατάκοπος, ωστόσο μού πρότεινε να πάμε για μια μπύρα. “Για να σου πω και το άλλο ωραίο της ημέρας”, συμπλήρωσε γελώντας πονηρά. Το ζητούσε η ζεστή βραδιά, το απαιτούσε το αποτέλεσμα. Και βέβαια, ήταν δελεαστικό “το άλλο ωραίο”, μιας μέρας που το μεγάλο και ωραίο γεγονός της ήταν ένα και αδιαμφισβήτητο.

Τα ποτήρια μας κόντευαν να αδειάσουν ενώ το τασάκι μας ήταν πια μισογεμάτο, όταν αφήσαμε τα του δημοψηφίσματος και άρχισε να μού διηγείται την ιστορία που μού είχε τάξει. 

Νωρίς το πρωί εκείνης της μέρας έφτασε στο 661ο εκλογικό τμήμα στην Κυψέλη, στην οδό Χιλανδαρίου. Σύντομα επικράτησε πανδαιμόνιο· και δεν ήταν  οι ψηφοφόροι που το κατέκλυσαν, αλλά οι πάνω από εκατό φωτογράφοι, δημοσιογράφοι και εικονολήπτες -Έλληνες και ξένοι - που από τις 9 είχαν ήδη λάβει θέσεις. Η σχετική ανακοίνωση έλεγε "ο πρωθυπουργός θα προσέλθει στο εκλογικό τμήμα στις 10".

Μόλις επτά λεπτά πριν τις δέκα, και ενώ οι φακοί ήταν στραμμένοι στην είσοδο της αίθουσα και όλων οι δείκτες χάιδευαν το κουμπί μιας κάμερας έτοιμοι για τα απανωτά κλικ, εμφανίστηκε η ΘΕΑ· μια ψηλή, πανέμορφη γυναίκα, “γυναικάρα, να σου κόβει την ανάσα”. Ψηφοφόρος. Ήταν τόσο ισχυρός ο αιφνιδιασμός στη θέα του απόλυτου ωραίου που σχεδόν όλοι οι επαγγελματίες της εικόνας, κατέβασαν τις κάμερες και την κοίταζαν εκστασιασμένοι καθώς έδινε ταυτότητα και έπαιρνε ψηφοδέλτια. “Φορούσε κι ένα κοντό κολλητό φουστανάκι που άφηνε να φανούν δυο μέτρα πόδια...”. Ελάχιστα μόνο κλικ ακούστηκαν, κλικ που μάλλον την έφεραν σε μεγάλη αμηχανία, σε συνδυασμό βέβαια με τα τόσα βλέμματα καρφωμένα πάνω της. Έτσι βιάστηκε να κρυφτεί μέσα στο παραβάν. “...και για να καταλάβεις για τί γκόμενα μιλάω -Μπελούτσι και βάλε- θα σου πω αυτό: αν εκείνη τη στιγμή έμπαινε ο Τσίπρας νομίζω ότι κανένας μας δε θα γύριζε την κάμερα πάνω του.”

Στο ελάχιστο διάστημα που η “Μόνικα και βάλε” ήταν στο παραβάν, οι άνθρωποι των μέσων, ανέκτησαν τον επαγγελματισμό τους και στόχευαν πλέον, όχι στην αναμενόμενη είσοδο του πρωθυπουργού για την οποία βρίσκονταν εκεί, αλλά αποκλειστικά στην έξοδό της. Όταν μισάνοιξε η κουρτίνα κι εμφανίστηκε με ολοκόκκινα μάγουλα κι ένα αμήχανο χαμόγελο, ακούστηκε ένας καταιγισμός από κλικ. Ήταν τόσο αδηφάγο όλο αυτό το σκηνικό, που η κοπέλα, στράφηκε βιαστικά προς την έξοδο. Κάποιος της εφορευτικής επιτροπής της φώναξε: “Δεσποινίς! Πού πάτε; Δεν ψηφίσατε.” Γύρισε ντροπιασμένη, ακόμα πιο κόκκινη, ξαναμπήκε στο παραβάν, πήρε τον φάκελο που στην ταραχή της είχε αφήσει εκεί, βγήκε -ορυμαγδός τα κλικ- ψήφισε, πήρε την ταυτότητά της και έφυγε.

Δυο τρία λεπτά αργότερα, μπήκε ο πρωθυπουργός.



Πριν λίγες μέρες τηλεφώνησα στον Χ. Ένα χρόνο μετά, ήθελα να μού θυμίσει κάποιες λεπτομέρειες από την ιστορία που μού διηγήθηκε εκείνο το αξέχαστο βράδυ. Στο τέλος τον ρώτησα: “Τι λες να ψήφισε η Μόνικα;”. Γέλασε και μού απάντησε αποστομωτικά: “Για αυτή δεν ξέρω, είμαι όμως σίγουρος για το τί ψήφισε ο Τσίπρας.”




Δευτέρα 20 Ιουνίου 2016

Το κοιμισμένο φεγγάρι


Κάποιος το είδε να ανατέλλει ολοκόκκινο από τη θάλασσα. Ήταν μεγάλος στα χρόνια και αμέσως σκέφτηκε ότι ποτέ στη ζωή του δεν είχε δει τόσο κόκκινο φεγγάρι. Φώναξε πρώτα τα εγγόνια του να το δουν κι ύστερα τα παιδιά του· η γυναίκα του είχε πεθάνει από χρόνια. Το πήραν είδηση σιγά- σιγά κι οι άλλοι. Μετά από λίγο, όλο το χωριό μαζεύτηκε στην παραλία, το κοίταζε, θαύμαζε και απορούσε. Όμως, όσο περνούσε η ώρα και το φεγγάρι ανέβαινε ολόγεμο, άρχισαν να ανησυχούν καθώς κοκκίνιζε κι άλλο και μεγάλωνε. Πορφύνωνε, έβαφε τη θάλασσα και μεγάλωνε. Πορφύρωνε και μεγάλωνε σαν να τους πλησίαζε.

Κοιμάται!” φώναξε ξαφνικά ο ηλικιωμένος. “Κοιμάται και έτσι όπως πάει, θα πέσει πάνω μας!” Ο κόσμος κατάλαβε ότι είχε δίκαιο και η σύγκρουση θα ήταν αναπόφευκτη. Οι γυναίκες άρχισαν να σκούζουνε και να τραβάνε τα μαλλιά τους. Τρόμαξαν και τα μωρά κι έβαλαν τα κλάματα. “Πρέπει να το ξυπνήσουμε πριν γίνει το κακό” είπε πάλι ο ηλικιωμένος και άρπαξε ένα πεταμένο τενεκέ κι άρχισε να τον χτυπάει με μανία. Έτρεξαν τότε όλοι στα σπίτια τους και πήραν ό,τι βρήκαν: κατσαρόλες, ταψιά, ποτιστήρια -μέχρι και στα μικρά έδωσαν μπρίκια να χτυπήσουν γιατί όλοι έπρεπε να βοηθήσουν ώστε να ξυπνήσει το κοιμισμένο φεγγάρι.

Με τόσο σαματά που έκαναν για ώρες -όλο το χωριό να χτυπάει τα χλαπατσίμπαλα, να φωνάζουν με όση φωνή είχαν κι ο παππάς να κρούει την καμπάνα- τελικά τα κατάφεραν. Το ξύπνησαν. Μπορεί να τρόμαξε κι εκείνο όταν άνοιξε τα μάτια του και είδε πόσο είχε πλησιάσει το χωριό τους. Άρχισε πάντως να μικραίνει, δηλαδή να απομακρύνεται και να χάνει το πορφυρό του χρώμα. Όταν πια μεσουράνησε ήταν άσπρο πια και πολύ λαμπερό. Όπως πρέπει να είναι τα καλοκαιρινά φεγγάρια. Κάθισαν όλοι κατάκοποι στην άμμο, κάθιδροι αλλά ανακουφισμένοι που γλίτωσαν από το μεγάλο κακό. Με τα χλαπατσίμπαλα σκόρπια, εδώ κι εκεί. Χωρίς να μιλάνε.

Μόνο ένας μικρός, πεντάχρονος ήταν βουρκωμένος κι απαρηγόρητος. Ήταν ο μόνος που δε χτύπησε καθόλου όλη τη νύχτα το μπρίκι που τού έδωσαν. Ήταν ο μόνος που δε φοβόταν ενώ το φεγγάρι τους πλησίαζε γιατί εκείνος, αυτό ακριβώς ήθελε: να φτάσει τόσο κοντά στο χωριό τους, στο σπίτι του, που να βάλει μια σκάλα, να ανέβει, να τεντωθεί στο τελευταίο σκαλοπάτι, να πιάσει την άκρη του φεγγαριού να γαντζωθεί γερά από εκεί-κι ας κοκκίνιζαν τα χέρια του- και να σκαρφαλώσει πάνω στο ολόγεμο φεγγάρι.



*Η ιστορία είναι αληθινή και συνέβη στη Ρόδο αρχές της δεκαετίας του ΄60. Μού τη διηγήθηκε ο τότε μικρός Τσαμπίκος που συνεχίζει να περιμένει μισό αιώνα και βάλε, ένα μεγάλο κόκκινο φεγγάρι που θα πλησιάσει τόσο τη γη, ώστε να μπορέσει επιτέλους να σκαρφαλώσει πάνω του.



Δευτέρα 6 Ιουνίου 2016

Οι χαροκαμένοι


Στη μικρή μας πόλη, οι πρώτοι που σηκώνονται και βγαίνουν με το χάραμα από τα σπίτια τους, είναι οι χαροκαμένοι. Γυναίκες και άντρες, αλλά κυρίως γυναίκες. Μαυροντυμένες εκείνες πατόκορφα, με το περιβραχιόνιο του πένθους στερεωμένο με κρυφές παραμάνες στα καλοκαιρινά τους πουκάμισα, εκείνοι. Πρόσωπα ανέκφραστα, βλέμμα συχνά κόκκινο, καρφωμένο στον προορισμό. Στόμα σφιγμένο. Από όλα τα σημεία της μικρής μας πόλης παίρνουν τους δρόμους για “τα μνήματα”.

Πάνε. Αν τους συναπαντήσεις και τους καλημερίσεις θα σου απαντήσουν “Για να μην μας πιάσει η ζέστη”, λες και τους ρώτησες “Γιατί τόσο νωρίς;”. Αντί να πουν την αλήθεια: ότι πάνε να καλημερίσουν τον νεκρό τους, να τού διηγηθούν τα όνειρα της νύχτας που μόλις τέλειωσε. Να ανάψουν το καντήλι να τού φωτίζει τη μέρα -σαν να μην τού φτάνει ο καλοκαιρινός ήλιος που πυρώνει την πλάκα. 

Το σούρουπο οι χαροκαμένοι κάνουν την ίδια διαδρομή. Ξαναπηγαίνουν στο κοιμητήρι. Στο “καλησπέρα” σου, πάλι τα δικά τους λένε: “Τώρα που έπεσε η ζέστη...” αντί να πουν ότι πάνε να καληνυχτίσουν τον νεκρό, να τού διηγηθούν τα της μέρας που πέρασε, αν βρουν παπά να ρίξουν  τρισάγιο και να τού ανάψουν πάλι το καντήλι. Λες και δεν τού φτάνει το φεγγαρόφωτο κάτω από τα κυπαρίσσια. 

Έτσι, πρωί -βράδυ, με τις επισκέψεις, με τη μουρμούρα, τα “αχ” και τα κλάματα δεν τους αφήνουν σε ησυχία· σε τόπο αναπαύσεως. «...ἔνθα ἀπέδρα ὀδύνη, λύπη καὶ στεναγμός»

.

Παρασκευή 29 Απριλίου 2016

Η Layla


-“Ήτνα 'παθε αυτή ρε Μανώλη;” ρώτησα τον ιδιοκτήτη του καφέ και πριν προλάβω να συμπληρώσω “Λωλάθηκε;” στην τοπική διάλεκτο κι ενώ οι άλλοι γελούσαν, μού πέταξε στα μούτρα ένα οργισμένο “Σκάσε μαλάκα!” και έτρεξε να την προλάβει.

Μεγάλη Παρασκευή στο Νησί πριν από μερικά χρόνια, μεσημεράκι και στο καφέ του Μανώλη, λιγοστοί οι θαμώνες. Ανέφελος ουρανός, με τη θάλασσα πιάτο μπροστά μας να σαλεύει ανοιξιάτικα κύματα κι ιλαρό φως. Ράθυμοι γλάροι έκοβαν βόλτες, κρώζοντας χαρά κόντρα στην καμπάνα του Αη Γιώργη που σήμανε όλη μέρα πένθιμα τα θεία πάθη.

Εμείς -τέσσερις όλοι κι όλοι με τον Μανώλη που καθόταν κι αυτός μαζί μας- πίσω στην παγκάδα στη σκιά. Καφές, παξιμάδια και τσιγάρα. Εκείνη κάθονταν, όπως και τις άλλες φορές που την είχα δει τις προηγούμενες μέρες, στο μπροστινό τραπέζι, στη γωνία, μόνη της και μάζευε ήλιο. Ξένη σίγουρα. Από πού; Κύριος οίδε.

Ξαφνικά ακούσαμε ποδοβολητό κι ένα τσούρμο πιτσιρικάδες ξεχύθηκε στην παραλία. Δε δώσαμε σημασία αλλά λίγο μετά, είδαμε μια τρομερή λάμψη και ακούσαμε το εκκωφαντικό μπαμ της πρώτης κροτίδας. Ακολούθησε κι άλλες. Πέντε, δέκα, μπορεί και περισσότερες. Πόλεμος κανονικός. Ήταν προφανώς η γενική πρόβα των μικρών μπουρλοτιέρηδων για το επόμενο βράδυ της Ανάστασης.

Στην πρώτη κροτίδα -ή μήπως ήταν δυναμίτης;- τιναχτήκαμε όλοι έτσι που έσκασε αναπάντεχα σηκώνοντας σύννεφο άμμου. Μετά όμως, γελάσαμε με την τρομάρα μας. Τότε ήταν -μέσα στην ομοβροντία- που είδαμε την ξένη να τινάζεται, να πέφτουν από το τραπέζι φλυτζάνια, ποτήρια, τασάκια και εκείνη να φεύγει αλλοπαρμένη με μάτι που γυάλιζε, να πηδάει αγρίμι τη μάντρα και να τρέχει στο δρόμο μέχρι που χάθηκε. Πίσω της έτρεξε ο Μανώλης, μετά αυτό το “Σκάσε μαλάκα!” που μού πέταξε.

Γύρισε μόνος του μετά από ώρα. Στο παραξενεμένο βλέμμα μας, δεν απάντησε μόνο έπιασε τη σκούπα και το φαράσι. Μάζευε τα σπασμένα και μουρμούραγε μονότονα μέσα από τα δόντια του: “Μαλακισμένα, ε μαλακισμένα.” Τον ακούγαμε κι αναρωτιόμασταν αν αναφερόταν σε μας που γελάσαμε εις βάρος της ή στα παιδιά της παραλίας. Ύστερα κλείστηκε στην κουζίνα και βγήκε μόνο όταν τον φωνάξαμε για να τον πληρώσουμε· ήταν ακόμα μουτρωμένος.

Την ξένη, δεν την ξαναείδαμε τις επόμενες μέρες. Δυο χρόνια αργότερα, καλοκαίρι πια, έτυχε να τη γνωρίσω. Η Layla, με θυμόταν από εκείνη την επεισοδιακή Μεγάλη Παρασκευή στο καφέ του Μανώλη. Μού είπε ότι πέρασε όλες τις επόμενες μέρες κλεισμένη στο δωμάτιό της, με το κεφάλι κάτω από το μαξιλάρι κάθε φορά που ακούγονταν μπαμ. “Από τότε, δεν ξαναήρθα Πάσχα στο Νησί” μού είπε.

Εκείνη τη μέρα νόμιζε ότι θα πεθάνει. Με το που έσκασε η πρώτη κροτίδα, ένοιωσε ότι βρέθηκε πάλι στο Σεράγεβο, πίσω στην άνοιξη του `92 που άρχισε η πολιορκία. Ήταν σαν να ζούσε ξανά τους καθημερινούς ανελέητους βομβαρδισμούς. Βρίσκονταν στο Νησί, μίλια και χρόνια μακριά από το κακό και άκουγε εκρήξεις, σειρήνες και ουρλιαχτά πληγωμένων. Ήταν δίπλα στη θάλασσα και μύριζε μπαρούτι, καμμένη σάρκα και αίμα. Μύριζε τον ίδιο το φόβο του θανάτου πάνω της.

Πριν κλείσει χρόνος -η πολιορκία κράτησε μέχρι τον Οκτώβρη του 1995- κατάφερε να φύγει μόνη της, δεκάξι χρόνων, πρόσφυγας όπως χιλιάδες άλλοι. Κατέληξε στο Λονδίνο. Έφτιαξε εκεί της ζωή της και δεν επέστρεψε ποτέ στο Σεράγεβο. Μέχρι εκείνη τη Μεγάλη Παρασκευή, νόμιζε ότι είχε αφήσει πίσω της οριστικά τον εφιάλτη του πολέμου, αλλά αρκούσε μια γιορτινή ομοβροντία στην παραλία για να την κάνει να γυρίσει στην κόλαση.



Κάθε χρόνο τέτοια μέρα σκέφτομαι τη Layla. Θυμάμαι έντονα το τίναγμα και το φευγιό της από το καφέ του Μανώλη. Τον τρόμο στο βλέμμα της. Φέτος, εκτός από τη Layla, σκέφτομαι κι όλους αυτούς που βρίσκονται στα μέρη μας έχοντας μόλις ξεφύγει από άλλους πολέμους. 


Δευτέρα 11 Απριλίου 2016

Οι Νίκες

Κατήγαγαν καθημερινά τόσες νίκες και σε τόσα μέτωπα που ο λαός είχε κουραστεί από τους αλλεπάλληλους θριάμβους και δε συνέρρεε πλέον στον Ιππόδρομο.


Οι κρατούντες, όταν διαπίστωσαν την απροθυμία, χωρίς να εξετάσουν τις αιτίες που την προκαλούσαν, έσπευσαν να πολλαπλασιάσουν τους τελάληδες και αύξησαν τις βάρδιες τους ώστε το μήνυμα κάθε νέας νίκης να φτάνει άμεσα σε όλη την επικράτεια.

Τα εκφωνούμενα κείμενα έγιναν υπέρ το δέον αναλυτικά και τόνιζαν με κάθε τρόπο τις δυσκολίες μέσα στις οποίες επιτεύχθηκαν οι νίκες, την ύψιστη σημασία τους για τη χώρα και το λαό, ενώ στο τέλος υπογράμμιζαν με το πλέον κατηγορηματικό ύφος ότι καμία άλλη ηγεσία πριν, και οπωσδήποτε καμία στο μέλλον, δεν θα τα κατάφερνε καλύτερα.

Αλλά και με τους θριάμβους υπερέβαλαν. Οι πομπές, που ούτως ή άλλως ήταν πολυπληθείς, γιγαντώθηκαν. Οι δε μετέχοντες,  με την πλέον επίσημη και απαστράπτουσα περιβολή, διαμοίραζαν όπως πάντοτε στους διαρκώς όμως μειούμενους θεατές όλο και περισσότερα τιμαλφή αλλά και τα αυτάρεσκα των θριαμβευτών μειδιάματα.

Ώσπου μια μέρα, σαν να μην είχαν ακουστεί προηγουμένως οι βραχνιασμένοι από τις υπερωρίες τελάληδες, σαν να μην είχε αναγγελθεί ακόμα μια περίλαμπρη νίκη, σαν να είχε περάσει απαρατήρητος ο θρίαμβος που απαραίτητα θα ακολουθούσε σφραγίζοντάς την, η πομπή διέσχισε μια παντέρημη πόλη και κατέληξε σε έναν εκκωφαντικά άδειο Ιππόδρομο.

Τότε, για πρώτη φορά οι κρατούντες απόρησαν· ωστόσο θαμπωμένοι από τις ίδιες τους τις νίκες δεν ήταν ικανοί να εξηγήσουν το κατ΄αυτούς ανεξήγητο φαινόμενο. Τους ήταν αδύνατον να αντιληφθούν ότι ο λαός, κατάκοπος από το σερί των νικών, επιθυμούσε διακαώς την ανατροπή αυτού που εδώ και καιρό είχε καταστεί κανονικότητα. Ο λαός ορέγονταν επιτέλους να γευτεί μια ήττα. 


Χαρακτικό του Onufrio Panavinio. Εικονίζει τον Ιππόδρομο της Κωνσταντινούπολης. Δημοσιεύτηκε το 1600. Από εδώ




Το ποστ αναδημοσιεύτηκε: στο Θούριο Τύπο, στο iloveithaki.gr, στο lefterianews, στο crete-news.gr και στο Άνεμος Αντίστασης

Τρίτη 1 Μαρτίου 2016

Πόντο- πόντο



  Ξυπνάνε νωρίς κι οι δυο. Η Αννίτα, τη βοηθάει να σηκωθεί από το κρεβάτι, την πλένει, την ντύνει και της χτενίζει τα μαλλιά. Άσπρα, πυκνά ακόμα, γίνονται ένας ωραίος κότσος στο πίσω μέρος του κεφαλιού. Ύστερα, τρώνε μαζί το πρωινό και λένε τα όνειρα της βραδιάς που πέρασε. Μετά η Αννίτα πιάνεται με τις δουλειές του σπιτιού και το μαγείρεμα, ενώ η κυρία Σοφία κάθεται στην πολυθρόνα της, δίπλα στο παράθυρο και βλέπει στην αυλή το άγγιγμα της πρώιμης άνοιξης. Νωρίς το μεσημέρι, μετά το φαγητό, η Αννίτα βάζει τη γερόντισσα να ξαπλώσει και πάει για λίγες ώρες στο σπίτι της. Όχι για ξεκούραση, μα για να φροντίσει και την οικογένειά της. Το απόγευμα επιστρέφει, πίνουν μαζί καϊμακλίδικο καφέ, γυρίζουν τα φλιτζάνια, η κυρία Σοφία βάζει τα γυαλιά της και διαβάζει με επιτυχία τα σημάδια του ξεραμένου καφέ.

  Το βράδυ κάθονται δίπλα- δίπλα στον καναπέ, απέναντι από την τηλεόραση με ένα δίσκο η κάθε μια στα πόδια της για τις ειδήσεις. Καιρό τώρα δεν κατεβαίνει μπουκιά από το βραδινό τους. Κοιτάζουν και βουρκώνουν. Κάποια βράδια, δεν αντέχουν τις εικόνες των κατατρεγμένων και κλαίνε βουβά χωρίς να κοιτάζει η μια την άλλη. Κρυφά σκουπίζουν τα μάτια τους. Κρυφά χώνουν τα μαντήλια τους στην τσέπη της η μια, στο μανίκι της η άλλη. Μετά, ό,τι και να έχει το πρόγραμμα της τηλεόρασης, το βάρος δε φεύγει, το βάρος εκεί· μένει και τις πλακώνει. Βλέπουν άσχετα κι αναστενάζουν. Πέφτουν για ύπνο με τις εικόνες των ειδήσεων στο μυαλό τους κι όταν βαρύνουν πια τα βλέφαρα και κλείσουν, οι εικόνες του σήμερα, μπερδεύονται, ανακατεύονται παράξενα κι αλλάζουν χρόνο και τόπο.

  'Ετσι το πρωί, την ώρα που λένε η μια στην άλλη τα όνειρα, η κυρία Σοφία μιλάει για τη μάνα της που ξέφυγε το '22 από τη φωτιά και το μαχαίρι της Μικρασίας. Μισό αιώνα τώρα πεθαμένη κι επιστρέφει τελευταία κάθε βράδυ για να πει στη κόρη της, ξανά και ξανά, όλες αυτές τις ιστορίες που της έλεγε όταν ήταν μικρή. Για το φόβο, για τον ξεριζωμό, για την απελπισία, για το ταξίδι στο άγνωστο. Όχι έτσι γενικά κι αόριστα, μα κάθε φορά, επικεντρώνεται σε μια λεπτομέρεια, σε ένα περιστατικό. Έτσι της λέει για το όνομα της βάρκας που τους πέρασε απέναντι - “Παναγιά Γρηγορούσα”-  για τις ψείρες που αλώνιζαν στο άλουστο κεφάλι της, για τις πληγές στα πόδια από το χωρίς τέλος περπάτημα που με το σάλιο της το ίδιο τις γιατροπόρευε. Για τις βρισιές και τις κατάρες που άκουσε κάπου αντί για καλωσόρισμα και την έκαναν να σκεφτεί ότι το μαχαίρι του Τούρκου πιο πονετικά θα την λάβωνε αν έμενε, αλλά και για μια φέτα ψωμί με πέντε σταγόνες λάδι κι αλάτι που της έδωσε μια άγνωστη γυναίκα λίγο πριν σωριαστεί από πείνα. “Αχ Μάνα μου...” καταλήγει η γερόντισσα και σκουπίζει σχολαστικά με το χέρι της τα ψίχουλα του πρωινού· όλα σε μια γωνιά δίπλα στο πιάτο της.

  Ύστερα βουβαίνεται η κυρία Σοφία και παίρνει σειρά η Αννίτα και λέει ότι το βράδυ στον ύπνο της πέρασε για άλλη μια φορά τα σύνορα, ακριβώς όπως το '92, γκαστρωμένη στο μήνα της. Είδε να βουλιάζει και πάλι βαριά στο χιόνι, νύχτα χωρίς φεγγάρι, να παγώνει από τον τρόμο περισσότερο κι από το κρύο με τα τρομερά μάτια μας αλεπούς μέσα σε έναν χιονισμένο θάμνο που αντίκρισε ξαφνικά. Να γλιστράει από τη λαχτάρα, να μην την προλαβαίνει ο άντρας της, να κατρακυλάει σε απότομη πλαγιά ώρα πολύ, να σταματάει πάνω σε δέντρο. “Έτσι κυρά Σοφία έπεσα στο δέντρο, έτσι, με το πλάι. Με τον ώμο χτύπησα, όχι με την κοιλιά”. Κι αμέσως να τη σκεπάζει ολόκληρη χιόνι τιναγμένο από τα κλαδιά, να την ξεθάβει ο άντρας της και να μη βρίσκει ούτε στο όνειρο, το ένα της παπούτσι. Να συνεχίζει μονοσάνδαλη μέχρι το ξημέρωμα. Στο πρώτο χωριό να συναντάνε μια γυναίκα, να τους αγριοκοιτά, να χάνεται βιαστικά σε ένα σπίτι, να τρέμουν σαν τα αγρίμια στην ιδέα ότι θα βγει αμέσως από κει μέσα άντρας με δίκαννο και να τρέχουν να σωθούν. Κι ύστερα από λίγο, η γυναίκα να ξαναβγαίνει μόνη της και να τρέχει να τους προλάβει φωνάζοντας “Παπούτσια, παπούτσια” -η πρώτη ελληνική λέξη που άκουσε η Αννίτα- να τους φτάνει, και να της δίνει εκτός από τα παπούτσια κι ένα ζευγάρι κάλτσες. Στεγνές και ζεστές.




  ''Να μην μπορούμε να βοηθήσουμε κι εμείς αυτούς τους ανθρώπους”, έλεγε η Αννίτα κάθε πρωί όταν τέλειωνε το ξετύλιγμα των ονείρων της προηγούμενης νύχτας, την ώρα που μάζευε πιάτα και φλιτζάνια του πρωινού κι κυρία Σοφία κουνούσε το κεφάλι της. Κουνούσε το κεφάλι κι αναστέναζε, μέχρι τις προάλλες που κάτι σκέφτηκε κι αντί να αναστενάξει, χαμογέλασε και της ζήτησε να φέρει αμέσως τη σκάλα από την αυλή και να ανέβει στο πατάρι. “Να ανοίξεις το μεγάλο μπαούλο” της φώναξε από κάτω. “Έχω εκεί μέσα φυλαγμένη μια μεγάλη σακούλα. Τη βρήκες;”. Τη βρήκε η Αννίτα, βαριά κι ασήκωτη και την κατέβασε. Εκείνη τη μέρα, το μεσημέρι, βολεύτηκαν μόνο με δυο αυγά μάτια και λίγη σαλάτα, στην άκρη του τραπεζιού. Στο υπόλοιπο μέρος, ένα βουνό από μαλλιά. Μεγάλα και μικρά κουβάρια. Άλλα πάλι σε κούκλες, άθικτα. Από όλα τα χρώματα. Λεπτά και χοντρά. Μαλλιά που αγοράστηκαν αλλά δεν πλέχτηκαν ποτέ κι άλλα που περίσσεψαν από πουλόβερ, κουβέρτες, ζακέτες και σάλια που πλέχτηκαν πριν από χρόνια. 

  Από εκείνη τη μέρα, η ενενηντάχρονη κυρία Σοφία, κόρη προσφύγων από τη Μικρασία με τις μνήμες ζωντανές από τις διηγήσεις της μάνας της και η σαραπεντάχρονη Αννίτα, μετανάστρια από την Αλβανία που ακόμα πονάει ο ώμος από εκείνο το παλιό τράνταγμα πάνω στο χιονισμένο δέντρο, πλέκουν πυρετωδώς σκουφάκια και κασκόλ για τους πρόσφυγες και τους μετανάστες που κρυώνουν στα κλειστά σύνορα. Και ζακετάκια για τα μωρά τους. Όλες οι άλλες δουλειές του σπιτιού, έμειναν πίσω αλλά δεν τις νοιάζει καθόλου. Πιάνουν φωτιά οι βελόνες τους το βράδυ μπροστά στην τηλεόραση. Στις ειδήσεις δε βουρκώνουν πια. Εντοπίζουν στα ρεπορτάζ ασκεπή κεφάλια, γυμνούς λαιμούς, βυζανιάρικα στις αγκαλιές και αμέσως λογαριάζουν το μέγεθος, τα χρώματα που θα τους ταιριάζουν. Και πλέκουν, πλέκουν μέχρι αργά. Και την άλλη μέρα από το πρωί, τα ίδια. Πλέκουν ασταμάτητα και ένα περίεργο: πόντο -πόντο χωρίς να το καταλαβαίνουν μαζί με το νήμα πλέκουν κι ευχές για τους άγνωστους ανθρώπους που θα τα φορέσουν εκεί στα σύνορα μόλις φτάσει το δέμα. Να μην ταλαιπωρηθούν άλλο, να φτάσουν επιτέλους γεροί σε ένα τόπο, να τους καλοδεχτούν, να ριζώσουν, να προκόψουν. Να ζήσουν. 



το ποστ αφιερώνεται σε όλους όσους θέλουν να βοηθήσουν 
τους πρόσφυγες και τους μετανάστες και αναρωτιούνται πώς.

Τρίτη 23 Φεβρουαρίου 2016

Αλκμήνη



  “Ήρθαν τα αυτοκόλλητά μου;”

  Το θρόισμα είχε σταματήσει. Άλλωστε, έτσι όπως ήμουν στο βάθος, δίπλα στο φωτοτυπικό που δούλευε και το κοίταζα υπνωτισμένος να βγάζει τυπωμένες σελίδες τη μια μετά την άλλη, αρχικά μόνο την ερώτηση άκουσα· κι όχι την πρώτη, μα τη δεύτερη φορά, καθώς την επανέλαβε. Πιο δυνατά από την πρώτη και πιο ναζιάρικα.

  Γύρισα και την είδα. Περασμένα εβδομήντα. Μαύρη μακριά φούστα φουρό. Από τούλι. Μπλούζα αστραφτερή, χρυσοπράσινη με τιράντες. Ένας τεράστιος μπλε φιόγκος αστραφτερός κι αυτός έδενε τα κόκκινα μαλλιά της στη κορυφή του κεφαλιού. Σταπατσαρισμένες γόβες που διατηρούσαν σαφή ίχνη μιας παλιάς λάμψης. Τσάντα με όλα τα χρώματα πάνω της, τα περισσότερα γυαλιστερά. Τα ίδια χρώματα, κάτω και πάνω στα βλέφαρά της. Η μόνη παραφωνία στο σύνολο, ήταν το απλό άσπρο ανδρικό πουκάμισο που φορούσε.

 Το “σαλεμένη” που πέρασε αμέσως από το μυαλό μου, το απόδιωξα. Μακριά από μας οι εύκολες ταμπέλες. Ή μάλλον οι ταμπέλες γενικότερα. Έψαξα άλλα: Ηρωίδα του Τέννεσι Ουίλιαμς, Λιμπελούλα που έγινε άνθρωπος, εκκεντρική σχεδιάστρια μόδας, γερασμένη νεράιδα. Το σκέφτηκα λίγο και διαπίστωσα ότι δυο στις τέσσερις εκδοχές, είχαν φτερά. Ή θα έπρεπε να έχουν.

  “Ήρθαν κυρία Αλκμήνη” της είπε η κοπέλα στο ταμείο του χαρτοβιβιλοπωλείου της γειτονιάς “Ελάτε, εδώ τα έχω”. Προχώρησε προς το μέρος της κοπέλας λικνιζόμενη με το μαύρο φουρό να θροίζει και πάλι. Της χαμογέλασε. Άφησε κάτω την τσάντα της κι πήρε ανυπόμονα τις σελίδες με τα αυτοκόλλητα. Ήταν πέντε -έξι, τα ξεφύλλισε λαίμαργα κι ύστερα βγάζοντας το παράταιρο πουκάμισο, είπε: “Ω! Σας ευχαριστώ!” Δεν ξέρετε πόση ανάγκη τα είχα. Όλα τα άλλα, χάθηκαν” . Κι έδειξε τα γυμνά της μπράτσα.

  Ήταν ολόλευκα και ευτραφή. Στις παλάμες κυρίως, οι καφετιές πανάδες της ηλικίας και παντού- από τα δάχτυλα μέχρι τους ώμους- ίχνη παλιάς κόλλας. Άρχισε να βγάζει από τις σελίδες τα αυτοκόλλητα και να τα τοποθετεί με επιμέλεια πάνω της. Το πρώτο, στο στήθος, κεντρικά, πάνω από το στέρνο. Ήταν μάλλον το μεγαλύτερο από όλα· μια νεράιδα με ροζ φωσφορίζον φουστάνι. Συνέχισε με τα άλλα που κόλλησε ένα -ένα προσεκτικά στα μπράτσα της, στους πήχεις, στις παλάμες, ώσπου ελάχιστη επιφάνεια σάρκας έμεινε χωρίς στολίδια.

  Μόλις τελείωσε, άπλωσε τα χέρια της και τα κοίταξε προσεκτικά. Φάνηκε ικανοποιημένη από το αποτέλεσμα. Ύστερα στάθηκε στις μύτες των ποδιών και έτσι όπως ήταν ήδη με ανοιχτά τα χέρια, έφερε δυο αργές στροφές γύρω από τον άξονά της. “Μπράβο κυρία Αλκμήνη! Μπράβο!” της είπε η κοπέλα στο ταμείο χειροκροτώντας. Χειροκρότησε κι ο ιδιοκτήτης του χαρτοβιβλιοπωλείου. Παρασύρθηκα κι εγώ. Έβαλα τη σακούλα με τις φωτοτυπίες στη μασχάλη και χειροκρότησα.


  Πλήρωσε με αέρα ντίβας και βγήκε από το χαρτοβιβλιοπωλείο της γειτονιάς. Την ακολούθησα. Ήμουν σίγουρος ότι θα την έβλεπα μόλις έστριβε στη γωνία να απογειώνεται καταστόλιστη και λαμπερή στην λιακάδα του Φλεβάρη. 



*Κολάζ της Hannah Höch, από εδώ.

Τρίτη 6 Οκτωβρίου 2015

Τα χειμωνικά

"Πάμε να βοσκηθούμε!" είπε ο χοντρο -Σταμάτης ξαφνικά, έδωσε σάλτο, πήδηξε σαν έφηβος τη μισογκρεμισμένη ξερολιθιά στην άκρη του μονοπατιού και βρέθηκε από την άλλη, σε ένα χωράφι που κατηφόριζε προς τη θάλασσα γεμάτο ξερά χόρτα και αγκάθια. Εκείνη τη στιγμή δεν ήξερα τί να πρωτοθαυμάσω: τη λέξη “βοσκηθούμε” που μόνο μια υποψία για την ερμηνεία της είχα, ή την ανέλπιστη ευλυγισία που επέδειξε ο υπέρβαρος φίλος μου.

Εξηντάρης ο Σταμάτης με κιλά, διπλά και βάλε τα χρόνια του, είχε ακούσει επιτέλους τις μισές συμβουλές του γιατρού και άρχισε με τα χίλια ζόρια το καθημερινό περπάτημα. Το φαϊ όμως δεν έλεγε να το ελαττώσει. Μεσημέρι -βράδυ καταβρόχθιζε μια ψαρούκλα ικανή να καταπιεί τον Ιωνά με τα απαραίτητα συνοδευτικά κι ενδιάμεσα, όλη μέρα, όλο και κάτι τσιμπολογούσε “για τη λιγούρα βρε αδελφέ” ή για να συνοδέψει τη ρακή του.

Τον συνόδευα πότε -πότε σ`αυτούς τους περιπάτους με συνταγή γιατρού κι έκρυβε καθένας από αυτούς μια έκπληξη καθώς κάθε φορά παίρναμε ένα άλλο μονοπάτι. Εκείνη τη χρονιά, Οκτώβρης όπως τώρα καλή ώρα, γυρίσαμε και γνώρισα το μισό Νησί, περπατώντας παλιά μονοπάτια που είχαν σχεδόν κλείσει από τις γκρεμισμένες ξερολιθιές ή από τους κέδρους που θέριευαν.

Θέριευε κι η κουβέντα καθώς τον κούρδιζα για να μού λέει παλιές ιστορίες για την εποχή που ήταν μικρός σε αυτόν τον ευλογημένο τόπο που τώρα φιγουράρει σε όλους τους ταξιδιωτικούς οδηγούς και που τότε, τρία νησιά παραπέρα να πήγαινες δεν ήξεραν καν την ύπαρξή του. Τα έλεγε λαχανιασμένος και όταν του κόβονταν η ανάσα από τον ανήφορο και την αφήγηση, σταματούσε τάχα για να θαυμάσει τη θέα, άνοιγε και τα δυο του χέρια και μού έλεγε ξεπνοϊσμένος: “Δες ομορφιά!”

Εκείνη τη μέρα όμως αν και λαχανιασμένος έδειξε κάπου απροσδιόριστα μέσα στο χωράφι, -δεν είδα τίποτα πέρα από τα ξερά χόρτα όπου δεν είχε βράχια- και είπε αυτό το μοναδικό: “Πάμε να βοσκηθούμε”. Μόνο όταν προχώρησε αρκετά, πρόσεξα μια αδύναμη μικρή συκιά -δέκα κλαδιά όλα κι όλα και λιγοστά φύλλα- και με έκπληξη παρατήρησα ότι είχε καρπό. Πήδηξα κι εγώ τη μάντρα και όταν πλησίασα είδα ότι τα σύκα ήταν γινομένα .

Λίγα είχε, μικρά, μια σταλιά αλλά γλυκά, σκέτο πετιμέζι. “Είναι χειμωνική” μού είπε μπουκωμένος. “Ωριμάζουν τέλη Σεπτέμβρη αρχές Οκτώβρη και τα μαζεύουν και τα ξεραίνουν”. Καθώς είχα αρχίσει κι εγώ τη βοσκή, τού είπα: “Έτσι όπως πάμε, από αυτή δε θα βρουν τίποτα να ξεράνουν”. Πραγματικά, λίγη ώρα αργότερα αφού τον συναγωνιζόμουν στον ρυθμό, κόβω σύκο, το βάζω στο στόμα με τα φλούδια και πριν το καταπιώ έχω ήδη αρπάξει το επόμενο, η μικρή συκιά, η χειμωνική, δεν είχε πάνω της ούτε ένα για δείγμα. Φαγωμένα όλα καθώς πρέπει: από το δέντρο*.


Ο Σταμάτης ούτε εκείνη τη χρονιά, ούτε την επόμενη κατάφερε να αδυνατίσει. Το αντίθετο μάλιστα: συνέχισε να παχαίνει παρά το περπάτημα κι έτσι κάποια στιγμή αναγκάστηκε να κάνει επέμβαση. Το δαχτυλίδι στο στομάχι μετά από καιρό έφερε καλά αποτελέσματα και έκοψε το περπάτημα που ούτως ή άλλως δεν του άρεσε και πολύ. Εγώ συνεχίζω εντατικά τους απογευματινούς περιπάτους καθώς από εκείνη τη μέρα, εντόπισα και χαρτογράφησα όλες τις χειμωνικές του Νησιού και πριν τα μαζέψουν να τα ξεράνουν, πάω να βοσκηθώ.

*Αυτά τα λίγα χειμωνικά, δεν καταναλώθηκαν στην πηγή  για τις ανάγκες εικονογράφησης του ποστ.


Αφιερώνεται, στον Thas που αγαπάει τα σύκα. 

Παρασκευή 28 Αυγούστου 2015

Το δαχτυλίδι



Είχε αδυνατίσει και της έπλεε. Την ώρα που γλίστρησε από το δάχτυλό της και  έπεσε στη θάλασσα, το κατάλαβε αμέσως. Ήταν στα ρηχά, για αυτό, σίγουρη ότι θα το έβρισκε αμέσως. Αμμουδιά όμως ο βυθός, έκανε δυο βήματα αναζητώντας το και ανακατεύτηκε το σύμπαν. Άφαντο το δαχτυλίδι.  Του γάμου δαχτυλίδι· όχι η βέρα, άλλο, χρυσό με μια πέτρα κατακόκκινη και μέσα, στο εσωτερικό του, είχε ζητήσει ο άντρας της να χαράξουν  δυο λέξεις: Ζωή μου”.  Μάρθα την έλεγαν. Έσκασε. Δεν πέρασε μέρα που να μην της λείψει. Μέρα που να μην το αναζητήσει στο  δάχτυλο της που της φαίνονταν γυμνό χωρίς αυτό.  Μετά από 20 και βάλε χρόνια, όχι στην παραλία που το είχε χάσει, μα σε άλλο μέρος, είδε μια γυναίκα να το φοράει. Δεν είχε καμιά αμφιβολία ότι ήταν το δικό της. Η άλλη πρόσεξε πώς το κοίταζε και περίμενε. “Ζωή μου;” της είπε σιγανά. Με ερωτηματικό όμως στο τέλος, διστακτικά.  Δε χρειάστηκε δεύτερη κουβέντα·  το έβγαλε αμέσως η άλλη  και της το έδωσε πίσω. 

(Της άμμου) 

Δευτέρα 20 Ιουλίου 2015

Το τελευταίο τσίπουρο


Μια φορά το χρόνο, αρχές Αυγούστου τη μέρα που μας άφησε χρόνους, αν τύχει και βρίσκομαι στη μικρή μας πόλη, πηγαίνω αργά το απόγευμα στα μνήματα. Την ώρα που φτάνω, συνήθως φεύγουν και οι τελευταίοι επισκέπτες. Πρώτα ρίχνω ένα κουβά νερό στο μάρμαρο να φύγουν οι πευκοβελόνες. Αν έχει καμιά κουτσουλιά, μόλις μουσκέψει καλά, την τρίβω πρόχειρα με το χέρι. Αν επιμένει, με το νύχι. Σε αυτή την περίπτωση ρίχνω και δεύτερο κουβά νερό. Ύστερα ανάβω το καντήλι με χίλιες προφυλάξεις. Πριν χρόνια ένας σκορπιός εκεί μέσα, κρυμμένος κάτω από το θυμιατό, λίγο έλειψε να με χτυπήσει. Σκουπίζω τα χέρια από τα λάδια, κάθομαι στο πεζούλι του επόμενου τάφου -ένα παλικάρι ούτε 20 χρόνων, δεν το ήξερα, πήγε από μηχανή όπως έμαθα.

Εκεί, αρχτός στον διπλανό τάφο, κάτω από το πεύκο που έχει πια θεριέψει, στρίβω τσιγάρο. Όσο διαρκεί το στρίψιμο με την άκρη του ματιού τον βλέπω να μού γελάει. Σαν να σχολιάζει έτσι το στριφτό, σαν να μου λέει: Βλέπω ότι από τα άφιλτρα το γυρίσαμε στον καπνό. Ανάβω και η πρώτη ρουφηξιά είναι βαθιά, ικανή να φτάσει μέχρι τις πατούσες. Ύστερα φυσάω τον καπνό προς το μέρος του, πηχτά δαχτυλίδια, έτσι όπως μού είχε μάθει. Τον κοιτάζω στη φωτογραφία και τού ανταποδίδω το χαμόγελο με πικρό στόμα.

Αντίθετα μέ όλους τους άλλους πεθαμένους που εικονίζονται από σοβαροί έως και βλοσυροί, ο πατέρας μου είναι γελαστός. Έχω απομονώσει το πρόσωπό του από μια ομαδική φωτογραφία όπου εκείνος καθόταν στη μέση και δεξιά, αριστερά και πίσω του στέκονται όρθια τρία ξαδέλφια του. Είχαν μαζευτεί ένα μεσημέρι στην αυλή μας με μεζεδάκια και τσίπουρο και το απόγευμα πια, στο τσακίρ κέφι αποφάσισαν να πάνε όλοι μαζί για οικογενειακή φωτογραφία. Στήθηκαν έτσι, με τον τρόπο του παλιού καιρού και ζήτησαν μάλιστα από τον φωτογράφο να την τυπώσει ασπρόμαυρη. Από όλες τις φωτογραφίες του, σε αυτή έχει το πιο ωραίο χαμόγελο. Είναι χαλαρό, μακάριο και κάπως περιπαικτικό. “Από το τσίπουρο που είχαμε κατεβάσει εκείνη τη μέρα” μού είχε πει όταν την είδα.

Έφτιαχνε μεγάλες ποσότητες. Μού έστελνε, κρατούσε για το σπίτι, χάριζε σε φίλους και συγγενείς και μερικές φορές μάλιστα είχε πουλήσει σε γνωστούς που είχαν δοκιμάσει και το είχαν βρει εξαιρετικό. Όταν πέθανε, στο κελάρι μας βρήκα μια νταμιτζάνα σχεδόν γεμάτη. Σε μια αυτοκόλλητη ετικέτα είχε γράψει όπως πάντα τη χρονιά. Ήταν το τσίπουρο που είχε φτιάξει μερικούς μήνες πριν. Το κοίταζα και σκεφτόμουν ότι με κανονική χρήση δε θα κρατούσε παρά ελάχιστο διάστημα. Και μετά; Τέλος το τσίπουρο του πατέρα; Κάθισα και υπολόγισα την ποσότητα. Λογάριασα πόσο παίρνει ένα ποτηράκι, γεμάτο -γεμάτο. Έκανα τη διαίρεση και κατέληξα ότι αν έπινα μόνο εγώ, ένα μόνο το χρόνο, τη μέρα που έφυγε, το τελευταίο του τσίπουρο θα κρατούσε μέχρι τα ενενήντα τρία μου.

Το μάρμαρο πάνω -πάνω, εκεί που αρχίζει ο χώρος για το καντήλι το θυμιατό και τη φωτογραφία, έχει μια εγκοπή. Ένα ελάχιστο κενό, μαύρο, τέσσερις επί πέντε πόντους το πολύ. Καμιά φορά από εκεί προβάλλει ένα αγριόχορτο. Άμα τελειώσει το πρώτο τσιγάρο, στρίβω δεύτερο και πριν το ανάψω, ακουμπάω πάνω στο μάρμαρο -που στο μεταξύ έχει στεγνώσει- ένα ωραίο παλιό ποτήρι με χοντρό γυαλί. Βάζω τσίπουρο από ένα μικρό πλαστικό μπουκάλι. Σχεδόν το ξεχειλίζω και σκέφτομαι “εντάξει, και μέχρι τα ενενήντα μου να κρατήσει, καλά θα είναι”. Πίνω την πρώτη γουλιά. Με τα χρόνια μού φαίνεται πιο δυνατό. Ανάβω το τσιγάρο και του λέω τα νέα μου. Όλα. Χωρίς να παραλείπω τα δυσάρεστα. Γουλιά- γουλιά. Χωρίς ωραιοποιήσεις όπως έκανα καμιά φορά όταν ζούσε. Σε όλα αντιδρά με τον ίδιο τρόπο· με το ασπρόμαυρο χαμόγελο που φωτίζεται καθώς νυχτώνει μόνο από το φως του καντηλιού.

Δυο γουλιές πριν το τέλος σηκώνομαι και ξεριζώνω το αγριόχορτο που προβάλλει από την εγκοπή. Ύστερα, ρίχνω εκεί μέσα σταγόνα- σταγόνα το τσίπουρο που έχει απομείνει στο ποτήρι. “Είναι από το τελευταίο σου” του λέω κάθε φορά κι ύστερα στα σκοτεινά παίρνω το δρόμο για το σπίτι.



Αφορμή για το σημερινό ποστ στάθηκε μια εξωφρενική είδηση: “Ο ΟΟΣΑ σε έκθεσή του προς την ελληνική κυβέρνηση σχετικά με την αντιμετώπιση του λαθρεμπορίου και την ενίσχυση του ανταγωνισμού στους κλάδους των ποτών και των πετρελαιοειδών επισημαίνει ιδιαίτερα τα προβλήματα στην παραγωγή τσίπουρου και συναφών προϊόντων τονίζοντας πως ετησίως 19 εκατ. λίτρα τσίπουρου διακινούνται αφορολόγητα, με αποτέλεσμα να δημιουργείται αθέμιτος ανταγωνισμός." (από το tvxs