Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα αγρότες. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα αγρότες. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 12 Φεβρουαρίου 2016

Πέμπτη 28 Ιουνίου 2012

Μήτσος 53


Καριόληδες βάλτε τη σειρήνα να φτάσουμε μια ώρα αρχίτερα πριν πεθάνω στο δρόμο” σκεφτόταν ξαπλωμένος στο φορείο καθώς ο πόνος είχε γίνει αβάσταχτος. Ήταν Τετάρτη, μέρα λαϊκής και η κίνηση σε όλους τους δρόμους της πόλης ήταν αυξημένη. Παρ` όλο που κάπως είχε ηρεμήσει, στο ασθενοφόρο από το κέντρο υγείας από όπου τον έδιωξαν άρον άρον -χωρίς όμως, οι αναίσθητοι, να κρύψουν τα πονηρά τους χαμόγελα- μέχρι το νοσοκομείο οι σφυγμοί του είχαν ξεπεράσει τους 140.

Είχε μουσκέψει από τον ιδρώτα, είχε έντονη τάση για εμετό και έτσι όπως ζαλιζόταν, χωρίς να το καταλάβει, είχε γραπωθεί σφιχτά από το φορείο. Ούτε λόγος να βάλει τα χέρια του στην πονεμένη περιοχή. Φοβόταν ότι αν την ψηλαφούσε θα τρόμαζε ακόμα περισσότερο. Ένοιωθε ότι έκαιγε ολόκληρος από πυρετό και περισσότερο εκεί κάτω, “στην περιοχή του δήγματος” όπως την είχε πει ο γιατρός που τον εξέτασε στο κέντρο υγείας. Ένοιωθε ότι όχι απλώς είχε πρηστεί, αλλά ότι κόντευε να σπάσει το φερμουάρ πρώτα κι ύστερα, να σκιστεί η ραφή του παντελονιού. Του παντελονιού που ανέβασε τελευταία στιγμή πριν τον δουν όπως τον γέννησε η μάνα του, οι εργάτριες που έτρεξαν αμέσως μόλις έβαλε τις φωνές. Πρώτα από τον πόνο κι ύστερα από την τρομάρα του.

Είχαν σταματήσει όπως κάθε μέρα για το μεσημεριανό διάλειμμα. Είχαν καθίσει στη σκιά της τέντας στην καλύβα, στην άκρη του κτήματος για να φάνε όλοι μαζί. Και το αφεντικό μαζί τους για πρώτη φορά. Ο Μήτσος ήταν πρωινός τύπος: μετά τον καφέ και το δεύτερο τσιγάρο πήγαινε καρφί στην τουαλέτα, όμως σήμερα μόλις απόφαγε το μπριάμ που του είχε ετοιμάσει η μάνα του- ένα μπριάμ λουκούμι- ένοιωσε τα έντερά του να γουργουρίσουν με ένα πόνο σφάχτη που τον έκανε να σηκωθεί, να πάει γρήγορα -χωρίς καν να σκεφτεί να πάρει  χαρτί μαζί του ή έστω ένα χαρτομάντηλο- στην άλλη άκρη του κτήματος, εκεί που ήταν η μεγάλη καρυδιά τριγυρισμένη από αγριόχορτα στο μπόι του, να κατεβάσει τα παντελόνια και να καθίσει ανακούρκουδα για να κάνει την ανάγκη του. Για δεύτερη φορά σε μια μέρα.

Η ανάγκη...” σκέφτηκε καθώς ανακουφιζόταν. Σοφός άνθρωπος πρέπει να ήταν αυτός που ονόμασε έτσι το χέσιμο. Όπως και να το κάνεις είναι άλλο πράμα να λες “πάω για χέσιμο” κι άλλο να λες “πάω να κάνω την ανάγκη μου”. Όχι μόνο ακούγεται καλύτερα μα είναι κυριολεκτικό. Τί άλλωστε εκτός από ανάγκη θα τον έκανε να τιναχτεί πάνω ζητώντας ένα βιαστικό συγνώμη από το αφεντικό και να φύγει τρέχοντας. Τη στιγμή μάλιστα που του έλεγε πόσο ευχαριστημένος ήταν και ότι ήθελε να αναλάβει εκείνος και πάλι να μαζέψει εργάτριες, να οργανώσει το συνεργείο και να επιβλέψει τη συγκομιδή των φασολιών.

Ενώ το ασθενοφόρο έπαιρνε τη μεγάλη στροφή -την τελευταία πριν το νοσοκομείο- ο καργιόλης οδηγός έβαλε επιτέλους τη σειρήνα. Θες γιατί την άκουσαν, θες γιατί τους είχαν ειδοποιήσει από το κέντρο υγείας για το επείγον του περιστατικού, τον κατέβασαν αμέσως δύο τραυματιοφορείς και τον μετέφεραν τρέχοντας σε θάλαμο εντατικής. Σε όλη τη διαδρομή σκεφτόταν ότι επ` ουδενί δεν θα δεχόταν να τον εξετάσει γυναίκα μα τώρα που ένοιωθε ότι είχε αρχίσει να χάνει τον κόσμο από την αδυναμία, δεν τόλμησε να πει κουβέντα όταν μπήκε στο θάλαμο η γιατρός με τις δύο νοσοκόμες. Άμα έρχεσαι μούρη με μούρη με το θάνατο, ούτε τα χεσμένα σου σώβρακα σκέφτεσαι, ούτε...



Δυό μέρες μετά, ακόμα πρησμένος εκεί κάτω, πήρε εξιτήριο. Την τρίτη μέρα πήγε στη δουλειά, όχι από το πρωί αλλά γύρω στις έντεκα όπως του είχε πει το αφεντικό που, να είναι καλά ο άνθρωπος, τού τηλεφώνησε στο νοσοκομείο για να μάθει πώς πάει. Από μακριά μερικές από τις εργάτριες δεν κρατήθηκαν μόλις τον είδαν, χαμογέλασαν, αλλά μετά βλέποντας το άγριο ύφος του, γύρισαν και συνέχισαν να βάζουν καλάμια στα φασόλια. Μια μάλιστα σαν να είπε στις άλλες-δεν ήταν σίγουρος βέβαια, αλλά έτσι του φάνηκε διαβάζοντας τα χείλη της- “ήρθε ο φαρμακοψώλης”. “Άμα δεις από μένα άλλο μεροκάματο, γράψε μου” σκέφτηκε χολωμένος και προχώρησε προς την καλύβα που τον περίμενε το αφεντικό. Κι αυτός γελώντας.

Σηκώθηκε όμως, τον χτύπησε στην πλάτη, και του πέταξε ένα “Σιδερένιος βρε Μήτσο! Παλικάρι ε;”. Ύστερα του έδειξε την οχιά που την βρήκαν τελικά με δική του εντολή και της τσάκισαν το κεφάλι. Την είχαν κρεμασμένη μέσα στην καλύβα από ένα καρφί. Μέτρο και βάλε το θηρίο. Την είδε ο Μήτσος και τον έλουσε πάλι κρύος ιδρώτας, αλλά πριν αποστρέψει το βλέμμα πρόσεξε ότι ήταν λίγο χεσμένη η άκρη της ουράς της. 

Μα να μην προσέξεις βρε Μήτσο... Κι εσύ, πάνω στο φίδι κάθισες να κάνεις την ανάγκη σου;” συνέχισε το αφεντικό κι ο Μήτσος ζορισμένος κάτι μουρμούρισε κι ύστερα είπε ότι θα πήγαινε να ξεφορτώσει τα τελευταία καλάμια από το αγροτικό. “Καλά, πήγαινε...αλλά να προσέχεις!” είπε το αφεντικό πάλι γελώντας και τελευταία στιγμή πριν βγει ο Μήτσος από την καλύβα συμπλήρωσε με νόημα: “Να ξέρεις πάντως ότι είχε και τα καλά της αυτή η υπόθεση: νομίζω ότι αν σε δαγκώσει φίδι εκεί κάτω, αποκλείεται να χρειαστείς ποτέ βιάγκρα.”

Δευτέρα 25 Ιουνίου 2012

Ελένη, 37


Με τόσους μήνες ανεργίας στην πλάτη της ούτε το σκέφτηκε δεύτερη φορά: πήγε στα φασόλια και φορτώθηκε το δεμάτι με τα καλάμια στον αριστερό ώμο. Βήμα, στάση, παίρνει ένα καλάμι από το δεμάτι με το δεξί, το στηρίζει δίπλα στη ρίζα του φυτού, επόμενο βήμα, στάση, άλλο καλάμι και πάει λέγοντας. Από πίσω ακολουθεί άλλος. Δουλειά του είναι να χώνει τα στηρίγματα πιο βαθειά κι ύστερα να τα δένει ψηλά ανά τέσσερα. Μεγαλώνουν τα φασόλια και τυλίγονται μόνα τους. Όλα με την ίδια φορά. Των δεικτών του ρολογιού.


Όλη μέρα στις βραγιές. Κάθε μέρα. Και τα Σάββατα και τις Κυριακές. όσο έχει δουλειά. Με το δεμάτι στον ώμο. Στην αρχή φαίνεται ελαφρύ. Όσο περνάνε οι ώρες βαραίνει κι ας λιγοστεύουν τα καλάμια. Μόλις τελειώνει το δεμάτι, η Ελένη παίρνει το επόμενο από τη στίβα. Κι ύστερα το μεθεπόμενο. Οκτώ το πρωί με επτά τ` απόγευμα. Το πρωί ψύχρα και υγρασία από το ποτάμι. Άμα ανεβεί ο ήλιος ψηλά, κάμα. Βράζει ο κάμπος. Κάθε που σκύβει βλέπει τον ιδρώτα της να στάζει και να βρέχει το χώμα δίπλα στη ρίζα. Ζαλίζεται από τη ζέστη. Ζαλίζεται κάθε που πέφτει το βλέμμα της στις ατέλειωτες καλαμιές που αφήνει πίσω της.


Μια ώρα διάλειμμα για φαγητό το μεσημέρι. Στη σκιά. Όλοι μαζί οι εργάτες. Φαγητό από το σπίτι μαγειρεμένο αποβαδίς. Βγαίνουν τα τάπερ, ξεδιπλώνουν τα αλουμινόχαρτα, ανοίγουν οι νάιλον σακούλες με το ψωμί. Πριν δουν τον διπλανό να λιγουρεύεται το φαί τους, κερνάνε μεζεδάκι. Ένας κεφτές, μια πιπεριά ψημένη, ένα ντολμαδάκι. Όταν τελειώσουν ετοιμάζουν καφέ. Πάντα κρύο. Πού να κουβαλάνε και γκαζάκι για ελληνικό μαζί τους. Κουβέντες σκόρπιες. Για το πόσες μέρες ακόμα έχει δουλειά σε αυτό το χωράφι. Για το αν ζητάνε σε άλλο εργάτες. Καμιά φορά αστεία και πειράγματα. Και γέλια. Ύστερα, μέχρι τη στιγμή που ξαναρχίζουν δουλειά, σιωπηλοί, βγάζουν τις σκλήθρες από τα καλάμια, που πέρασαν τα γάντια και καρφώθηκαν στα χέρια τους.


Τριάντα ευρώ τη μέρα. Τα μισά λεφτά τώρα, τα άλλα μισά κατά τον Οκτώβρη. Μετά τη σοδειά. Τα βράδυα η Ελένη δεν μπορεί να κοιμηθεί από τους πόνους στην πλάτη, στους ώμους, στα χέρια. “Δυο λοναρίντ και πάλι δεν κλείνω μάτι.” Μα δεν παραπονιέται "όσο έχει δουλειά"



στον Thas 
που βοήθησε με τον τρόπο του