Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα πλανόδιοι μουσικοί. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα πλανόδιοι μουσικοί. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 14 Ιουνίου 2012

Προς Θεσσαλονικείς



Έλαβα πριν από λίγο μέηλ από  καλή μου φίλη που μένει στη Θεσσαλονίκη. Μεταξύ των άλλων μού έγραφε: 

"...χθες το απόγευμα,  πέρασα από το ίδιο σημείο στην Ναβαρίνου δυο- τρεις φορές, σε διάστημα δυο ωρών, κάνοντας διάφορες δουλειές. Σε μια γωνιά, ένας νεαρός, 20-23 χρονών, καλοντυμένος,  με το μουσάκι του, με το κοτσιδάκι του, στεκόταν και τραγουδούσε, με  καλή φωνή και παίζοντας κιθάρα, έντεχνο ελληνικό. Η θήκη της κιθάρας στα πόδια του, ήταν άδεια όλες τις φορές. Την τρίτη φορά που πέρασα από κοντά του, κρατούσα στα χέρια μου 1 ευρώ από ρέστα και του το άφησα. Έ λοιπόν, έβαλε τα κλάματα!!! Έφυγα τρέχοντας, γιατί θα τα έβαζα κι εγώ..."

Θα ήθελα λοιπόν να παρακαλέσω τους φίλους που μένουν στη Θεσσαλονίκη, να περάσουν από την πλατεία Ναυαρίνου, να αναζητήσουν τον νεαρό μουσικό, να σταθούν για λίγο για να τον ακούσουν και στη συνέχεια να καταθέσουν τον οβολό τους στην θήκη της κιθάρας του. Ελπίζω ότι δε θα βάλει πάλι τα κλάματα, ελπίζω ότι θα σας χαμογελάσει και θα συνεχίσει να γεμίζει μουσικές την αγαπημένη πλατεία. Αν σας ρωτήσει πώς μάθατε γι αυτόν, φυσικά μπορείτε να απαντήσετε ότι σας το είπε ένα πουλάκι. 

η εικόνα της Ναυαρίνου από τον Αγγελιοφόρο

Παρασκευή 2 Δεκεμβρίου 2011

Παίζε εσύ...

.


...παίζε, αλλά να ξέρεις: εμείς θα κάνουμε πως δεν ακούμε. Στα σταυρωμένα χέρια το βλέμμα, στο κινητό, στο κενό, αλλά προς Θεού, όχι σε σένα. Άμα το πάρεις είδηση, θα πλησιάσεις και θα παίζεις πάνω από το κεφάλι μας μέχρι να βγει κανένα ψιλό από την τσέπη. Παίζε, αλλά ψιλό δεν έχει. Ούτε ευρώ, ούτε πενήντα λεπτά, ούτε είκοσι. Έφυγαν όλα, ψιλά, χοντρά, διάθεση. Αλλά και να υπήρχαν και να περίσσευαν -λέμε τώρα- δε θα έβγαιναν από τη τσέπη για να φτάσουν στο χέρι σου που θα σταματούσε και θα άπλωνε στο μέρος μας παραλείποντας δέκα νότες.

Αυτή η κίνηση και μόνο θα ήταν η παραδοχή ότι σε ακούμε. Ότι απολαμβάνουμε τη μουσική σου που ήρθε απρόσκλητη να καλύψει τους ήχους της μέρας μας. Γι αυτό στεκόμαστε στρατιωτάκια ακούνητα αμίλητα αγέλαστα. Προτιμάμε βλέπεις τον ήχο του βαγονιού που επιταχύνει και επιβραδύνει, τις συνήθεις απαντήσεις στα κινητά που χτυπάνε “Θα χαθεί το σήμα...”, τις αναγγελίες των σταθμών. Αυτοί  οι ήχοι είναι που μας ταιριάζουν. Που δεν μας αποσπούν. Αυτοί, δεν αφήνουν ούτε ένα ίχνος στην επιφάνειά μας.

Το βαλσάκι σου όμως -πώς να στο πω ρε φίλε;- αναταράζει το βάθος μας. Ανατρέπει τις ισορροπίες. Περνάει από τα κενά της οχύρωσης που με τόσο κόπο στήσαμε. Δεν είμαστε τώρα για τέτοια. Η θλίψη θέλει σταθερότητα. Στην αρχή, ναι, υπήρχαν χαραμάδες. Μας πετύχαιναν ανοχύρωτους, οι πλανόδιες μουσικές, τα τυχαία βλέμματα, ένα απρόσμενο χαμόγελο. Ξεγελιόμασταν και παίρναμε την ανάσα “δε χάθηκαν όλα”. Ανοίγαμε, αλλά αυτά φευγαλέα - με τη μικρή τους διάρκεια, πώς  να γείρουν απ` την άλλη την ζυγαριά που φόρτωνε μονόπαντα. Κι ύστερα, άντε πάλι απ` την αρχή να κλείσεις, να οχυρωθείς, να απαρνηθείς τα ανθρώπινα.

Καταλάβαμε τελικά ότι είναι ζόρικο να πηγαίνεις διαρκώς μπρος -πίσω. Είναι ζόρικο το πάνω -κάτω. Επιλέξαμε λοιπόν το μονίμως κάτω. Κάτω τα μάτια, κάτω το κεφάλι, κάτω η ουρά. Στα σκέλια. Δαρμένα σκυλιά. Μονήρη. Να γλύφουν τις πληγές τους το καθένα στη γωνιά του.


Για αυτό σου λέω φίλε: παίζε εσύ αλλά να ξέρεις πως η ψυχή μας αλλιώτεψε. Ακίνητοι, αμίλητοι αγέλαστοι, μέχρι τον επόμενο σταθμό θα κάνουμε πως δεν βλέπουμε τα δάχτυλά σου να φτερουγίζουν στα πλήκτρα. Θα κάνουμε πως δεν ακούμε το βαλσάκι σου. Χάθηκε το σήμα. 




Μουσική: La partida (η αναχώρηση), βαλς από τη Βενεζουέλα, ανώνυμος ακορντεονίστας. 

La partida  και με τους Fernando Lipkau (φλάουτο) και Antonio López (κιθάρα)



Τρίτη 4 Ιανουαρίου 2011

Ο χορός του Παύλου


Η γκαστρωμένη παγωνιά δε λέει να γεννήσει χιόνι.
Βροχή κι υγρασία, την άλλη μέρα ξέμπαρκη λιακάδα με δόντια, μετά πάλι βροχή. Με ομίχλη. Οι νύχτες ξάστερες να περονιάζουν τα λιγοστά τους κατοικίδια. Γκρίζος τόπος, ασάλευτος, εδώ στην εσχατιά, δοκιμασμένος. Κι οι άνθρωποι αδροί, ένα με το τοπίο.

Με μάτια ξένου κοιτάζω τον τόπο, μέχρι να βγουν οι πρώτες καυτές τσιγαρίδες από καζάνι, μέχρι η πρώτη γουλιά τσίπουρου να κατηφορίσει ανάβοντας τα σωθικά. Ύστερα αρχίζουν να παίζουν τα χάλκινα. Ένας σκοπός κι άλλος σκοπός, ξεχασμένοι, ξεπηδούν από τα σκοτάδια, τόσο οικείοι που σε κινούν στο ρυθμό τους δίχως να το καταλάβεις, δίπλα στους άλλους που μερόνυχτα τώρα γυρίζουν παρέες -παρέες στις γειτονιές. Να αποχαιρετήσουν τον παλιό χρόνο που φεύγει. Χορεύοντας. Να καλωσορίσουν τον καινούριο. Χορεύοντας. Να τα ξορκίσουν όλα με το χορό. Παλιά, τωρινά και μελλούμενα. Περιφερόμενοι θίασοι με έναν αόρατο Διόνυσο μπροστά να τον ακολουθούν πιστά, κλαρίνα, νταούλια κι χορευτές εκστατικοί. Σολάρει κλαίγοντας το κλαρίνο, Τι ήθελα και σ` αγαπούσα και δεν κάθομαν καλά..., συνεχίζουν με καημό οι φωνές “πήρα ζάλη στο κεφάλι δυο μαχαίρια στην καρδιά” και το νταούλι που αντηχεί στα ξεχασμένα στενά να γίνεται μετρονόμος των εντός ρυθμών.

Τίποτα δεν άλλαξε. Τα βασικά συστατικά, ίδια. Όλα, εκτός από το χιόνι που έντυνε παλιές πρωτοχρονιές. Ειδικά εκείνη που αρχειοθετήθηκε στη μνήμη όχι επίσημα με αριθμό σαν όλες τις άλλες, μα με τον τίτλο “ο χορός του Παύλου”.

Γυρίζαμε και τότε όπως τώρα, μέρες και νύχτες στη σειρά, άυπνοι, μούσκεμα στον ιδρώτα που άχνιζε στην παγωνιά, μούσκεμα και τα παπούτσια μας απ` το χιόνι που τσαλαβουτούσαμε χορεύοντας. Μούσκεμα στη ζωή που ανέτειλε μπροστά μας τα πάντα υποσχόμενη. Ένα μπουλούκι παλλόμενο στο χιονισμένο τοπίο. Στο κέντρο οι οργανοπαίκτες και γύρω τους εμείς. Όπως ακριβώς οι πατεράδες μας κι οι παππούδες μας πριν από μας.



Γύρισε ο χρόνος στο δρόμο. Στις έξι το πρωί πια είπαμε να επιστρέψουμε στα σπίτια μας για φαγητό και λίγο ύπνο. Να μαζέψουμε δυνάμεις, γιατί το γλέντι συνεχιζόταν όλη την πρώτη αλλά και τη δεύτερη μέρα του χρόνου. Άρχισε να ρίχνει πυκνό χιόνι πάνω στο ήδη στρωμένο. Σηκώσαμε τα κεφάλια ψηλά και δεν το χορταίναμε έτσι όπως το έφερνε η νύχτα πάνω στα αναψοκοκκινισμένα μας πρόσωπα. Με τη φωνή βραχνή, συνεχίσαμε απτόητοι “Ήθελα να `ρθω το βράδυ μ` έπιασε ψιλή βροχή...” όταν από το πουθενά ακούστηκε απάντηση από ένα κλαρίνο “Ας ερχόσουνα βρε ψεύτη κι ας γινόσουν παπί”. Ύστερα η μουσική σταμάτησε σαν να περίμενε από μας τη συνέχεια. Τη δώσαμε- “Είχα ρούχα να σ` αλλάξω πάπλωμα να σκεπαστείς”- προσπαθώντας ανάμεσα στις νυφάδες να ξεχωρίσουμε ποιός ήταν αυτή η σκιά που κατηφόριζε από το στενό και μας πλησίαζε στο σκοτάδι. Δεν τον αναγνωρίσαμε παρά μόνο όταν απάντησε κι αυτός με τη σειρά του το τελευταίο και πιο γλυκο “και κορμάκι να αγκαλιάσεις μέχρι να το βαρεθείς”. Ήταν ο μπαρμπα Νίκος, το πρώτο κλαρίνο, ο μύθος της περιοχής. “Άντε, να σας πάω μέχρι την πλατεία” πρότεινε μετά τις ευχές που ανταλλάξαμε.

Έπιασε τα ηπειρώτικα. Αργά, στιβαρά, όπως πρέπει, χωρίς εύκολα τσαλίμια. Περνούσε μαγικά απο τον ένα σκοπό στον άλλο, τους ζευγάρωνε περιπλέκοντάς τους με όλους τους δυνατούς τρόπους κι ύστερα τους ξεχώριζε πάλι ένα -ένα για να βάλει στην συνέχεια κι άλλους δίπλα στους πρώτους. Λουφάξαμε περπατώντας δίπλα του, άσπροι από το χιόνι. Πάνω στο κλαρίνο οι νιφάδες στεκόταν μια στιγμή κι ύστερα έλυωναν και κυλούσαν σταγόνες. Ύστερα πιάνοντας άλλους ρυθμούς πιο γρήγορους, αμυδρά οικείους, ξέφυγε από τα σύνορα παρασύροντάς μας σε ένα ανέλπιστο γύρο στα Βαλκάνια. Ο δικός μας Miles είπε σιγανά ο Παύλος που λίγες μέρες πριν μου είχε ετοιμάσει μια ενενηντάρα κασέτα, ρίχνοντάς με στα βαθιά του Davis.

Στην πλατεία δεν υπήρχε ψυχή ζώσα. Στην άκρη της μεσ` το σκοτάδι το λεωφορείο του ΚΤΕΛ χιονισμένο κι αυτό, με αναμμένη τη μηχανή και σβηστά φώτα. Στο τιμόνι ο πατέρας του Παύλου, περίμενε να πάει 6:30 για το πρώτο, χωρίς επιβάτες δρομολόγιο της χρονιάς. “Μπαρμπα Νίκο, Μήλο μου κόκκινο να χορέψουμε για τον πατέρα μου!”, έριξε ο Παύλος την παραγγελιά βάζοντας ένα διπλωμένο χαρτονόμισμα στη τσέπη του μουσικού. “Για τον πατέρα σου θα παίξω αυτό που μου ζητούσε συνέχεια όταν αγάπησε τη μάνα σου. Και θα το χορέψεις μόνος σου” είπε ο μουσικός με φωνή που δεν σήκωνε αντίρρηση και του έδωσε πίσω το χαρτονόμισμα λέγοντάς του μαλακά αυτή τη φορά: “Κράτησέ τα παιδί μου. Μου έχει δώσει τόσα ο πατέρας σου που φτάνουν να παίζω τζάμπα όχι μόνο για σένα αλλά και για τα παιδιά σου. ”

Ο Παύλος στάθηκε μπροστά στο λεωφορείο κοιτάζοντας τον πατέρα του στα μάτια. Ύστερα, έβγαλε το παλτό του και το πέταξε σε μας που είχαμε μαζευτεί γύρω του. Ο μπαρμπα Νίκος σκούπισε προσεκτικά με το μαντήλι του το κλαρίνο, έριξε δυό τρεις δοκιμαστικές νότες στον αέρα κι ύστερα άρχισε να παίζει την κοντούλα λεμονιά.

Ο Παύλος, άφησε να φύγουν τα πρώτα μέτρα μέχρι να καταλάβει ο πατέρας του μέσα από τα κλειστά παράθυρα ποιο ήταν το τραγούδι κι όταν τον είδε να κάνει νεύμα στο μουσικό “μα που το θυμήθηκες μπαγάσα;” σήκωσε τα χέρια του κι άρχισε να χορεύει αργά, το δικό το σόλο. Τότε ο πατέρας του άναψε τους προβολείς κι έλαμψε το πουκάμισο του Παύλου μέσα στη νύχτα λευκό σαν τις νιφάδες που είχαν πυκνώσει.

Να ζήσεις χίλια χρόνια μάστορα!” φώναξε ο Παύλος στο τέλος κι ενώ το λεωφορείο έστριβε πια στον κεντρικό δρόμο. Τώρα που το καλοσκέφτομαι, δεν έπιασε εκείνη η ευχή του. Ο μπαρμπά Νίκος έφυγε λίγα χρόνια αργότερα στα εβδομήντα πέντε του αλλά τον ξεπροβόδησαν πενήντα κλαρίνα που μαζεύτηκαν εδώ από όλες τις γύρω περιοχές- περνώντας ακόμα και σύνορα - κι έκαναν τα μάρμαρα να τρέμουν την ώρα που τον κατέβαζαν στο χώμα.






Δευτέρα 26 Απριλίου 2010

Joshua Bell, ο βιρτουόζος





Η πλειονότητα προσπέρασε βιαστικά. Μερικοί απλώς έκοψαν ταχύτητα. Ελάχιστοι στάθηκαν. Μόνο μία γυναίκα από τους 1070 που πέρασαν τον αναγνώρισε και δεν πίστευε -πρώτα στα αυτιά της και μετά - στα μάτια της. Ο άντρας με το τζην παντελόνι και το καπέλο του μπέιζμπολ που έπαιζε εκείνο το πρωί στον σταθμό του μετρό ήταν ο παγκοσμίου φήμης βιρτουόζος Joshoua Bell και το βιολί που κρατούσε στα χέρια του, ο Gibson ex Huberman ήταν ένα σπάνιο μουσικό όργανο κατασκευασμένο στην Κρεμόνα το 1713 από τον Antonio Stradivari αξίας 3.5 εκατομμυρίων δολαρίων.

Ο Bell μπορούσε να καταλάβει γιατί το 43` λεπτών ρεσιτάλ που έδωσε στο σταθμό L'Enfant Plaza της Washington δεν συγκέντρωσε κόσμο: ήταν οκτώ το πρωί, ώρα που όλοι πήγαιναν βιαστικοί στις δουλειές τους. Αλλά όπως είπε μετά την ολοκλήρωση του ομολογουμένως πολύ ενδιαφέροντος πειράματος στον δημοσιογράφο Gene Weingarten, τον εμπνευστή της ιδέας, “ Με εξέπληξε το γεγονός ότι ο κόσμος δε μου έδωσε καμία σημασία- ήταν σαν να ήμουνα αόρατος. "

Η ιστορία είναι γνωστή. Το βίντεο που γυρίστηκε το πρωί της 12ης Ιανουαρίου του 2007 στον πολυσύχναστο σταθμό του μετρό L'Enfant Plaza στην Washington έκανε το γύρο του κόσμου αποδεικνύοντας περίτρανα ότι δεν μπορούμε να αναγνωρίσουμε το χρυσό όταν τον συναντούμε σε μη αναμενόμενα σημεία. Την επόμενη χρονιά ο Gene Weingarten τιμήθηκε με το βραβείο Πούλιτζερ για το άρθρο του με τίτλο ''Pearls Before Breakfast'' που δημοσιεύτηκε στη Washington Post με θέμα αυτό το ιδιαίτερο ρεσιτάλ, που αξίζει να υπενθυμίσω ότι απέφερε στον Bell συνολικά το ποσό των 32,17 δολαρίων από τα κέρματα που κυριολεκτικά πέταξαν οι βιαστικοί περαστικοί στη θήκη του βιολιού του. “Αυτό μας κάνει 40 δολάρια την ώρα” είχε πει τότε ο Joshua Bell γελώντας “ θα μπορούσα μια χαρά να ζω κάνοντας αυτή τη δουλειά και δεν θα χρειαζόταν να πληρώνω ατζέντη.”





“Οργιώδης και πληθωρικός μουσικός”, “εκθαμβωτικός βιρτουόζος”, “σύγχρονος Παγκανίνι”, “εξαίσιος βιολιστής” είναι μερικοί από τους χαρακτηρισμούς που συνοδεύουν το όνομα του 43χρονου Αμερικανού που ξεκίνησε μαθήματα βιολιού όταν ήταν τεσσάρων χρόνων, έκανε το ντεμπούτο του το 1985 στο Carnegie Hall με τη συμφωνική Ορχήστρα του Saint Louis, για να ακολουθήσουν εμφανίσεις με τις σημαντικότερες ορχήστρες του κόσμου, πολλές ηχογραφήσεις δίσκων, συνεργασίες με εξαιρετικούς μουσικούς, δύο ταινίες - Ladies in Lavender και The Red Violin - το βραβείο Grammy το 1993.

Πέρα όμως από το αδιαμφισβήτητο ταλέντο του που συνδυάζει την άψογη τεχνική και την απόλυτη μουσικότητα ο Joshua Bell είναι εξαιρετικά δραστήριος, δέχεται- η περίπτωση του μετρό- τις προκλήσεις ή τις προκαλεί ο ίδιος: Ο τελευταίος του δίσκος με τίτλο At Home With Friends βασίστηκε στα “house concerts” που συνηθίζει να δίνει στο σπίτι του στην Νέα Υόρκη, όπου συγκεντρώνονται φίλοι μουσικοί και ακροατές “καθισμένοι σε μαξιλάρια στο πάτωμα” και βέβαια σε αυτά τα μικρά ρεσιτάλ υπάρχει αμεσότητα που λόγω απόστασης δεν μπορεί να υπάρξει σε μια αίθουσα συναυλιών- μια αμεσότητα που αποτυπώνεται και στην τελική ηχογράφηση.

Όλα αυτά -συν βέβαια την ελκυστική του εμφάνιση και τον προσιτό του χαρακτήρα - τον κάνουν ένα “σούπερσταρ της κλασικής μουσικής”. Το κοινό τον λατρεύει και σπεύδει στις ανά τον κόσμο εμφανίσεις του.

Ο Joshua Bell βρίσκεται και πάλι στην Ελλάδα- η πρώτη φορά ήταν τον Οκτώβριο του 2008- στα πλαίσια της περιοδείας του που ξεκίνησε το Μάρτιο και περιλαμβάνει εμφανίσεις στη Νέα Υόρκη, το Παρίσι, το Λονδίνο, τη Μαδρίτη, τη Ζυρίχη, την Κωνσταντινούπολη, την Ιερουσαλήμ και το Τελ Αβίβ.

Στην αποψινή δεύτερη εμφάνισή του στις 8.30 στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών δίνει ένα ρεσιτάλ με τον Βρετανό πιανίστα Sam Haywood που εντάσσεται στη Σειρά Μεγάλοι Ερμηνευτές. Το πρόγραμμα περιλαμβάνει έργα Μπαχ, Μπετόβεν, Ραβέλ καθώς και σύντομα έργα για βιολί και πιάνο των Κράισλερ και Σαρασάτε.





Μουσική: Una Furtiva Lagrima, από τη δεύτερη πράξη της όπερας του Gaetano Donizetti, L'elisir d'amore


Οι δύο πρώτες εικόνες από εδώ κι εδώ.


update
Οι φωτογραφίες που ακολουθούν είναι από το ρεσιτάλ του Joshua Bell και του Sam Haywood στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών (26.4.2010)



Επειδή φοβάμαι ότι το εισιτήριό μου κάπου θα παραπέσει και θα το βρω μετά από χρόνια όπως κάποιο άλλο, λέω να το αφήσω εδώ...

Δευτέρα 1 Φεβρουαρίου 2010

Ακορντεόν



-Μικρέ, για έλα εδώ!
-Μάλιστα κυρία.
-Πάρε πέντε ευρώ.
-Πολλά δεν είναι;
-Όχι! Παίζεις υπέροχα!
-Ευχαριστώ…
-Εκτός από καλός μουσικός είσαι και ευγενικό παιδί!
-…..
-Τι τάξη πας;
-Έκτη Δημοτικού.
-Είσαι καλός μαθητής;
-Μμμ… ναι.
-Τι θέλεις να γίνεις όταν θα μεγαλώσεις;
- Ή γιατρός ή μουσικός.
-Πρέπει να γίνεις μουσικός!
-Και γιατρός μου αρέσει…
-Στη μουσική όμως έχεις ταλέντο.
-Ευχαριστώ…
-Κάνεις μαθήματα σε ωδείο;
-Όχι…-Μόνος σου έμαθες;
- Με τον πατέρα μου.
-Είναι μουσικός;
-Ναι, αλλά δουλεύει οικοδομή.
-Και δε μου λες;
-Μάλιστα.
-Έχεις αδέλφια;
-Ναι, έντεκα.
-Έντεκα!!! Παίζουν κι αυτά ακορντεόν;
-Ναι, όλα.
-Μπράβο! Εσείς κάνετε ολόκληρη ορχήστρα!
-Ναι παίζουμε όλοι μαζί στο σπίτι.
-Τυχεροί οι γείτονές σας!
-Μπα μας κάνουν παρατήρηση.
-Σα δε ντρέπονται!
-…..
-Τι συμβαίνει;
-Πρέπει να πηγαίνω…
-Ναι μικρέ μου…μη σε κρατάω άλλο.
-Γεια σας…και σας ευχαριστώ!
-Περίμενε! Να σε ρωτήσω κάτι ακόμα…
-Μάλιστα.-Πώς σε λένε;
-Εεε..
-Μα γιατί ντρέπεσαι;
-Εεε…το όνομά μου…
-Τι έχει το όνομά σου;
-Ξέρετε δεν είναι…
-Πώς σε λένε βρε παιδάκι μου;
-...είναι κάπως...
-Πες το επιτέλους!
-Φεβρουάριο.



Μουσική: Fou Rire, με το κουαρτέτο του Orosz Zoltán


Bonus track : La foule