Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Πρωτοχρονιά. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Πρωτοχρονιά. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 1 Ιανουαρίου 2014

Βλέμματα 2014


1.

2.

3.

4.

5.

 6.

 7.

 8.

 9.

 10.

11.

 12.



 13.

 14.

 15.

 16.

 17.

18.

19.

20.

21.

22.

23.

24.

25.

26.

27.

28.

(Εντάξει, πέρυσι είχαμε πει ότι το πρώτο ποστ του 2014 θα  είχε δεκατέσσερις εικόνες παιδιών, αλλά οι μέρες είναι γιορτινές,  οπότε... διπλασιάστηκαν. )

Καλή Χρονιά! 

Πέμπτη 27 Δεκεμβρίου 2012

Στο κέντρο


Ο συρμός σταματάει, οι πόρτες ανοίγουν. Βγαίνουν αρκετοί, μπαίνουν περισσότεροι. Τελευταίος, ένας άντρας γύρω στα 60. με λευκό μπαστούνι. Η άκρη του με επαναλαμβανόμενα τικ -τικ στο δάπεδο του βαγονιού, ανιχνεύει το χώρο. Τρεις επιβάτες τινάζονται για να του παραχωρήσουν τη θέση τους. Ο πιο γρήγορος, ο πιο αποφασισμένος τα καταφέρνει. Φτάνει μπροστά του, “θέλετε να καθίσετε;” τον ρωτάει και μετά το καταφατικό του νεύμα, βάζει τον πήχη του κάτω από το απλωμένο χέρι του τυφλού άντρα και τον οδηγεί στη θέση που καθόταν. Οι άλλοι κοιτάζουν ανέκφραστοι. Σχεδόν υπνωτισμένοι. Ή δεν κοιτάζουν καθόλου. Ο συρμός ξεκινά για τον επόμενο σταθμό.

Αποβίβαση στο Σύνταγμα. Λιακάδα παράταιρη για Δεκέμβρη, αλλά απολαυστική. Με μπερδεύει ακόμα περισσότερο μια κουβέντα που ακούω τυχαία:”Πότε πέφτει το Πάσχα;” Χάνω την απάντηση που σκεπάζει θορυβώδης εξάτμιση διερχόμενης μηχανής μα αλλάζοντας για λίγο πορεία, ακολουθώ το προπορευόμενο ζευγάρι που λίγες μέρες πριν την Πρωτοχρονιά ονειρεύεται κι αρχίζει να σχεδιάζει ένα ταξίδι για το Πάσχα. Παράταιρο κι αυτό, εκτός Εποχής, όπως τα χριστουγεννιάτικα στολίδια στους δρόμους. Βέβαια τη μέρα, περπατώντας στο κέντρο δεν προσέχεις και τόσο τα σβηστά λαμπιόνια. Τη νύχτα  αποφεύγω συστηματικά τους στολισμένους δρόμους. Γι αυτό εκτιμώ ιδιαίτερα μια βιτρίνα στη Σταδίου. Μοναδική της διακόσμηση μια τεράστια φωτογραφία ενός χριστουγεννιάτικου δέντρου. Ασπρόμαυρη, με ελάχιστο κοντράστ.

Η κίνηση στους δρόμους είναι αυξημένη, στα μαγαζιά ελάχιστη. Μόνο το κεντρικό βιβλιοπωλείο παρηγορητικά γεμάτο. Χαζεύω τα βιβλία στους  πάγκους. Το μάτι σκαλώνει λίγο περισσότερο σε ένα γνωστό τίτλο τυπωμένο πάνω όμως σε διαφορετικό εξώφυλλο. “Είναι επανέκδοση διευκρινίζει πωλητής που έπιασε στον αέρα το βλέμμα μου και συνεχίζει με λεπτομέρειες για την πορεία του βιβλίου. “Το `χω” τού λέω και απομακρύνομαι αφηρημένος, μα σταματάω γιατί σκέφτομαι ότι αυτή η κουβέντα μπορεί να ακούστηκε διαφορετικά. Σχεδόν αγενής. “Το έχω αυτό το βιβλίο” ξαναλέω τονίζοντας “το βιβλίο”. “Την παλιά έκδοση. Είναι πολύ καλό. Σας ευχαριστώ.” Χαμογελάει και μού εύχεται “Καλή χρονιά”.


Όσο σε περιμένω στην Κοραή με πλησιάζει τσιγγάνα. Φρεγάδα σωστή, μεγάλη, πουλάει φορτικά χαρτομάντηλα. Τη στιγμή που της δίνω το πενηντάλεπτο πιάνει τα δάχτυλά μου και γυρίζει την παλάμη μου. “Εσύ περνάς μεγάλα ζόρια” μού λέει. Κουνάω το κεφάλι -τάχα ότι το πέτυχε- και πριν προλάβει να συνεχίσει, γυρίζω με τη σειρά μου την παλάμη της. Την κοιτάζω για λίγο και έπειτα της λέω με λυπημένο ύφος: “Εσύ καλό κάνεις και καλό δε βρίσκεις”. Παλιό δοκιμασμένο κόλπο. Αιφνιδιάζεται και με ρωτάει πώς το ξέρω. “ Είδα κι άλλα, αλλά άμα θες να σου τα πω, ασήμωσε”. Προχωρώ και την αφήνω να κοιτάζει έκπληκτη τις γραμμές στο χέρι της.

Το έσκασες από τη δουλειά κι έρχεσαι με ένα ωραίο χαμόγελο -κάπως περιπαικτικό, κάπως συνωμοτικό, πάντως μοναδικό- που φωτίζει την Κοραή πιο πολύ κι από τη λιακάδα. Όπως και τις άλλες φορές έχουμε μόλις ένα τσιγάρο χρόνο. Χωράει ίσα ίσα δυο παρατεταμένες αγκαλιές – μια στην αρχή και μια στο τέλος- και πέντε βιαστικές κουβέντες. Όχι τα πιο σημαντικά, όχι τα καθημερινά και τα τρέχοντα, μα τα άλλα, τα δικά μας. Αυτά που όσο μηρυκάζω στη διάρκεια της μέρας τόσο πιο ωραία γεύση αφήνουν εντός μου. Καθώς απομακρύνεσαι, κοιτάζω κάτω τα πατημένα μας τσιγάρα κι ύστερα τη σκιά σου. Ευδιάκριτη κυλάει στη λευκή πλακόστρωση μέχρι που χάνεται μετά από σένα στη γωνία της Πανεπιστημίου.   


Στη φωτογραφία, Σταδίου  και Κοραή γωνία πριν την πεζοδρόμηση. 

Κυριακή 1 Ιανουαρίου 2012

Δυοχιλιαδεσδωδεκα

Σάββατο 31 Δεκεμβρίου 2011

Ένα άλογο στη Σταδίου την παραμονή της Πρωτοχρονιάς



Ύστερα έκανε δεξιά της Λαχαναγοράς και μπήκε σε κάτι σκοτεινά, έρημα δρομάκια. Τα πεζοδρόμια είτανε όλο λακκούβες, σπασμένες, φαγωμένες πλάκες. Πεζοδρόμια- παγίδες για το διαβάτη. Λοιπόν, καλύτερα όχι στο πεζοδρόμιο. Κατέβηκε στο χώμα -δεν είχε άσφαλτο εκεί, χωματόδρομοι- και πήγαινε με το πάσο του, δίχως καθόλου να βιάζεται. Και γιατί να βιαστεί; Δεν είχε κανένα πρόγραμμα, τίποτα συγκεκριμένο κείνη τη νύχτα – παραμονή Πρωτοχρονιάς.

Το βήμα του τόπνιγε το μουσκεμένο απ` τη βροχή χώμα. Είχε βρέξει από νωρίς. Μια σύντομη αλλά πολύ δυνατή βροχή. Μόλις που είχε βραδυάσει, όταν ήρθε η μπόρα. Με τούτη τη ξαφνική μικροθύελλα η Αθήνα, όπως συμβαίνει πάντα σε τέτοιες περιπτώσεις, αναστατώθηκε. Πάλι καλά που δεν κράτησε πολύ το κακό, σε είκοσι λεπτά είχε αδειάσει κ` η τελευταία σταγόνα. Τότε ακριβώς, προς το τέλος της βροχής, άρχισε αυτήν τη δίχως σκοπό περιπλάνηση στους αθηναϊκούς δρόμους.

Είτανε σε πολύ καλή διάθεση, σε φόρμα. Μόνο που εκείνο το καπέλο του ερχότανε φαρδύ, φαρδύ και μεγάλο κι` ολοένα τού έπεφτε χαμηλά στο μέτωπο, τού μισοσκέπαζε τα μάτια. Στάθηκε κι έκανε να το ανασηκώσει λίγο...Το καπέλο όμως γλίστρησε και κύλησε στο χώμα, μεσ` στις λάσπες. Γύρισε και το κοίταξε έτσι που είχε βουλιάξει στα νερά. Έσκυψε μια στιγμή, τελικά το παράτησε και προχώρησε. Κάποιος περνούσε στο αντικρυνό πεζοδρόμιο, κάποιος που δε δυσκολευόταν να βαδίζει εκεί, παρ` όλες τις λακκούβες και τις σπασμένες φαγωμένες πλάκες. Τον άκουσε τον άγνωστο να λέει κάτι δυνατά, δεν ξεχώρισε αν του μιλούσε ή όχι, προχώρησε πιο γρήγορα τώρα.

Κρύωνε. Η νύχτα, ύστερ` από τη βροχή, είχε υγρασία και φύσαγε κιόλας ένας πεισματάρης βοριάς. Πήγαινε ολοένα και με ταχύτερο βήμα, σχεδόν τρέχοντας. Ζεστάθηκε κάπως. Στο βάθος ξεχώριζε πολλά φώτα. Με διάφορα χρώματα: κίτρινα πράσινα, μωβ...Κάπου εκεί τελείωναν οι σκοτεινοί, έρημοι δρόμοι. Έν` αυτοκίνητο πέρασε πλάι του, δεν τώχε νοιώσει καθώς έτρεχε. Πέρασε με μεγάλη ταχύτητα, αγγιχτά του. Κάτι του φωνάξανε από μέσα, γελάσανε. 

Στη δεύτερη γωνία είχε φως. Πλησίασε. Ένα συνοικιακό καφενεδάκι, λίγα τραπέζια με μάρμαρο και στο παράθυρο, κολλητά στο τζάμι, ένα κλουβί κ` ένα καναρίνι. Τα πουλιά τού δίνανε πάντα μιαν αλλοιώτικη συγκίνηση. Πλησίασε το παράθυρο, να περιεργαστεί το καναρίνι που μισοκοιμότανε. Ανέβασε στο πεζοδρόμιο τώνα πόδι, έπειτα ανέβασε και τ` άλλο. Και σχεδόν αμέσως ανέβασε και τ` άλλα δυο. Τότε είτανε που τού βάλανε τις φωνές: Ένα άλογο! Φώναζαν διάφοροι, που ξεπετάχτηκαν από το καφενείο κι από κάτι άλλα μαγαζιά. Τρέξτε να δείτε ένα άλογο! Δεν τρέξανε και πολλοί, δεν είτανε πολυσύχναστος ο δρόμος, άρχισε όμως να τρέχει αυτό, ξαφνιασμένο από τις φωνές και τα παραθυρόφυλλα, που ανοίγονταν τώνα ύστερα από τ` άλλο.

Τρέχοντας έτσι, μπήκε στην Πειραιώς και πίσω του άκουγε ολοένα φωνές και κλάξον. Δεν ήξερε γιατί όλ` αυτά και τί νόημα είχανε, κάτι πολύ δυνατό μέσα του τώκανε να τρέχει με όλη του τη δύναμη και με χίλια ζιγκ- ζακ να ξεφεύγει τ` αυτοκίνητα και να τρέχει, να τρέχει προς την Ομόνοια...Τα πολλά χρωματιστά φώτα, οι μεγάλες διαφημίσεις “νέον”, το ζαλίσανε κάπως. Όμως,  ούτε στιγμή δεν έκοψε το δρόμο του. Ούτε και το συντριβάνι της Ομόνοιας, παρ` όλο που είδε τα νερά και δίψαγε κ` ήθελε να σταθεί να πιει μια-δυο γουλιές.

Μπήκε τώρα στη Σταδίου κι` άρχισε να την ανεβαίνει με μια ανάσα.
-Ένα άλογο στη Σταδίου!
Η είδηση διαδοθηκε από στόμα σε στόμα. Αναταράχτηκε το πλήθος, που είχε πήξει στα πεζοδρόμια, τ` αυτοκίνητα κορνάρανε συνέχεια...Από τις παρόδους χύνονταν κι` άλλοι περίεργοι στη Σταδίου, ούτε προεκλογική συγκέντρωση νάτανε. Φωνάζανε και χειρονομούσαν αναστατωμένοι οι χιλιάδες εορταστικοί διαβάτες, ασφυκτικά φορτωμένοι δώρα κ` έγνοιες- πολλές έγνοιες.
-Ένα άλογο στη Σταδίου!
Πού να το υποψιαζότανε, όταν με τη βροχή φούσκωσε και λύθηκε το σκοινί που τώχε δεμένο τ` αφεντικό του έξω από τη Λαχαναγορά, πού να το υποψιαζόταν πως θα γινόταν θέαμα, κείνη τη νύχτα. Τώχε φέρει νωρίς τ` απόγευμα, απ` τα Μεσόγεια, τ` αφεντικό του και ξεπούλησε στα γρήγορα τα λάχανα που είχε φορτώσει. Ύστερα τ` αφεντικό του τούκανε μποναμά ένα καπέλο. Ένα φτηνό καπέλο. Γιατί τώρα τελευταία είχε γίνει πολύ ευαίσθητο στο κρύο. Με τις πρώτες ψύχρες συναχωνότανε αμέσως και φταρνιζότανε ολοένα. Του πήρε, λοιπόν, το καπέλο τ` αφεντικό του , τώδεσε σ` ένα στύλο του ηλεκτρικού και πήγε με κάτι παλιόφιλους για ποτήρι.

-Ένα άλογο στη Σταδίου!
Ένα όραμα είτανε τούτο το απίθανο άλογο, που ανέβαινε τρέχοντας τη Σταδίου μεσ` τη νύχτα, παραμονή Πρωτοχρονιάς. Άγνωστο από πού ερχότανε κι άγνωστο πού πήγαινε. Ένα όραμα ξεσηκωμένο απ` τα παιδικά χρόνια, που για τους πιο πολλούς είτανε μακρυά, πολύ μακρυά, τυλιγμένα σε σκόνη και ναφθαλίνη.
-Ένα άλογο στη Σταδίου
-Ένα άλογο! Δεν είμαστε καλά!
-Το 100! Να τηλεφωνήσουμε στο 100!
Και βρέθηκαν κάμποσοι πρόθυμοι να ειδοποιήσουν το 100 για τον απροσδόκητο παραβάτη της Τροχαίας. Γιατί, βέβαια, είτανε μια πολύ σοβαρή παράβαση αυτό το άλογο. Μια παράβαση στην καλά οργανωμένη και περιχαρακωμένη με νόμους και κανονισμούς καθημερινή ζωή. Μια παράβαση σε τούτη τη ζωή την πνιγμένη στα καυσαέρια και την πολλή λογική.

-Ένα άλογο στη Σταδίου!
Στα μεγάλα καταστήματα της Σταδίου και στα μικρά καταστήματα της Σταδίου, καθώς το άλογο περνούσε αστραπή στην άσφαλτο, μετρούσαν χρήματα, χρήματα... Και στις τελευταίου τύπου ηλεκτροκίνητες αριθμομηχανές υπολογίζανε, υπολογίζανε...Για ένα δευτερόλεπτο σταμάτησα να μετράνε και να υπολογίζουν. Μονάχα για ένα δευτερόλεπτο.

-Ένα άλογο στη Σταδίου!
-Ένα άλογο! Δεν είμαστε καλά!
Και το άλογο ξέσκισε τον αέρα και τη σκηνοθεσία της Πρωτοχρονιάς. Βέβαια όλ` αυτά θα τελείωναν σε λίγο. Τα περιπολικά της Αμέσου Δράσεως θα το κυνηγούσαν, θα του έκαναν μπλόκο. Γιατί έπρεπε να φύγει απ` τη μέση, και μάλιστα το ταχύτερο, τούτο το άλογο που ήρθε να ταράξει τα νερά. Όχι δεν είχε καμία θέση έν άλογο σε μια τόσο κατάφωτη, τόσο πρωτοχρονιάτικη, τόσο λογική οδό Σταδίου.

-Ένα άλογο στη Σταδίου!
-Ένα άλογο! Δεν είμαστε καλά!
Και βιάζονταν όλοι να το ξεχάσουν το άλογο, να το διαγράψουν από τα μάτια τους και τις καρδιές τους. Κείνη την ώρα συνέβη και κάτι άλλο: κυκλοφόρησαν οι πρωτοχρονιάτικες εφημερίδες, με το μεγάλο τίτλο στην πρώτη σελίδα:
“ΕΥΤΥΧΙΣΜΕΝΟΣ Ο ΚΑΙΝΟΥΡΙΟΣ ΧΡΟΝΟΣ” και τους μεγάλους τίτλους στην τελευταία σελίδα. “ΤΟ ΝΟΤΙΟΝ ΒΙΕΤΝΑΜ ΑΠΕΙΛΗ ΓΙΑ ΤΗ ΔΙΕΘΝΗ ΕΙΡΗΝΗ”, “ΤΟ ΚΟΓΚΟ ΑΦΕΤΗΡΙΑ ΝΕΟΥ ΠΑΓΚΟΣΜΙΟΥ ΠΟΛΕΜΟΥ”, “ΤΟ ΚΥΠΡΙΑΚΌΝ ΕΙΣ ΝΕΟΝ ΑΔΙΕΞΟΔΟΝ” , “ΚΑΤΑ ΤΟ ΛΗΞΑΝ ΕΤΟΣ ΕΚΑΤΟΜΜΥΡΙΑ ΑΠΕΘΑΝΟΝ ΕΚ ΠΕΙΝΗΣ”, “ΤΕΡΑΣΤΙΑΙ ΠΟΣΟΤΗΤΕΣ ΣΙΤΟΥ ΚΑΤΕΣΤΡΑΦΗΣΑΝ ΔΙΑ ΝΑ ΚΡΑΤΗΘΟΥΝ ΑΙ ΤΙΜΑΙ”

Στο μεταξύ, το άλογο πέρασε την πλατεία Κλαυθμώνος κι` ανέβαινε προς το Σύνταγμα. Τρέχοντας έτσι, δεν είχε βέβαια καιρό να προσέξει τις πελώριες ρεκλάμες του νέου σινεμασκόπ τριών διαστάσεων, που έπαιζε ο “Απόλλων”: “ΕΙΝΑΙ ΕΝΑΣ ΤΡΕΛΛΟΣ, ΤΡΕΛΛΟΣ, ΤΡΕΛΛΟΣ ΚΟΣΜΟΣ”!



Το χρονογράφημα του Αντώνη Σαμαράκη με τίτλο: "Ένα άλογο στη Σταδίου την παραμονή της Πρωτοχρονιάς",  δημοσιεύτηκε στο ΕΘΝΟΣ στις 31 Δεκεμβρίου του 1964. Σαν σήμερα, πριν από 47 χρόνια. Το αντέγραψα από το Ανθολόγιο της Αθήνας, του Τάκη Δ. Ψαράκη, εκδόσεις Νέα Σύνορα  Α.Α. Λιβάνη

Στην εικόνα, η οδός Σταδίου το 1950 




Τρίτη 4 Ιανουαρίου 2011

Ο χορός του Παύλου


Η γκαστρωμένη παγωνιά δε λέει να γεννήσει χιόνι.
Βροχή κι υγρασία, την άλλη μέρα ξέμπαρκη λιακάδα με δόντια, μετά πάλι βροχή. Με ομίχλη. Οι νύχτες ξάστερες να περονιάζουν τα λιγοστά τους κατοικίδια. Γκρίζος τόπος, ασάλευτος, εδώ στην εσχατιά, δοκιμασμένος. Κι οι άνθρωποι αδροί, ένα με το τοπίο.

Με μάτια ξένου κοιτάζω τον τόπο, μέχρι να βγουν οι πρώτες καυτές τσιγαρίδες από καζάνι, μέχρι η πρώτη γουλιά τσίπουρου να κατηφορίσει ανάβοντας τα σωθικά. Ύστερα αρχίζουν να παίζουν τα χάλκινα. Ένας σκοπός κι άλλος σκοπός, ξεχασμένοι, ξεπηδούν από τα σκοτάδια, τόσο οικείοι που σε κινούν στο ρυθμό τους δίχως να το καταλάβεις, δίπλα στους άλλους που μερόνυχτα τώρα γυρίζουν παρέες -παρέες στις γειτονιές. Να αποχαιρετήσουν τον παλιό χρόνο που φεύγει. Χορεύοντας. Να καλωσορίσουν τον καινούριο. Χορεύοντας. Να τα ξορκίσουν όλα με το χορό. Παλιά, τωρινά και μελλούμενα. Περιφερόμενοι θίασοι με έναν αόρατο Διόνυσο μπροστά να τον ακολουθούν πιστά, κλαρίνα, νταούλια κι χορευτές εκστατικοί. Σολάρει κλαίγοντας το κλαρίνο, Τι ήθελα και σ` αγαπούσα και δεν κάθομαν καλά..., συνεχίζουν με καημό οι φωνές “πήρα ζάλη στο κεφάλι δυο μαχαίρια στην καρδιά” και το νταούλι που αντηχεί στα ξεχασμένα στενά να γίνεται μετρονόμος των εντός ρυθμών.

Τίποτα δεν άλλαξε. Τα βασικά συστατικά, ίδια. Όλα, εκτός από το χιόνι που έντυνε παλιές πρωτοχρονιές. Ειδικά εκείνη που αρχειοθετήθηκε στη μνήμη όχι επίσημα με αριθμό σαν όλες τις άλλες, μα με τον τίτλο “ο χορός του Παύλου”.

Γυρίζαμε και τότε όπως τώρα, μέρες και νύχτες στη σειρά, άυπνοι, μούσκεμα στον ιδρώτα που άχνιζε στην παγωνιά, μούσκεμα και τα παπούτσια μας απ` το χιόνι που τσαλαβουτούσαμε χορεύοντας. Μούσκεμα στη ζωή που ανέτειλε μπροστά μας τα πάντα υποσχόμενη. Ένα μπουλούκι παλλόμενο στο χιονισμένο τοπίο. Στο κέντρο οι οργανοπαίκτες και γύρω τους εμείς. Όπως ακριβώς οι πατεράδες μας κι οι παππούδες μας πριν από μας.



Γύρισε ο χρόνος στο δρόμο. Στις έξι το πρωί πια είπαμε να επιστρέψουμε στα σπίτια μας για φαγητό και λίγο ύπνο. Να μαζέψουμε δυνάμεις, γιατί το γλέντι συνεχιζόταν όλη την πρώτη αλλά και τη δεύτερη μέρα του χρόνου. Άρχισε να ρίχνει πυκνό χιόνι πάνω στο ήδη στρωμένο. Σηκώσαμε τα κεφάλια ψηλά και δεν το χορταίναμε έτσι όπως το έφερνε η νύχτα πάνω στα αναψοκοκκινισμένα μας πρόσωπα. Με τη φωνή βραχνή, συνεχίσαμε απτόητοι “Ήθελα να `ρθω το βράδυ μ` έπιασε ψιλή βροχή...” όταν από το πουθενά ακούστηκε απάντηση από ένα κλαρίνο “Ας ερχόσουνα βρε ψεύτη κι ας γινόσουν παπί”. Ύστερα η μουσική σταμάτησε σαν να περίμενε από μας τη συνέχεια. Τη δώσαμε- “Είχα ρούχα να σ` αλλάξω πάπλωμα να σκεπαστείς”- προσπαθώντας ανάμεσα στις νυφάδες να ξεχωρίσουμε ποιός ήταν αυτή η σκιά που κατηφόριζε από το στενό και μας πλησίαζε στο σκοτάδι. Δεν τον αναγνωρίσαμε παρά μόνο όταν απάντησε κι αυτός με τη σειρά του το τελευταίο και πιο γλυκο “και κορμάκι να αγκαλιάσεις μέχρι να το βαρεθείς”. Ήταν ο μπαρμπα Νίκος, το πρώτο κλαρίνο, ο μύθος της περιοχής. “Άντε, να σας πάω μέχρι την πλατεία” πρότεινε μετά τις ευχές που ανταλλάξαμε.

Έπιασε τα ηπειρώτικα. Αργά, στιβαρά, όπως πρέπει, χωρίς εύκολα τσαλίμια. Περνούσε μαγικά απο τον ένα σκοπό στον άλλο, τους ζευγάρωνε περιπλέκοντάς τους με όλους τους δυνατούς τρόπους κι ύστερα τους ξεχώριζε πάλι ένα -ένα για να βάλει στην συνέχεια κι άλλους δίπλα στους πρώτους. Λουφάξαμε περπατώντας δίπλα του, άσπροι από το χιόνι. Πάνω στο κλαρίνο οι νιφάδες στεκόταν μια στιγμή κι ύστερα έλυωναν και κυλούσαν σταγόνες. Ύστερα πιάνοντας άλλους ρυθμούς πιο γρήγορους, αμυδρά οικείους, ξέφυγε από τα σύνορα παρασύροντάς μας σε ένα ανέλπιστο γύρο στα Βαλκάνια. Ο δικός μας Miles είπε σιγανά ο Παύλος που λίγες μέρες πριν μου είχε ετοιμάσει μια ενενηντάρα κασέτα, ρίχνοντάς με στα βαθιά του Davis.

Στην πλατεία δεν υπήρχε ψυχή ζώσα. Στην άκρη της μεσ` το σκοτάδι το λεωφορείο του ΚΤΕΛ χιονισμένο κι αυτό, με αναμμένη τη μηχανή και σβηστά φώτα. Στο τιμόνι ο πατέρας του Παύλου, περίμενε να πάει 6:30 για το πρώτο, χωρίς επιβάτες δρομολόγιο της χρονιάς. “Μπαρμπα Νίκο, Μήλο μου κόκκινο να χορέψουμε για τον πατέρα μου!”, έριξε ο Παύλος την παραγγελιά βάζοντας ένα διπλωμένο χαρτονόμισμα στη τσέπη του μουσικού. “Για τον πατέρα σου θα παίξω αυτό που μου ζητούσε συνέχεια όταν αγάπησε τη μάνα σου. Και θα το χορέψεις μόνος σου” είπε ο μουσικός με φωνή που δεν σήκωνε αντίρρηση και του έδωσε πίσω το χαρτονόμισμα λέγοντάς του μαλακά αυτή τη φορά: “Κράτησέ τα παιδί μου. Μου έχει δώσει τόσα ο πατέρας σου που φτάνουν να παίζω τζάμπα όχι μόνο για σένα αλλά και για τα παιδιά σου. ”

Ο Παύλος στάθηκε μπροστά στο λεωφορείο κοιτάζοντας τον πατέρα του στα μάτια. Ύστερα, έβγαλε το παλτό του και το πέταξε σε μας που είχαμε μαζευτεί γύρω του. Ο μπαρμπα Νίκος σκούπισε προσεκτικά με το μαντήλι του το κλαρίνο, έριξε δυό τρεις δοκιμαστικές νότες στον αέρα κι ύστερα άρχισε να παίζει την κοντούλα λεμονιά.

Ο Παύλος, άφησε να φύγουν τα πρώτα μέτρα μέχρι να καταλάβει ο πατέρας του μέσα από τα κλειστά παράθυρα ποιο ήταν το τραγούδι κι όταν τον είδε να κάνει νεύμα στο μουσικό “μα που το θυμήθηκες μπαγάσα;” σήκωσε τα χέρια του κι άρχισε να χορεύει αργά, το δικό το σόλο. Τότε ο πατέρας του άναψε τους προβολείς κι έλαμψε το πουκάμισο του Παύλου μέσα στη νύχτα λευκό σαν τις νιφάδες που είχαν πυκνώσει.

Να ζήσεις χίλια χρόνια μάστορα!” φώναξε ο Παύλος στο τέλος κι ενώ το λεωφορείο έστριβε πια στον κεντρικό δρόμο. Τώρα που το καλοσκέφτομαι, δεν έπιασε εκείνη η ευχή του. Ο μπαρμπά Νίκος έφυγε λίγα χρόνια αργότερα στα εβδομήντα πέντε του αλλά τον ξεπροβόδησαν πενήντα κλαρίνα που μαζεύτηκαν εδώ από όλες τις γύρω περιοχές- περνώντας ακόμα και σύνορα - κι έκαναν τα μάρμαρα να τρέμουν την ώρα που τον κατέβαζαν στο χώμα.






Σάββατο 1 Ιανουαρίου 2011

Δυο Χιλιάδες Έντεκα

.

Happy New Year (αγγλικά)

Yeni iliniz mübarək (αζερμπαϊτζανικά)

Gëzuar Vitin e Ri (αλβανικά)

سنة جديدة سعيدة (αραβικά)

Shnorhavor Nor Tari (αρμένικα)

Chúc mừng năm mới (βιετναμέζικα)

Честита Нова Година (βουλγάρικα)

Joyeux Nouvel An (γαλλικά)

Glückliches neues Jahr (γερμανικά)

שנה טובה (εβραϊκά)

Καλή Χρονιά! (ελληνικά)

Head Uut Aastat (εσθονικά)

Akemashite omedetōgozaimasu (γιαπωνέζικα, φωνητική ανάγνωση)

Selamat Tahun Baru (ινδονησιακά)

Athbhliain faoi (ιρλανδικά)

Feliz Año Nuevo (ισπανικά)

Buon anno (ιταλικά)

Xīnnián kuàilè (κινέζικα, φωνητική ανάγνωση)

saehae bog manh-i (κορεάτικα, φωνητική ανάγνωση)

Sretna Nova godina (κροατικά)

Laimīgu Jauno gadu (λετονικά)

З Новым годам (λευκορωσικά)

Blwyddyn Newydd Dda (ουαλικά)

Boldog Új Évet (ουγγρικά)

Szczęśliwego Nowego Roku (πολωνικά)

Feliz Ano Novo (πορτογαλικά)

La mulţi ani (ρουμανικά)

С Новым годом (ρώσικα)

Срећна Нова Година (σερβικά)

Srečno novo leto (σλοβένικα)

Gott Nytt År (σουηδικά)

S̄wạs̄dī pī h̄ım̀ (ταϊλανδέζικα, φωνητική ανάγνωση)

Yeni Yılınız Kutlu Olsun (τούρκικα)

Onnellista uutta vuotta (φιλανδικά)

Nayā sāla mubāraka hō (χίντι, φωνητική ανάγνωση)

ο χάρτης του 1792 από εδώ

οι μεταφράσεις, ακόμα και των ελληνικών από εδώ

Μουσική (κλεμμένη) : St. Thomas, με το τρίο του Sonny Rollins Στοκχόλμη 1959

Παρασκευή 31 Δεκεμβρίου 2010

Υπάρχει!

.

Υπάρχει σου λέω κι ας μην μπορείς πια να τον δεις γιατί έχεις μεγαλώσει πολύ. Αν όμως συναντήσεις στο πρόσωπο ενός παιδιού αυτό ακριβώς το βλέμμα, τότε εκείνος κάποιου εκεί τριγύρω θα είναι...


....και θα χαρίζει χαμόγελα που εσύ πια έχεις ξεχάσει ότι υπάρχουν.

Βέβαια υπάρχει πιθανότητα να είναι γυναίκα. Μια γυναίκα που τρέχει και ξέρει να τα προλαβαίνει όλα στην ώρα τους- μην ξεχνάς ότι αυτό είναι ένα από τα βασικά προσόντα του συγκεκριμένου Αγίου.

Γιατί η δουλειά είναι πολλή, πάρα πολλή, χωρίς επιδόματα και έξτρα και πρέπει να βγει σε μία μόλις νύχτα, αλλά η γη γυρίζει κι αυτό κάπως διευκολύνει το δύσκολο έργο του .

Αν πάντως είναι γυναίκα, ελπίζω ότι είναι ψηλή, καλλίγραμμη, αλέγρα, καστανή με μελιά μάτια, εξαιρετικού χαρακτήρα, διαθέτει σπάνια ψυχικά χαρίσματα και σερφάρει στην παραλία Bondi στο Sydney


Αν πάλι είναι παιδί, θα είναι σοβαρό γιατί θα έχει απόλυτη συναίσθηση του καθήκοντος καθώς διασχίζει το διάδρομο μιας εκκλησίας στην Ινδία...


...θα έχει εκπαιδευτεί καλά με άλλους συνομήλικούς του υποψήφιους στην περίφημη σχολή Αγιοβασίληδων της Jakarta στην Ινδονησία...

Τόσο καλά που θα μπορεί όταν μεγαλώσει κάπως να κάνει λιμναίο σκι στο Αμβούργο με αναμμένη φωτοβολίδα στο ένα χέρι...


ή να κατηφορίζει τις χιονισμένες πίστες του Sunday River στο Maine με άλλους συναδέλφους του


Γιατί- μεταξύ μας -υπάρχει περίπτωση να μην είναι μόνο ένας ο Άγιος Βασίλης αλλά πολλοί, πάρα πολλοί που τρέχουν να προλάβουν την προθεσμία παράδοσης των δώρων ντυμένοι με τη στολή τους στο Λίβερπουλ


ή μισόγυμνοι στη Βοστόνη

ή να βουτάνε σε παγωμένα νερά στο Βερολίνο έχοντας πετάξει τα πάντα εκτός από τη σκούφια τους.


Ένας τυχερός Αγιοβασίλης μπορεί βέβαια να διασχίζει τα ζεστά νερά στη Χονολουλού με την πιρόγα του υιοθετώντας αναγκαστικά ανάλαφρα κομμάτια της καλοκαιρινής κολεξιόν.

Κάποιοι άλλοι πάλι, προτιμούν τις ελεύθερες ώρες τους να ποζάρουν συγκεντρωμένοι σε διαστημικό σταθμό

ή στην πλατεία Τιανανμεν.


Από το Πεκίνο όμως ένα ευσυνείδητος Αγιοβασίλης μπορεί αμέσως να βρεθεί στο προσκέφαλο ενός άρρωστου παιδιού σε νοσοκομείο της Ονδούρα...

κι από κει σε συσίτιο αστέγων στη Nice, στην Γαλλία.

Κάποιες στιγμές βέβαια με όλα αυτά που βλέπει γυρίζοντας τον κόσμο, πεφτει σε βαθειά περισυλλογή- εδώ στην Surabaya στην Ανατολική Ιάβα - μερικές φορές απογοητεύεται, αλλά την στιγμή που πρέπει, βρίσκει δύναμη να συνεχίσει να χαρίζει δώρα και χαμόγελα.


Υπάρχει σου λέω!

Αλλά εσύ και να τον δεις μπροστά σου φάντη με λαμπερό μπαστούνι έτσι άπιστος Θωμάς που είσαι, σε έχω ικανό να του τραβήξεις τη γενειάδα για να σιγουρευτείς ότι είναι αληθινή, σαν το μικρό στο Kostewiec της Πολωνίας.


Κ Α Λ Η Χ Ρ Ο Ν Ι Α



Μουσική: Is that you Santa Claus, με τον Louis Armstrong


Πηγή όλων των εικόνων, The Big Picture