Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Gabriel García Márquez. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Gabriel García Márquez. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 22 Απριλίου 2014

Con mariposas y flores amarillas


-Ήρθα να δω τα καινούρια μοντέλα, είπε η Μέμε.

-Αυτή είναι μια καλή δικαιολογία, είπε εκείνος.

 Η Μέμε κατάλαβε πως τσουροφλιζόταν μες στις φλόγες της αλαζονίας του κι έψαξε να βρει τρόπο να τον ταπεινώσει. Όμως εκείνος δεν της άφησε περιθώρια. "Μη στεναχωριέσαι",  της είπε χαμηλόφωνα. "Δεν είναι η πρώτη φορά που μια γυναίκα τρελαίνεται για έναν άντρα". Ένιωσε τόσο ανίσχυρη ώστε εγκατέλειψε το γκαράζ χωρίς να δει τα καινούρια μοντέλα και πέρασε όλη τη νύχτα ως τα ξημερώματα στριφογυρίζοντας στο κρεβάτι της και κλαίγοντας από αγανάκτηση. Τότε ήταν που πήρε είδηση τις κίτρινες πεταλούδες που εμφανιζόταν λίγο πριν από τον Μαουρίσιο Μπαμπιλόνια. Τις είχε ξαναδεί, ιδιαίτερα στο μηχανουργείο και ειχε σκεφτεί πως τις τραβούσε η μυρωδιά της βαφής. Κάποια φορά τις είχε νιώσει να φτερουγίζουν πάνω από το κεφάλι της μες στο σκοτάδι στον κινηματογράφο. Αλλά, όταν ο Μαουρίσιο Μπαμπιλόνια είχε αρχίσει να την ακολουθεί, σαν φάντασμα που μόνο εκείνη αναγνώριζε μέσα στο πλήθος, είχε καταλάβει ότι οι κίτρινες πεταλούδες είχαν κάποια σχέση μαζί του.  Ο Μαουρίσιο Μπαμπιλόνια βρισκόταν πάντα ανάμεσα στους θεατές στα ρεσιτάλ της, στον κινηματογράφο, στη λειτουργία, κι εκείνη δε χρειαζόταν να ψάξει να τον δει γιατί της τον έδειχναν οι πεταλούδες. Μια φορά ο Αουρελιάνο Σεγούνδο εκνευρίστηκε τόσο με το ασφυκτικό τους φτερούγισμα, που εκείνη ένιωσε την ανάγκη να τού εμπιστευτεί το μυστικό της, όπως του είχε υποσχεθεί, αλλά το ένστικτό της, τής είπε πως αυτήν τη φορά δεν θα γελούσε όως συνήθως: "Αν το `ξερε η μητέρα σου". Ένα πρωινό, την ώρα που κλάδευε τις τριανταφυλλιές, η Φερνάντα έβγαλε μια φωνή και τράβηξε τη Μέμε απ` το μέρος όπου βρισκόταν και που ήταν το ίδιο μέρος του κήπου όπου είχε αναληφθεί στους ουρανούς η ωραία Ρεμέδιος. Για μια στιγμή είχε την εντύπωση πως το ίδιο θα συνέβαινε και με την κόρη της, γιατί την είχε ταράξει ένα ξαφνικό φτερούγισμα. Ήταν οι πεταλούδες. Η Μέμε τις είδε, λες κι είχαν γεννηθεί ξαφνικά μέσα στο φως, και της κόπηκε το αίμα. Εκείνη τη στιγμή έμπαινε μέσα ο Μαουρίσιο Μπαμπιλόνια με ένα πακέτο που όπως είπε...*

Η Mercedes Barcha με τους γιους της, Gonzalo και Rodrigo μπροστά στην τεφροδόχο.

Με παραδοσιακή μουσική της Κολομβίας - vallenato και cumbia-  με κίτρινα λουλούδια και με κίτρινες χάρτινες πεταλούδες σαν κι αυτές που φτερουγίζουν στα Εκατό Χρόνια Μοναξιάς, χιλιάδες κόσμου και οι Juan Manuel Santos και Enrique Peña Nieto, πρόεδροι  της Κολομβίας και του Μεξικού αντίστοιχα, αποχαιρέτησαν σήμερα τον Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες   στο Μέγαρο Καλών τεχνών στην πόλη του Μεξικού. 


*το απόσπασμα από τα Εκατό Χρόνια Μοναξιάς, στη μετάφραση της Κλαίτης Σωτηριάδου- Μπαράχας, εκδόσεις Λιβάνη

 οι φωτο από εδώ


Διαβάστε Αποχαιρετώντας  τον Γκάμπο της Κλαίτης Σωτηριάδου

Παρασκευή 18 Απριλίου 2014

Adios Gabito querido

Στο σπίτι του στο Μεξικό το 2003
..μόνο τα βιβλία που μας κάνουν να τα ξαναδιαβάζουμε θα έπρεπε να διαβάζονται.

Είχα εγκαταλείψει το πανεπιστήμιο με το τολμηρό όνειρο να ζήσω από τη δημοσιογραφία και τη λογοτεχνία χωρίς ανάγκη να τις διδαχτώ, εμψυχωμένος από μια φράση που νομίζω ότι είχα διαβάσει στον Μπέρναρντ Σο: “Από πολύ μικρός αναγκάστηκα να διακόψω τη μόρφωσή μου για να πάω στο σχολείο” 

Με τη Μερσέδες το 1969 στη Βαρκελώνη 

Το τραίνο έκανε μια στάση σε ένα σταθμό χωρίς άλλα σπίτια και λίγο αργότερα πέρασε μπροστά από τη μοναδική μπανανοφυτεία της διαδρομής που είχε γραμμένο το όνομα στην είσοδο: Μακόντο. Αυτή η λέξη είχε τραβήξει την προσοχή μου από τα πρώτα ταξίδια με τον παππού μου, αλλά μόνο σαν ενήλικος ανακάλυψα πως μού άρεσε η ποιητική της αντήχηση. Ποτέ δεν την είχα ακούσει από κανέναν, ούτε και αναρωτήθηκα τί σήμαινε. Την είχα ήδη χρησιμοποιήσει σε τρία βιβλία ως όνομα ενός φανταστικού χωριού, όταν βρήκα σε μια συνηθισμένη εγκυκλοπαίδεια πως πρόκειται για ένα δέντρο των τροπικών παρόμοιο με τη σέιμπα, που δε βγάζει ούτε άνθη ούτε καρπούς και που το σπογγώδες ξύλο του χρησιμοποιείται για να κατασκευάζουν μονοξυλα και σκεύη κουζίνας. Αργότερα ανακάλυψα στην Εγκυκλοπαίδεια Μπριτάνικα πως στην Τανγκανίκα υπάρχει η νομαδική φυλή των Μακόντο και σκέφτηκα ότι αυτή θα μπορούσε να είναι η προέλευση της λέξης. Αλλά ποτέ δεν το επαλήθευσα ούτε γνώρισα το δέντρο, γιατί πολλές φορές ρώτησα γι αυτό στην περιοχή της μπανάνας και κανείς δεν ήξερε να μου πει. Ισως και να μην υπήρξε ποτέ. 

Στη Βαρκελώνη με φίλους. Αριστερά ο Μάριο Βαρκας Λιόσα , δεξιά ο Μάρκες

Σύμφωνα με την εκδοχή της μητέρας μου, είχαν συναντηθεί με τον πατέρα μου για πρώτη φορά στην αγρύπνια ενός παιδιού που ούτε αυτός ούτε αυτή μπόρεσαν αργότερα να θυμηθούν. Εκείνη τραγουδούσε στην αυλή με τις φίλες της, σύμφωνα με τη λαϊκή συνήθεια να συνοδεύουν με ερωτικά τραγούδια τα εννιάμερα των αθώων. 

Με τον Χούλιο Κορτάσαρ – με τη μάσκα- στο Παρίσι το 1974

Πιστεύω πως στην πραγματικότητα οφείλω την ουσία της ύπαρξής μου και του τρόπου με τον οποίον σκέφτομαι στις γυναίκες της οικογένειας και στις πολλές του υπηρετικού προσωπικού που με φρόντισαν στα παιδικά μου χρόνια... Νομίζω πως η οικειότητά μου με το υπηρετικό προσωπικό μπορεί να ήταν η άκρη του νήματος της κρυφής επικοινωνίας που πιστεύω πως έχω με τις γυναίκες και που σε όλη τη διάρκεια της ζωής μου μού επέτρεψε να αισθάνομαι πιο άνετα μαζί του, απ` ό τι με τους άντρες. Ίσως από εκεί προέρχεται η πεποίθεσή μου πως είναι αυτές που στηρίζουν τον κόσμο, ενώ εμείς οι άντρες τον αναστατώνουμε με την ιστορική μας κτηνωδία.

Με τη Μερσέδες τη γυναίκα του στην Αρακατάκα το 2007

Την ανάγκη να τραγουδήσω για να νιώσω ζωντανός μού την ενέπνευσαν τα τάνγκο του Κάρλος Γαρδέλ, που διαδόθηκαν σε όλον τον κόσμο. Ντυνόμουνα σαν κι αυτόν, με τσόχινο καπέλο και μεταξωτό φουλάρι, και δε χρειαζόμουν πολλά παρακάλια για να χορέψω ένα τάνγκο με κάθε σοβαρότητα. Μέχρι το δυσάρεστο πρωινό που η θεία Μάμα με ξύπνησε με την είδηση πως ο Γαρδέλ είχε σκοτωθεί κατά τη σύγκρουση δύο αεροπλάνων στο Μεδελίν.

Ένας πλανόδιος πωλητής βιβλίων συνομιλεί με τον Μάρκες στην Καρταχένια των Ινδιών το Μάη του 2013 Φωτο: JOAQUÍN SARMIENTO (GETTY)

(Στο μοντεσοριανό σχολείο στην Αρατάκα) έμαθα να εκτιμώ την όσφρηση, που η δύναμή της νοσταλγικής επίκλησή της είναι σαρωτική. Τον ουρανίσκο, τον οποίο εκλέπτυνα μέχρι του σημείου να έχω δοκιμάσει ποτέ με γεύση παράθυρου, μπαγιάτικα ψωμά με γεύση μπαούλου, αφεψήματα με γεύση θείας λειτουργίας. 

Με τον Φιδέλ Κάστρο το 1976


Ακόμα και τώρα, σε συγκεντρώσεις νέων που θα μπορούσαν να είναι εγγονοί μου, πρέπει να καταβάλλω προσπάθεια για να μην αισθάνομαι νεότερος από αυτούς.

Δεν ξέρω τί έμαθα κατά τη διάρκεια της αιχμαλωσίας μου στο Εθνικό Λύκειο, αλλά τα τέσσερα χρόνια ωραίας συμβίωσης με όλους μου δημιούργησαν ένα όραμα ενότητα τους έθνους, ανακάλυψα πόσο διαφορετικοί ήμασταν και έμαθα για να μην το ξεχάσω ποτέ, ότι στον καθένα από μας αντιπροσωπευόταν όλη η χώρα.

Στη Βαρκελώνη το 1972 φωτο RODRIGO GARCÍA

Πέθανε χθες 17 Απριλίου στο Μεξικό -όπου διέμενε από το 1961- σε ηλικία 87 ετών ο Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες. Ήταν ένας από τους σημαντικότερους συγγραφείς του 20ου αιώνα. Το 1982 τιμήθηκε με το βραβείο Νόμπελ. Έγραψε: “Εκατό χρόνια μοναξιάς” -βιβλίο που έχει ξεπεράσει σε πωλήσεις τα 50 εκατομμύρια αντίτυπα- “Ο έρωτας στα χρόνια της χολέρας”, “Το χρονικό ενός προαγγελθέντος θανάτου”, “Ο Συνταγματάρχης δεν έχει κανέναν να του γράψει", "Το φθινόπωρο του Πατριάρχη" "Περί έρωτος και άλλων δαιμονίων", "Δώδεκα διηγήματα περιπλανώμενα", "Ανεμοσκορπίσματα” και το αυτοβιογραφικό “Ζω για να τη διηγούμαι" από όπου και τα παραπάνω αποσπάσματα. (εκδόσεις Λιβάνη, μετάφραση Κλαίτη Σωτηριάδου) Γεννήθηκε στην Αρακατάκα της επαρχίας Μαγδαλένα της Κολομβίας στις 6 Μαρτίου του 1927. 


όλες οι φωτογραφίες από την EL PAIS εκτός της τελευταίας με τον Πάμπλο Νερούδα που την βρήκα στον Espectador, εφημερίδα της Μποκοτά στην οποία ο Μάρκες εργαζόταν σαν δημοσιογράφος το 1954.  

Διαβάστε: Ο Γκάμπο μας αποχαιρετά του Yianni Tsal

Αναδημοσίευση στο tvxs

 

Δευτέρα 29 Αυγούστου 2011

Henry and five Millers ΙII.

(Big Apple`s Tales) 



Στα σκαλιά της εισόδου δεν είναι κανείς. Η καλύτερή μου. Κάθομαι στην άκρη, αριστερά όπως πάντα και βγάζω από τη σακούλα την πέμπτη Miller. Τυχαίνει να είναι και η πέμπτη μπύρα της βραδιάς. Μπορεί κι έκτη. Δεν είμαι σίγουρος. Την ανοίγω με τον αναπτήρα. Κάτω από το κλιματιστικό του 2C τα νερά γυαλίζουν στο ημίφως. Σε λίγο θα προστεθεί κι ο ιδρώτας μου. Τον βλέπω που στάζει από το πρόσωπό μου στα σκαλιά. Δεν σκουπίζομαι πια· έχω παραιτηθεί από την προσπάθεια. Ζέστη, ακόμα κι αυτή την ώρα. Όχι σαν τη δικιά μας· αφόρητα υγρή, πηχτή ζέστη. Too darn hot", λέω σε όλους· αλλά κανείς δεν καταλαβαίνει. Κι εγώ συνεχίζω απτόητος, Kiss me, Kate... μα αντί να τους διευκολύνει, τους μπερδεύει ακόμα περισσότερο. Πάλι καλά που καμία δεν μου είπε ακόμα: “Δε με λένε Kate!” Τι διάολο” σκέφτομαι κάθε φορά, “ δικό τους είναι το μιούζικαλ.”

Την στιγμή που ανάβω τσιγάρο, ανάβει κι ο προβολέας εμφανίζοντας μπροστά μου, σχεδόν από το πουθενά, ένα τύπο που ζητάει φωτιά. Στο άλλο χέρι κρατάει μια χάρτινη σακούλα απ` όπου μόλις ξεπροβάλλει ο λαιμός ενός μικρού Jack Daniel`s. Ανάβει και κάθεται στα σκαλιά, τέρμα δεξιά, αφήνοντας την είσοδο ελεύθερη για μια πιτσιρίκα που επιστρέφει εκείνη τη στιγμή και μας πετάει ένα ανέμελο, σχεδόν κοροϊδευτικό “hi boys. Απαντάμε ταυτόχρονα και στον ίδιο τόνο ενώ τα βλέμματά μας κολλάνε στα πόδια της που περνάνε δίπλα μας, μόλις μια ανάσα από τους ώμους μας. Ακούμε πίσω μας τη δεύτερη πόρτα να κλείνει και τα βήματά της να χάνονται στη σκάλα ενώ ακόμα η μυρωδιά της αιωρείται ανάμεσά μας. Μια γλυκιά μυρωδιά πικραμύγδαλου.

Ο προβολέας σβήνει. Κοιτάζουμε το δρόμο μπροστά, χωρίς να μιλάμε. Όταν η καύτρα μού καίει τα δάχτυλα, πετάω το τσιγάρο στο νερό. Μόλις που ακούγεται το σβήσιμό του να σπάει τον μονότονο ήχο του κλιματιστικού που δουλεύει ασταμάτητα. Μετά από λίγο, ο τύπος πετάει κι εκείνος το δικό του αποτσίγαρο δίπλα στο δικό μου και αμέσως ξαναζητάει φωτιά. Μια -δυο τζούρες, μια γερή γουλιά από το μπουκάλι και έπειτα σπάει τη βολική σιωπή με ένα αναπάντεχο “I'd like to call my baby tonight . “Do it, broτου λέω χωρίς δεύτερη σκέψη, αλλά το θλιμμένο “She`s gone” που πέφτει ατακαριστό,  φαίνεται τελεσίδικο.

Ο μακρύς μονόλογος που ακολουθεί ξεδιπλώνει στο σκοτάδι της εισόδου μια πολύ συνηθισμένη ερωτική ιστορία, με αρχή, μέση και τέλος. Με τρελό πάθος, απίστευτες εξάρσεις, ομηρικούς καυγάδες, σπαραξικάρδιες συμφιλιώσεις, οδυνηρούς χωρισμούς και πισωγυρίσματα μέχρι το οριστικό τέλος, στην αρχή της περασμένης άνοιξης. Μια κοινή ερωτική ιστορία που όμως γίνεται ελκυστική με τον τρόπο που διηγείται: σχεδόν αποστασιοποιημένα, ήρεμα, σαν να την έζησε κάποιος άλλος κι όχι ο ίδιος, ενώ παράλληλα αδειάζει γουλιά γουλιά το μικρό Jack και καπνίζει ασταμάτητα το ένα Pall Mall μετά το άλλο. 

Με παρασύρει για τα καλά ο σχεδόν ποιητικός του τρόπος. Τον ακούω χωρίς να μιλάω, σχεδόν ταυτίζομαι. Γουλιά γουλιά τη Miller νοιώθω την ίδια εγκατάλειψη, τη ίδια μοναξιά, ακόμα και την ίδια φρούδα ελπίδα ότι εκείνη, δεν μπορεί παρά μια μέρα να γυρίσει. Αναρωτιέμαι αν έχει διηγηθεί την ιστορία εκατοντάδες φορές ώστε να καταλήξει σε αυτό το μοναδικό, μυθιστορηματικό αποτέλεσμα που ακούω τώρα ή βρήκε τον ιδανικό τρόπο με την πρώτη και δεν άλλαξε ούτε ένα κόμμα στην ιστορία του. Ξαφνικά συνειδητοποιώ ότι αυτός τρόπος έχει κάτι που μου φαίνεται πολύ οικείο... μου θυμίζει... Μα βέβαια!

Hombre, tu eres colobiano!”  του λέω ενθουσιασμένος. Ο τόνος μου είναι τόσο έντονος που τινάζει στον αέρα την ατμόσφαιρα που είχε δημιουργήσει σταδιακά με τόση μαστοριά. Στην άσχετη με τη διήγησή του διαπίστωση, απαντά έκπληκτος καταφατικά Si amigo... ” κι αμέσως μετά με ρωτάει πώς το κατάλαβα.


-Μα τόσην ώρα μού μιλάς κι είναι σαν να διαβάζω βιβλίο του Μάρκες.
-Ποιος Μάρκες;
-Ο Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες...
-Δεν τον ξέρω.
-Ο Γκάμπο... Νόμπελ λογοτεχνίας...
-Δεν τον ξέρω...
-Δεν μπορεί... Εκατό χρόνια μοναξιάς, Ο έρωτας στα χρόνια της χολέρας, Το φθινόπωρο του πατριάρχη, Ανεμοσκορπίσματα...
Αραδιάζω μάταια τους τίτλους τον ένα μετά τον άλλον· εκείνος συνεχίζει να με κοιτάζει σαν χαμένος για να μου πει, τη στιγμή που πάω να πάρω ανάσα για να συνεχίσω: “Δεν τον ξέρω... Ξέρω μόνο τον Rafael Márquez, τον ποδοσφαιριστή από το Μεξικό. Δεν είναι όμως αυτός που λες εσύ...”

Μπορεί να φάνηκα αγενής, αλλά μετά από μισό λεπτό απερίγραπτης αμηχανίας, καληνύχτισα απότομα, πήρα τη σακούλα με τις μπύρες που είχαν πια ζεσταθεί και άρχισα να μετράω ένα ένα τα καραβίσια σκαλιά για τον τρίτο όροφο. “Μα αν είναι δυνατόν! Αν είναι ποτέ δυνατόν!” μουρμούριζα μονότονα αλλά με ένταση, χωρίς να το καταλαβαίνω, μέχρι που συνάντησα στο πλατύσκαλο ανάμεσα στο δεύτερο και τρίτο την κυρία Mac Τάδε, που μένει δίπλα μας στο 3C. Κατέβαινε με τα δυο της σκυλιά. Δε με χαιρέτησε ως συνήθως. Κούνησε μόνο το κεφάλι της με κατανόηση και βιάστηκε να συνεχίσει. Κοντοστάθηκα λαχανιασμένος, σκέφτηκα να της μιλήσω, να της εξηγήσω ότι παραμιλούσα γιατί ήμουν νευριασμένος. Ότι είχα γίνει έξαλλος γιατί καθόμουν τόσην ώρα κι έπινα παρέα με ένα Κολομβιανό που αγνοούσε την ύπαρξη του Μάρκες, αλλά σταμάτησα λαχανιασμένος. Δεν είχα κουράγιο να τρέξω να την προλάβω· άσε που μπορεί κι εκείνη να μην ήξερε τον Μάρκες. “Μα αν είναι δυνατόν!” σκέφτηκα για άλλη μια φορά -κάπως πιο ήρεμα είναι αλήθεια- αλλά συνειδητοποιώντας ξαφνικά πόσο παράλογη ήταν η ξαφνική μου οργή, έβαλα τα γέλια.


Άνοιξα όσο πιο αθόρυβα μπορούσα την πόρτα. Είχα συνηθίσει πια αυτές τις ανάποδες κλειδαριές που ξεκλειδώνουν αριστερόστροφα. Δεν χρειάστηκε να ανάψω φως. Ο μακρύς διάδρομος ήταν φωτισμένος από το σαλόνι στο βάθος, σημάδι ότι ο Alex ήταν ακόμα ξύπνιος. Πέταξα ένα hi” από την κουζίνα και πήρα μια αφηρημένη απάντηση. Έβαλα τις τέσσερις Miller στο ψυγείο και κάπου στο βάθος ξετρύπωσα μια Heineken που είχε ξεμείνει. Τη μοίρασα σε δυο ποτήρια και πήγα στο σαλόνι. Άφησα το ένα ποτήρι στο γραφείο, δίπλα στο τασάκι του που ξεχείλιζε, πέταξα τα παπούτσια με ανακούφιση και άραξα στον παλιό καναπέ. Ο Alex ήπιε μια γουλιά και χωρίς να πάρει τα μάτια από την οθόνη του υπολογιστή του με ρώτησε όπως κάθε βράδυ: How was your day?”    


dedicated to Nas. 


Μουσική: Stradust  John Coltrane