Τρίτη 7 Μαΐου 2013

Μικρόκοσμος



Ο Χρόνος είπε, «Ας φτιάξουμε ένα μικρόκοσμο».

Το σενάριο απλό, ο ήρωας γεμίζει συναισθήματα.
Ο ίδιος νιώθει να πετάει, μα οι άλλοι τον βλέπουν να πέφτει από ύψος. Ο ίδιος νιώθει ελεύθερος, μα οι άλλοι τον βλέπουν να κρατιέται από σχοινιά. Ο ίδιος βλέπει γύρω του σύμβολα, γιατί μερικές φορές δεν υπάρχουν λέξεις να εκφράσουν τον κόσμο των συναισθημάτων. Οι άλλοι βλέπουν μουτζούρες.Ο ίδιος κοιτάει ψηλά και νιώθει την αύρα γύρω του. Οι άλλοι βλέπουν το μαύρο άγνωστο κάτω από τα πόδια του.

Ξαφνικά ο ήρωας ρίχνει το βλέμμα του πάνω στους άλλους. Αυτοί εκπλήσσονται με το άγνωστο χρώμα των ματιών του. Οι άλλοι δεν είναι από εδώ, απέχουν άπειρες στιγμές από τον κόσμο του. Τώρα γνωρίζουν ότι αυτοί είναι μόνο σκέψεις, ενώ ο ήρωας είναι αληθινός.

Κι αν κάποτε ο μικρόκοσμος σβήσει και ο ήρωας βρει στο σκοτάδι αυτή την φωτογραφία, θα ερωτευτεί το χρώμα της, θα αιωρηθεί ψηλά και για μια στιγμή όλο το σύμπαν θα γίνει ο μικρόκοσμος του, αγκαλιάζοντας όσα έζησε.



Το κείμενο που διαβάσατε είναι του George Kant και δημοσιεύτηκε στο ιστολόγιο του πέρυσι στις 5 Απριλίου. Ο George Kant, πέθανε σήμερα το πρωι. 

Σάββατο 4 Μαΐου 2013

Εικοσιτρία μέτρα



Να έχεις κέφια. Από το τίποτα. Καμιά φορά βλέπεις, αρκεί ένας ανέφελος ουρανός πάνω από το κεφάλι σου κι η μυρωδιά της θάλασσας που φτάνει από μακριά. Δεν τη βλέπεις αλλά ξέρεις ότι είναι εκεί. Μια κατηφόρα δρόμος κι έφτασες. Να έχεις κέφια απλώς γιατί ένα δροσερό αεράκι μπουκάρει μέσα από το κοντομάκικο πουκάμισο και σε δροσίζει  στην αναπάντεχη καλοκαιρινή ζέστη.

Έτσι, με αυτή τη διάθεση, από τα μικρά κι ασήμαντα, να μπαίνεις στο πρώτο κρεοπωλείο που συναντάς για τα απαραίτητα του Πασχαλινού τραπεζιού. Να ζητάς πρώτα τη συκωταριά για τη μαγειρίτσα, να σου τη φέρνει ο χασάπης και  να προσθέτεις με την έμπνευση της στιγμής: “Να βάλουμε και 22 μέτρα έντερα”.

Και εκείνος που έχει δουλειά -ουρά να περιμένουν της τελευταίας στιγμής οι πελάτες- αντί να σε ξεχέσει που βρήκες την ώρα να κάνεις πλάκες, να βγάζει τα έντερα από το ψυγείο, να τα ξετυλίγει μεθοδικά, να ζητάει από όλους τους βοηθούς του να άφήσουν τους πελάτες που εξυπηρετούν εκείνη τη στιγμή, να τα απλώσουν και να τα κρατήσουν τεντωμένα. Ύστερα, σοβαρός να βγάζει ταινία από το συρτάρι να μετράει με ακρίβεια και να σού λέει με απόλυτη φυσικότητα: “Βάζω 23, καλύτερα να περισέψει, παρά να μη φτάσει”.

Να γελάς που έπιασε την πάσα σου στον αέρα και την απογείωσε, να γελάει κι ο ίδιος που σού την έφερε κανονικά, να γελάνε κι οι άλλοι της ουράς που πρώτη φορά είδαν να πουλάνε και να αγοράζουν τα έντερα της μαγειρίτσας με το μέτρο. Στο τέλος, με το λογαριασμό να σού εύχεται ο χασάπης κι οι βοηθοί, αλλά κι οι άλλοι, οι άγνωστοι πελάτες της ουράς “Καλή Ανάσταση” και να είσαι σίγουρος ότι θα είναι καλή. Να είσαι σίγουρος ότι ακόμα κι αν αργήσει λίγο, θα έρθει και θα είναι Ανάσταση, αφού ακόμα  υπάρχουν άνθρωποι που έχουν κουράγιο για ένα αστείο, που βρίσκουν τη διάθεση ακόμα και μέσα στη φούρια, να δώσουν μια καλοπληρωμένη απάντηση στο   πείραγμα σου. 

 
Καλή Ανάσταση!