Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα πάσχα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα πάσχα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 29 Απριλίου 2016

Η Layla


-“Ήτνα 'παθε αυτή ρε Μανώλη;” ρώτησα τον ιδιοκτήτη του καφέ και πριν προλάβω να συμπληρώσω “Λωλάθηκε;” στην τοπική διάλεκτο κι ενώ οι άλλοι γελούσαν, μού πέταξε στα μούτρα ένα οργισμένο “Σκάσε μαλάκα!” και έτρεξε να την προλάβει.

Μεγάλη Παρασκευή στο Νησί πριν από μερικά χρόνια, μεσημεράκι και στο καφέ του Μανώλη, λιγοστοί οι θαμώνες. Ανέφελος ουρανός, με τη θάλασσα πιάτο μπροστά μας να σαλεύει ανοιξιάτικα κύματα κι ιλαρό φως. Ράθυμοι γλάροι έκοβαν βόλτες, κρώζοντας χαρά κόντρα στην καμπάνα του Αη Γιώργη που σήμανε όλη μέρα πένθιμα τα θεία πάθη.

Εμείς -τέσσερις όλοι κι όλοι με τον Μανώλη που καθόταν κι αυτός μαζί μας- πίσω στην παγκάδα στη σκιά. Καφές, παξιμάδια και τσιγάρα. Εκείνη κάθονταν, όπως και τις άλλες φορές που την είχα δει τις προηγούμενες μέρες, στο μπροστινό τραπέζι, στη γωνία, μόνη της και μάζευε ήλιο. Ξένη σίγουρα. Από πού; Κύριος οίδε.

Ξαφνικά ακούσαμε ποδοβολητό κι ένα τσούρμο πιτσιρικάδες ξεχύθηκε στην παραλία. Δε δώσαμε σημασία αλλά λίγο μετά, είδαμε μια τρομερή λάμψη και ακούσαμε το εκκωφαντικό μπαμ της πρώτης κροτίδας. Ακολούθησε κι άλλες. Πέντε, δέκα, μπορεί και περισσότερες. Πόλεμος κανονικός. Ήταν προφανώς η γενική πρόβα των μικρών μπουρλοτιέρηδων για το επόμενο βράδυ της Ανάστασης.

Στην πρώτη κροτίδα -ή μήπως ήταν δυναμίτης;- τιναχτήκαμε όλοι έτσι που έσκασε αναπάντεχα σηκώνοντας σύννεφο άμμου. Μετά όμως, γελάσαμε με την τρομάρα μας. Τότε ήταν -μέσα στην ομοβροντία- που είδαμε την ξένη να τινάζεται, να πέφτουν από το τραπέζι φλυτζάνια, ποτήρια, τασάκια και εκείνη να φεύγει αλλοπαρμένη με μάτι που γυάλιζε, να πηδάει αγρίμι τη μάντρα και να τρέχει στο δρόμο μέχρι που χάθηκε. Πίσω της έτρεξε ο Μανώλης, μετά αυτό το “Σκάσε μαλάκα!” που μού πέταξε.

Γύρισε μόνος του μετά από ώρα. Στο παραξενεμένο βλέμμα μας, δεν απάντησε μόνο έπιασε τη σκούπα και το φαράσι. Μάζευε τα σπασμένα και μουρμούραγε μονότονα μέσα από τα δόντια του: “Μαλακισμένα, ε μαλακισμένα.” Τον ακούγαμε κι αναρωτιόμασταν αν αναφερόταν σε μας που γελάσαμε εις βάρος της ή στα παιδιά της παραλίας. Ύστερα κλείστηκε στην κουζίνα και βγήκε μόνο όταν τον φωνάξαμε για να τον πληρώσουμε· ήταν ακόμα μουτρωμένος.

Την ξένη, δεν την ξαναείδαμε τις επόμενες μέρες. Δυο χρόνια αργότερα, καλοκαίρι πια, έτυχε να τη γνωρίσω. Η Layla, με θυμόταν από εκείνη την επεισοδιακή Μεγάλη Παρασκευή στο καφέ του Μανώλη. Μού είπε ότι πέρασε όλες τις επόμενες μέρες κλεισμένη στο δωμάτιό της, με το κεφάλι κάτω από το μαξιλάρι κάθε φορά που ακούγονταν μπαμ. “Από τότε, δεν ξαναήρθα Πάσχα στο Νησί” μού είπε.

Εκείνη τη μέρα νόμιζε ότι θα πεθάνει. Με το που έσκασε η πρώτη κροτίδα, ένοιωσε ότι βρέθηκε πάλι στο Σεράγεβο, πίσω στην άνοιξη του `92 που άρχισε η πολιορκία. Ήταν σαν να ζούσε ξανά τους καθημερινούς ανελέητους βομβαρδισμούς. Βρίσκονταν στο Νησί, μίλια και χρόνια μακριά από το κακό και άκουγε εκρήξεις, σειρήνες και ουρλιαχτά πληγωμένων. Ήταν δίπλα στη θάλασσα και μύριζε μπαρούτι, καμμένη σάρκα και αίμα. Μύριζε τον ίδιο το φόβο του θανάτου πάνω της.

Πριν κλείσει χρόνος -η πολιορκία κράτησε μέχρι τον Οκτώβρη του 1995- κατάφερε να φύγει μόνη της, δεκάξι χρόνων, πρόσφυγας όπως χιλιάδες άλλοι. Κατέληξε στο Λονδίνο. Έφτιαξε εκεί της ζωή της και δεν επέστρεψε ποτέ στο Σεράγεβο. Μέχρι εκείνη τη Μεγάλη Παρασκευή, νόμιζε ότι είχε αφήσει πίσω της οριστικά τον εφιάλτη του πολέμου, αλλά αρκούσε μια γιορτινή ομοβροντία στην παραλία για να την κάνει να γυρίσει στην κόλαση.



Κάθε χρόνο τέτοια μέρα σκέφτομαι τη Layla. Θυμάμαι έντονα το τίναγμα και το φευγιό της από το καφέ του Μανώλη. Τον τρόμο στο βλέμμα της. Φέτος, εκτός από τη Layla, σκέφτομαι κι όλους αυτούς που βρίσκονται στα μέρη μας έχοντας μόλις ξεφύγει από άλλους πολέμους. 


Τρίτη 15 Απριλίου 2014

Τα ακριβά αυγά



Παραμάσχαλα πήρα το σκαμνάκι μου. Στο άλλο χέρι, το καλάθι με τα αυγά. Εβδομήντα σίγουρα. Ίσως και περισσότερα. Με δυσκολία τα κουβάλησα μέχρι την αγορά, όμως τα κατάφερα μια χαρά: όλα έφτασαν ανέπαφα. Φτάνοντας στο μαγαζί του θείου Χαρίλαου, αντί να μπω μέσα όπως έκανα συνήθως - όχι μόνο γιατί μού έδινε πάντα γενναιόδωρο χαρτζιλίκι αλλά γιατί ήταν έξω καρδιά αυτός ο πανύψηλος συγγενής- τον χαιρέτησα κι έστησα στο πεζοδρόμιο το μαγαζάκι μου.

Βγήκε παραξενεμένος και με ρώτησε τί παιχνίδι έπαιζα. Τού εξήγησα ότι ήμουν πλέον μεγάλος και από εκείνη τη μέρα, ξεκινούσα δουλειά. Θα πουλούσα τα αυγά που μού έδωσε ο πατέρας μου την προηγούμενη όταν του ανακοίνωσα την απόφασή μου να αρχίσω να εργάζομαι. “Άντε ανιψιέ, καλές δουλειές!” μου ευχήθηκε και μπαίνοντας στο μαγαζί του κοντοστάθηκε και συμπλήρωσε. “Μεγάλη Τρίτη σήμερα και παζάρι, θα ξεπουλήσεις γρήγορα.”

Έτσι όπως ήταν χρόνια έμπορος αλλά και γιος και εγγονός εμπόρων η τελευταία του κουβέντα είχε μεγάλη βαρύτητα. Κάθισα στο σκαμνάκι μου, έβαλα μπροστά στα πόδια μου το καλάθι με τα αυγά και περίμενα ανυπόμονα, όχι τον πρώτο πελάτη, αλλά τη στιγμή που η τσέπη μου θα ήταν γεμάτη από τις εισπράξεις και το καλάθι άδειο από την πραμάτεια.

Έχοντας δει στο παζάρι τους μπαξεβάνηδες κυρίως, να ξελαρυγγίζονται διαλαλώντας τα ζαρζαβάτια τους, αποφάσισα να ακολουθήσω άλλη πολιτική πωλήσεων, λιγότερο επιθετική. Έτσι παρέμεινα αμίλητος αλλά πότε πότε έβγαζα από το καλάθι ένα αυγό, το κρατούσα επιδεικτικά, ψηλά, θαυμάζοντας το μέγεθος και την ποιότητά του που ναι μεν δε φαινόταν, αλλά ήταν αδιαμφισβήτητη: οι κότες μας έκαναν πεντανόστιμα αυγά.

Λογικά, αν το καταναλωτικό κοινό ήξερε το συμφέρον του, έπρεπε πολύ σύντομα να δημιουργηθεί ουρά στο μαγαζάκι μου και τα αυγά να γίνουν ανάρπαστα. Αυτό όμως δε συνέβη. Ήταν Μεγάλη Τρίτη, ο κόσμος χρειαζόταν αυγά για να βάψει για το Πάσχα και για να κάνει τσουρέκια, αλλά είχε περάσει ήδη μισή ώρα κι εγώ δεν είχα κάνει ακόμα σεφτέ.

Σκέφτηκα ότι τελικά οι μπαξεβάνηδες ίσως δεν είχαν άδικο που ξελαρυγγιζόνταν. Εκείνοι ήξεραν τον ενδεδειγμένο τρόπο πώλησης κι εγώ έκανα λάθος. Δοκίμασα να φωνάξω, μα μόλις και ακούστηκε η φωνή μου να λέει σχεδόν ψιθυριστά: “Αυγά, εδώ τα καλά αυγά”. Ήταν η πρώτη φορά που είχα βγει να πουλήσω κάτι στη ζωή μου και κατάλαβα μια και καλή, ότι δεν μπορούσα να το κάνω.

Ωστόσο, κάποιος περαστικός -από τους πολλούς εκείνης της μέρας- σταμάτησε και με ρώτησε πόσο κάνουν τα δεκαπέντε αυγά. Εκείνη τη στιγμή συνειδητοποίησα ένα ακόμα τεράστιο πρόβλημα που είχα να αντιμετωπίσω: ημουν μαθητής της πρώτη δημοτικού και δεν ήξερα ακόμα πολλαπλασιασμό. Επομένως ήταν αδύνατον να υπολογίσω το δεκαπέντε επί 0,65 της δραχμής, που μού είχε πει ο πατέρας μου ότι έκανε το κάθε αυγό.

Κοίταξα τον μοναδικό μου πελάτη απελπισμένος χωρίς να μπορώ να τού δώσω απάντηση. “Πόσο κάνουν λοιπόν;” με ξαναρώτησε και τότε, κάτω από την πίεση, αναγκάστηκα να στρογγυλέψω το ποσόν -προς τα πάνω βέβαια- οπότε του είπα θαρρετά: “Δεκαπέντε αυγά, δεκαπέντε δραχμές”. Γέλασε, είπε “Μικρέ, πολύ ακριβά τα πουλάς!” και έστριψε να φύγει.

Ναι, ακριβά τα δίνει, αλλά αυτά τα αυγά δεν είναι σαν τα άλλα” φώναξε ο θείος Χαρίλαος μέσα από το μαγαζί του. Ωστόσο ο πελάτης δεν μεταπείστηκε και έφυγε. Τις επόμενες τρεις ώρες, κανένας δε σταμάτησε και κανένας δεν έδειξε ενδιαφέρον για την πραμάτεια μου. Καθόμουν εκεί, στο σκαμνάκι μου, στο πεζοδρόμιο, χωρίς να φωνάζω, χωρίς να κρατάω επιδεικτικά όπως στην αρχή τα αυγά στα χέρια, με σκυμμένο το κεφάλι, προσπαθώντας χωρίς τις στοιχειώδεις απαιτούμενες γνώσεις να λύσω το μέγα μαθηματικό πρόβλημα που προέκυψε: πόσο κάνουν τα δεκαπέντε αυγά;

Το μεσημέρι πια, με πλήρη συναίσθηση της παταγώδους αποτυχίας μου και μάλιστα στο ξεκίνημα της εμπορικής μου σταδιοδρομίας, σηκώθηκα, πήρα παραμάσχαλα το σκαμνάκι μου, στο άλλο χέρι το γεμάτο καλάθι και έκανα ένα θλιμμένο νόημα στο θείο ότι κατεβάζω ρολά. “Έλα μέσα” μού φώναξε. “Η θεία σου μού παράγγειλε να της πάω αυγά σήμερα”.

Αναθάρρησα και μπήκα στο μαγαζί του. “Ξέρεις να μετράς μέχρι το εκατό;” με ρώτησε. Ήξερα. Μού έδωσε ένα άλλο καλάθι και μού είπε: “Μέτρησε τα αυγά, καθώς τα βάζεις στο άλλο καλάθι”. Το έκανα πολύ σχολαστικά για να μην τον απογοητεύσω. Βγήκαν ογδόντα έξι. “ Λοιπόν ανιψιέ, έχουμε και λέμε. Τα ογδόντα έξι αυγά, με μια δραχμή το ένα, κάνουν ογδόντα έξι δραχμές...” είπε ενώ τον κοίταζα έκπληκτος.

Έβγαλε από τη τσέπη του ένα μάτσο χαρτονομίσματα -τακτικά βαλμένα “κεφάλι με κεφάλι”- ξεχώρισε ένα κολλαριστό κατοστάριο και μού το έδωσε. “Δεν έχω ρέστα θείε” του είπα. “Άμα βρεις πόσα είναι τα ρέστα, δικά σου!”. Άρχισα να υπολογίζω πυρετωδώς με τα δάχτυλα, δυο φορές για σιγουριά και όταν κατέληξα, τού είπα: “Δεκατέσσερις δραχμές;”

Μού έπιασε τη μύτη με δείκτη και μέσο, μού την τράβηξε λίγο, έτσι όπως συνήθιζε να κάνει όποτε μού έδινε χαρτζιλίκι και μού είπε: “Άντε, καλό Πάσχα ανιψιέ!” Τεντώθηκα να τον φτάσω κι ο πανύψηλος θείος Χαρίλαος έσκυψε και με σήκωσε ψηλά. Τον αγκάλιασα και τον φίλησα, με τόση ευγνωμοσύνη που ήταν μάλλον περιττό να του πω κι το ευχαριστώ που διέσωσε την επιχείρησή μου από την καταστροφή. Όταν με κατέβασε, έβαλα το κατοστάρικο στη τσέπη, πήρα τα συμπαράγκλά μου και κουρασμένος από μιας μέρας σκληρή δουλειά, ξεκίνησα για το σπίτι. Στο δρόμο αποφάσισα ότι την επόμενη χρονιά, θα ξέρω νεράκι την προπαίδεια.

η φωτο από εδώ. 

Τα ακριβά αυγά στο buzz 
Αναδημοσίευση στο toportal 

Σάββατο 4 Μαΐου 2013

Εικοσιτρία μέτρα



Να έχεις κέφια. Από το τίποτα. Καμιά φορά βλέπεις, αρκεί ένας ανέφελος ουρανός πάνω από το κεφάλι σου κι η μυρωδιά της θάλασσας που φτάνει από μακριά. Δεν τη βλέπεις αλλά ξέρεις ότι είναι εκεί. Μια κατηφόρα δρόμος κι έφτασες. Να έχεις κέφια απλώς γιατί ένα δροσερό αεράκι μπουκάρει μέσα από το κοντομάκικο πουκάμισο και σε δροσίζει  στην αναπάντεχη καλοκαιρινή ζέστη.

Έτσι, με αυτή τη διάθεση, από τα μικρά κι ασήμαντα, να μπαίνεις στο πρώτο κρεοπωλείο που συναντάς για τα απαραίτητα του Πασχαλινού τραπεζιού. Να ζητάς πρώτα τη συκωταριά για τη μαγειρίτσα, να σου τη φέρνει ο χασάπης και  να προσθέτεις με την έμπνευση της στιγμής: “Να βάλουμε και 22 μέτρα έντερα”.

Και εκείνος που έχει δουλειά -ουρά να περιμένουν της τελευταίας στιγμής οι πελάτες- αντί να σε ξεχέσει που βρήκες την ώρα να κάνεις πλάκες, να βγάζει τα έντερα από το ψυγείο, να τα ξετυλίγει μεθοδικά, να ζητάει από όλους τους βοηθούς του να άφήσουν τους πελάτες που εξυπηρετούν εκείνη τη στιγμή, να τα απλώσουν και να τα κρατήσουν τεντωμένα. Ύστερα, σοβαρός να βγάζει ταινία από το συρτάρι να μετράει με ακρίβεια και να σού λέει με απόλυτη φυσικότητα: “Βάζω 23, καλύτερα να περισέψει, παρά να μη φτάσει”.

Να γελάς που έπιασε την πάσα σου στον αέρα και την απογείωσε, να γελάει κι ο ίδιος που σού την έφερε κανονικά, να γελάνε κι οι άλλοι της ουράς που πρώτη φορά είδαν να πουλάνε και να αγοράζουν τα έντερα της μαγειρίτσας με το μέτρο. Στο τέλος, με το λογαριασμό να σού εύχεται ο χασάπης κι οι βοηθοί, αλλά κι οι άλλοι, οι άγνωστοι πελάτες της ουράς “Καλή Ανάσταση” και να είσαι σίγουρος ότι θα είναι καλή. Να είσαι σίγουρος ότι ακόμα κι αν αργήσει λίγο, θα έρθει και θα είναι Ανάσταση, αφού ακόμα  υπάρχουν άνθρωποι που έχουν κουράγιο για ένα αστείο, που βρίσκουν τη διάθεση ακόμα και μέσα στη φούρια, να δώσουν μια καλοπληρωμένη απάντηση στο   πείραγμα σου. 

 
Καλή Ανάσταση! 

Κυριακή 15 Απριλίου 2012

Το Λαμπρόψωμο


Μη με ρωτήσεις πώς την έλεγαν τη μικρή, ούτε από ποιο νησί ξεκίνησε. Είναι χρόνια τώρα που άκουσα αυτή την ιστορία και δεν καλοθυμάμαι λεπτομέρειες. Πάντως κάθε Πάσχα τη σκέφτομαι κι ας έχει πεθάνει εδώ και πολλά χρόνια στην άλλη άκρη της γης. Από αυτή την ιστορία μού έμεινε πιο πολύ μια εικόνα, αυτή του αδελφού της που...μα καλύτερα είναι να τα πάρουμε με τη σειρά.

Το νησί, ένα από τα Δωδεκάνησα. Κάσος, Κάρπαθος, θα σε γελάσω. Αρχές του περασμένου αιώνα. Γύρω στο 1908. Μπορεί όμως να ήταν και το 1912. Ήρθε με γράμμα προξενιό για την κόρη και την ετοίμασαν αμέσως για Αργεντίνα: ένα μπαουλάκι με λίγα προικιά και το νυφικό της που ήταν ήδη ραμμένο. Φτωχοί άνθρωποι, στενεμένοι. Από τη μια πίστευαν ότι αυτή ήταν η τύχη της κόρης τους και από την άλλη λογάριαζαν ότι έτσι στο σπίτι θα είχαν ένα στόμα λιγότερο να χορτάσουν.

Μόνο του θα έφευγε δεκατεσσάρων χρονών κορίτσι. Να περάσει πρώτα το Αιγαίο, μετά όλη τη Μεσόγειο και ύστερα λοξά τον Ατλαντικό για να φτάσει εκεί κάτω, στο Μπουένος Άιρες και στον γαμπρό που δεν τον είχε δει ποτέ της παρά μόνο σε φωτογραφία.

Μπάρκαρε απόγευμα με κλάματα στο μεγάλο καΐκι. Σάββατο του Λαζάρου. Σπάραξε η μικρή, σπάραξε κι η μάνα της, μα πιο πολύ ο μικρός της αδελφός που της είχε μεγάλη αδυναμία και στα 10 του δεν καταλάβαινε γιατί έπρεπε να την αποχωριστεί έτσι στα ξαφνικά και μάλιστα “για πάντα” όπως έλεγαν βουρκωμένοι οι μεγάλοι.

Το καΐκι κανονικά θα σάλπαρε την επόμενη, το πρωί των Βαΐων,   για Πειραιά. Έβαλε όμως καιρό κι ο καπετάνιος σκέφτηκε να μην το ριψοκινδυνέψει και αποφάσισε να περιμένει αρόδο στο λιμάνι μέχρι να καλμάρει κάπως. Η φουρτούνα όμως αντί να πέσει, μέρα με τη μέρα δυνάμωνε κι έτσι όλη τη Μεγάλη Βδομάδα παρέμεινε -Ταξιάρχης θαρρώ πως ήταν το όνομα του καϊκιού – στο λιμάνι.

Την έβλεπαν από μακριά, στην κουπαστή. Στεκόταν ασάλευτη κοιτάζοντας το νησί, με τις κοτσίδες της να τις παίρνει ο αέρας. Μακρύς κι ατέλειωτος ο αποχαιρετισμός. Άκουγε τις πένθιμες καμπάνες, άκουγε τους ψαλμούς από την εκκλησία και προσπαθούσε να διακρίνει μέσα στην κίνηση τους δικούς της που κουτσά στραβά συνέχιζαν τη ζωή τους αλλά με το μάτι τους πάντα στραμμένο στο καΐκι που ήταν η μικρή. Κι εδώ που τα λέμε, ίσως βαθιά μέσα τους, ανομολόγητα να παρακαλούσαν να πέσει ο καιρός, να σαλπάρει επιτέλους ο Ταξιάρχης, να φύγει η "νύφη", για μπορέσουν να τη λογαριάζουν  οριστικά πια με τους άλλους ξενιτεμένους. Γιατί αυτό το “ούτε μαζί, μα ούτε και μακριά” είναι βάσανο που δεν το αντέχει ο άνθρωπος.

Όσο για τον μικρό, όλες εκείνες τις μέρες της αναμονής του απόπλου, τον έχαναν. Όλο στο μώλο βρισκόταν ή πιο πέρα σε ένα βράχο. Σκαρφάλωνε και καθόταν εκεί με τις ώρες ίσα- ίσα για να την βλέπει, έστω κι από μακριά. Άμα τον έπαιρνε είδηση, τον χαιρετούσε. Της απαντούσε αμέσως κι εκείνος σαν τρελός. Κουνούσε χέρια, χοροπηδούσε κι ήταν σωστό γλαροπούλι πάνω στο βράχο έτοιμο να πετάξει ως καΐκι και την αδελφή του.

Τη μέρα της Λαμπρής πάλι τον έχασαν. Μα εκτός από αυτόν, από το σπίτι έλειπε και το λαμπρόψωμο που είχε ζυμώσει η μάνα τους, που μύριζε μαχλέπι, μαστίχα και γλυκάνισο κι ήταν ωραία στολισμένο με ένα μεγάλο σταυρό, μπόλικο σουσάμι και με ένα κόκκινο αυγό στη μέση. 


Πρώτα πήγαν στον βράχο μα δεν ήταν εκεί. Μετά έτρεξαν στο μώλο. Είδαν τα ρούχα του πεταμένα χάμω κι ύστερα τον ίδιο μεσ` τη θάλασσα να κολυμπάει αργά προς το καΐκι. Με το ένα χέρι έκανε απλωτές και με το άλλο κρατούσε στο κεφάλι το λαμπρόψωμο προσεκτικά να μη βραχεί. Μέσα στα κύματα πότε χανόταν το κεφάλι του – λες και τον κατάπινε η θάλασσα- και πότε φαινόταν ψηλά. Η μικρή τον περίμενε· είχε σκύψει από την κουπαστή, του άπλωνε τα χέρια να του δώσει κουράγιο και κάποιες στιγμές νόμιζαν πως κι εκείνη θα βουτήξει στα νερά για να τον συναντήσει.

Με τα πολλά έφτασε στον Ταξιάρχη. Κάποιος από το πλήρωμα έριξε ένα μπουγέλο κι ο μικρός έβαλε μέσα το λαμπρόψωμο. Το τράβηξε πάνω ο ναύτης και της το έδωσε. Ο μικρός λαχανιασμένος της φώναξε από τη θάλασσα “Χριστός Ανέστη” και την αποχαιρέτισε για μια ακόμα φορά. Εκείνη από την κουπαστή, με το λαμπρόψωμο σφιχτά στην αγκαλιά της,  του είπε “Αληθώς ο Κύριος” κι ύστερα έβαλε τα κλάματα που ο μικρός την σκέφτηκε κι έκανε τόσο δρόμο μέσα στα κύματα για να της πάει το πεσκέσι. Μόνο τα δάκρυά του δεν μπορούσε να ξεχωρίσει έτσι όπως γινόταν ένα με τη θάλασσα.

Η άλλη μέρα ξημέρωσε γαλήνη. Όταν σηκώθηκαν το πρωί, το καΐκι ήδη ήταν φευγάτο. Μετά από μέρες έφτασε Πειραιά κι ύστερα από μήνα και βάλε με μεγάλο καράβι, πάτησε το πόδι της στο Μπουένος Άιρες. Παντρεύτηκε, έκανε παιδιά, τα ανάστησε. Μεγάλωσαν  και με τη σειρά τους παντρεύτηκαν κι έκαναν  κι αυτά παιδιά. Γέρασε και δεν ξαναγύρισε ποτέ στο νησί κι ούτε ξανάδε  τον αδελφό της.

Όταν πλησίαζε πια στο τέλος, έχοντας περάσει τα 80, ζήτησε από τους δικούς της, να της βάλουν μέσα στην κάσα, όταν θα ερχόταν εκείνη η ώρα, το κόκκινο αυγό. Εκείνο το μοναδικό κόκκινο αυγό που στόλιζε το λαμπρόψωμο που της έφερε κολυμπώντας ο αδελφός της μέχρι τον Ταξιάρχη. Το έβγαζε πότε- πότε από το κουτί που το είχε φυλαγμένο εβδομήντα τόσα χρόνια και το κρατούσε στα χέρια της. Το έβρισκε ελαφρύ. Το κουνούσε και μέσα του ηχούσε ο κρόκος, κεχριμπάρι πια. Ύστερα καθόταν με τις ώρες και κοίταζε το ξεθωριασμένο κόκκινο με τα στίγματα. Τα ακουμπούσε ένα ένα με το δάχτυλο και τα ονομάτιζε  με τη σειρά: “αυτό είναι το δάκρυ του μικρού, αυτό από τα νερά του νησιού, αυτό από το δάκρυ του αδελφού, αυτό...”



Παρασκευή 6 Μαΐου 2011

Κούγκι σαν



-Πού βρίσκεσαι;
- Στην Αθήνα.
-Απορώ πώς ζείτε εκεί!
-Μα κι εσύ μέχρι πρόσφατα εκεί ζούσες.
-Ναι αλλά τώρα είναι πολύ χειρότερα.
-Γιατί το λες;
-Με όλους αυτούς τους ξένους...ζέχνει.
-....
-Δε λέω βέβαια να τους σκοτώσουμε...
-.....
-...αλλά πρέπει να φύγουν. Όλοι. Να μας αδειάσουν τη γωνιά.
-...

Κάθε, μα κάθε φορά που με συναντάει -αυτός και πολλοί άλλοι- οι ίδιες ερωτήσεις με πρώτο και καλύτερο αυτό το χωρίς νόημα “πότε ήρθες;” Κάθε φορά δίνω τις ίδιες ακριβώς απαντήσεις -που προφανώς δεν καταγράφονται- κι αναρωτιέμαι αν ζω σκηνή από τη μέρα της μαρμότας. Συνήθως υπομένω καρτερικά και στην συνέχεια, στο “με τι ασχολείσαι;” απαντάω “με αυτά που ξέρεις” αλλά ποτέ δεν αντιλαμβάνεται μια μικρή, ελάχιστη δόση ειρωνείας στη φράση μου.

Η καλύτερη άμυνα -άργησα πολύ αλλά το κατάλαβα- είναι να αντεπιτεθείς αμέσως με το ίδιο όπλο: ανούσιες κατά ριπάς ερωτήσεις. “Τι τάξη πάνε τα παιδιά”, “Διορίστηκε η γυναίκα σου;” κι αν ήδη έχει πετάξει το αδιάκριτο “Πόσα βγάζεις;” μπορείς χωρίς τύψεις να ρίξεις κι εσύ το βαρύ πυροβολικό που ξέρεις ότι πονάει: “Με εκείνα τα κληρονομικά τι έγινε; Ξεμπερδέψατε;”. Αν ο ρυθμός σου είναι καταιγιστικός εξουδετερώνεις τον συνομιλητή και πριν προλάβει να απαντήσει στην τελευταία σου ερώτηση, φεύγεις λέγοντας “χάρηκα πολύ που σε είδα!”  με ένα καρδιακό χτύπημα στον ώμο.

Αυτή τη φορά όμως δεν πρόλαβα. Το “ζέχνει” με αιφνιδίασε, το “δεν λέω να τους σκοτώσουμε” μέσα στην εκκλησία λίγο μετά την Ανάσταση με μούδιασε, η δε συνέχεια με αποτέλειωσε. Δεν ήξερα πώς να ξεφύγω, ήθελα όμως επειγόντως να απομακρυνθώ από τον συνομιλητή μου – οικογενειάρχης γύρω στα 35, καλοβαλμένος, “δυο μέτρα λεβέντης”, με το ντύσιμο και το στήσιμο του πετυχημένου που η κρίση δεν έχει αγγίξει την μικρή του επιχείρηση. Ευτυχώς είδα τον Κίμωνα να πλησιάζει κι ήταν πρώτης τάξεως δικαιολογία για να εξαφανιστώ με ένα “θα τα πούμε” που μόλις ακούστηκε και δεν το εννοούσα καθόλου.

Είπα ένα “Χριστός Ανέστη” γεμάτο ανακούφιση στον πάντα γελαστό Γιώργο – Κιμωνα τον λέγαμε στο σχολείο μα δε θυμάμαι πια γιατί- αντί να του πω “Με έσωσες φίλε μου, με έσωσες...”. Μιλούσαμε ψιθυριστά και με την άκρη του ματιού μου είδα τον άλλον, τον ευθυτενή λεβέντη, να φτάνει με τη σειρά του στην ωραία πύλη, να κάνει τρεις βαθιές μετάνοιες, να ακουμπάει κάτω από το πιγούνι του το πορφυρό ύφασμα, να κλείνει τα μάτια ευλαβικά, να ανοίγει το στόμα και να μεταλαμβάνει με μοναδική κατάνυξη των αχράντων μυστηρίων. Σώμα και αίμα εκείνου που είχε πει διάφορα ανεφάρμοστα όπως “αγαπάτε αλλήλους” -χωρίς να καθορίζει ποιούς- και “ο έχω δύο χιτώνες...”.

Αργότερα, πάνω στη μαγειρίτσα, θυμήθηκα ότι οι παππούδες του έφτασαν πρόσφυγες εδώ το `22 και ο αδελφός του πατέρα του -μια φωτογραφία κορνιζωμένη στο μπουφέ του σπιτιού τους- ήταν όλη του τη ζωή εργάτης στη Γερμανία. Και μαύρισα ακόμα περισσότερο.



Αυτό το περιστατικό το είχα θάψει για τα καλά,
μα το βυτίο  με το ποστ του, το έβγαλε στην επιφάνεια.

Σάββατο 23 Απριλίου 2011

Στους αγαπημένους μου...



...Σελιτσάνο, ΚΚΜοίρη, Riski, Theorema, Μούργο, Thomas Xomeritis, όλα θα πάνε καλά, μαύρο γάτο, antinetrino, Σίρο Ρεδόνδο, gasireu, Кроткая, undantag, CYNICAL, Donna Bella, ippoliti-ippoliti, Ιφιμέδεια, Γιαγιά Αντιγόνη, elf at bay, λι8ο3όο, Kostas Sakkas, Elva, Μάνο, Alice, kopoloso, Roadartist, Δύτη των Νιπτήρων, Old Boy, Βυτίο, Προκόπη Δούκα, holly, scarlett, Ξένη, Ground Control to Major Tom, Elias, οικογένεια Spy, “ΣΑΛΩΝΙΤΗΣ”, Θηρία Ενήμερα, Γκιώνη, b|a|s|n\i/a, nefeli, kovo voltes, coula, island, Σταυρούλα Σκαλίδη, Sue, Sraosha, G. Kaplani, sarant, plagal, Meropi, mermyblue, buster, mikros fokion, Augustine Zenakos, N. Ago, Bourbouli8res, crispy, Τεμαχιστής, Δύσπιστος, Τέρμα Βλάκας, Πιγκουίνος, Κουπέπκια, Άνευ Χαρτοφυλακίου, Ρίτσα Μασούρα, cloudsinthemirror, Ανεπίδοτη, Kafroula, Dana Semitecolo, Nina C., ΦΥΡΔΗΝ ΜΙΓΔΗΝ, silentcrossing, Γιάννη Χάρη, Μαρία Δρίμη, So_Far, John Blak, Latecomer, Μια φορά κι ένα τρελό..., Coffemug, Άνεργους Δημοσιογράφους, new girl on the blog, Thalassenia, Pompeia, Celsus, Tacitus, Aurelia, Fulvia,  ο κύριος αμ, loulou, renata, konstantinos, Margo, logia, kaya, Talisker, NOMAD, άσωτος γιός, Theodota, Λευτέρης, Red Kangaroo, Γιώργο Κατσαμάκη, Navarino, Katerina, χαρη, γρηγόρης στ., Agrampelli, γαμάει και δέρνει,  (αναποφάσιστη), Σημειώσεις Ανυπομονησίας, Odyssey, Giannis Kafatos, Κόκκινο Μπαλόνι, Antidrasex, maximus, Απόλλων, Polyvios Eupatridis, Athens girl, Θεία Θ, apos, seagazing, Afrodite Al Salech, το Φαούδι, NIEMANDSROSE, Vam33, Τζων Μπόης, Artanis, , EM, Τιρήματα, ΠΕΤΕΦΡΗΣ, politispittas, aura, ElenaG., #FN$#, Ειρήνη Βεργοπούλου, vasiliki, Άστρια, epikuros, euliekougia, coco, HappyHour, νατασσΆκι, A.F.Marx, kanaliotis, Duchamp, Idomeneus, kalitexnis, ΚΙΜΠΙ, happypepper, Γιώργος, Dr. Aparadektos, Μικρές Ανάσες, Magia da Inês, Καρπουζοκέφαλος, Ωρίων Δ, κοτσύφι στο χιόνι, Βαλκυρία, astakoulis, rogerios, ΚΑΡΤΕΣΙΟΣ, ANemos και υιοί, ou ming, Angelis and the Istanbul, xasodikis, Bananiotis Silva de Oliveira και στον  αδελφό μου tsalapeteino.



Προσπάθησα πολύ να μην ξεχάσω κανέναν, αλλά
σίγουρα δεν τα κατάφερα. Σε όσους λοιπόν έχω ξεχάσει
πολλά φιλιά, Καλή Ανάσταση κι ας με συγχωρέσουν. 

περισσότερα αυγά,  κάπως μπαγιάτικα εδώ. 

Σάββατο 27 Μαρτίου 2010

Ξύπνα Λάζαρε...


Τα δαχτυλάκια της λευκά κι επιδέξια, πετούσαν.

Καθόταν σοβαρή στη σκάλα της αυλής με απόλυτη συναίσθηση του καθήκοντος που είχε αναλάβει και δούλευε πυρετωδώς. Εμείς τριγύρω της κοιτάζαμε εκστατικοί. Τρυπούσε προσεκτικά ένα -ένα τα χαμομήλια με τη βελόνα στο σημείο του κάλυκα, ύστερα τα κατέβαζε απαλά μέχρι κάτω, στην άκρη της κλωστής χωρίς να χαλάσει τα πέταλα. Σιγά σιγά η μαγική της κίνηση έφτιαχνε μια ολόκληρη μακριά γιρλάντα με ζαλισμένα ανθάκια. Τότε την κρεμούσε στα κάγκελα, ονοματίζοντάς την. “Αυτή είναι του Γιώργου, του Αντώνη, της Μαρίνας...” Ύστερα έπιανε την επόμενη. Περνούσε καινούρια κλωστή, σάλιωνε την άκρη για τον κόμπο και άρχιζε το πέρασμα. Κι ύστερα άλλη κι άλλη...Μέχρι να έχουμε όλοι τη γιρλάντα μας.

Ξύπνα Λάζαρε και μην κοιμάσαι

τώρα η ώρα σου, τώρα κι ανθίζουν
τώρα λάλησαν τα χελιδόνια
τώρα ξύπνησαν πουλιά κι αηδόνια
Πού ήσουν Λάζαρε, πού ήσουν χαμένος;
-Ήμουν στους νεκρούς παραχωμένος.
Δο μ` σταλιά σταλιά νεράκι,
είν` το στόμα μου πικρό φαρμάκι.


Παρασκευή, πριν από το Σάββατο του Λαζάρου με το τελευταίο κουδούνι τρέχαμε με μια ανάσα σπίτι, αφήναμε σάκες και ύστερα ξεχυνόμασταν στον κάμπο, μαζί όλα τα παιδιά της γειτονιάς. Άμα το Πάσχα έπεφτε αργά και είχε προλάβει να ξυπνήσει η φύση βρίσκαμε λουλούδια- χαμομήλια κυρίως- και μαζεύαμε όσα μπορούσαμε περισσότερα. Άμα όμως έπεφτε νωρίς και δε βρίσκαμε αγριολούλουδα, στην απελπισία μας ξεπατώναμε κρυφά βιολέτες και πασχαλιές από τους κήπους. Ύστερα μαζευόμασταν στην αυλή της για να στολίσουμε τα καλαθάκια μας .


Ένα μικρό μικρούτσικο, μικρό και χαϊδεμένο,
μικρό το είχε η μάνα του, μικρό και ο μπαμπάς του
Το έλουζαν το χτένιζαν και στο σχολειό το στέλναν.


Κάθε παιδί είχε το δικό του για τη μέρα του Λαζάρου. Όλα ίδια, ξεχνιόταν για ένα χρόνο σε αποθήκες, υπόγεια, κελάρια για να βγουν εκείνη τη μέρα. Μόνο το μέγεθος άλλαζε συμβαδίζοντας με την ηλικία του παιδιού. Αν και μερικές φορές έβλεπες κάποιους μπόμπιρες με καλάθια μεγάλα που είχαν το μισό τους μπόι και δυσκολευόταν να κουβαλήσουν, ειδικά στο τέλος που ήταν γεμάτα.




Παιδί μ` να μάθεις γράμματα, να μάθεις αλφαβήτα.
Τα γράμματα είναι στο χαρτί κι ο νους σου στα παιχνίδια.
Ο δάσκαλος το καρτερεί με μια χρυσή βεργίτσα.
Βεργίτσα εδώ, βεργίτσα εκεί, βεργίτσα πάει στη βρύση.

Όλοι μας- αγόρια κορίτσια- θέλαμε να είναι όμορφα στολισμένα τα καλαθάκια μας για να βγούμε το πρωί του Σαββάτου να “πούμε το Λάζαρο”. Δύο -δυό ή και περισσότεροι, γυρίζαμε πρώτα στη δική μας γειτονιά κι ύστερα σε άλλες πιο μακρινές. Μας έδιναν κυρίως αυγά, ξερά σύκα, καρύδια, αμύγδαλα, αλλά και χρήματα. Τις περισσότερες φορές στην επιστροφή τα καλάθια μας έσταζαν από τα αυγά που είχαν σπάσει σε μια αδέξια κίνηση ή μια ξαφνική τρεχάλα.

Οι κοτούλες σας αυγά γενούνε
οι φωλίτσες τους δεν τα χωρούνε
δώστε μας και εμάς να τα χαρούμε.


Ύστερα μοιράζαμε τα χρήματα- που εξανεμιζόταν την ίδια μέρα, πάντα σε παιχνίδια- και ατενίζαμε χαρούμενοι τις δύο βδομάδες διακοπών που ξανοίγονταν απέραντες μπροστά μας. Στο τέλος τους, την Δευτέρα μετά την Κυριακή του Θωμά, αν ξέραμε τότε από απολογισμούς, σίγουρα θα λέγαμε ότι η πιο όμορφη στιγμή των Πασχαλινών διακοπών ήταν το απόγευμα πριν από το Σάββατο του Λαζάρου, στην σκάλα. Όταν εκείνη με τα λευκά επιδέξια δαχτυλάκια της έφτιαχνε γιρλάντες με χαμομήλια για να στολίσουμε τα καλαθάκια μας.


στη μνήμη της Δ.

Αναδημοσιεύτηκε στην Bibliotheque και στο  toportal 

Παρασκευή 17 Απριλίου 2009

Πασχαλιάτικα αυγά


Καλό Πάσχα



στους φίλους



bloggers





πιτσιρίκος





Maria Jose
































































































Μουσική: Απόψε την κιθάρα μου, χορωδία Φώτη Αλέπορου