-Πού βρίσκεσαι;
- Στην Αθήνα.
-Απορώ πώς ζείτε εκεί!
-Μα κι εσύ μέχρι πρόσφατα εκεί ζούσες.
-Ναι αλλά τώρα είναι πολύ χειρότερα.
-Γιατί το λες;
-Με όλους αυτούς τους ξένους...ζέχνει.
-....
-Δε λέω βέβαια να τους σκοτώσουμε...
-.....
-...αλλά πρέπει να φύγουν. Όλοι. Να μας αδειάσουν τη γωνιά.
-...
Κάθε, μα κάθε φορά που με συναντάει -αυτός και πολλοί άλλοι- οι ίδιες ερωτήσεις με πρώτο και καλύτερο αυτό το χωρίς νόημα “πότε ήρθες;” Κάθε φορά δίνω τις ίδιες ακριβώς απαντήσεις -που προφανώς δεν καταγράφονται- κι αναρωτιέμαι αν ζω σκηνή από τη μέρα της μαρμότας. Συνήθως υπομένω καρτερικά και στην συνέχεια, στο “με τι ασχολείσαι;” απαντάω “με αυτά που ξέρεις” αλλά ποτέ δεν αντιλαμβάνεται μια μικρή, ελάχιστη δόση ειρωνείας στη φράση μου.
Η καλύτερη άμυνα -άργησα πολύ αλλά το κατάλαβα- είναι να αντεπιτεθείς αμέσως με το ίδιο όπλο: ανούσιες κατά ριπάς ερωτήσεις. “Τι τάξη πάνε τα παιδιά”, “Διορίστηκε η γυναίκα σου;” κι αν ήδη έχει πετάξει το αδιάκριτο “Πόσα βγάζεις;” μπορείς χωρίς τύψεις να ρίξεις κι εσύ το βαρύ πυροβολικό που ξέρεις ότι πονάει: “Με εκείνα τα κληρονομικά τι έγινε; Ξεμπερδέψατε;”. Αν ο ρυθμός σου είναι καταιγιστικός εξουδετερώνεις τον συνομιλητή και πριν προλάβει να απαντήσει στην τελευταία σου ερώτηση, φεύγεις λέγοντας “χάρηκα πολύ που σε είδα!” με ένα καρδιακό χτύπημα στον ώμο.
Αυτή τη φορά όμως δεν πρόλαβα. Το “ζέχνει” με αιφνιδίασε, το “δεν λέω να τους σκοτώσουμε” μέσα στην εκκλησία λίγο μετά την Ανάσταση με μούδιασε, η δε συνέχεια με αποτέλειωσε. Δεν ήξερα πώς να ξεφύγω, ήθελα όμως επειγόντως να απομακρυνθώ από τον συνομιλητή μου – οικογενειάρχης γύρω στα 35, καλοβαλμένος, “δυο μέτρα λεβέντης”, με το ντύσιμο και το στήσιμο του πετυχημένου που η κρίση δεν έχει αγγίξει την μικρή του επιχείρηση. Ευτυχώς είδα τον Κίμωνα να πλησιάζει κι ήταν πρώτης τάξεως δικαιολογία για να εξαφανιστώ με ένα “θα τα πούμε” που μόλις ακούστηκε και δεν το εννοούσα καθόλου.
Είπα ένα “Χριστός Ανέστη” γεμάτο ανακούφιση στον πάντα γελαστό Γιώργο – Κιμωνα τον λέγαμε στο σχολείο μα δε θυμάμαι πια γιατί- αντί να του πω “Με έσωσες φίλε μου, με έσωσες...”. Μιλούσαμε ψιθυριστά και με την άκρη του ματιού μου είδα τον άλλον, τον ευθυτενή λεβέντη, να φτάνει με τη σειρά του στην ωραία πύλη, να κάνει τρεις βαθιές μετάνοιες, να ακουμπάει κάτω από το πιγούνι του το πορφυρό ύφασμα, να κλείνει τα μάτια ευλαβικά, να ανοίγει το στόμα και να μεταλαμβάνει με μοναδική κατάνυξη των αχράντων μυστηρίων. Σώμα και αίμα εκείνου που είχε πει διάφορα ανεφάρμοστα όπως “αγαπάτε αλλήλους” -χωρίς να καθορίζει ποιούς- και “ο έχω δύο χιτώνες...”.
Αργότερα, πάνω στη μαγειρίτσα, θυμήθηκα ότι οι παππούδες του έφτασαν πρόσφυγες εδώ το `22 και ο αδελφός του πατέρα του -μια φωτογραφία κορνιζωμένη στο μπουφέ του σπιτιού τους- ήταν όλη του τη ζωή εργάτης στη Γερμανία. Και μαύρισα ακόμα περισσότερο.
Αυτό το περιστατικό το είχα θάψει για τα καλά,
μα το βυτίο με το ποστ του, το έβγαλε στην επιφάνεια.

