Παρασκευή 6 Μαΐου 2011

Κούγκι σαν



-Πού βρίσκεσαι;
- Στην Αθήνα.
-Απορώ πώς ζείτε εκεί!
-Μα κι εσύ μέχρι πρόσφατα εκεί ζούσες.
-Ναι αλλά τώρα είναι πολύ χειρότερα.
-Γιατί το λες;
-Με όλους αυτούς τους ξένους...ζέχνει.
-....
-Δε λέω βέβαια να τους σκοτώσουμε...
-.....
-...αλλά πρέπει να φύγουν. Όλοι. Να μας αδειάσουν τη γωνιά.
-...

Κάθε, μα κάθε φορά που με συναντάει -αυτός και πολλοί άλλοι- οι ίδιες ερωτήσεις με πρώτο και καλύτερο αυτό το χωρίς νόημα “πότε ήρθες;” Κάθε φορά δίνω τις ίδιες ακριβώς απαντήσεις -που προφανώς δεν καταγράφονται- κι αναρωτιέμαι αν ζω σκηνή από τη μέρα της μαρμότας. Συνήθως υπομένω καρτερικά και στην συνέχεια, στο “με τι ασχολείσαι;” απαντάω “με αυτά που ξέρεις” αλλά ποτέ δεν αντιλαμβάνεται μια μικρή, ελάχιστη δόση ειρωνείας στη φράση μου.

Η καλύτερη άμυνα -άργησα πολύ αλλά το κατάλαβα- είναι να αντεπιτεθείς αμέσως με το ίδιο όπλο: ανούσιες κατά ριπάς ερωτήσεις. “Τι τάξη πάνε τα παιδιά”, “Διορίστηκε η γυναίκα σου;” κι αν ήδη έχει πετάξει το αδιάκριτο “Πόσα βγάζεις;” μπορείς χωρίς τύψεις να ρίξεις κι εσύ το βαρύ πυροβολικό που ξέρεις ότι πονάει: “Με εκείνα τα κληρονομικά τι έγινε; Ξεμπερδέψατε;”. Αν ο ρυθμός σου είναι καταιγιστικός εξουδετερώνεις τον συνομιλητή και πριν προλάβει να απαντήσει στην τελευταία σου ερώτηση, φεύγεις λέγοντας “χάρηκα πολύ που σε είδα!”  με ένα καρδιακό χτύπημα στον ώμο.

Αυτή τη φορά όμως δεν πρόλαβα. Το “ζέχνει” με αιφνιδίασε, το “δεν λέω να τους σκοτώσουμε” μέσα στην εκκλησία λίγο μετά την Ανάσταση με μούδιασε, η δε συνέχεια με αποτέλειωσε. Δεν ήξερα πώς να ξεφύγω, ήθελα όμως επειγόντως να απομακρυνθώ από τον συνομιλητή μου – οικογενειάρχης γύρω στα 35, καλοβαλμένος, “δυο μέτρα λεβέντης”, με το ντύσιμο και το στήσιμο του πετυχημένου που η κρίση δεν έχει αγγίξει την μικρή του επιχείρηση. Ευτυχώς είδα τον Κίμωνα να πλησιάζει κι ήταν πρώτης τάξεως δικαιολογία για να εξαφανιστώ με ένα “θα τα πούμε” που μόλις ακούστηκε και δεν το εννοούσα καθόλου.

Είπα ένα “Χριστός Ανέστη” γεμάτο ανακούφιση στον πάντα γελαστό Γιώργο – Κιμωνα τον λέγαμε στο σχολείο μα δε θυμάμαι πια γιατί- αντί να του πω “Με έσωσες φίλε μου, με έσωσες...”. Μιλούσαμε ψιθυριστά και με την άκρη του ματιού μου είδα τον άλλον, τον ευθυτενή λεβέντη, να φτάνει με τη σειρά του στην ωραία πύλη, να κάνει τρεις βαθιές μετάνοιες, να ακουμπάει κάτω από το πιγούνι του το πορφυρό ύφασμα, να κλείνει τα μάτια ευλαβικά, να ανοίγει το στόμα και να μεταλαμβάνει με μοναδική κατάνυξη των αχράντων μυστηρίων. Σώμα και αίμα εκείνου που είχε πει διάφορα ανεφάρμοστα όπως “αγαπάτε αλλήλους” -χωρίς να καθορίζει ποιούς- και “ο έχω δύο χιτώνες...”.

Αργότερα, πάνω στη μαγειρίτσα, θυμήθηκα ότι οι παππούδες του έφτασαν πρόσφυγες εδώ το `22 και ο αδελφός του πατέρα του -μια φωτογραφία κορνιζωμένη στο μπουφέ του σπιτιού τους- ήταν όλη του τη ζωή εργάτης στη Γερμανία. Και μαύρισα ακόμα περισσότερο.



Αυτό το περιστατικό το είχα θάψει για τα καλά,
μα το βυτίο  με το ποστ του, το έβγαλε στην επιφάνεια.

Τρίτη 3 Μαΐου 2011

η άνοιξη είναι γυμνή




Μην ακούς τι λένε όσοι παίζουν με τις λέξεις και τα στιχάκια, η άνοιξη δεν είναι πάντα ωραία, ακόμη κι αν ντυθεί με Α αντί να ρίξει ένα πρόχειρο α πάνω στους ώμους της. Για να πεις «χαλάλι σου» και να της ρίξεις μια δεύτερη ματιά δεν αρκεί να ντυθεί. Πρέπει να χτενιστεί κιόλας. Όχι σαν ένα γρήγορο βούρτσισμα, λίγη λακ για να κρατήσει και αμέσως έξω. Όχι, όχι αυτό. Ούτε με μαλλί που μυρίζει βροχή και αρωματισμένον ιδρώτα, αυτά είναι κόλπα φτηνά των ποιητών που αληθινή γυναίκα δεν ξέρουν τι σημαίνει. Και τα πόδια της, αυτά να προσέξεις πρώτα, δεν πρέπει να είναι στριμωγμένα κάτω από υφάσματα και νάιλον, τα δάχτυλά της να μη κρύβονται μέσα σε περίτεχνα και καλογυαλισμένα δέρματα. Γυμνά να είναι, να κάνουν παρέλαση οι πόροι της, όπως όταν φυσάει ένας ξαφνικός αέρας που έρχεται από τη θάλασσα. Ή όπως όταν συναντιούνται με ένα χάδι που έρχεται από τα παλιά τα χρόνια.

Να, τέτοια πρέπει να είναι η άνοιξη για να την αγαπήσεις, ούτε λούσα, ούτε πολυτέλειες. Να είναι μια γυναίκα που έρχεται απ΄τα χρόνια που πέρασαν αλλά ώρα να μην πέρασε από πάνω της. Να μοιάζει μ`εκείνο το κορίτσι που αγάπησες στα δεκάξι σου και δεν θυμάσαι το όνομά της. Μόνο πως μύριζε το ζακετάκι της θυμάσαι και ο ιδρώτας πίσω στο λαιμό της, εκεί που τέλειωνε το σγουρό των μαλλιών της και άρχιζε η γραμμή απ’ τους σπονδύλους της, εκείνο το μονοπάτι που τόσο ήθελες να το περπατήσεις με τα δάχτυλά σου, με τα χείλια σου, για να δεις ως πού θα φτάσει. Βήμα δεν έκανες όμως, παρά μόνο ψιθύρισες ένα «θα σε περιμένω» κι έφυγες. Από πότε λέει «θα σε περιμένω» κάποιος που φεύγει δεν το ξέρω, τέτοιες ωραίες και μεγάλες κουβέντες λένε μόνον όσοι μένουν πίσω.

Η άνοιξη δεν είναι παντα ωραία αλλά αν μοιάζει σαν την κόρη εκείνης που αγάπησες στα δεκάξι σου, τότε ναι, μπορείς να πεις «χαλάλι σου που περίμενα τριάντα χειμώνες για να ‘ρθεις». Κι ας είσαι αγνώριστος εσύ στο μεταξύ, κι ας μη θυμάσαι σε ποιόν τόπο, ποιό σώμα και μέσα σε ποια μάτια της υποσχέθηκες να τη συναντήσεις.


η εικόνα από εδώ