Πέμπτη, 30 Απριλίου 2009

Μέρες της Ζάκυνθος ΙΙΙ.



Σα να μην ήταν αρκετή η ακραία ομορφιά, ήρθε συμπλήρωμα και καταλύτης ο μύθος του σύγχρονου contrabanto. Εικαστική παρέμβαση του Τυχαίου, ο ‘Παναγιώτης’ που εξόκειλε στην άβατη αμμουδιά μια νύχτα με φουρτούνα και σκουριάζει γερμένος 27 χρόνια τώρα, εκεί κάτω. Ξεχάστηκε σιγά- σιγά το παλιό τοπωνύμιο και το καινούριο, το Ναυάγιο, έγινε γνωστό σε όλο τον κόσμο, με τις φωτογραφίες του να κατακλύζουν τα διεθνή ύδατα του διαδικτύου όπως εκείνη τη νύχτα του `82 που έπλεαν στη θάλασσα ξέμπαρκες κούτες από το Κεφαλλονίτικο τσιγαράδικο.




Αν φτάσεις καλοκαίρι και δεις ορδές τουριστών, καλύτερα να φύγεις αμέσως. Ο ίλιγγος του μαζικού είναι αβάστακτος σε σχέση με τον ίλιγγο του κενού. Δεν έχει νόημα να σταθείς στην ουρά περιμένοντας για λίγα μόλις δευτερόλεπτα στην άκρη του σιδερένιου μπαλκονιού-ανέλπιστα διακριτικό - για να ποζάρεις αναμαλλιασμένος με φόντο το φημισμένο τοπίο.

Αν φτάσεις άλλη εποχή και δεν είναι κανείς εκεί, πήγαινε στην άκρη των βράχων και κούρνιαξε. Μέτρησε τις ανάσες σου έτσι όπως εμφανίζονται ανεξέλικτες χωρίς ρυθμό. Ρεγουλάρισέ τις. Διέκρινε τους ήχους που ακούς. Από τη μια βάλε αυτούς που παράγεις εσύ κι από την άλλη ξεχώρισε προσεκτικά, έναν –ένα τους ήχους ορατών τε και αόρατων θιάσων έξω από τα σύνορά σου.

Άδειασε το μυαλό σου. Όλα τα χωράει η άβυσσος.

Ύστερα πάρε το νήμα από την αρχή. Δες καρέ- καρέ την ταινία. Τώρα είναι η κατάλληλη στιγμή, εδώ είναι το ιδανικό στίγμα. Μην το αναβάλεις. Μην το αφήσεις για το τέλος, πάνω στο μεταλλικό κρεβάτι δίπλα στον ορό που αργοστάζει, μέσα στην αγωνία και στον εξευτελισμό της φθοράς ή στην άνοια ενός άγνωστου υπερήλικα που η καρτέλα του με τεθλασμένη τη θερμοκρασία αναφέρει το όνομά σου.

Μέτρησε τη ζωή, τα έργα και τις μέρες σου. Αργά. Νηφάλια. Σε αυτές τις μετρήσεις ούτε βιά χωράει ούτε βία. Θέλουν το χρόνο τους και τον τρόπο τους. Ζύγισέ τα. Η πασιέντζα των βράχων αλάθητη. Άμα σου βγει θετικό το ισοζύγιο, πάρε βαθειά ανάσα.

Αν αποφάσιζες να δώσεις τώρα το παράγγελμα για ένα τόσο δα βήμα μπροστά, η γραμμή σου θα έκλεινε σε ένα τέλειο κύκλο χωρίς χάσματα. Ο εξαίσιος ίλιγγος του κενού θα γινόταν από τη μια στιγμή στην άλλη ένας λυτρωτικός στροβιλισμός με ορθάνοιχτα μέλη, μια απίθανη πτώση διαρκείας, εξαρτημένη κυρίως από την επιτάχυνση της βαρύτητας, του γαμημένου g που σε γεμίζει ακόμα τύψεις γιατί μια και μόνη- κρίσιμη είναι αλήθεια- φορά, ξέχασες στη παλίρροια της εφηβείας να υψώσεις τα δευτερόλεπτα του παρανομαστή στο τετράγωνο.

Δε θα το κάνεις βέβαια. Δε θα δώσεις τελικά το παράγγελμα. Θα παραμείνεις στο χείλος πλάτη στον Λεβάντε. Όταν θα θυμάσαι μετά από καιρό αυτή τη μέρα στο Ναυάγιο, θα ξέρεις ότι εκεί, τότε, ήσουν έτοιμος για την πιο ποιητική- γι αυτό και ανεξήγητη στους άλλους- πράξη, για την ηρωική πτήση, μέχρι την αναπόφευκτη πρόσκρουση στο τσιμέντο της θάλασσας. Εσύ ο Ίκαρος του ιλαρού Ιονίου μεσούντος ενός ασυνάρτητου Απριλίου στα δυο χιλιάδες εννιά.



Δε θα το κάνεις. Αρκεί όμως που ετοιμάστηκες.

Πάρε βαθειά ανάσα. Θάλασσα και θυμάρι. Χώμα και γύρη. Δε μυρίζουν αλλιώτικα όλα τώρα; Σύρε τη παλάμη σου στο βράχο. Νοιώθεις ότι με τις αιχμές, τα κοίλα και τις καμπύλες του, πότε αντιστέκεται κι πότε αφήνεται στην τυφλή σου αναγνώριση; Μη σε νοιάζει η σύσταση και η καταγωγή του. Κάποιος θα βρεθεί να σου τα δώσει όλα έτοιμα, κάποιος που χτύπησε τη πέτρα και ξύπνησε η μικρή κερασφόρος, για τελειώσει τις μέρες της σε ανέλπιστο ψύχος.

Τώρα μπορείς να αποστηθίσεις την παλέτα του γλαυκού για τις δύσκολες μέρες. Μην αναζητήσεις μουσικές. Αρκέσου στους ήχους που ξεχώρισες. Σου χαρίζονται, τώρα που επιτέλους τόλμησες να ξεγυμνωθείς μια φορά μπροστά σου αφήνοντας στην άκρη τις ανώφελες ντροπές. Κοίτα τη μικρή σου γύμνια χωρίς νότες, μόνο με τους ήχους.

Ψάξε να βρεις λέξεις και φράσεις για το ημερολόγιο του δικού σου Αθέατου Απριλίου. Αν σου φανούν ανεπαρκείς, κατώτερες των περιστάσεων ή φλύαρες, αν αντιστέκονται αρνούμενες την υποταγή, δανείσου από τα έτοιμα, αυτά που πρόλαβαν να πουν πριν από μας άλλοι, οριστικά καλύτερα.

Άσε τη φωτογραφική στη θήκη. Τα κλικ θα ακουστούν ανόσια σαν τις μπαταριές που καμουφλάρονται πίσω από τα βεγγαλικά των ημερών, των ανεκδιήγητων που περιμένουν τα εξαντλημένα αποδημητικά εδώ στο πρώτο σταθμό του ταξιδιού από την Αφρική στα βόρεια, για να παρελάσουν ύστερα με ματωμένους μηρούς από τα κρεμασμένα στη ζώνη τους τρόπαια.

Ότι κι αν τραβήξεις από δω που είσαι, μια ψείρα μόνη μικρότερη κι από το πιο παλιό ζούδι, εκτός κλίμακας, δε συγκρίνεται με ότι βλέπει αυτός ο γλάρος εκεί πέρα. Πετάει κάτω από σένα. Τον βλέπεις; Για πρώτη φορά σου αποκαλύπτεται η ράχη του γλάρου στο φόντο της θάλασσας κι όχι η κοιλιά του στο φόντο του ουρανού.


Φεύγοντας σήκωσε μια πέτρα και ζύγισε το βάρος της στη χούφτα σου. Έπειτα ρίξε την με όλη σου τη δύναμη μακριά στο κενό. Παρακολούθησε τη τροχιά της. Όταν περάσει το πιο ψηλό σημείο κι αρχίσει η πτώση, άρχισε να μετράς τα δευτερόλεπτα ως τις υδάτινες ειρκτές. Και αυτή τη φορά, θυμήσου επιτέλους να βάλεις το χρόνο του παρανομαστή στο τετράγωνο.


*Το σκίτσο έγινε το 1904 από τον Λουδοβίκο Σαλβατόρ, Αρχιδούκα της Αυστρίας. Από το βιβλίο του Ζάντε, εκδόσεις Μπάστα, Ζάκυνθος 2007

Μουσική: The Poet Acts, του Philip Glass από την ταινία The Hours




buzz it!

Τρίτη, 28 Απριλίου 2009

Μέρες της Ζάκυνθος ΙΙ.


«Παίδες εν καμίνω, θέλετε καφέ;» μας αιφνιδίασε με την προσφώνηση ο ιερομόναχος Θεοδόσιος, ενώ καθόμαστε αποκαμωμένοι από την ολοήμερη περιπλάνηση και τη απριλιάτικη ζέστη, στα σκαλοπάτια του αμυντικού πύργου στην αυλή της μονής του Αγίου Γεωργίου των Κρημνών στο βορειοδυτικό άκρο της Ζακύνθου.

Δεν ήταν όμως η πρώτη έκπληξη: μόλις φτάσαμε από το διαβατικό, τη μοναδική είσοδο στον ψηλό περίβολο ξεχύθηκε γαυγίζοντας πανηγυρικά ο Denis, ένα ημίαιμο γκριφόν κανίς, σε μια αναπάντεχη υποδοχή. Μπαίνοντας διαπιστώσαμε ότι την Κιβωτό, συμπλήρωνε ένα τσούρμο νωχελικές γάτες και αρκετά λαλίστατα καναρίνια στα κλουβιά τους στο αρχονταρίκι.

Ο καφές έφερε την κουβέντα που άστατη στριφογύρισε από τις σκήτες του Αγίου Όρους, στην υποδειγματική αναστήλωση του ξενώνα που δε πρόλαβε να ολοκληρωθεί για την γιορτή του Αγίου, στη φροντίδα και στα λιπάσματα των λουλουδιών που κάνουν την εσωτερική αυλή να συναγωνίζεται επάξια την ανοιξιάτικη φύση, σε ποικιλία και σε ποσότητα...

Όλα ανοιχτόκαρδα εκείνο το μεσημέρι. Ιλαρή γαλήνη. Όλα στις σωστές αναλογίες. Απόλυτη ισορροπία ανάμεσα στο λόγο και στις σιωπές μας, στα έμψυχα και στα άψυχα, στο ανθρώπινο και στο θείο, στο λαμπρό φως της αυλής και στο πορφυρό ημίφως του καθολικού όπου βρεθήκαμε μετά από λίγο… ισορροπώντας ανεβασμένοι πάνω στα στασίδια.

Πολύ πιο ψηλά από μας, σε μια σκάλα ο ιερομόναχος Θεοδόσιος, έπαιρνε με προσοχή από τα τεντωμένα χέρια μας δύο ασήκωτες παλιές πόρτες που στην μία πλευρά τους εικονιζόταν οι Αρχάγγελοι, Μιχαήλ και Γαβριήλ και αγωνιζόταν να τις κρεμάσει στο τοίχο της εισόδου του μικρού ναού.


Καθίσαμε ιδρωμένοι από την προσπάθεια στο ημιυπαίθριο νάρθηκα να πάρουμε μια ανάσα. Εκείνος μέσα μάζευε σύρματα, καρφιά, σφυριά κοιτάζοντας πότε -πότε ψηλά τους αρχαγγέλους φανερά ικανοποιημένος που τα καταφέραμε. Ύστερα μας κοίταξε, χαμογέλασε και άρχισε να ψάλει : «Ω παίδες ευλογείτε…». Ασυναίσθητα του απαντήσαμε εν χωρώ αιφνιδιάζοντάς τον με τη σειρά μας «…ιερείς ανυμνείτε…» για να ολοκληρώσουμε όλοι μαζί δυνατά «…λαός υπερυψούται εις πάντας τους αιώνας», τη στιγμή που ο Denis υποδεχόταν γαβγίζοντας κάποιους καινούριους επισκέπτες.


Μουσική: Nefeli του Ludovico Einaudi


buzz it!

Σάββατο, 25 Απριλίου 2009

Μέρες της Ζάκυνθος Ι.


Τα λεωφορεία αδειάζουν κόσμο που ανηφορίζει με τουριστική περιβολή στο λόφο του Στράνη μουρμουρίζοντας τις δύο πρώτες στροφές του Εθνικού Ύμνου. Φτάνοντας στο ‘βια’ και στον αμφιλεγόμενο στις μέρες μας τονισμό, η όποια ποιητική διάθεση των μεσήλικων εκδρομέων ξεστρατίζει με τα αγκομαχητά της ανηφόρας κι ο λόγος γίνεται πεζός, διανθισμένος με λέξεις όπως παραπομπή, μίζες, επιτροπές, διαφθορά, εκλογές.

«Είμαι Σολωμικός» είχε δηλώσει με το καλημέρα, στα ψαρωμένα πρωτάκια ο φιλόλογός μας την πρώτη μέρα στο γυμνάσιο και αμέσως μετά άρχισε να απαγγέλει τον Ύμνο στην Ελευθερία. Ολόκληρο. Τις μέρες που ακολούθησαν, ακούσαμε τη Φαρμακωμένη, την Ξανθούλα, τους Ελεύθερους Πολιορκημένους -και τα τρία σχεδιάσματα-τον Λάμπρο...

Στη βδομάδα, για να μπορέσω να σταθώ αξιοπρεπώς στο διαρκές μάθημα, αγόρασα τα Άπαντα του ποιητή με προλεγόμενα του Ι. Πολυλά και κριτική του Κ. Παλαμά-χοντρός δερματόδετος τόμος, σήμερα ελαφρώς κιτρινισμένος -και άρχισα τη μελέτη. Στο τέλος της σχολικής χρονιάς όλοι στην τάξη ήμασταν φανατικοί Σολωμικοί και φυσικά ξέραμε με τις καθημερινές επαναλήψεις «από στήθους» άπαντα τα ευρισκόμενα ελληνικά ποιήματα.

Αυτές τις μέρες στη Ζάκυνθο, αρχίζουν να επανέρχονται στην επιφάνεια οι ξεχασμένοι στίχοι, όπως επανέρχονται οι λέξεις της μητρικής γλώσσας σε παλιννοστούντα μετά από πολλά χρόνια, μετανάστη. Λες και τους ξυπνάει από το λήθαργο το ίδιο το τοπίο, αυτή η εύφορη ποιητών γη.



Ασάλευτος ο σιορ Διονύσης μας περιμένει στο πλάτωμα της κορφής του λόφου. Πάνω στη ψηλή πέτρινη στήλη με ένθετη την ορειχάλκινη ξιφοφόρο Ελευθερία, η προτομή σε λευκό μάρμαρο, στραμμένη προς την μεριά των αφίξεων . Με πλάτη στην Ανατολή, στη θέα προς το αντικρινό Μεσολόγγι. Πόσες νύχτες άραγε κάθισε άγρυπνος εδώ κοιτάζοντας απέναντι τις φωτιές της Πολιορκίας. Εδώ που είναι το πεζούλι. Εδώ που καθόμαστε εμείς τώρα κοιτάζοντας τις ελιές που κατηφορίζουν μέχρι τη θάλασσα……εδώ κάθισαν άνθρωποι που ονειρεύθηκαν μεγάλα όνειρα και τώρα ξεκουράζονται κάτω απ' το χώμα *

Όχι κάτω από το χώμα. Οι ομότεχνοι Σολωμός κι ο Κάλβος αναπαύονται αντικριστά σε μια μεγάλη σκοτεινή αίθουσα στο Μαυσωλείο τους. Τα παράθυρα της, που βλέπουν στην πλατεία του Αγίου Μάρκου καλύπτουν βαριές κουρτίνες. Αμίλητοι οι επισκέπτες κοιτάζουν τους τάφους και διαβάζουν στους τοίχους, στίχους των κεκοιμημένων.

«Ω! φιλτάτη πατρίς/ ω θαυμασία νήσος/ Ζάκυνθε συ μου έδωκας/ την πνοήν και του Απόλλωνος/ τα χρυσά δώρα» λέει αριστερά ο Κάλβος και απαντά ο Σολωμός από δεξιά: «Πάντα ανοιχτά/ πάντα άγρυπνα/ τα μάτια της ψυχής μου.» Και όλα να τα λησμονήσω, αυτό θα το θυμάμαι.


Στο πρώτο όροφο του Μουσείου στις προθήκες, τα χειρόγραφα του Σολωμού. Στέκομαι σε ένα χαρακτήρα. Το Χι, που είναι λοξό. Ούτε το χι το γράμμα, ούτε σταυρός. Κάτι ενδιάμεσο. Και σε μια λέξη: τη βία. Ο τόνος της αποφασιστικός και έντονος. Στο γιώτα.




*Γιάννη Ρίτσου, Σονάτα στο Σεληνόφως.

Μουσική: Keating`s Triumph του Maurice Jarre από την ταινία Dead Poets Society






buzz it!

Παρασκευή, 17 Απριλίου 2009

Πασχαλιάτικα αυγά


Καλό Πάσχα



στους φίλους



bloggers





πιτσιρίκος





Maria Jose
































































































Μουσική: Απόψε την κιθάρα μου, χορωδία Φώτη Αλέπορου


Τετάρτη, 15 Απριλίου 2009

Πρώτο ταξίδι έτυχε...

ναύλος για...Ζάκυνθο
Καλό Πάσχα

Τρίτη, 14 Απριλίου 2009

Bella Dona, Maria d’Antuono




Είναι μερικά θέματα, που σου κινούν το ενδιαφέρον από την πρώτη στιγμή. Θέλεις να ασχοληθείς μαζί τους, να τα αναδείξεις σε 'πρωτοσέλιδο' στο blog αλλά κάτι άλλο προκύπτει, περνάνε οι μέρες, χάνεται το επίκαιρο οπότε μπαίνουν αναγκαστικά και οριστικά στο φάκελο με την ένδειξη ‘καμένα’.

Το ίδιο θα συνέβαινε και με την ιστορία της Maria d’Antuono, της bella dona. Θα γινόταν κι εκείνη ένας από τους αρχειοθετημένους ήρωες που στοιχειώνουν τους bloggers, γιατί όπως είχε πει παλιότερα ο Παύλος Μάτεσης, οι ήρωες που αξίζουν είναι επίμονοι, διεκδικούν την υπόστασή τους, απαιτούν- έτσι όπως κλωθογυρίζουν και μπερδεύονται μες τα πόδια σου όλη την ώρα -να πάρουν σάρκα και οστά.

Έτσι και η Maria της Tempera ερχόταν συχνά στο μυαλό μου αυτές τις μέρες θυμίζοντας μου άλλοτε τη γιαγιά μου- λόγω της χτένας και της λαχτάρας για ευπρεπή εμφάνιση- κι άλλοτε τη Πηνελόπη- λόγω των εργόχειρων που απασχόλησαν τα χέρια και των δυο στα χρόνια και στις ώρες της αναμονής τους. Προσπαθούσα να φανταστώ τη ζωή της αλλά παράλληλα σκεφτόμουν ότι πάει πέταξε το πουλάκι, ήρθε η Μεγάλη Βδομάδα, δε μπορώ να κάνω ακροβατικά και να μεταμφιέσω το θέμα σε πασχαλιάτικο.

Σήμερα στο supermarket τη θυμήθηκα πάλι όταν ξαφνικά ακούστηκαν ουρλιαχτά. Δύο γυναίκες μεγάλης ηλικίας είχαν παγιδευτεί για τριάντα μόλις δευτερόλεπτα στον ανελκυστήρα που οδηγεί από το ισόγειο στο υπόγειο. Όταν άνοιξε η πόρτα ήταν σε κατάσταση υστερίας. Βλέποντάς τις πανιασμένες από το τρόμο, θυμήθηκα πάλι το ήρεμο πρόσωπο της Maria d’Antuono από το video έκανε το γύρο του κόσμου και κατάλαβα ότι δε θα γλύτωνα εύκολα από την παρουσία της.

Στον σχεδόν ένα αιώνα της ζωής της απασχόλησε τα ΜΜΕ για πρώτη και τελευταία μάλλον φορά την περασμένη εβδομάδα για μερικά δευτερόλεπτα. Σε όλα τα ρεπορτάζ από τη γειτονική Ιταλία υπήρχαν για αυτήν 50-60 λέξεις. Οι λόγοι ήταν προφανείς. Ήταν από τους τελευταίους διασωθέντες από τον ισχυρό σεισμό, η μεγαλύτερη σε ηλικία* και κυρίως ήταν αφοπλιστική στις δηλώσεις της.

Την ώρα του σεισμού η 98 χρονη, μπήκε κάτω από το κρεβάτι της. Εκεί περίμενε υπομονετικά για περισσότερες από 30 ώρες μέχρι να φτάσουν τα σωστικά συνεργεία που την απεγκλώβισαν από τον πρώτο όροφο του σπιτιού της. Ήταν μια θεαματική διάσωση. Η μικροκαμωμένη γυναίκα από το κρησφύγετό της βρέθηκε να αιωρείται αγκαλιά με δύο πυροσβέστες, στην άκρη της μεγάλης προκτεινόμενης σκάλας υπό τα χειροκροτήματα των παρισταμένων. Κανένα ίχνος ταλαιπωρίας ή αγωνίας, δυο ολοκόκκινα μάγουλα κι ένα χαμόγελο. Χαριτωμένη κι ανάλαφρη. Το μόνο ίσως που την έκανε να νοιώθει λίγο αμήχανα κι έξω από τα νερά της ήταν ο κόσμος και οι κάμερες που την πλησίασαν μόλις πάτησε τα πόδια της στο έδαφος. Το μικρόφωνο μπροστά στο πρόσωπό της και η ερώτηση των δημοσιογράφων πώς πέρασε όλες αυτές τις ώρες της αναμονής.



Τους αιφνιδίασε όλους όταν απάντησε με απόλυτη φυσικότητα- λες κι οι άλλοι μπορούσαν να καταλάβουν- « Έπλεκα…τελείωσα ένα γιλέκο!» συνοδεύοντας το λόγο της με τη χαρακτηριστική κίνηση των χεριών που ήταν σα να κρατούσαν αόρατες βελόνες. Κι ύστερα για να τους αποτελειώσει ζήτησε πριν την πάνε στο νοσοκομείο για προληπτικό έλεγχο- φαινόταν μια χαρά στην υγεία της- μια χτένα για να φροντίσει λίγο τα μαλλιά της.

Σίγουρα η ηλικιωμένη Ιταλίδα, αγνοούσε κάποιες έρευνες- φυσικά αμερικάνικες- που έχουν αποδείξει ότι το πλέξιμο χαλαρώνει, ηρεμεί και διώχνει το στρες. Εκείνη έμαθε μικρή να πλέκει όπως όλες οι γυναίκες της γενιάς της. Έμαθε επίσης ότι μια καλή νοικοκυρά έχει πάντα τα χέρια της απασχολημένα. Είναι άοκνη ακόμα και τις ώρες της ξεκούρασης. Έτσι έπλεξε την προίκα της. Όμορφες δαντέλες με λεπτό βελονάκι. Μετά με βελόνες τα ζακετάκια των παιδιών της, τα πουλόβερ του άντρα της, των εγγονών και δισεγγονών της.

Πόντος και αγάπη, πόντος και αφοσίωση, πόντος και ελπίδα, όνειρα, στεναχώριες, απογοητεύσεις, προσδοκίες, πόλεμοι, θάνατοι. Όλα. Πόντο με τον πόντο και τη χαρά φέρνεις βόλτα και τις πίκρες. Πόντο με τον πόντο, όλα ξεχνιούνται, όλα περνάνε. Κι έρχονται άλλα. Κι αυτά περνάνε για να έρθουν άλλα, με τη σειρά τους κι αυτά. Όπως το τελευταίο, ο σεισμός. Το φοβερό βουητό του. Τα ξύλα που τρίζουν. Τα γυαλικά που σπάνε. Η οροφή που πέφτει.Οι κραυγές των αλαφιασμένων ανθρώπων μέσα στη νύχτα.

Σίγουρα στην αρχή ήταν κι αυτή φοβισμένη. Μετά ησύχασε και κατάλαβε ότι μπορεί να περίμενε για πολύ. Σκέφτηκε το θάνατο. Αλλά αυτό δεν ήταν κάτι καινούριο. Το είχε σκεφτεί ήδη τόσες φορές μέχρι εκείνη τη στιγμή που ήταν πια συμφιλιωμένη με την ιδέα. Μπορεί και να ερχόταν. Το τέλος. Μπορεί και όχι. Αλλά δε μπορούσε να καθίσει με σταυρωμένα τα χέρια. Τεντώθηκε και έφτασε με δυσκολία το πλεκτό της. Μάλλον το είχε στο κομοδίνο δίπλα στο κρεβάτι της, για να συνεχίζει τη δουλειά τα βράδια που δεν είχε ύπνο. Άρχισε να πλέκει. Δε χρειαζόταν να βλέπει. Με τα χιλιόμετρα μαλλί και νήμα που είχαν περάσει από τα δάχτυλά της μπορούσε να άνετα πλέκει στα τυφλά. Πόντο στον πόντο πέρασαν οι ώρες. Όπως πέρασαν και ενενήντα τόσα χρόνια.

Αν αργούσαν κι άλλο οι διασώστες και το μαλλί τελείωνε, σίγουρα θα ξήλωνε το γιλέκο και θα το άρχιζε από την αρχή. Όσες φορές χρειαζόταν. Έτσι δεν κάνουν άλλωστε οι γυναίκες που περιμένουν;





* Σώθηκε άλλη μια 98 χρονη η Ines Alessandro



Η μουσική: La Vita E Bella του Nicola Piovani

από την ομώνυμη ταινία, σε σκηνοθεσία του Roberto Benigni




buzz it!

Παρασκευή, 10 Απριλίου 2009

Η μαχαίρα

Το Δικαστικό Μέγαρο Ηρακλείου ένα νεοκλασικό- χωρίς μεγάλες αξιώσεις – κτίριο, επιεικώς θα έλεγε κανείς ότι φέρει την πατίνα του χρόνου. Ουσιαστικά όμως έχει εγκαταλειφθεί στη αναπόφευκτη φθορά αλλά και σε ασελγείς εικαστικές παρεμβάσεις αγνώστων.

Μπροστά στη δευτερεύουσα είσοδο, από τη μεριά της πλατείας με τα αιωνόβια δέντρα και τα παρκαρισμένα μηχανάκια, ένα στρώμα φρέσκες γόπες που καπνίζουν μισοπατημένες. Τις παλιές τις παρέσυρε η δυνατή μπόρα της προηγούμενης μέρας. Η πληθωρική νεραντζιά δίπλα στην είσοδο φορτωμένη με καρπούς και άνθη καλύπτει με το άρωμά της τους καπνούς των βιαστικών μισών τσιγάρων που οι περισσότεροι ανάβουν πριν μπουν στο κτίριο.

Τους δικηγόρους τους ξεχωρίζεις αμέσως από τα ομοιόμορφα κοστούμια, τους μάρτυρες και κυρίως τους κατηγορούμενους από το ανήσυχο βλέμμα. Άτομα με αναπηρία αγκομαχούν στις σκάλες για τον πρώτο όροφο. Η επιβλητική μπρούτζινη χειρολαβή γυαλίζει στο πάνω μέρος της ενώ στο κάτω, ένα μαύρο στρώμα βρωμιάς και λίπους έχει αποτεθεί με το χρόνο.

Στο πινάκιο η πλειονότητα των ονομάτων φυσικά λήγει σε –ακης. Παραβάσεις άγνωστων νόμων κρύβονται για τους μη ειδικούς πίσω από αριθμούς. Οι μόνες κατανοητές για τους κοινούς θνητούς αυτές που περιγράφονται: παράνομη κατοχή όπλου, εξύβριση, προσβολή της γενετήσιας αξιοπρέπειας, πάλι παράνομη κατοχή όπλου, προμήθεια και χρήση ναρκωτικών, ενδοοικογενειακές απειλές.



Γυναικοκρατούμενο το τριμελές. Η πρόεδρος, μαέστρος της όλης διαδικασίας με φωνή καμπάνα που ηχεί πάνω από το βόμβο του διαδρόμου, την κίνηση του κεντρικού δρόμου και τους εντός ψιθύρους, επιβάλλεται στην αίθουσα που γεμίζει κι αδειάζει ανάλογα με την υπόθεση που εκδικάζεται.

Με σταθερό ρυθμό αναγγέλλει υποθέσεις, καλεί μάρτυρες και κατηγορούμενους, «Πλησιάστε κύριε», «Πληρώσατε τις οφειλές;», «Τακτοποιήσατε τις εκκρεμότητες;» «Μάλιστα, τυπικά δεκτή η έφεση», «επόμενη υπόθεση…δεν είναι παρών;…την κρατάμε για λίγο» . Ανασύρει φακέλους από τη στοίβα μπροστά της, τους αναταξινομεί, ανάλογα με το κλείσιμο μιας υπόθεσης, την αναβολή της ή την εξέτασή της αργότερα στην ίδια συνεδρίαση. Έχει ένα καλό λόγο, κυρίως καθησυχαστικό για όλους τους σαστισμένους που την κοιτάζουν με αγωνία χωρίς να έχουν καταλάβει ότι ξεμπέρδεψαν επιτέλους. «Όλα καλά, αθώος, μην ανησυχείτε καθόλου, τελειώσατε.»

Κάποια στιγμή το χώρο μπροστά στην έδρα, καταλαμβάνει μια ολόκληρη γειτονιά και συγγενείς που μπήκαν στη μέση για να σώσουν γυναίκα και τέσσερα παιδιά από έξαλλο σύζυγο και πατέρα που μπούκαρε στο σπίτι με «τη μαχαίρα του» απειλώντας ότι θα τους σφάξει όλους.

Το ζεύγος, σε διάσταση πλέον, είναι συνομήλικοι, πενηντάρηδες, μόνο που εκείνη πρόωρα γερασμένη, φαίνεται τουλάχιστον δέκα χρόνια μεγαλύτερη. Αν έψαχνε κανείς τις ρίζες της θα τις ανακάλυπτε κάπου στα χρόνια του Μίνωα: το προφίλ της θυμίζει τις γαλάζιες κυρίες της γνωστής τοιχογραφίας, χωρίς όμως το περίτεχνο χτένισμά τους. Τα μαλλιά της είναι τραβηγμένα, τα χαρακτηριστικά της είναι τραβηγμένα, πατόκορφα ντυμένη στα μαύρα. Οι απαντήσεις της ψίθυροι και προκύπτουν μόνο συμπερασματικά από τις ερωτήσεις και τα σχόλια της Προέδρου. «Πόσα χρόνια είσαστε παντρεμένοι;... Φαντάζομαι τι θα τραβήξατε είκοσι έξι χρόνια με αυτό τον άνθρωπο! …Ήταν πάντα βίαιος;... Μην προσπαθείτε τώρα να τον δικαιολογήσετε…Έφυγε από το σπίτι;…Επιτέλους!»

Ειρωνεία της τύχης ή θεία δίκη για τον κατηγορούμενο η σύνθεση της έδρας. Συρρικνωμένος στέκεται στο εδώλιο χωρίς το μαχαίρι της δύναμής του. Αδύναμος όσο τα παρ` ολίγον θύματα. Το κεφάλι κάτω και η ουρά στα σκέλια. Ποιός ξέρει αν πρόκειται για ειλικρινή μεταμέλεια ή για ρητή εντολή του συνηγόρου;

Έχει καταπιεί τη γλώσσα του κι ότι ψελλίζει είναι δικαιολογίες που αντικρούει πάραυτα και τσεκουράτα η Πρόεδρος. «Πρέπει να δώσετε αποζημίωση στην οικογένεια σας για ότι τους έχετε κάνει…Ποια κακιά στιγμή μου λέτε όταν απειλείτε με μαχαίρι; …Μικρό είναι ένα μαχαίρι με λάμα δεκαπέντε εκατοστά;… Τι θα πει μια φορά έγινε; Πού νομίζετε ότι ζείτε;»

Συνοπτικές και συντονισμένες οι ιδιαίτερες συζητήσεις των δικαστών καλύπτονται από σελίδες Α4. Η εισαγγελέας λιτή και μονολεκτική. Η ετυμηγορία ανακοινώνεται από την Πρόεδρο, «Ένοχος, χωρίς ελαφρυντικά» και συνοδεύεται από την ποινή και μια αυστηρή προειδοποίηση: «Θα είσαστε πολύ προσεκτικός… να μη σας ξαναδώ εδώ μέσα!».


Βγαίνοντας από την κεντρική είσοδο στην οδό Καλοκαιρινού, αριστερά λίγο πιο κάτω αρχίζουν οι βιτρίνες με τα μαχαίρια. Μικρά εξωτικά σουβενίρ για ξένους και έλληνες τουρίστες. Οι λαβές από ξύλο ελιάς, οι λάμες από ανοξείδωτο ατσάλι. Πάνω τους χαραγμένοι χάρτες της Κρήτης και μαντινάδες. " Είμαι μαχαίρι κρητικό /όπλο τιμής και ανδρείας/μα είμαι και ενθύμιο /παντοτινής φιλίας." Δίπλα σε αυτά, άλλα μεγαλύτερα μαχαίρια φιγουράρουν απειλητικά με καμπυλωτές λάμες και οδοντωτή κόψη.

Στο περίπτερο απέναντι οι τίτλοι στα πρωτοσέλιδα των τοπικών εφημερίδων κραυγάζουν ένα άγριο φονικό. «Κατακρεουργημένος 47 χρονος στο Μασταμπά…τουλάχιστον δέκα μαχαιριές» αναφέρει ένας υπότιτλος. Δύο μέρες αργότερα, ακούω τυχαία συζήτηση στο δρόμο: « όιιι με μαχαίρα, με τσεκούρι τον ήφααν…»

Υποσημείωση: 1.Το χ στη μαχαίρα του τίτλου κι όπου αλλού αναφέρεται στο κείμενο, προφέρεται παχύ.
2. Η σημερινή ανάρτηση είναι φυσικά αφιερωμένη στον αγαπητό xasodiki

Μουσική :Why του Τούρκου Omar Faruk Tekbilek από το δίσκο Tree of Patience



buzz it!





Σάββατο, 4 Απριλίου 2009

Cafe todos os Santos



Τον έβλεπα κάθε μεσημέρι στην πλατεία*. Απροσδιόριστη ηλικία, απροσδιόριστος τύπος γενικότερα. Ταμπέλα δε μπορούσες να του βάλεις εύκολα, πέραν αυτής που υπέβαλε η απρόσμενη επαγγελματική του δραστηριότητα: πλανόδιος καφεπώλης.

Δεν τον είχα τιμήσει ούτε μια φορά, ίσως γιατί λειτούργησε υπόγεια η γενική ταξιδιωτική οδηγία: καλύτερα να αποφεύγουμε να τρώμε (και να πίνουμε) στο δρόμο. Οδηγία που όσες φορές αγνόησα βγήκε σε καλό. Καθόμουνα λοιπόν πάντα στο ίδιο καφέ, που έτυχε να επιλέξω ανάμεσα στα άλλα την πρώτη μέρα, λόγω μουσικής. Τη δεύτερη πήγα πάλι εκεί, αυτόματα. Τη τρίτη φορά είχε γίνει πια συνήθεια

Φτάνοντας στην πλατεία εκείνη τη μέρα για τη καθιερωμένη μεσημεριανή ανάπαυλα στο ‘στέκι’ μου ανάμεσα στον πρωινή και απογευματινή περιπλάνηση, πέρασα δίπλα του. Είδε που κοντοστάθηκα και χαμογέλασε δειλά. Αυτό το περιορισμένο σε έκταση χαμόγελο, πρόδιδε ότι με είχε δει τις προηγούμενες μέρες και χαιρόταν που σήμερα θα επέλεγα το ‘μαγαζί’ του. Είχα προσέξει ότι οι πελάτες του ήταν ντόπιοι, οι τουρίστες τηρούσαν κατά γράμμα την ταξιδιωτική οδηγία.

Το ‘μαγαζί’ ήταν ένα αυτοσχέδιο ξύλινο καρότσι με δύο ρόδες και λαβή. Μια εξαιρετικά απλή και λειτουργική κατασκευή, ως οφείλουν άλλωστε να είναι όλα τα χρηστικά αντικείμενα. Στη βάση του είχε έξι τεράστια λουλουδάτα θερμός- όπως αυτά που είχαμε κι εμείς κάποτε εδώ, made in Yugoslavia, αλλά σε μικρότερα μεγέθη, και που τώρα μπορεί να τα δει κανείς μόνο σε παλιές ελληνικές ταινίες ή στην οδό Παλλάδος στο κέντρο.

Περιείχαν όπως κατάλαβα από τα AÇÚCAR, DOCE που μου έλεγε δείχνοντας ένα ένα τα θερμός, έτοιμες όλες τις πιθανές παραλλαγές: σκέτος, με λίγη ζάχαρη, γλυκός, σκέτος με γάλα, μέτριος με γάλα, γλυκός με γάλα. Διάλεξα σκέτο όπως πάντα και έδειξα από τα πλαστικά ποτηράκια που είχε, το μικρό μέγεθος- του οδοντιάτρου. Πλήρωσα ένα εξωφρενικά μικρό ποσό της τάξεως των 10 λεπτών και με τα δάχτυλα να καίγονται αναζήτησα σκιά, σε αυτή την πλατεία που κάποτε οι αποικιοκράτες μαστιγώνανε παραδειγματικά τους σκλάβους που είχαν εισάγει από την αντικρινή ακτή.


Η ζέστη του Φλεβάρη- κατακαλόκαιρο - σε αυτή την Εδέμ, που ισαπέχει από τον τροπικό του Καρκίνου και τον Ισημερινό ξεθυμαίνει με ξαφνικές βροχές για να επανέλθει μετά από λίγο υγρή και διεκδικητική, θεριεύοντας τη βλάστηση και αποχαυνώνοντας τους ανθρώπους.

Το πρώτο ξάφνιασμα ήταν η μυρωδιά. Η απόλυτη μυρωδιά καφέ. Έφτανε κατά κύματα νωχελικά στην αρχή και ύστερα όταν πια δε μπορούσες να της αντισταθείς και υπέκυπτες σε αλλεπάλληλες βαθιές εισπνοές, σε αναποδογύριζε σα καραβέλα σε φουρτούνα του ωκεανού καθώς έφτανε μαγικά, ακολουθώντας όλες τις αθέατες οδούς, μέχρι τα πρησμένα από την πεζοπορία πέλματα.

Η πρώτη γουλιά ήταν θεία μετάληψη . Το πηχτό μαύρο υγρό, σωστό αργό πετρέλαιο έφτασε στη στοματική κοιλότητα αιφνιδιάζοντας τα χείλη, τη γλώσσα, τη σκληρή και μαλακή υπερώα. Ύστερα απλώθηκε στις γευστικές θηλές, εισχώρησε σα conquistador στους γευστικούς πόρους αλώνοντάς τους με την πιο απόλυτη γεύση που είχαν ποτέ συναντήσει.

Όταν πια διάβηκε τον ισθμό του φάρυγγα το μήνυμα είχε μεταδοθεί μέχρι το τελευταίο, πιο απομακρυσμένο μόριο, αφυπνίζοντας το μπροστά σε αυτή τη μοναδική αποκάλυψη. Κρατούσα πια το ευτελές ποτηράκι σαν αρχαίο τάσι αλγερινό που το περιεχόμενό του δεν ήταν απλώς λίγος καφές αλλά η πολύτιμη βίζα που σου επέτρεπε να φτάσεις πέρα από τα όρια της απόλαυσης.

Ριπές απροσδιόριστης μνήμης ανάβλυσαν από την Αραβική χερσόνησο από όπου ξεκίνησαν οι μαγικοί κόκκοι, εικόνες από θαλασσοδαρμένα ταξίδια σε πρωτόγνωρες θάλασσες, σκιές από σκοτεινά αμπάρια όπου τραμπαλιζόταν ασήκωτα τσουβάλια… Πάνω από όλα όμως αναδύθηκε η θολή μορφή του Francisco de Mello Palheta του Καζανόβα στρατιωτικού που ξελόγιασε τη γυναίκα του κυβερνήτη της Γαλλικής Γουινέας, κάποια τροπική νύχτα -που σίγουρα συνετέλεσε ώστε να καμφθούν οι όποιες αντιστάσεις της- του σωτήριου έτους 1727, κάτω από τον έναστρο ουρανό του νοτίου ημισφαιρίου για να της αποσπάσει δόλια, τους πολύτιμους σπόρους του καφέ που μετέφερε τελικά στην Βραζιλία.



Έτσι όπως δύσκολα χειρίζεσαι το ποσό της ευτυχία που σου αναλογεί, έτσι κι εγώ σπατάλησα χωρίς φειδώ το μικρό μέγεθος που είχα επιλέξει. Όταν έψαξα για τον πλανόδιο καφεπώλη είχε προφανώς μετουσιωθεί σε άγγελο της αποκάλυψης και είχε αναληφθεί στον ουρανό της Bahia. Τον αναζήτησα μάταια στα πολύχρωμα στενά του Pelourinho. Ούτε εκείνη, ούτε τις επόμενες μέρες κατάφερα να τον εντοπίσω. Παρηγορήθηκα τελικά με τη μνήμη του νάματος που είχα την ευλογία να γίνω κοινωνός. Αυτή και μόνη παραμένει ικανή αποζημίωση για όλους τους καραβίσιους καφέδες, τους αναγκαστικούς στιγμιαίους, που έχω πιεί και πρόκειται να πιώ στη ζωή μου.


*Ο σκηνικός χώρος είναι η παλιά πόλη του Salvador της πρώτης πρωτεύουσας της Βραζιλίας (1549- 1763). Ο πρώτος εξερευνητής που πάτησε το πόδι του εκεί ήταν ο Αμέρικο Βεσπούκι επικεφαλής μιας αποστολής του στέματος της Πορτογαλλίας, την ημέρα των Αγίων Πάντων του μακρινού 1501- εξ` ου και η ονομασία του κόλπου, Bahia todos os santos, που αναδείχτηκε σε ένα από τα σημαντικότερα λιμάνια του νοτίου ημισφαιρίου.

Αφορμή για αυτή την ανάρτηση στάθηκε η λογική, ένα. Συμπτωματικά αυτές τις μέρες έλαβα από πολλές μεριές το μήνυμα που ακολουθεί:

Αγαπητοί εσπρεσάκιδες, φραπεδάκιδες, καπουτσινάκιδες,
όπως όλοι γνωρίζετε στα καταστήματα που μας σερβίρουν τους καφέδες μας, μας πιάνουν τα οπίσθια(!!!) υπερχρεώνοντας τα ροφήματα, κερδοσκοπώντας εις βάρος των απλών καταναλωτών.

Ένα απλό προϊόν που στα σούπερ μάρκετ κοστίζει ανάμεσα στα 0,75 - 4 ευρώ η συσκευασία, στα καφέ που βρίσκονται σε κεντρικά σημεία και στις περιοχές αναψυχής και διασκέδασης της Αθήνας, των μεγάλων αστικών κέντρων και των τουριστικών προορισμών, οι τιμές ξεπερνούν κάθε φαντασία. Ένας ελληνικός καφές ξεκινάει από 2,5 ευρώ, η τιμή εκκίνησης του γαλλικού ειναι στα 3 ευρώ, ενώ ο καπουτσίνο - ως προϊόν ιταλικής φινέτσας και μόδας - ξεκινάει στα 3,5 ευρώ.

Όλα αυτά συμβαίνουν την ώρα, που στο εξωτερικό οι τιμές αυτών το υπηρεσιών, δεν ξεπερνούν ούτε κατά το ήμισυ των παραπάνω "ελληνικών" τιμών.

Συνήθως οι τιμές του καφέ εκτινάσσονται σε περιόδους πολέμου. Τελικά, η Ελλάδα βρίσκεται σε ακήρυχτο πόλεμο με τη γενιά των 700 ευρώ - τους συνήθεις πελάτες, λόγω ηλικίας, των καφετεριών. Τα παιδιά αυτά τιμούν τον παραδοσιακό τρόπο συνεύρεσης και κοινωνικοποίησης των Ελλήνων, δίνοντας με αυτό τον τρόπο ζωή και οικονομική στήριξη στις επιχειρήσεις και στους χιλιάδες εργαζόμενους αυτών.

Καλούμε λοιπόν όλους εσάς να διεκδικήσετε δυναμικά τον απαιτούμενο σεβασμό προς τον πελάτη, την τσέπη του και τη νοημοσύνη του.

Το Σάββατο 11 Απριλίου 2009 δεν θα πάμε για τον καθιερωμένο καφέ με φίλους. Ας απολαύσουμε τη βόλτα μας στα μαγαζιά και στους δρόμους και ας μαζευτούμε στα σπίτια μας για καφέ.

Αν λοιπόν αυτές οι επιχειρήσεις θέλουν να επιβιώσουν εν μέσω κρίσης, ας ρίξουν τις τιμές, προκειμένου να διατηρήσουν την πελατεία τους.

Σάββατο 11 Απριλίου 2009
Μποϊκοτάζ στις καφετέριες

Προωθήστε το σε όσους περισσότερους μπορείτε!




Η σάμπα που ακούτε είναι το Quo Vadis, σύνθεση του Βόσνιου Dusko Goykovich από το cd Samba do Mar. Αν και αυτή η επιλογή δεν ικανοποιεί τον κύριο Κ.Κ.Μοίρη θα καταργήσω τα sound tracks του blog ή θα ζητήσω να αναλάβει τη μουσική επιμέλεια ο κύριος Δούκας.










buzz it!

Τετάρτη, 1 Απριλίου 2009

Θρασύτατος κηπουρός!



Το θράσος και η ανευθυνότητα σε αυτή τη χώρα έχουν ξεπεράσει πλέον κάθε όριο! Κηπουρός, αγνώστων στοιχείων αποφάσισε να ασκήσει την τέχνη του κάτω από σταθμευμένο αυτοκίνητο χωρίς να αναλογιστεί τις καταστροφικές συνέπειες της παράλογης ενέργειάς του για το όχημα!

Είναι προφανές ότι η απαιτούμενη για τα φυτά υγρασία, σύντομα θα δημιουργούσε σκουριά στο σασί, τα αδηφάγα κλαδιά θα τυλιγόταν ασφυκτικά γύρω από τον άξονα και την εξάτμιση, ενώ τα αγκάθια θα πλήγωναν ανεπανόρθωτα τόσο τα ζαντολάστιχα όσο και το χρώμα του αμαξώματος.

Όμως κανένα από τα παραπάνω ολέθρια αποτελέσματα δεν υπολόγισε ο ασυνείδητος κηπουρός. Δε σεβάστηκε την ιδιοκτησία του ανυποψίαστου πολίτη, που θα επέστρεφε και θα αντίκριζε φθορές που η αποκατάστασή τους θα απαιτούσε κανονική αφαίμαξη του ήδη επιβαρυμένου οικογενειακού του προϋπολογισμού. Πέρα όμως από το κόστος των επισκευών δε πρέπει να παραβλέψουμε την οδύνη του δύσμοιρου ιδιοκτήτη στη θέα αυτής της καταστροφής.

Είμαστε τελικά εντελώς απροστάτευτοι, θύματα της ασυδοσίας του κάθε ανεύθυνου συμπολίτη μας; Προφανώς ναι! Σύμφωνα με το ρεπορτάζ, μέχρι τη στιγμή τουλάχιστον που γράφονται αυτές οι γραμμές, ο δράστης παραμένει ασύλληπτος παρά τα αυξημένα μέτρα, που οι αρχές διατείνονται ότι έχουν λάβει μετά το περιστατικό. Στο μεταξύ ελέγχονται εξονυχιστικά πληροφορίες που έδωσαν στις αρχές περαστικοί οι οποίες εμφανίζουν τον δράστη ως αλλοδαπό.

Άκαρπη αποδείχτηκε η έρευνα της σήμανσης σε τμήμα σωλήνα αυτόματου ποτίσματος που είχε εγκαταστήσει ο δράστης για να ολοκληρώσει την εγκληματική του πράξη. Προφανώς φορούσε γάντια κι έτσι τα μόνα δακτυλικά αποτυπώματα που βρέθηκαν ήταν νεαρού υπαλλήλου σε κατάστημα με υδραυλικά και υλικά εγκατάστασης αυτόματου ποτίσματος στην οδό Αθηνάς που θέλησε να κρατήσει την ανωνυμία του. Σε ερώτηση του σταθμού μας αν θυμάται και μπορεί να περιγράψει τον αγοραστή του εν λόγω σωλήνα ο νεαρός υπάλληλος δήλωσε με ειλικρίνεια: "Ξέρετε τι δουλειά έχει πέσει αυτές τις μέρες;... Πού να θυμάμαι!"

Τέλος, σε έκτακτη σύσκεψη που συμμετείχαν ιδιοκτήτες και διευθυντές ραδιοφωνικών σταθμών -στην οποία ας σημειώσουμε ότι δεν έλαβε μέρος ο πρόεδρος της ΕΡΤ- αποδεικνύοντας την ευαισθησία τους, αποφασίστηκε ομόφωνα τουλάχιστον μέχρι τη σύλληψη και την παραδειγματική τιμωρία του δράστη να μην μεταδοθεί ούτε μία φορά από τις συχνότητές τους το γνωστό τραγούδι του Βαγγέλη Γερμανού "Ο κηπουρός" . Ο συμπαθής δημιουργός, παρά την επιμονή των ρεπόρτερς του σταθμού μας, απέφυγε με ευγενικό ομολογουμένως τρόπο να κάνει οποιαδήποτε δήλωση, τόσο για το συμβάν όσο και για την απόφαση της σύσκεψης.

Αν έχουμε νεότερα για το θέμα θα διακόψουμε τη ροή του προγράμματός μας με έκτακτο δελτίο για την άμεση ενημέρωσή σας.

Καλό μας μήνα...


Το τραγούδι: Once in a garden


από το δίσκο Village Lanterne του 2006






buzz it!