Πέμπτη, 14 Αυγούστου 2014

Μαθήματα Ιστορίας

"Μόνος θα μείνεις! Κι εγώ θα φύγω.” μού λεγε τις προάλλες ο κύριος Τ. Καθόμασταν στο μπαλκόνι του, οι δυο εναπομείναντες της γειτονιάς, αργά το βράδυ κι από κει ψηλά βλέπαμε τις έρημες πολυκατοικίες. Κατάκλειστα παντζούρια παντού αλλά που και που, σε εισόδους και μπαλκόνια ένα φως αναμμένο, έτσι για ξεκάρφωμα. Ωραία νύχτα. Ήσυχη, γλυκιά, με ένα φεγγάρι που μετά την πανσέληνο πρόβαλε λειψό πάνω από τον Υμηττό. Και με ένα μεγάλο πιάτο στο τραπέζι γεμάτο πεπόνι, γλυκό και δροσερό και δίπλα του, ένα άλλο με πιπεράτη γραβιέρα.

Παραμονή της Παναγίας πρωί πρωί θα περάσουν τα παιδιά να με πάρουν και θα πάμε στο χωριό. Στα Λαγκάδια” συνέχισε. Τον κοίταξα σκεφτικός. Το γεγονός ότι θα έμενα μόνος στη γειτονιά, δεν με απασχολούσε. Είχε συμβεί άλλωστε κι άλλες φορές στο παρελθόν. Το όνομα του χωριού του, τα Λαγκάδια, κάτι μού θύμιζε και προσπαθούσα μάταια να θυμηθώ τί. Τού το είπα, μπας και μπορούσε να με βοηθήσει. “Θα το έχεις ακούσει, γιατί από κει ήταν ο Πλουμπίδης.” κι ύστερα από μια μικρή παύση, με φανερή περηφάνια, συμπλήρωσε: “Ξέρεις, ήταν θείος μου.”

Άρχισε να μού διηγείται την ιστορία του. Όχι όπως την είχα διαβάσει σε στεγνά ιστορικά άρθρα παλιότερα -και σιγά σιγά ακούγοντάς την, θυμόμουνα- αλλά με τον τρόπο του απλού ανθρώπου που η Ιστορία είναι βίωμα. Με τον τρόπο του συγγενή. Κι αυτό το δεύτερο, καθόλου δε μείωνε το δέος απέναντι στον άνθρωπο και κυρίως στο ήθος του. Το ήθος και την εντιμότητα που τον διέκριναν σε όλη του τη  ζωή. Την υποδειγματική ζωή ενός αληθινού αριστερού. Το ήθος του στα μικρά και στα μεγάλα: από τη βρύση που με δικά του έξοδα έβαλε να χτίσουν στη Μηλέα της Eλασσόνας όπου ήταν δάσκαλος και που με ευγνωμοσύνη οι κάτοικοι την έλεγαν «η βρύση τ’ Πλουμπίδη» μέχρι την προσπάθειά του – ενώ ήταν ο ίδιος καταζητούμενος- να σώσει από την εκτέλεση τον Μπελογιάννη. Και τέλος για τον τρόπο με το οποίο αντιμετώπισε ανυποχώρητος και ήρεμος “με τα μάτια ανοιχτά” το εκτελεστικό απόσπασμα το 1954. 

Αν και ο κύριος Τ. είχε δει τον Πλουμπίδη όταν ήταν πολύ μικρός μόνο μια δυο φορές, τον περιέγραφε τόσο έντονα που νόμιζα ότι τον έβλεπα μπροστά μου. Ειδικά όταν αναφερόμενος στην περίφημη επιστολή του στον τύπο, που την θυμόταν απ` έξω, -“Εγώ και όχι ο Μπελογιάννης είμαι υπεύθυνος για την παράνομη οργάνωση του ΚΚΕ. Κατά συνέπεια ευθύνομαι για όλες τις πρωτοβουλίες και ενέργειες αυτής της οργάνωσης."- σήκωσε το δεξί του χέρι λέγοντας το υστερόγραφο: “Πολλοί είναι εκείνοι που γνωρίζουν τον γραφικό μου χαρακτήρα. Εντούτοις για το γνήσιο της επιστολής, προσθέτω τα δακτυλικά μου αποτυπώματα." Κι  εκείνη τη στιγμή, ήταν σαν να έβλεπα το χέρι του ίδιου του Πλουμπίδη να ετοιμάζεται να προσθέσει στο τέλος του χαρτιού, τα δακτυλικά του αποτυπώματα.


Το ίδιο χέρι  που βρέθηκε για άλλη μια φορά, μετά τη σύλληψή του δεμένο  με χειροπέδες. Το χέρι αυτό που αργότερα, λίγο πριν την εκτέλεση, έγραψε ένα γράμμα για το γιο του τον Δημήτρη που ήταν τότε μόλις έξι χρονών με την εντολή να το διαβάσει όταν θα γίνει 18. Το χέρι που υψώνονταν στο στρατοδικείο αγορεύοντας. “Ήταν τρομερός ρήτορας” τόνισε ο κύριος Τ. “Και το ήξεραν οι στρατοδίκες. Να φανταστείς,  φρόντισαν στη διάρκεια της δίκης να μην παραβρίσκονται κατώτεροι αστυνομικοί γιατί με ευφράδεια που είχε, φοβόταν ότι θα τους παρέσυρε και θα γινόταν κι αυτοί κομμουνιστές". 



Ήταν περασμένες δύο όταν χαιρέτησα τον κύριο Τ. Διέσχισα το δρόμο κοιτάζοντας για μια ακόμα φορά το φεγγάρι που πια μεσουρανούσε. Όλες αυτές οι λέξεις, “εξορία”, “βασανισμοί” "φυματίωση" κι ύστερα, “χαφιές”, ”ψεύτικες και άδικες κατηγορίες”, “στρατοδικείο”, “δις εις θάνατον” και ειδικά η τελευταία: “εκτέλεση”, ηχούσαν ακόμα στα αυτιά μου ακόμα πιο τραγικές στην αυγουστιάτικη νύχτα. Μπήκα στο σπίτι, άναψα τσιγάρο και πληκτρολόγησα “Νίκος Πλουμπίδης”. Άνοιξα μερικές σελίδες από τα 20.600  αποτελέσματα που έβγαλε η  αναζήτηση και τις διάβασα διαγώνια. Στάθηκα στο μόνο στοιχείο που δεν είχε αναφέρει ο κύριος Τ. στην διήγησή του. Στην ημερομηνία της εκτέλεσης: 14 Αυγούστου.



Δεν υπάρχουν σχόλια: