Παρασκευή, 8 Αυγούστου 2014

Ποίηση στο σχοινί


·
Nefosis καλή μου φίλη

Είχα αφήσει τα τελευταία σπίτια της Απολλωνίας και κατηφόριζα προς το Κάστρο. Ήταν απόγευμα, Αύγουστος και λίγους μήνες πριν, είχα διαβάσει αποσπάσματα από το βιβλίο του Κυριάκου Σιμόπουλου “Ξένοι ταξιδιώτες στην Ελλάδα”. Με είχαν ενθουσιάσει τόσο που προσπαθούσα να μιμηθώ τους περιηγητές: γύριζα με τα πόδια τη Σίφνο, χωρίς φωτογραφική μηχανή, με ένα μπλοκάκι για σκίτσα και ένα τετράδιο για να γράφω όπως και εκείνοι, τις εντυπώσεις μου.

Φυσούσε θυμάμαι κι η διαδρομή ήταν ευχάριστη. Ο δρόμος -έτσι όπως είχε περάσει ο Δεκαπενταύγουστος και οι περισσότεροι τουρίστες είχαν αναχωρήσει- ήταν έρημος. Σε μια στροφή του, εμφανίστηκε ξαφνικά μπροστά μου το Κάστρο. Μάλλον καλύτερα θα ήταν να γράψω: αποκαλύφθηκε. Κοντοστάθηκα. Κοίταξα γύρω: το έντονο ανάγλυφο με τις πεζούλες -αλλού λιόδεντρα κι αλλού αμπέλια-, τον ορίζοντα όπου αχνοφαίνονταν το Δεσποτικό και πίσω του η Αντίπαρος, τον Αρτεμώνα να κατηφορίζει και να ενώνεται με την Απολλωνία, πιο πέρα τα Εξάμπελα και βέβαια στο τέλος κοίταξα και πάλι τον μοναδικό οικισμό του Κάστρου κουρνιασμένο πάνω στο βράχο.

Φτάνοντας πολύ κοντά, και πριν περάσω την λόζια, κάθισα σε μια ξερολιθιά κι άναψα τσιγάρο. Δεν είχα κουραστεί από τη διαδρομή, μα είναι απόλαυση να έχεις φτάσει στον προορισμό σου και να καθυστερείς λίγο την είσοδο. Απόλαυση και μια διαδικασία προετοιμασίας. Ήταν ήσυχα. Καμία κίνηση· μόνο ήχοι: οι διαρκείς των τζιτζικιών τριγύρω μου που πλάνταζαν στο τραγούδι και το επαναλαμβανόμενο μοτίβο των κυμάτων που έφτανε αχνό από τη μικρή -αθέατη από το σημείο που βρισκόμουν- παραλία, πολλά μέτρα κάτω, στη ρίζα του βράχου.

Είχα την αίσθηση ότι δεν υπήρχε ψυχή πουθενά, ώσπου είδα μια ηλικιωμένη γυναίκα να βγαίνει από το πρώτο σπίτι του οικισμού κρατώντας μια παλιά μεταλλική λεκάνη. Την άφησε κάτω και άρχισε να απλώνει την μπουγάδα της. Ήταν μόνο κάλτσες. Ανδρικές μάλλινες. Όλες σκούρες, το κάθε ζευγάρι σε διαφορετική απόχρωση του μπλε και του πράσινου. Δεν ήταν παρά πέντε- έξι ζευγάρια οπότε δεν έκανε πολλή ώρα. Όταν τέλειωσε σήκωσε την λεκάνη και μπήκε στο σπίτι. Οι κάλτσες ήδη ανέμιζαν κρεμασμένες. Στο χέρι τις έπλυνε” σκέφτηκα καθώς διέκρινα από τις άκρες τους να φεύγουν σταγόνες.

Τις κοίταζα αρκετή ώρα και μετάνιωνα που δεν είχα μαζί μου φωτογραφική μηχανή. Θα ήταν ωραία εικόνα, αυτές οι ατίθασες σκούρες κάλτσες, οι πιο πολλές πάνω στο λευκό φόντο του σπιτιού και μερικές στο ουλτραμέρ του Αιγαίου. Σκεφτόμουν  να κάνω ένα πρόχειρο σκίτσο με μολύβι, σημειώνοντας με λέξεις τα χρώματα στο χαρτί για να στήσω αργότερα μια ακουαρέλα.

Τότε μόνο πρόσεξα τον τρόπο, την σειρά που τις είχε απλώσει η ηλικιωμένη. Δεξιά ήταν οι πιο σκούρες μπλε. Στο τέλος, αριστερά, οι πιο ανοιχτές πράσινες κι ενδιάμεσα...μα ήταν ένα θαύμα! Μια αρμονική χρωματική σύνθεση εκτεθειμένη προσωρινά στον αέρα. Ένα εφήμερο έργο τέχνης. Καθώς δεν την είδα να τις διαλέγει από τη λεκάνη, σκέφτηκα πως δεν μπορούσε παρά το άρτιο αυτό αποτέλεσμα να ήταν εντελώς τυχαίο. 

Επιχείρησα να βρω καλύτερη αλληλοδιαδοχή των χρωμάτων. Άλλαξα νοερά τη σειρά στις κάλτσες πολλές φορές. Κάθε φορά όμως διαπίστωνα ότι ο συνδυασμός που σκεφτόμουν, υπολείπονταν εκείνου της μπουγάδας που στέγνωνε στο μελτέμι του Αυγούστου  και τότε προσπαθούσα με ακόμα μεγαλύτερη ένταση να βρω τον επόμενο συνδυασμό. Ελπίζοντας  να πετύχω τον άριστο. Μάταια: ο τρόπος που είχαν τοποθετηθεί- τυχαίος ή όχι- ήταν ανυπέρβλητος. Παραιτήθηκα.



Άναψα κι άλλο τσιγάρο, αναβάλλοντας για λίγο ακόμα την είσοδό μου στον οικισμό. Είχε αρχίσει να σκοτεινιάζει. Μετά από λίγο άναψαν μερικά φώτα στο Κάστρο, κι όταν νύχτωσε για τα καλά, όλα τ` άλλα. Οι κάλτσες φαινόταν ακόμα, όχι όμως και τα χρώματά τους -σκιές ακίνητες πια, γιατί στο μεταξύ μαζί με το σκοτάδι, είχε πέσει κι ο αέρας. Όταν μετά από μερικές ώρες έπαιρνα το δρόμο της επιστροφής, η μπουγάδα είχε μαζευτεί και το σχοινί της ούτε που διακρίνονταν.

Τις επόμενες μέρες στη Σίφνο, σκεφτόμουν διαρκώς αυτή την σκηνή αλλά το μόνο που έκανα ήταν να κρατήσω μια απλή τηλεγραφική σημείωση στο τετράδιο του επίδοξου περιηγητή, τρεις λέξεις όλες κι όλες: “Μπουγάδα- Κάλτσες -Κάστρο”. Αλλά και τα χρόνια που ακολούθησαν δεν ήταν λίγες οι φορές που τη θυμήθηκα και όλο έλεγα ότι έπρεπε να την καταγράψω. 


Τελικά Nefosis καλή μου φίλη, δεν το έκανα παρά μόνο σήμερα, με αφορμή την κάρτα σου.

Να σαι καλά!



η φωτο από εδώ

4 σχόλια:

Γιώργος Κατσαμάκης είπε...

αποκλείεις την πιθανότητα να τις φόρεσε κανένα φάντασμα τις κάλτσες;

Τσαλαπετεινός είπε...

Γιώργος Κατσαμάκης: Στους Ξένους Ταξιδευτές, η ιστορία που μού έκανε περισσότερη εντύπωση τότε που είχα πρωτοδιαβάσει τα αποσπάσματα ήταν ενός φτωχού μπαλωματή -από την Αμοργό αν θυμάμαι καλά- που είχε πεθάνει, αλλά επέστρεφε τις νύχτες και διόρθωνε τα παπούτσια των παιδιών του κι έκανε κι άλλες δουλειές στο σπιτικό του.

Τις κάλτσες σίγουρα τις μάζεψε η γιαγιά. Αν τις είχε φορέσει φαντασμα νομίζεις ότι θα έγραφα στην Nefosis, αυτή την ιστορία;

agrampelli είπε...

Ένα ποστ γεμάτο ομορφιές...

Τσαλαπετεινός είπε...

Ένα νησί -η Σίφνος- γεμάτο ομορφιές και νοστιμιές. Ρεβίθια αξέχαστα, ένα βράδυ στο φούρνο- το Κυριακάτικο φαγητό.

;-)