Ό,
τι μάθαινα στο δημοτικό με επηρέαζε
βαθιά. Απόδειξη; Λωτό δοκίμασα μόλις
πριν από λίγα χρόνια καθώς φοβόμουν
μήπως την πατήσω όπως οι σύντροφοι του
Οδυσσέα.
"τῶν δ᾿ ὅς τις λωτοῖο φάγοι
μελιηδέα καρπόν,
οὐκέτ᾿ ἀπαγγεῖλαι πάλιν ἤθελεν
οὐδὲ νέεσθαι,
ἀλλ᾿
αὐτοῦ βούλοντο μετ᾿ ἀνδράσι Λωτοφάγοισι
λωτὸν
ἐρεπτόμενοι μενέμεν νόστου τε λαθέσθαι." *
Αν και δεν είχα φύγει ποτέ ως τότε από την πατρίδα μου
και δε βολόδερνα όπως εκείνοι στον πόντο
με ενάντιους ανέμους, ο φόβος που με
κρατούσε μακριά από τους λωτούς έγινε σχεδόν μεταφυσικός: ήμουν απόλυτα
πεπεισμένος ότι από τη στιγμή που θα
δοκίμαζα έστω και ένα μικρό κομμάτι θα
έχανα οριστικά τη μνήμη μου. Για αυτό βέβαια μπορεί να
ευθύνονταν τα σχετικά αποφθέγματα,
πάντως τη μνήμη τη θεωρούσα εξαιρετικά
πολύτιμη από παιδί.
Όταν
επιτέλους, σχετικά πρόσφατα, νίκησα
αυτό το φόβο και ενέδωσα στον πειρασμό
της βρώσης λωτού έμεινα εκστατικός
βιώνοντας την απόλυτη γευστική πανδαισία.
Ο πρώτος που έφαγα επιβεβαίωνε την
ομηρική περιγραφή αλλά και την ονομασία
“τροφή των Θεών” που του απέδωσαν,
καθώς ήταν ώριμος και κυριολεκτικά
“μελοστάλαχτος”. Χωρίς διάθεση υπερβολής
μπορώ να πω ότι εκείνη η παρθενική φορά
που οι γευστικές μου θηλές ήρθαν σε
επαφή με το “μήλο
της Ανατολής” ήταν το ορόσημο που θα
χώριζε οριστικά πλέον τη ζωή μου σε δύο
ευδιάκριτα τμήματα: το πρώτο, που δεν
είχα γευτεί λωτό και το δεύτερο που
προσηλυτίστηκα και μεταμορφώθηκα σε
ακραιφνή και ακόρεστο λωτοφάγο.
Τόσο
ακόρεστο που την περίοδο που ωριμάζουν
οι λωτοί μπορώ πλέον να τρέφομαι
αποκλειστικά με αυτούς -“ οἵ
τ᾿ ἄνθινον εἶδαρ ἔδουσιν"- ως
γνήσιος Λωτοφάγος.
Καθώς
όμως αυτή η περίοδος δεν είναι όσο μεγάλη
θα ήθελα, φέτος και με αφορμή μια παλιότερη
ανάρτηση του αγαπητού φίλου Μούργου,
αποφάσισα ότι θα έπρεπε να προχωρήσω
στην παρασκευή μαρμελάδας,
ώστε να μπορώ να γεύομαι τον προσφιλή
καρπό και εκτός εποχής.
Αν
και δε διακρίνομαι για τις ζαχαροπλαστικές
μου ικανότητες, κουβαλάω μια σοβαρή
οικογενειακή παράδοση: κάθε χρόνο
ετοιμάζαμε εκτός των γλυκών του κουταλιού
-κεράσι, καρυδάκι, βερίκοκο και κολοκύθα-
αρκετές μαρμελάδες από φρούτα δικής
μας παραγωγής- μήλο, φράουλα και ροδάκινο-
σε τεράστιες ποσότητες που κρατούσαν
όλη τη χρονιά. Σε αυτή τη διαδικασία
συμμετείχε όλη η οικογένεια, μερικές
φορές ερχόταν και θείες με τις οποίες
μοιραζόμασταν το αποτέλεσμα, αλλά
προεξάρχων ήταν ο πατέρας μου. Είχε την
ικανότητα με το μάτι να υπολογίζει τη
ζάχαρη και το ξινό ανάλογα με το είδος
του φρούτου, το χρόνο του βρασμού, να
ελέγχει αν το σιρόπι ήταν δεμένο και να
κατεβάζει το καζάνι από τη φωτιά τη
σωστή στιγμή που το χρώμα ήταν τέλειο.
Οπλισμένος
γερά με όλες αυτές τις μνήμες έκανα μια
μικρή αναζήτηση συνταγών στο διαδίκτυο.
Όπως και στη μαγειρική αρνούμαι πεισματικά
να ακολουθήσω κατά γράμμα υλικά και
οδηγίες και τις περισσότερες φορές
επιδίδομαι σε αυτοσχεδιασμούς, έτσι
και σε αυτή την περίπτωση κράτησα από
διαφορετικές συνταγές μαρμελάδας λωτού
τα στοιχεία που μου φάνηκαν ενδιαφέροντα.
Οι
λωτοί που προμηθεύτηκα (1,5 ευρώ το κιλό)
ήταν πολύ ώριμοι πλην ενός. Αυτό το
τονίζω και θα δείτε γιατί, στο τέλος.
Τους έπλυνα προσεκτικά και στη συνέχεια
αφαίρεσα τη φλούδα και το κοτσάνι τους.
Αφού τους τεμάχισα πρόσθεσα ξύσμα ενός
πορτοκαλιού. Καθώς η ποσότητα μου φάνηκε
μικρή -απειροελάχιστη σε σχέση με τις
παλιές καζανιές- πρόσθεσα τρία μήλα
αφού τα καθάρισα και τα έκοψα σε μικρά
κομμάτια. Στη συνέχεια πολτοποίησα τα
υλικά στο μπλέντερ, προσθέτοντας το
χυμό 3 πορτοκαλιών.
Έβαλα
το μείγμα σε μια κατσαρόλα και πρόσθεσα
ζάχαρη, δύο φυλλαράκια αμπαρόριζα
και ένα μέντα. Μετά την πρώτη βράση,
δυνάμωσα τη φωτιά ανακατεύοντας συνεχώς
για να μην πιάσει, πράγμα που τελικά δεν
απέφυγα κι έτσι αναγκάστηκα να αλλάξω
κατσαρόλα. Δυστυχώς είχα κάνει λάθος
βάζοντας 3 πορτοκάλια -ήθελε το πολύ
δύο- κι έτσι καθυστέρησε αρκετά να πήξει
με αποτέλεσμα η μεγαλύτερη διάρκεια
βρασμού να της στερήσει τελικά το λαμπρό
χρώμα που επιθυμούσα. Ωστόσο
κρίνοντας αυστηρά μπορώ να πω ότι το
αποτέλεσμα ήταν άκρως ικανοποιητικό, ειδικά αν λάβει κανείς υπ` όψη του ότι
ήταν η πρώτη φορά που ανέλαβα να ετοιμάσω
μαρμελάδα.
Η υφή της θυμίζει κάπως το κυδώνι γλυκό του κουταλιού. Η γεύση της είναι
πολύ γλυκιά – την επόμενη φορά θα βάλω
λιγότερη ζάχαρη- ενώ στο φόντο διακρίνεται
μια ελαφριά στιφάδα που προφανώς
οφείλεται σε αυτόν τον ένα και μοναδικό
λωτό που δεν ήταν ώριμος όπως οι άλλοι.
Πάντως αυτή η στιφάδα της δίνει ιδιαίτερη
γεύση. Συνοδεύεται δε ιδανικά με
κεφαλογραβιέρα.
Τα
υλικά της (διορθωμένης) συνταγής.
1600
γραμμάρια λωτοί
800
γραμμάρια Ζάχαρη
χυμός
δύο πορτοκαλιών
τρία
μήλα
ξύσμα
ενός πορτοκαλιού
αμπαρόριζα
μέντα
*Ομήρου
Οδύσσεια, ραψωδία
Ι, 82-104 (κείμενο και μετάφραση Κακριδή
- Καζαντζάκη)
























