Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Σύρος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Σύρος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 23 Ιουλίου 2018

Το κουτί


Τον είχα συναντήσει δυο- τρεις φορές τυχαία. Την τελευταία, πριν αρκετά χρόνια προγραμματισμένα. Βρεθήκαμε κάπου στην Πλάκα, για πολύ λίγο. Πρωί. Ίσα -ίσα για να πιούμε ένα καφέ, να πούμε δυο κουβέντες και για να φωτογραφήσω αυτό που ήταν η αφορμή της συνάντησής μας: ένα παλιό κουτί από Συριανά λουκούμια που ήξερα ότι είχε στο αρχείο του, τού το είχα ζητήσει και με πολλή προθυμία μού είχε φέρει.
Έτσι, πέρα από τα τραγούδια, την ποίηση και τα μυθιστορήματα, θα θυμάμαι τον Μάνο Ελευθερίου, τον Συριανό, γι αυτό το κουτί, που αν και παλιό, μύριζε μέχρι εκείνη τη μέρα λουκούμι.


Ο Μάνος Ελευθερίου, πέθανε χθες σε ηλικία 80 ετών.

Η φωτογραφία του κουτιού, είχε αναρτηθεί σε ποστ του 2011

Κυριακή 25 Σεπτεμβρίου 2011

"Χαλβαδόπιτεεεες, Λουκούμιααα"


"Οι επιβάτες με προορισμό τη Σύρο, παρακαλούνται να ετοιμάζονται γι αποβίβαση. Το πλοίο σε λίγα λεπτά θα βρίσκεται στη Σύρο...Πάσαντζερς γουίδ ντεστινέσιον Syros αρ κάιντλι ρικουέστιτ του ντισεμπάρκ...”

Από την πρήμνη του πλοίου που ήδη έχει κάνει τη μανούβρα για να πιάσει το πρώτο λιμάνι του δρομολογίου, φαίνεται η Ερμούπολη. Κατάφωτος μόνο ο παραλιακός δρόμος και πίσω του λιγοστά φώτα προδίδουν στο σκοτάδι την έκταση της πόλης και ψηλά το σχήμα των δυο λόφων. Στην κορυφή τους, δύο εκκλησίες: δεξιά ο βυζαντινός ορθόδοξος ναός της Αναστάσεως κι αριστερά στο βάθος, στην Άνω Σύρο του Μάρκου, το καθολικό μοναστήρι του Σαν Τζώρτζη.

Οι επιβάτες που συνεχίζουν το ταξίδι στριμώχνονται στην πρύμνη. Χαζεύουν την ιστορική πόλη, την κίνηση στον παραλιακό δρόμο, τα δεμένα καράβια, κι αριστερά το Νεώριο. Από εδώ θα δούν την αποβίβαση όσων έχουν φτάσει στον προορισμό τους κι αυτούς που περιμένουν είτε για να υποδεχτούν, είτε για να επιβιβαστούν. Μπροστά μπροστά, στο μώλο στέκουν πάντα οι ασπροντυμένοι πωλητές με τα γεμάτα καλάθια. Πριν καλά καλά δεσουν τους κάβους και ενώ ο καταπέλτης δεν έχει ακόμα πιάσει στερά θα κάνουν ρεσάλτο στο πλοίο.  
Τρέχοντας φτάνουν στο κατάστρωμα, στις αεροπορικές θέσεις και στο σαλόνι της πρώτης διαλαλώντας με χαρακτηριστικό τρόπο τη πραμάτεια τους: «Χαλβαδόπιττες, λουκούμια συριανά, χαλβαδόοοοπιττες...». Οι λιγοστοί επιβάτες αυτής της εποχής σπεύδουν για προμήθειες. Ο χρόνος για τους μικροπωλητές είναι ελάχιστος αλλά τα καταφέρνουν μια χαρά. Τα καλάθια αδειάζουν μέχρι να ακουστεί από τα μεγάφωνα: «Παρακαλούνται οι επισκέπτες να εξέλθουν. Το πλοίο είναι έτοιμο για αναχώρηση...»




Πριν από μερικά χρόνια, περπατώντας στον παραλιακό δρόμο της Ερμούπολης, ένα γλυκό, ακαταμάχητο άρωμα βανίλιας με παρέσυρε ως το στενό που βρίσκεται η βιοτεχνία του Μιχάλη Ξαγοράρη. Με είδε να κοντοστέκομαι στην πόρτα παρατηρώντας το εσωτερικό και μου έκανε νόημα να μπω, πρόθυμος να με ξεναγήσει στην διαδικασία παρασκευής των λουκουμιών. 
Σε ένα μεγάλο μπακιρένιο καζάνι που ήταν ήδη πάνω στη φωτιά, άδειασε δεκαεπτά κιλά νερό, δεκαεπτά κιλά ζάχαρη, δυο κουταλάκια κορν φλάου και δεκαπέντε γραμμάρια ξινό. Ένα απλό σύστημα ανάδευσης μπήκε σε λειτουργία κι η ζάχαρη που έχει καθίσει στο πάτο άρχισε σιγά σιγά να διαλύεται. Με είδε που σημείωσα πρόχειρα τη δοσολογία και μου είπε ότι πριν από χρόνια κάνανε απόπειρες κι αλλού για να φτιάξουν λουκούμια, ήταν όμως σκέτη αποτυχία: δεν είχαν καμία σχέση με τα συριανά. Τι έφταιγε; Κανείς δεν μπορεί ν` απαντήσει με σιγουριά. Ίσως είναι το κλίμα του νησιού, το νερό, ίσως τα ιδιαίτερα μυστικά αυτής της τέχνης, που μάλλον δεν μεταβιβάζονται. Μιας τέχνης που άρχισε να ασκείται στη Σύρο το 1837 από κάποιον Σταματελακη που ήρθε από τη Χίο κι αργότερα και από από τους Σμυρνιούς πρόσφυγες. Από τότε τα λουκούμια παρασκευάζονται στο νησί με τον ίδιο ακριβώς τρόπο. Μόνο που από τη δεκαετία του `70 τα περισσότερα εργαστήρια άρχισαν να εκσυγχρονίζονται. Έτσι οι μηχανοκίνητοι αναδευτήρες αντικατέστησαν την σκληρή δουλειά του διαρκούς ανακατέματος με ξύλινη κουτάλα -για να μην πιάσει το μείγμα- που έκαναν συνήθως οι νεαροί μαθητευόμενοι των εργαστηριών.

 Το νερό που χρησιμοποιείται είναι το νερό της πόλης. Όμως κάποτε ήταν “σκέτη θάλασσα” και τα λουκούμια έβγαιναν... αλμυρά. Ένας φίλος του από την Αθήνα που τα δοκίμασε, του τηλεφώνησε και του είπε με περιπαικτική διάθεση: «Μπράβο! Τώρα κάνετε και λουκούμια που είναι ότι πρέπει για μεζέ για το ούζο!». Έτσι εκείνη την περίοδο αναγκάστηκαν να αγοράζουν νερό, μέχρι να γίνει αφαλάτωση στο νερό της πόλης.

Ενώ το μείγμα συνέχιζε να βράζει στη φωτιά, πρόσθεσε με το μάτι μερικές σταγόνες ενός παχύρρευστου σκούρου υγρού από ένα μεγάλο μεταλλικό μπουκάλι που η ετικέτα του έγραφε “περγαμόντο”*. Μετά από τρεις τέσσερις περιστροφές της φτερωτής του αναδευτήρα, το μείγμα απέκτησε πράσινο χρώμα και η μυρωδιά του περγαμόντου αναδύθηκε έντονη. Στη συνέχεια και λίγο πριν κατεβάσει το καζάνι από τη φωτιά, έριξε μερικές χούφτες ασπρισμένο αμύγδαλο. Κι αυτές με το μάτι.  


Έπειτα περάσαμε στον δεύτερο χώρο του εργαστηρίου. Εκεί υπήρχε ένας κάτασπρος από άχνη πάγκος και μια πρωτότυπη κατασκευή: ένα ντουλάπι με χαμηλά σε βάθος συρτάρια που τα εξωτερικά του τοιχώματα είχε αντικαταστήσει μια πυκνή σήτα, για προστασία και καλό αερισμό. Μερικά από τα συρτάρια ήταν άδεια. Σε αυτά θα μοιραζόταν το έτοιμο μείγμα μόλις κρύωνε λίγο. Τα υπόλοιπα περιείχαν την παραγωγή της προηγούμενης μέρας. Πήρε ένα από τα γεμάτα συρτάρια, το τοποθέτησε πάνω στον πάγκο και άρχισε το κόψιμο με μια πλατιά λάμα. Με σταθερό ρυθμό μηχανής και σε ίσιες λωρίδες με ακρίβεια χιλιοστού, έκοψε πρώτα οριζόντια και μετά κάθετα την στερεοποιημένη μάζα.

Με την ίδια ταχύτητα στη συνέχεια έβαζε πάνω στη ζυγαριά τα κουτιά της συσκευασίας που περίμεναν αραδιασμένα στην άκρη του πάγκου και τα γέμιζε με λουκούμια, έλεγχε το βάρος τους, πρόσθετε άχνη και έκλεινε το κουτί με το καπάκι που είχε πάνω τη φίρμα του. Έτοιμα για την ντόπια αγορά και για να ταξιδέψουν στον Πειραιά, στη Σάμο, στην Πάρο αλλά και στην Τήνο, που ειδικά τον Δεκαπενταύγουστο λόγω των προσκηνητών υπάρχει  μεγάλη ζήτηση.

Φεύγοντας μού χάρισε μια σακούλα γεμάτη κουτιά με τα φρέσκα λουκούμια που μόλις είχε συσκευάσει και μου υποσχέθηκε ότι την επόμενη φορά που θα περνούσα, θα “φτιάχναμε” και χαλβαδόπιτες. Ωστόσο για να είμαι προετοιμασμένος μου είπε τη συνταγή τους: “Βράζουμε -όπως ακριβώς τα λουκούμια- γλυκόζη, ζάχαρη, μέλι , βανίλια και μαστίχα. Μόλις κρυώσει προσθέτουμε ασπράδια αυγών σε μαρέγκα. Τα εξωτερικά φύλλα που είναι απλό αλευράκι ψημένο και μοιάζει με την όστια των καθολικών, τ` αγοράζουμε έτοιμα.” 



* Άλλα αρώματα των συριανών λουκουμιών είναι: Μαστίχα, τριαντάφυλλο, ροδοζάχαρη, μανταρίνι, καρύδα ινδική, αμυγδάλο, φιστίκι, καρύδι...

Η τελευταία εικόνα είναι φωτογραφία ενός  παλιού κουτιού λουκουμιών, από το αρχείο του  Μάνου Ελευθερίου. 

Δευτέρα 16 Μαΐου 2011

Οι μάστορες



Διαβάζω στη lifo ότι στην είσοδο μιας νεόδμητης πολυκατοικίας στη Θεσσαλονίκη υπάρχει ένα πολύχρωμος πίνακας με όλα τα ονόματα των μαστόρων που δούλεψαν για την ανέγερσή της καθώς και οι ειδικότητές τους και οι τόποι / χώρες καταγωγής τους με τίτλο: “Αυτή η οικοδομή φτιάχτηκε κομμάτι κομμάτι από τους...”. Ο Άρης Διμοκίδης, που υπογράφει το μικρό σημείωμα επισημαίνει ότι μάλλον αυτός ο πίνακας είναι μοναδικός στη χώρα.

Απο τα σχόλια που ακολουθούν το δημοσίευμα ξεχωρίζω: Δεν ειναι ακριβώς το ίδιο, αλλα δίπλα στα διόδια της Γέφυρας Ρίου Αντιρρίου, υπάρχει μια μικρή κατασκευή, σαν πυραμίδα, που αναγράφονται τα ονόματα όλων όσων δούλεψαν για την κατασκευή της...”

Με αφορμή αυτό το σχόλιο, θυμήθηκα ότι στην έκθεση «Τάσος Μπίρης - Δημήτρης Μπίρης Αρχιτεκτονική: Το αμφίδρομο πέρασμα ανάμεσα στην εφαρμογή και στη διδασκαλία» στο Μουσείο Μπενάκη της οδού Πειραιώς που ολοκληρώθηκε στις 20/3 και μάλιστα στην αρχή της, αναφερόταν εκτός από τα ονόματα των μηχανικών που συνεργάστηκαν κατά καιρούς με το γραφείο των αδελφών Μπίρη, τα ονόματα όλων των μαστόρων που δούλεψαν στην ανέγερση των κτηρίων που σχεδίασε το γραφείο.


Κι έτσι όπως η μνήμη δε σταματά να κάνει άλματα, θυμήθηκα και κάτι άλλο...

Πριν από αρκετά χρόνια στο πρώτο μου ταξίδι στην Σύρο, είχα την τύχη να φιλοξενηθώ για λίγες μέρες στη Μονή των Καπουτσίνων της Άνω Σύρου από τον ηγούμενο, τον πατέρα Δημήτριο Φρέρη. Εκείνες τις μέρες ολοκληρωνόταν μια μεγάλης κλίμακας ανακαίνιση της παρακείμενης εκκλησίας του Αγίου Ιωάννη – κτίσμα του 1635- που την χωρίζει από τη μονή μια εκπληκτική εμπροστιάδα .

Ένα απόγευμα ενώ πίναμε τον καφέ μας –καπουτσίνο φυσικά- στην αυλή της μονής, όπου κάποτε συνεδρίαζαν οι δημογέροντες του νησιού, ο ηγούμενος άρχισε να συντάσσει ένα κείμενο με θέμα την ανακαίνιση του ναού. Περιέγραφε αναλυτικά, πότε άρχισαν οι εργασίες, πόσο χρόνο διήρκεσαν, τι ακριβώς περιλάμβαναν, ποιοί εργάτες και ποιοι μαστόροι εργάστηκαν, από πού κατάγονταν καθώς και τα ποσά που δαπανήθηκαν για τις εργασίες και την αγορά υλικών.

Θεώρησα πως ήταν μια υπερβολικά αναλυτική αναφορά για κάποιο βιβλίο εσόδων -εξόδων της μονής, αλλά μου εξήγησε ότι το κείμενο προοριζόταν για να αντιγραφεί στην εσωτερική πλευρά του φύλλου ενός εντοιχισμένου ντουλαπιού που κατασκευάστηκε από τα ξύλινα κασόνια μέσα στα οποία παρελάμβανε τα κεριά που ερχόταν από τη Βενετία. Και συμπλήρωσε: “Για να τα βλέπουν χρόνια μετά οι άνθρωποι και να θυμούνται αυτούς που ίδρωσαν και κόπιασαν εδώ μέσα.”