Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα σχολείο. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα σχολείο. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 18 Μαΐου 2015

Το τετράδιο της Φυσικής


  Ο Μιχάλης, αν ερχόταν -γιατί αρκετά συχνά έλειπε- έφτανε στο φροντιστήριο κατάκοπος. Με τα μάτια κόκκινα από το ξενύχτι, κατακόκκινα σαν τις πιτσιλιές που είχε στα χέρια και στα παπούτσια του. Μας χαιρετούσε, έλεγε δυο -τρεις κουβέντες κι έπειτα με το που άρχιζε το μάθημα, έγερνε στο θρανίο και κοιμόταν. Στα διαλείμματα ξυπνούσε, βγαίναμε για τσιγάρο, με κερνούσε άσσο σκέτο κι εγώ τον πείραζα για τα απανωτά του ξενύχτια για αφισοκόλληση. “Γιατί ρε Μιχάλη τόσο πολύ;” τον είχα ρωτήσει στην αρχή. “Για τα πόδια του παππού μου”, είχε απαντήσει, τόσο κοφτά που δεν μού άφησε περιθώριο να ζητήσω διευκρινήσεις. 

  Η απορία λύθηκε λίγο καιρό μετά, όταν περνώντας από το σπίτι του, όρια Μενεμένης- Ευόσμου, πέτυχα τον παππού του, ένα πράο, γλυκομίλητο γέροντα, στο καθιστικό με τα μπατζάκια του παντελονιού διπλωμένα ως τα γόνατα και τα πόδια του σε μια λεκάνη. Όταν τα έβγαλε από το νερό κι άρχισε να τα σκουπίζει, είδα τα παραμορφωμένα από φάλαγγα πέλματα και από τα δάχτυλα να λείπουν όλα τα νύχια, βγαλμένα από τανάλια βασανιστή. Έκτοτε, δεν ξανάπα κουβέντα στο Μιχάλη για το τρέξιμο, την αφισοκόλληση και τα ξενύχτια. Κι άμα έλειπε, φρόντιζα να παίρνω και για εκείνον φωτοτυπίες των σημειώσεων που μας έδιναν οι καθηγητές.

  Μετά το μάθημα μια σταθερή παρέα -όλοι πηγμένοι, ο Μιχάλης σχετικά ξεκούραστος από τη σιέστα στο θρανίο- κατηφορίζαμε τη Μελενίκου που ήταν το φροντιστήριο, ξεστρατίζαμε για ένα πέρασμα από την πλατεία Ναυαρίνου και καταλήγαμε για ποδοσφαιράκια σε ένα σκοτεινό, ομιχλώδες από την κάπνα υπόγειο, σε ένα στενό που κατέληγε λοξά στην Εθνικής Άμυνας που τότε ακόμα την έλεγαν  Βασιλίσσης Σοφίας. Έτσι όπως ήμασταν καλοί πελάτες ο ιδιοκτήτης μας καλωσόριζε  και ουκ ολίγες φορές έδινε στο Μιχάλη τις σημειώσεις ή τα τετράδια που είχε ξεχάσει εκεί την προηγούμενο βράδυ. 

  Παίζαμε με πάθος για ώρες. Τα χέρια μας είχαν βγάλει κάλλους από τη δύναμη που σφίγγαμε τις ξύλινες λαβές και οι καρποί μας πονούσαν από τις περιστροφικές κινήσεις. Αυτές τις αστραπιαίες, αριστοτεχνικές κινήσεις που γίνονταν μετά από δυο -τρεις προσποιήσεις που ζάλιζαν τον τερματοφύλακα, ώστε να καταλήξει η μπάλα από εκεί που ήταν μαγκωμένη άγρια από τον δεξιό μονοπόδαρο παίκτη, στο αντίπαλο τέρμα. Κι όλα αυτά μέσα σε έξαλλα επιφωνήματα θριάμβου της δυάδας των σκόρερς και βρισιές των άλλων που είχαν υποστεί το γκολ.

  Οι χαμένοι πλήρωναν τους καφέδες ή τις μπύρες που πίναμε όσο παίζαμε, αλλά και τα σπασμένα καθώς συχνά, έτσι όπως ήταν ακουμπισμένα στο πλάι του τραπεζιού, μια απότομη κίνηση τα έριχνε όλα κάτω. Και τα φλιτζάνια και τα μπουκάλια, αλλά και τα κέρματα που αφήναμε εκεί σε στοίβα από την αρχή. Τα κέρματα που μέχρι το τελευταίο, τροφοδοτούσαν τη σχισμή στην μακριά πλευρά του τραπεζιού, για να πέσουν από το άνοιγμα πιο κάτω, οι πέντε άσπρες κοκάλινες μπάλες. “Άντε σπασίκλα να πας να καθαρογράψεις τη Φυσική” μού έλεγε ο Μιχάλης όταν με έβλεπε μετά από ώρες παιχνιδιού να κρυφοκοιτάζω το ρολόι μου.

  Η αλήθεια ήταν ότι το έκανα. Είχα ένα ξεχωριστό τετράδιο, όπου κάθε βράδυ, έγραφα σχολαστικά,  πρώτα τη θεωρία και στη συνέχεια τις ασκήσεις συνδυάζοντας τις σημειώσεις που κρατούσα στο φροντιστήριο και τα του βιβλίου. Μπορεί να ήταν χάσιμο χρόνου να καθαρογράφεις, τις ούτως ή άλλως καλογραμμένες και λεπτομερείς σημειώσεις, να ζωγραφίζεις τα σκίτσα των ασκήσεων σαν να ήταν για να πάνε για τύπωμα για να κοσμήσουν σελίδες βιβλίου Φυσικής, μα αυτός ήταν ο τρόπος μου. 


  Έτσι διάβαζα ή τώρα που το σκέφτομαι, έτσι ξεκουραζόμουν και απέφευγα το διάβασμα. Και το λέω αυτό γιατί πολλές φορές, αν σε ένα σκίτσο, οι σκιές στη σφαίρα μάζας m1 που δεχόταν ένα βλήμα μάζας m2, δεν ήταν ικανοποιητικές, έκανα το σκίτσο από την αρχή σε ένα χαρτί που το έκοβα και το κολλούσα πάνω στην προηγούμενη προσπάθεια που δεν έκρινα ικανοποιητική για τα υψηλά στάνταρ του τετραδίου μου. Με τον καιρό, άρχισα να δυσκολεύομαι να μελετήσω το σχολικό βιβλίο και τις σημειώσεις του φροντιστηρίου και κατέφευγα αποκλειστικά στο τετράδιο-υπόδειγμα για το οποίο με κορόιδευε στα φανερά ο Μιχάλης και πίσω από την πλάτη μου, όλοι οι άλλοι.

  “Σπασικλάκι” με ανέβαζε, “σπασικλάκι” με κατέβαζε, αλλά δέκα μέρες πριν τις Πανελλήνιες, ο Μιχάλης που είχε πάρει ρεπό από το Κόμμα, αποφασισμένος έστω και την ύστατη στιγμή να στρωθεί, μού ζήτησε αυτό που σκεφτόμουν από μέρες να τού δώσω. “Σύντροφε” μού είπε σοβαρά, “θέλω το τετράδιο για φωτοτυπίες”. Ήταν δυνατό μυαλό και είχε σοβαρές ελπίδες να καλύψει τα κενά, αρκεί να είχε λίγη βοήθεια. Ή μάλλον αρκεί να είχε το υποδειγματικό βοήθημα που είχα φτιάξει ψυχαναγκαστικά  όλη τη χρονιά. Τού το έδωσα και υποσχέθηκε να μου το επιστρέψει την επόμενη στο φροντιστήριο.

  Ήταν απόγευμα -εκείνες τις μέρες αν και μας έτρωγαν τα χέρια μας, είχαμε κόψει μαχαίρι τα ποδοσφαιράκια- και βαδίζαμε στην Εγνατία. Είχαμε αφήσει πίσω μας την Αψίδα του Γαλέριου και μπροστά μας, κόντρα, είχαμε ένα καλοκαιρινό ήλιο στη δύση του να μας ξεμυαλίζει. Δεν θέλαμε με τίποτα να κλειστούμε στα σπίτια μας για διάβασμα και συνεχίσαμε να περπατάμε και να κανονίζουμε τη εκδρομή που θα κάναμε μετά τις εξετάσεις. Ουσιαστικά, τις πρώτες ενήλικες διακοπές μας. Χαλκιδική, ακτή Καλογριάς, σκηνές.

  “Τα κορδόνια σου” του είπα στο ύψος της Αγίας Σοφίας. Τα είδε λυμένα, άφησε  τις σημειώσεις  και το τετράδιο πάνω στο καπό ενός αυτοκινήτου -ήταν μέσα στη σκόνη, βρωμερό, χεσμένο από όλα τα περιστέρια της Σαλονίκης και τους γλάρους του Θερμαϊκού, αλλά δεν είπα κουβέντα για να μην αρχίσει το δούλεμα- κι έσκυψε να τα δέσει. “Σκηνές θα βρούμε” μού είπε έτσι σκυμμένος όπως ήταν και πρόσθεσε: “Μία θα μού δώσει σίγουρα ο ξάφελφός μου. Μεγάλη, τεσσάρων ατόμων. Πολύ άνετη”.

  Συνεχίσαμε τη βόλτα μας συμπληρώνοντας σιγά- σιγά τον κατάλογο όλων αυτών που ήταν απαραίτητα για τις διακοπές μας και στην Αριστοτέλους πια, τη ώρα που χωρίζαμε, του είπα: “Μην ξεχάσεις να μού φέρεις το τετράδιο αύριο”. Τον είδα ξαφνικά να γουρλώνει τα μάτια κι αμέσως μετά, να φεύγει βολίδα προς την Αγίας Σοφίας. Κατάλαβα ότι είχε ξεχάσει τα πάντα, πάνω στο αυτοκίνητο. Τον ακολούθησα τρέχοντας. Όταν φτάσαμε, όλα τα αυτοκίνητα ήταν καθαρά. Αυτό που αναζητούσαμε, το χεσμένο, είχε κάνει φτερά μαζί με τις σημειώσεις και το τετράδιο.

  Ο Μιχάλης απελπισμένος πήγαινε πάνω- κάτω στην Εγνατία  μπας και είχαμε κάνει λάθος στο σημείο που σταματήσαμε για να δέσει τα κορδόνια του. Τίποτα. Ήταν τόσο συντριμμένος, που όχι μόνο δεν τού είπα κουβέντα για την αιώνια αφηρημάδα του, αλλά προσπάθησα να τον παρηγορήσω κι ας ήμουν απελπισμένος για την απώλεια του τετραδίου δέκα μέρες πριν τις εξετάσεις, λέγοντάς του ότι δε χάθηκε  ο κόσμος, ότι υπήρχαν οι πρόχειρες σημειώσεις που κρατούσα στο φροντιστήριο, ότι και με αυτές μια χαρά θα βολευόμασταν. 


  Μετά τις εξετάσεις πήγαμε για μια βδομάδα στη Χαλκιδική. Ο Μιχάλης μας έδωσε τη σκηνή του ξαδέλφου του αλλά ο ίδιος δεν ήρθε. Ήταν ο παππούς του βαριά στο νοσοκομείο και δεν τον άφησε ούτε στιγμή. Μερόνυχτα δίπλα του σε μια καρέκλα, στο προσκεφάλι του γέροντα με τα σακατεμένα πόδια. Εκεί, μέχρι το τέλος που ήρθε κατακαλόκαιρο, πριν βγουν τα αποτελέσματα των Πανελληνίων. Έτσι δεν έμαθε ότι ο εγγονός του -έστω και με τις πρόχειρες σημειώσεις- πέρασε τελικά στη σχολή που ήθελε. Και θα χαιρόταν πολύ γιατί τον θυμάμαι να λέει και να ξαναλέει ότι εκείνος ήταν ένα "κούτσουρο και μισό", αλλά έμαθε να γράφει και να διαβάζει στην εξορία. 



Τρίτη 29 Σεπτεμβρίου 2009

Τήρηση προεκλογικών υποσχέσεων


Ποιο είναι άραγε το βασικό κίνητρο που ωθεί κάποιον να θέσει υποψηφιότητα και να διεκδικήσει την ψήφο των συμπολιτών του; Αυτό που προτάσσουν στην πλειονότητά τους οι υποψήφιοι είναι ο διακαής πόθος να υπηρετήσουν το λαό και τα συμφέροντά του. Κανένας όμως δεν τολμά να ομολογήσει ότι υπάρχει κι άλλο ένα ανομολόγητο πλην όμως ισχυρότατο κίνητρο.

Κόντρα λοιπόν στο ρεύμα των υποψηφίων που αποκρύπτουν επιμελώς τα μύχια κίνητρά τους θα αναφερθώ στην δική μου υποψηφιότητα. Ομολογώ εντίμως και ευθύς εξ αρχής, ότι όταν διεκδίκησα την προεδρία εκείνο που με παρακίνησε περισσότερο από το να θέσω εαυτόν στην υπηρεσία του συνόλου ήταν η μέθη της εξουσίας που θα μου πρόσφερε αυτή η θέση.

Η προεκλογική μου εκστρατεία παρ` όλο που ήταν περιορισμένη σε χρονική διάρκεια- μόλις μιας εβδομάδας- περιελάμβανε όλα τα συνήθη μέσα πλην των ραδιοφωνικών και τηλεοπτικών: σύντομες ομιλίες επί της ουσίας της πολιτικής που θα ακολουθούσα σε περίπτωση εκλογής, ανάρτηση ενός και μόνο πανό με το βασικό σύνθημα της εκστρατείας- όχι τόσο από οικολογική συνείδηση, όσο από έλλειψη πόρων μια που δεν είχα καμία απολύτως χρηματοδότηση- και το κυριότερο, συνεχή, ουσιαστική και καθημερινή προσωπική επαφή με το σύνολο των εν δυνάμει ψηφοφόρων μου.

Η βασική προεκλογική μου υπόσχεση και σύνθημα της εκστρατείας ήταν ομολογουμένως κάπως αόριστη, αλλά κατά τη διάρκεια μιας ομιλίας- δυο μόλις μέρες πριν την κάλπη- με περιορισμένο μεν αλλά ενθουσιώδες ακροατήριο, στριμώχτηκα από καίρια ερώτηση που δέχτηκα από ψηφοφόρο. Η παντελής έλλειψη πολιτικής πείρας και ο ενθουσιασμός που έδινε η πρόγευση της εξουσίας με οδήγησαν στο ατόπημα να συγκεκριμενοποιήσω κατ` απόλυτο τρόπο το αόριστο. Μέγα λάθος! Το ξέρουν όλοι οι συνάδελφοι. Στις δύσκολες ερωτήσεις ξεγλιστράμε πάση θυσία, δίνοντας ασαφείς απαντήσεις ή αλλάζοντας το θέμα.

«Τέσσερεις!» ήταν ο αριθμός που ασυλλόγιστα ξεστόμισα απαντώντας στην ερώτηση: «Όταν λες να ψηφίσουμε εσένα για περισσότερες εκδρομές, πόσες ακριβώς εκδρομές σε ένα μήνα εννοείς;» Με έλουσε κρύος ιδρώτας καθώς συλλογίστηκα το ανέφικτο της υπόσχεσης που έδωσα και μετάνιωσα πικρά για την υπερβολή.

Δεν ξέρω κατά πόσο αυτή συνετέλεσε στο εκλογικό αποτέλεσμα που ήταν ένας θρίαμβος. Μπορώ να πω με βεβαιότητα ότι ήταν διπλάσιο του ποσοστού που θα συγκεντρώσει τη ερχόμενη Κυριακή το πρώτο κόμμα. Η χαρά για την εκλογική νίκη και η ανάληψη της προεδρίας της Γ` τάξης του Γυμνασίου όμως ήταν μισή από το βάρος της ευθύνης που μου δημιουργούσε η απερίσκεπτη εξαγγελία. Γιατί μπορεί όπως ήδη ομολόγησα τα κίνητρά μου να ήταν ποταπά, είχα όμως φιλότιμο και έπρεπε να κρατήσω το λόγο μου. Το «πώς» αναλογιζόμουνα την ώρα που κατέβαζα το χαρτόνι- πανό που είχα αναρτήσει στον τοίχο ακριβώς πίσω και πάνω από το θρανίο μου στην τελευταία σειρά. Έγραφε με μεγάλα γράμματα:



ΓΙΑ
ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΕΣ ΕΚΔΡΟΜΕΣ
ΨΗΦΙΣΤΕ
ΕΜΕΝΑ





και ακριβώς από κάτω από το σύνθημα είχα σχεδιάσει ένα βέλος που όταν καθόμουν έδειχνε το κεφάλι μου.


Οι μήνες περνούσαν και οι εκδρομές ερχόταν με τον συνηθισμένο τους ρυθμό. Η μόνη ελπίδα να κρατήσω το λόγο που έδωσα και θεωρούσα ότι αποτελούσε συμβόλαιο με τους συμμαθητές μου -ήταν ο Μάιος. Για τις δύο τελευταίες εβδομάδες του είχαν κανονιστεί η εκδρομή της τάξης στο Βόλο και η ημερήσια εκδρομή όλου του σχολείου. Έτσι τη πρώτη εβδομάδα του Μάιου μπήκα στο γραφείο του Γυμνασιάρχη- ένας καλοκάγαθος θεολόγος στα πρόθυρα της σύνταξης, εξαιρετικά αφηρημένος όπως είχαμε ήδη διαπιστώσει- και δε δυσκολεύτηκα να τον πείσω ότι ήταν μια ωραία μέρα γι εκδρομή. Το μεγάλο βήμα για την επίτευξη του στόχου είχε πραγματοποιηθεί. Δύο εκδρομές στο τέλος του μήνα, μια στην αρχή σύνολο τρεις. Μου χρειαζόταν μια ακόμα. Η πιο δύσκολη.

Όπως στο αρχαίο δράμα εμφανίζεται ο από μηχανής θεός για να δώσει λύση όταν η εξέλιξη έχει οδηγηθεί σε αδιέξοδο, έτσι και στο δικό μου προσωπικό δράμα εμφανίστηκε από μηχανής θεός: ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας αυτοπροσώπως! Στις 8 η ώρα το πρωί κάποιας μέρας της δεύτερης εβδομάδας εκείνου του Μάιου σύσσωμη η μικρή μας πόλη υποδεχόταν στην κεντρική πλατεία τον Πρόεδρο. Τυμπανοκρουσίες, ανθοδέσμες, ομιλίες, όλα ωραία και καλά… αλλά πολύ σύντομα. Στις 8:20 είχε ήδη φύγει και εμείς επιστρέψαμε στο σχολείο.

«Μη ζητήσεις εκδρομή! Πήγαμε την προηγούμενη βδομάδα…» μου το ξέκοψε ο γυμνασιάρχης με το που με είδε να μπαίνω στο γραφείο του. Δε με πτόησε ούτε μια στιγμή το αποφασιστικό του ύφος. Άρχισα να λέω με το επίσημο ύφος που ταίριαζε στην ημέρα, πόσο ξεσηκωμένοι ήμασταν όλοι από την τιμή που μας έκανε ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας, ο Ανώτατος Άρχοντας στη Ακριτική μας πόλη, την ξεχασμένη κι από το Θεό, την πόλη που έδωσε το αίμα της στους αγώνες του Έθνους, συνέχισα με αποσπάσματα από την Αγωγή του πολίτη για τη Δημοκρατία, για τους θεσμούς, πρόσθεσα και κάτι που είχε πει κι ο Δήμαρχος στην προσφώνηση του πριν από λίγο κι ετοιμαζόμουνα να διανθίσω την αγόρευσή μου με κάτι από το μάθημά του, μια παραβολή, μια ρήση των Αποστόλων, κάτι…ώστε να κάμψω και την τελευταία του αντίσταση όταν τον άκουσα να λέει σηκώνοντας τα χέρια του ψηλά, ένα απελπισμένο «Εντάξει! Θα πάμε εκδρομή» προφανώς για να γλιτώσει από το παραλήρημα μου.



Θυμάμαι τις ενθουσιασμένες φωνές των παιδιών στην τάξη όταν τους ανακοίνωσα την απόφαση του γυμνασιάρχη. Τους έκανα νόημα να σταματήσουν και δήλωσα με- κατά το δυνατόν- συγκρατημένη περηφάνια ότι είχα εκπληρώσει την προεκλογική μου υπόσχεση για τέσσερεις εκδρομές σε ένα μήνα. Δεν πίστευα στα αυτιά μου όταν άκουσα τους περισσότερους να λένε: «Ποια υπόσχεση;». Το είχαν ξεχάσει- ή δεν με άκουγαν προσεκτικά – κι εμένα με είχε φάει η αγωνία όλη τη χρονιά πώς θα τα καταφέρω.

Αν το καλοσκεφτεί κανείς ήταν – και παραμένει – πρωτοφανές. Ένας υποψήφιος τήρησε με θρησκευτική ευλάβεια την προεκλογική του υπόσχεση απέναντι σε ένα εκλογικό σώμα που δε θυμόταν καν τι του είχαν τάξει.


Η ανάρτηση αφιερώνεται στους συμμαθητές μου.

Η φωτογραφία είναι από εκδρομή της τάξης μας την επόμενη χρονιά.


Μουσική: After You've Gone, σύνθεση του Benny Goodman με την Swing Orchestra του Bernard Berkhout

Δευτέρα 14 Σεπτεμβρίου 2009

Carte-Postale



Δευτέρα, πρώτο δίωρο Έκθεση, πρώτη Λυκείου. Άνετο ξεκίνημα της βδομάδας αφού τουλάχιστον αυτό το μάθημα όπως και η γυμναστική δεν απαιτούσε καμία προετοιμασία. Η φιλόλογός μας, έγραφε το θέμα στον πίνακα, μερικές φορές έδινε κάποιες διευκρινήσεις, έπεφταν δυο- τρεις ερωτήσεις και μετά ησυχία μέχρι να χτυπήσει το κουδούνι. Ο καθένας μπροστά του. Λίγη αμηχανία στην αρχή δαγκώνοντας το στυλό, οργάνωση της σκέψης, ο σκελετός στα γρήγορα στο πρόχειρο, πρόλογος, ιστορική αναδρομή, ανάλυση, σύνθεση, επίλογος. Λίγες σημειώσεις και μετά γράψιμο. Απλά πράγματα.

Εκείνη τη μέρα όμως που είδαμε να γράφει στον πίνακα: « Τα ταξίδια καταστρέφουν τις προλήψεις» πριν καλά- καλά κλείσει τα εισαγωγικά είχαν αρχίσει να πέφτουν βροχή οι απορίες. Δε θυμάμαι πια ούτε τις ερωτήσεις μας ούτε τις απαντήσεις της. Θυμάμαι όμως πολύ καλά ότι πέρασα όλη την πρώτη ώρα κοιτάζοντας μια τον πίνακα και μια τη λευκή σελίδα.

Χρειάστηκε να μαζέψω βίζες στο διαβατήριο, να διανύσω χιλιάδες μίλια, να περάσω από αεροδρόμια, λιμάνια, να κοιμηθώ σε σταθμούς τραίνων, να περπατήσω σε άγνωστες πόλεις με οδηγό ένα χάρτη, να χάσω το δρόμο μου, να τον ξαναβρώ, να κρυώσω, να εξαντληθώ, να ρισκάρω, αλλά κυρίως να γνωρίσω ανθρώπους που ίσως δε θα ξαναδώ ποτέ, να συνεννοηθώ μαζί τους μερικές φορές με νοήματα ή ακόμα με σκίτσα -πολύτροπος γαρ- όπως ο άλλος που «πολλῶν δ’ ἀνθρώπων ἴδεν ἄστεα καὶ νόον ἔγνω, πολλὰ δ’ ὅ γ’ ἐν πόντῳ πάθεν ἄλγεα»* …κι όλα αυτά για να καταλάβω ακριβώς τι έπρεπε να είχα γράψει στην Έκθεση εκείνης της μακρινής πλέον Δευτέρας.

Από όλα τα ταξίδια στέλνω μια κάρτα στη φιλόλογο που είχαμε στην πρώτη Λυκείου. Ψάχνω αρκετά για κάποια αντιπροσωπευτική, όχι πολύ τουριστική- αποφεύγω μνημεία ή γνωστά κτίρια-μια κάρτα οπωσδήποτε με κόσμο και με έντονα χρώματα. Ει δυνατόν σύγχρονη. Στην πίσω πλευρά γράφω μόνο και πάντα μέσα σε εισαγωγικά, "τα ταξίδια καταστρέφουν τις προλήψεις". Τίποτα άλλο, ούτε καν το όνομα μου. Αν τις μαζεύει σίγουρα θα έχει μια μεγάλη συλλογή, ομοιόμορφη -πλην των γραμματοσήμων- από τη λευκή πλευρά, αλλά αρκετά ενδιαφέρουσα από την άλλη.


στη Μ. Σ.

Μουσική: Mazad, σύνθεση του Τυνήσιου Anouar Brahem από το άλμπουμ Thimar, 1998 (bonus track, για καλή βδομάδα Bahia)


Στην κάρτα, η οδός Heredia στο Santiago de Cuba, από φωτογραφία του Giuseppe Lo Bartolo. Μου την έστειλαν ο Θ και η Π, το 2007

*Ομήρου Οδύσσεια, 3 και 4 στίχος της πρώτης Ραψωδίας.