Δευτέρα, 18 Μαΐου 2015

Το τετράδιο της Φυσικής


  Ο Μιχάλης, αν ερχόταν -γιατί αρκετά συχνά έλειπε- έφτανε στο φροντιστήριο κατάκοπος. Με τα μάτια κόκκινα από το ξενύχτι, κατακόκκινα σαν τις πιτσιλιές που είχε στα χέρια και στα παπούτσια του. Μας χαιρετούσε, έλεγε δυο -τρεις κουβέντες κι έπειτα με το που άρχιζε το μάθημα, έγερνε στο θρανίο και κοιμόταν. Στα διαλείμματα ξυπνούσε, βγαίναμε για τσιγάρο, με κερνούσε άσσο σκέτο κι εγώ τον πείραζα για τα απανωτά του ξενύχτια για αφισοκόλληση. “Γιατί ρε Μιχάλη τόσο πολύ;” τον είχα ρωτήσει στην αρχή. “Για τα πόδια του παππού μου”, είχε απαντήσει, τόσο κοφτά που δεν μού άφησε περιθώριο να ζητήσω διευκρινήσεις. 

  Η απορία λύθηκε λίγο καιρό μετά, όταν περνώντας από το σπίτι του, όρια Μενεμένης- Ευόσμου, πέτυχα τον παππού του, ένα πράο, γλυκομίλητο γέροντα, στο καθιστικό με τα μπατζάκια του παντελονιού διπλωμένα ως τα γόνατα και τα πόδια του σε μια λεκάνη. Όταν τα έβγαλε από το νερό κι άρχισε να τα σκουπίζει, είδα τα παραμορφωμένα από φάλαγγα πέλματα και από τα δάχτυλα να λείπουν όλα τα νύχια, βγαλμένα από τανάλια βασανιστή. Έκτοτε, δεν ξανάπα κουβέντα στο Μιχάλη για το τρέξιμο, την αφισοκόλληση και τα ξενύχτια. Κι άμα έλειπε, φρόντιζα να παίρνω και για εκείνον φωτοτυπίες των σημειώσεων που μας έδιναν οι καθηγητές.

  Μετά το μάθημα μια σταθερή παρέα -όλοι πηγμένοι, ο Μιχάλης σχετικά ξεκούραστος από τη σιέστα στο θρανίο- κατηφορίζαμε τη Μελενίκου που ήταν το φροντιστήριο, ξεστρατίζαμε για ένα πέρασμα από την πλατεία Ναυαρίνου και καταλήγαμε για ποδοσφαιράκια σε ένα σκοτεινό, ομιχλώδες από την κάπνα υπόγειο, σε ένα στενό που κατέληγε λοξά στην Εθνικής Άμυνας που τότε ακόμα την έλεγαν  Βασιλίσσης Σοφίας. Έτσι όπως ήμασταν καλοί πελάτες ο ιδιοκτήτης μας καλωσόριζε  και ουκ ολίγες φορές έδινε στο Μιχάλη τις σημειώσεις ή τα τετράδια που είχε ξεχάσει εκεί την προηγούμενο βράδυ. 

  Παίζαμε με πάθος για ώρες. Τα χέρια μας είχαν βγάλει κάλλους από τη δύναμη που σφίγγαμε τις ξύλινες λαβές και οι καρποί μας πονούσαν από τις περιστροφικές κινήσεις. Αυτές τις αστραπιαίες, αριστοτεχνικές κινήσεις που γίνονταν μετά από δυο -τρεις προσποιήσεις που ζάλιζαν τον τερματοφύλακα, ώστε να καταλήξει η μπάλα από εκεί που ήταν μαγκωμένη άγρια από τον δεξιό μονοπόδαρο παίκτη, στο αντίπαλο τέρμα. Κι όλα αυτά μέσα σε έξαλλα επιφωνήματα θριάμβου της δυάδας των σκόρερς και βρισιές των άλλων που είχαν υποστεί το γκολ.

  Οι χαμένοι πλήρωναν τους καφέδες ή τις μπύρες που πίναμε όσο παίζαμε, αλλά και τα σπασμένα καθώς συχνά, έτσι όπως ήταν ακουμπισμένα στο πλάι του τραπεζιού, μια απότομη κίνηση τα έριχνε όλα κάτω. Και τα φλιτζάνια και τα μπουκάλια, αλλά και τα κέρματα που αφήναμε εκεί σε στοίβα από την αρχή. Τα κέρματα που μέχρι το τελευταίο, τροφοδοτούσαν τη σχισμή στην μακριά πλευρά του τραπεζιού, για να πέσουν από το άνοιγμα πιο κάτω, οι πέντε άσπρες κοκάλινες μπάλες. “Άντε σπασίκλα να πας να καθαρογράψεις τη Φυσική” μού έλεγε ο Μιχάλης όταν με έβλεπε μετά από ώρες παιχνιδιού να κρυφοκοιτάζω το ρολόι μου.

  Η αλήθεια ήταν ότι το έκανα. Είχα ένα ξεχωριστό τετράδιο, όπου κάθε βράδυ, έγραφα σχολαστικά,  πρώτα τη θεωρία και στη συνέχεια τις ασκήσεις συνδυάζοντας τις σημειώσεις που κρατούσα στο φροντιστήριο και τα του βιβλίου. Μπορεί να ήταν χάσιμο χρόνου να καθαρογράφεις, τις ούτως ή άλλως καλογραμμένες και λεπτομερείς σημειώσεις, να ζωγραφίζεις τα σκίτσα των ασκήσεων σαν να ήταν για να πάνε για τύπωμα για να κοσμήσουν σελίδες βιβλίου Φυσικής, μα αυτός ήταν ο τρόπος μου. 


  Έτσι διάβαζα ή τώρα που το σκέφτομαι, έτσι ξεκουραζόμουν και απέφευγα το διάβασμα. Και το λέω αυτό γιατί πολλές φορές, αν σε ένα σκίτσο, οι σκιές στη σφαίρα μάζας m1 που δεχόταν ένα βλήμα μάζας m2, δεν ήταν ικανοποιητικές, έκανα το σκίτσο από την αρχή σε ένα χαρτί που το έκοβα και το κολλούσα πάνω στην προηγούμενη προσπάθεια που δεν έκρινα ικανοποιητική για τα υψηλά στάνταρ του τετραδίου μου. Με τον καιρό, άρχισα να δυσκολεύομαι να μελετήσω το σχολικό βιβλίο και τις σημειώσεις του φροντιστηρίου και κατέφευγα αποκλειστικά στο τετράδιο-υπόδειγμα για το οποίο με κορόιδευε στα φανερά ο Μιχάλης και πίσω από την πλάτη μου, όλοι οι άλλοι.

  “Σπασικλάκι” με ανέβαζε, “σπασικλάκι” με κατέβαζε, αλλά δέκα μέρες πριν τις Πανελλήνιες, ο Μιχάλης που είχε πάρει ρεπό από το Κόμμα, αποφασισμένος έστω και την ύστατη στιγμή να στρωθεί, μού ζήτησε αυτό που σκεφτόμουν από μέρες να τού δώσω. “Σύντροφε” μού είπε σοβαρά, “θέλω το τετράδιο για φωτοτυπίες”. Ήταν δυνατό μυαλό και είχε σοβαρές ελπίδες να καλύψει τα κενά, αρκεί να είχε λίγη βοήθεια. Ή μάλλον αρκεί να είχε το υποδειγματικό βοήθημα που είχα φτιάξει ψυχαναγκαστικά  όλη τη χρονιά. Τού το έδωσα και υποσχέθηκε να μου το επιστρέψει την επόμενη στο φροντιστήριο.

  Ήταν απόγευμα -εκείνες τις μέρες αν και μας έτρωγαν τα χέρια μας, είχαμε κόψει μαχαίρι τα ποδοσφαιράκια- και βαδίζαμε στην Εγνατία. Είχαμε αφήσει πίσω μας την Αψίδα του Γαλέριου και μπροστά μας, κόντρα, είχαμε ένα καλοκαιρινό ήλιο στη δύση του να μας ξεμυαλίζει. Δεν θέλαμε με τίποτα να κλειστούμε στα σπίτια μας για διάβασμα και συνεχίσαμε να περπατάμε και να κανονίζουμε τη εκδρομή που θα κάναμε μετά τις εξετάσεις. Ουσιαστικά, τις πρώτες ενήλικες διακοπές μας. Χαλκιδική, ακτή Καλογριάς, σκηνές.

  “Τα κορδόνια σου” του είπα στο ύψος της Αγίας Σοφίας. Τα είδε λυμένα, άφησε  τις σημειώσεις  και το τετράδιο πάνω στο καπό ενός αυτοκινήτου -ήταν μέσα στη σκόνη, βρωμερό, χεσμένο από όλα τα περιστέρια της Σαλονίκης και τους γλάρους του Θερμαϊκού, αλλά δεν είπα κουβέντα για να μην αρχίσει το δούλεμα- κι έσκυψε να τα δέσει. “Σκηνές θα βρούμε” μού είπε έτσι σκυμμένος όπως ήταν και πρόσθεσε: “Μία θα μού δώσει σίγουρα ο ξάφελφός μου. Μεγάλη, τεσσάρων ατόμων. Πολύ άνετη”.

  Συνεχίσαμε τη βόλτα μας συμπληρώνοντας σιγά- σιγά τον κατάλογο όλων αυτών που ήταν απαραίτητα για τις διακοπές μας και στην Αριστοτέλους πια, τη ώρα που χωρίζαμε, του είπα: “Μην ξεχάσεις να μού φέρεις το τετράδιο αύριο”. Τον είδα ξαφνικά να γουρλώνει τα μάτια κι αμέσως μετά, να φεύγει βολίδα προς την Αγίας Σοφίας. Κατάλαβα ότι είχε ξεχάσει τα πάντα, πάνω στο αυτοκίνητο. Τον ακολούθησα τρέχοντας. Όταν φτάσαμε, όλα τα αυτοκίνητα ήταν καθαρά. Αυτό που αναζητούσαμε, το χεσμένο, είχε κάνει φτερά μαζί με τις σημειώσεις και το τετράδιο.

  Ο Μιχάλης απελπισμένος πήγαινε πάνω- κάτω στην Εγνατία  μπας και είχαμε κάνει λάθος στο σημείο που σταματήσαμε για να δέσει τα κορδόνια του. Τίποτα. Ήταν τόσο συντριμμένος, που όχι μόνο δεν τού είπα κουβέντα για την αιώνια αφηρημάδα του, αλλά προσπάθησα να τον παρηγορήσω κι ας ήμουν απελπισμένος για την απώλεια του τετραδίου δέκα μέρες πριν τις εξετάσεις, λέγοντάς του ότι δε χάθηκε  ο κόσμος, ότι υπήρχαν οι πρόχειρες σημειώσεις που κρατούσα στο φροντιστήριο, ότι και με αυτές μια χαρά θα βολευόμασταν. 


  Μετά τις εξετάσεις πήγαμε για μια βδομάδα στη Χαλκιδική. Ο Μιχάλης μας έδωσε τη σκηνή του ξαδέλφου του αλλά ο ίδιος δεν ήρθε. Ήταν ο παππούς του βαριά στο νοσοκομείο και δεν τον άφησε ούτε στιγμή. Μερόνυχτα δίπλα του σε μια καρέκλα, στο προσκεφάλι του γέροντα με τα σακατεμένα πόδια. Εκεί, μέχρι το τέλος που ήρθε κατακαλόκαιρο, πριν βγουν τα αποτελέσματα των Πανελληνίων. Έτσι δεν έμαθε ότι ο εγγονός του -έστω και με τις πρόχειρες σημειώσεις- πέρασε τελικά στη σχολή που ήθελε. Και θα χαιρόταν πολύ γιατί τον θυμάμαι να λέει και να ξαναλέει ότι εκείνος ήταν ένα "κούτσουρο και μισό", αλλά έμαθε να γράφει και να διαβάζει στην εξορία. 



2 σχόλια:

Ανώνυμος είπε...

Πάλι λιώμα με έκανες. Να πάρει η ευχή, αυτές οι πανελλαδικές είναι ένα μαράζι που δε λέει να με αφήσει. Και τις πέρασα ως τώρα 3 φορές: μια για μένα και αλλές δύο για τα κορίτσια μου. Ωχ, ωχ, ωχ!!!

agrampelli είπε...

Ωραία χρόνια... Και ζεστές φιλίες.