Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αποκριά. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αποκριά. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 17 Μαρτίου 2013

Η Παλιαπούλια


-Θα μας φάει ο Τεπές! φώναξε λαχανιασμένος ο Γιώργος, φρενάροντας απότομα. Η πίσω ρόδα μπλοκαρισμένη σύρθηκε στο έδαφος σηκώνοντας σύννεφο σκόνης. Πέταξε με τσαντίλα το ποδήλατο χάμω σφίγγοντας τα χείλη του για να μη βάλει τα κλάματα. Σέρτικος από μικρός ο Γιώργος -νευρόσπαστο τον έλεγαν οι δάσκαλοι στο δημοτικό- άμα νευρίαζε ή άμα ζορίζονταν πολύ, για να μην τού ξεφύγουν δάκρυα, σφιγγόταν ολόκληρος.

Με το που τον είδαμε να φτάνει σπινταριστός εκείνο το πρωί της Αποκριάς στην αλάνα με το μεγάλο πλάτανο, ο Άκης, ο Ηρακλής κι εγώ, φίλοι αχώριστοι, συμμαθητές και γείτονες, αφήσαμε το κουβάλημα και τρέξαμε κοντά του· τον περιμέναμε πώς και πώς να γυρίσει από την πάνω γειτονιά για να μας δώσει ραπόρτο. Το κλάμα μπορεί για την ώρα να το είχε γλιτώσει, μα ο κατάσκοπός μας ήταν κατακόκκινος κι η ανάσα του κομμένη.

Έτσι λαχανιασμένος και μούσκεμα από την ορθοπεταλιά μας είπε: “Έχουν τρεις ντάνες αγκάθια και δεν έχουν φέρει ακόμα της μεγάλης αποθήκης… τα είδα από το μπαλκόνι της θειάς μου...είναι πολλά, πάρα πολλά… είδα κι αυτά που μας τσόρεψαν…θα μας φάει ο Τεπές”. Λέγοντας αυτό το τελευταίο, αναγνωρίζοντας την πιθανή ήττα μας από την πάνω γειτονιά, τελικά δεν μπόρεσε να κρατήσει ένα δάκρυ. Σκύψαμε τα κεφάλια, όχι τόσο για να του δώσουμε την ευκαιρία να σκουπίσει το μάγουλό του, όσο γιατί σκεφτόμασταν, τί θα μπορούσαμε να κάνουμε έστω και εκείνη την στιγμή για να κερδίσουμε.

Το να είναι η Παλιαπούλια μας η πρώτη, ψηλότερη και μεγαλύτερη της μικρής μας πόλης ήταν για μας ζήτημα τιμής. Όπως οι πατεράδες μας κι οι παππούδες μας πριν από μας, έτσι και εμείς, αμέσως μετά τις γιορτές των Χριστουγέννων, κάθε απόγευμα και τα Σαββατοκύριακα όλη μέρα, βγαίναμε για να μαζέψουμε τσάκνα κι αγκάθια για την Παλιαπούλια, τη μεγάλη φωτιά, που θα ανάβαμε το βράδυ της τελευταίας Κυριακής της Αποκριάς. Με δρεπάνια, κλαδευτήρια, κόσες και τσουγκράνες γυρίζαμε στον κάμπο και κόβαμε τις βατσινιές που φούντωναν στα όρια των χωραφιών.

Ούτε οι βροχές ούτε τα χιόνια μας σταματούσαν. Μαζεύαμε και τα κρύβαμε σε αποθήκες στην γειτονιά, που όχι μόνο διπλοκλειδώναμε, μα φυλάγαμε οι μισοί από μας απ` έξω καραούλι τις νύχτες για να μη μας τα κλέψουν, ειδικά τις τελευταίες μέρες που ήταν πολλά. Οι άλλοι μισοί, πήγαιναν στις άλλες γειτονιές αργά, λίγο πριν το ξημέρωμα, όταν πια οι δικοί τους σκοποί είχαν αποκάμει κι είχαν πάει για ύπνο. Έσπαγαν ακόμα και λουκέτα αν χρειαζόταν κι έκλεβαν τα δικά τους. Έτσι ήθελε το έθιμο. Κι αν ήταν κανένας μεγάλος μαζί τους με αγροτικό, τα φόρτωναν γρήγορα-γρήγορα στην καρότσα και τα έφερναν στις δικές μας αποθήκες. Αν όχι, τα έσερναν σε όλη τη διαδρομή με καμιά κλεμμένη τσουγκράνα ή ακόμα και με τα χέρια που δεν χαμπάριαζαν από τρυπήματα. Κι έβλεπες την άλλη μέρα τους δρόμους της μικρή μας πόλης γεμάτους με  μικρά  ξυλάκια που ξέφευγαν από τις ντάνες, αδιάψευστα  ίχνη της κλεψιάς που ήταν καμάρι και απόδειξη παλικαριάς.

Εκείνη τη χρονιά είχαμε καταφέρει να κλέψουμε αγκάθια δυο φορές από την Πατσούρα και μια από το Ντολτσό, μα την προηγούμενη Τετάρτη, μόλις τρεις μέρες πριν την Αποκριά, ήρθαν από τον Τεπέ και μας άδειασαν μια αποθήκη· την πιο μεγάλη. Όπως κάθε βράδυ, έτσι και εκείνο είχαμε μαζευτεί μεγάλη παρέα γύρω από τη φωτιά που ανάψαμε – Μάρτη μήνα θερίζει το κρύο εκεί πάνω τα βράδια. Οι πατεράδες μας έψηναν λουκάνικα και θυμόταν ιστορίες από τα παλιά. 

Μπάμπουσκιες οι ιστορίες, η μια έβγαινε μέσα από την άλλη, το κρασί σε πλαστικά ποτήρια έλυνε τη μνήμη και το τσίπουρο στη συνέχεια, έφερνε τραγούδια. Γιορτή σωστή. Κι ας έβγαιναν οι μανάδες μας με τις νυχτικιές στα παράθυρα να φωνάζουν πρώτα στους μεγάλους “καλά τα παιδιά, εσείς δεν έχετε στάλα μυαλό;” κι ύστερα σε μας ”θα κρυώσετε, άντε μαζευτείτε κι έχετε να πάτε σχολείο αύριο”. Εμείς εκεί, μισομεθυσμένοι· οι μεγάλοι από νοσταλγία κι εμείς από τις κλεφτές γουλιές που πίναμε από τα ποτήρια των πατεράδων μας. Μισομεθυσμενοί γύρω από τη μικρή φωτιά  ονειρευόμασταν την άλλη, τη μεγάλη που θα στήναμε στην αλάνα με τον μεγάλο πλάτανο τη νύχτα της Αποκριάς. 

Νυστάξαμε όμως όλοι νωρίς εκείνο το βράδυ κι φύγαμε αφήνοντας κλειδωμένη μα αφύλαχτη την αποθήκη. Το πρωί, βλέποντας μισάνοιχτη τη πόρτα καταλάβαμε το κακό που μας βρήκε· μας έπιασαν στον ύπνο κυριολεκτικά και την άδειασαν. Από ποια γειτονιά ήταν οι δράστες, το μάθαμε λίγο αργότερα στο σχολείο όταν οι συμμαθητές μας από τον Τεπέ μας υποδέχτηκαν φωνάζοντας ρυθμικά: “Σας- τσο-ρέ-ψα-με! Σας- τσο-ρέ-ψα-με!” σπάζοντας για τα καλά τα νεύρα μας.


Να πάμε τώρα να μαζέψουμε τα κλαδιά απ` τις μηλιές!” πέταξε ο Άκης, εκεί που είχαμε απελπιστεί με το ραπόρτο του Γιώργου. Η ιδέα ήταν καταπληκτική! Όλα τα κτήματα του κάμπου, έξω από τη μικρή μας πόλη, είχαν στη σειρά ντάνες από βέργες που είχαν κλαδέψει από τις μηλιές. Αν κι ο κάμπος απείχε μόλις μια τρεχάλα από την αλάνα, θα ήταν πολύ δύσκολο αν όχι αδύνατον να τα κουβαλήσουμε, έτσι βαριά που ήταν τα δεμάτια με τα χλωρά κλαδιά. Ρωτήσαμε αμέσως τους άλλους που συνέχιζαν να κουβαλάνε τα αγκάθια από τις αποθήκες, για κανένα τρακτέρ με καρότσα ή έστω ένα αγροτικό. Δεν υπήρχε τίποτα. Ο Ηρακλής σκέφτηκε τότε να χρησιμοποιήσουμε ένα παλιό κάρο που ήταν παρατημένο χρόνια και σάπιζε σε μια αυλή. Ο Άκης έτρεξε στον στάβλο του παππού του και χωρίς καν να τον ρωτήσει, επέστρεψε μετά από λίγο έφιππος.

Με όσες γνώσεις είχαμε αποκομίσει από καουμπόικες ταινίες ζέψαμε κουτσά στραβά το άλογο και ξεκινήσαμε οι τέσσερις μας για τον κάμπο και τη μεγάλη μπάζα. Σταματήσαμε στο πρώτο κτήμα, του θείου του Νάκου, κουβαλήσαμε κλαδιά μέχρι που γέμισε το κάρο ως απάνω και γυρίσαμε. Μόλις μας είδαν τα άλλα παιδιά της γειτονιάς, έτρεξαν να βοηθήσουν στο ξεφόρτωμα. Ύστερα έφυγαν σφαίρα με τα ποδήλατα, έμπαιναν στα κτήματα με τη σειρά, κουβαλούσαν στο δρόμο τα κλαδιά κι εμείς περνούσαμε και τα παίρναμε με το κάρο. Μέχρι το μεσημέρι κόντευε να αδειάσει ο κάμπος από τα δεμάτια κι είχε γεμίσει η αλάνα. Κι αν δεν είχε σπάσει ο ένας άξονας του κάρου – πάλι καλά  που άντεξε με τόσο φορτίο- νομίζω ότι θα συνεχίζαμε μέχρι να φέρουμε και το τελευταίο κλαδί.

Αργά το μεσημέρι, σκάψαμε μια τρύπα στο μέσον της αλάνας. Εκεί στερεώσαμε καλά το ντάλι -τον κεντρικό άξονα- καμωμένο από ένα πανύψηλο λευκάδι με πελεκημένα τα κλαδιά. Γύρω του αρχίσαμε να στοιβάζουμε με σειρά, πρώτα τα δεμάτια από τον κάμπο κι ύστερα, ψηλά, με σκάλα τα αγκάθια και τα τσάκνα. Δεν είχαμε καλά καλά τελειώσει όταν ΄έφτασε η επιτροπή του Δήμου που γύριζε από γειτονιά σε γειτονιά και μετρούσε τις παλιαπούλιες αναζητώντας τη μεγαλύτερη. Αυτή που θα έπαιρνε το βραβείο. Δεν θυμάμαι το ύψος της, μα στην περιφέρειά της η τριαντάμετρη μετροταινία κόντεψε να μη φτάσει.


Ανάψαμε την Παλιαπούλια μόλις νύχτωσε για τα καλά. Τα χλωρά της βάσης άργησαν λίγο να πάρουν, μα μετά από λίγο φούντωσαν. Φούντωσε κι ο χορός με τα αποκριάτικα τραγούδια γύρω από τη φωτιά. Όλοι οι γείτονες πιασμένοι στη σειρά  και στο τέλος του κύκλου όσοι είχαν έρθει από άλλες γειτονιές. Εμείς αφού ρίξαμε μερικές στράκα στρούκες, σταθήκαμε και την κοιτάζαμε. Ειδικά ψηλά, εκεί που έφταναν οι φλόγες στο σκοτάδι και της διπλασίαζαν το μπόι. Περήφανοι μα κουρασμένοι από το τρέξιμο και την ένταση όλης της μέρας. 

Ούτε συζήτηση όμως για να πηδήξουμε στο τέλος, για το καλό ή για να φύγουν οι ψύλλοι όπως έλεγαν  παλιά. Λογαριάζαμε από καιρό να το κάνουμε, μα εκείνη τη νύχτα που αφήσαμε αφύλαχτη την αποθήκη, είχαμε ακούσει από τους πατεράδες μας, μια φοβερή ιστορία που είχαν ακούσει κι αυτοί από τους δικούς τους, για δυο παλικάρια είκοσι χρονών που μια Αποκριά πριν από τον πόλεμο, πήδηξαν ταυτόχρονα, ο ένας από τη μια μεριά κι ο άλλος από την άλλη και συγκρούστηκαν στο μέσον της φωτιάς που έκαιγε ακόμα. Ούτε πρόλαβαν να τους βγάλουν.

Είχαμε τρομάξει με την ιστορία κι όταν είδαμε το μέγεθος της δικιάς μας φωτιάς -κοντά 10 μέτρα διάμετρο- είπαμε να αφήσουμε τα άλματα για το καλοκαίρι, πάνω από τις μικρότερες φωτιές του Κλήδονα. Μας έφτανε η χαρά που εκείνη τη χρονιά, τη χρονιά που πηγαίναμε πρώτη Γυμνασίου, παρά τα τσορεμένα αγκάθια μας από τα παιδιά του Τεπέ, έστω και την τελευταία στιγμή τα καταφέραμε: η Παλιαπούλια της γειτονιά μας, πήρε το πρώτο βραβείο.


Καλή Σαρακοστή!

Η εικόνα από εδώ

Ανταπόκριση από τα πάτρια εδάφη! 

Σάββατο 25 Φεβρουαρίου 2012

Της τελευταίας στιγμής

Χωρίς εισαγωγή και κυρίως χωρίς την εξεζητημένη περιγραφή της αποκριάτικης κολεξιόν που έκανα το μακρινό 2009, (τότε που μιλούσα εκ του ασφαλούς για την οικονομική κρίση που ακόμα δεν είχαμε γευτεί και δεν φανταζόμασταν ούτε την ένταση, ούτε τη διάρκειά της) περνάω στις οδηγίες για αποκριάτικη στολή της τελευταίας στιγμής. Όλως τυχαίως, πρόκειται για στολή πουλιού...


Παλιά περιοδικά ή εφημερίδες, μια απλή μάσκα, ένα κομμάτι χοντρό χαρτόνι, ένα συρραπτικό με μπόλικα ανταλλακτικά, κοπίδι, ένα παλιό πουλόβερ, ένα παλιό παντελόνι ή κολάν, ένα παλιό σκουφάκι, ένα ζευγάρι χοντρές κάλτσες και βέβαια αρκετή υπομονή.




Κόβουμε σε λωρίδες τις σελίδες των περιοδικών και αρχίζουμε να τις συρράπτουμε στο πουλόβερ ξεκινώντας από κάτω. Αφού τελειώσουμε την πρώτη σειρά, συνεχίζουμε πιο πάνω, φροντίζοντας οι λωρίδες της δεύτερης σειρά να καλύπτουν λίγο εκείνες της πρώτης σειράς. Αν διαθέτουμε αρκετό χρόνο και αρκετά περιοδικά η πυκνότητα μπορεί να είναι μεγάλη όπως φαίνεται παραπάνω στο σκίτσο. Στην ιδανική περίπτωση χρησιμοποιούμε τις σελίδες που έχουν κείμενα και δίνουν την αίσθηση του λευκού, για το μπροστινό μέρος ενώ κρατάμε τις χρωματιστές -με φωτογραφίες και διαφημίσεις- για την πλάτη. Όταν τελειώσουμε με τον κορμό και τα πούπουλα, κόβουμε πιο μακριές λωρίδες για τα φτερά τις οποίες συρράπτουμε ακριβώς στις ραφές των μανικιών. Μπορούμε να βάλουμε λωρίδες και κατά μήκος των εξωτερικών ραφών του παντελονιού, ή γύρω γύρω στις κάλτσες στο πάνω μέρος τους. Τέλος συρράπτουμε λωρίδες μακριές στο σκουφάκι, στην κορυφή του. Αν υπάρχει λίγο σύρμα λεπτό, μπορούμε να το κολλήσουμε ανάμεσα σε δύο λωρίδες, ώστε να στέκονται όρθιες και να σχηματίζουν λοφίο. 




Κόβουμε σε σχήμα ρόμβου -δύο πολύ μικρές πλευρές και δύο πολύ μεγάλες- το χαρτόνι. Χαράζουμε με το κοπίδι την μεγάλη διαγώνιο ώστε να μπορεί να τσακίσει. Εφαρμόζουμε τις δύο μικρές πλευρές πάνω στη μάσκα και στερεώνουμε τη μύτη πάνω στη μάσκα με το συρραπτικό. Στην πίσω πλευρά καλό θα είναι να βάλουμε ένα κομμάτι χαρτόνι για στήριξη. Στη μάσκα που βλέπετε στις φωτογραφίες πέρασα ένα χέρι ατλακόλ κι αφού στέγνωσε την έβαψα με ακρυλικό χρώμα σε σωληνάριο. Καλύτερα αποτελέσματα – ομοιόμορφο χρώμα και γρήγορο στέγνωμα- έχουμε αν χρησιμοποιήσουμε σπρέι.
Και φυσικά στην περίπτωση που η μάσκα και το χαρτόνι είναι στο χρώμα που θέλουμε το ράμφος δεν χρειάζεται βάψιμο.
 

 Χρόνος κατασκευής.


Αν έχουμε διαθέσιμα όλα τα υλικά και κυρίως αν υπάρχει καλή διάθεση, η στολή ολοκληρώνεται περίπου σε μία ώρα. Χρειάστηκα τρεις ώρες για τέσσερις στολές ενός μικρού σμήνους -τους δύο τους βλέπετε ξεπουπουλιασμένους πλέον μετά το πάρτι στην ασπρόμαυρη φωτογραφία- αλλά έβαλαν κι ένα χέρι βοήθειας τα άλλα τρία πουλιά. 



Αν το επιχειρήσετε, καλή επιτυχία 
και ούτως ή άλλως Καλή Αποκριά

Κυριακή 1 Μαρτίου 2009

Μάσκες




Έλαβαν ταχυδρομικώς αρκετές μέρες πριν, μια αυστηρά προσωπική πρόσκληση, χωρίς όνομα αποστολέα. Η διεύθυνση που θα γινόταν το αποκριάτικο πάρτι, δε θύμιζε τίποτα σε κανέναν από τους παραλήπτες. Δεν υπήρχε περιορισμός στις ενδυματολογικές επιλογές, αλλά ένας απαράβατος bold όρος τυπωμένος στο κάτω μέρος της πρόσκλησης: οι μάσκες να καλύπτουν απόλυτα τα πρόσωπα και να μη βγούνε σε καμία περίπτωση .

Στη διάρκεια των τριών εβδομάδων που μεσολάβησαν από την παραλαβή της πρόσκλησης μέχρι την καθορισμένη ημερομηνία οι προσκεκλημένοι χωρίς καμία εξαίρεση προσπάθησαν να ανακαλύψουν την ταυτότητα του άγνωστου αποστολέα. Κανείς όμως από φίλους και γνωστούς δεν ήξερε απολύτως τίποτα.

Μερικοί, αποφασισμένοι να λύσουν το μυστήριο περάσανε από τη διεύθυνση που έδινε η πρόσκληση. Ήταν ένα πρόσφατα ανακαινισμένο νεοκλασικό, στο κέντρο που στέγαζε στους τρείς ορόφους του γραφεία διαφορετικών εταιρειών των οποίων οι υπάλληλοι τους διαβεβαίωναν ότι δεν είχαν ακούσει για πάρτι στο εν λόγω κτίριο.

Όλοι σκέφτηκαν το ενδεχόμενο της φάρσας- μια πολύ ακριβή φάρσα αν έκρινε κανείς από το φίνο χαρτί της πρόσκλησης- αλλά παράλληλα άρχισαν να ψάχνουν πυρετωδώς το κατάλληλο κοστούμι για αυτή τη βραδιά που πλησίαζε.

Παρά τα εύλογα ερωτήματα που γεννούσαν τα κενά αυτής της πρόσκλησης –κι ίσως εξ αιτίας τους –η προσέλευση ήταν απρόσμενα μεγάλη. Όλοι τήρησαν το «αυστηρά προσωπικό» και ήρθαν μόνοι τους χωρίς συνοδούς. Οι στολές ήταν μοναδικές-ακριβά υφάσματα, μεταξωτά, βελούδα, ταφτάδες, δαντέλες, όλα καλοραμμένα. Το ίδιο και οι μάσκες που κάλυπταν τα πρόσωπα κρύβοντας την ταυτότητα των προσκεκλημένων.

Το φύλο σε κάποιες περιπτώσεις διακρινόταν λόγω ενός αβυσσαλέου ντεκολτέ, του ανοίγματος των ώμων ή της κίνησης. Σε αρκετές όμως κι αυτό έμενε κρυφό καθώς δεν ήταν λίγοι αυτοί που είχαν επιλέξει να φορέσουν ένα απλό ντόμινο και να μείνουν σιωπηλοί, ώστε ούτε η φωνή να αποκαλύψει το παραμικρό στοιχείο της ταυτότητας τους.

Τόσο ο χώρος- τέσσερεις ψηλοτάβανες αίθουσες εν σειρά- όσο και η μουσική που επέλεγε ένας αόρατος DJ, έκαναν γρήγορα τους προσκεκλημένους να νοιώσουν την απρόσμενη αίσθηση του οικείου.

Η ανωνυμία που εξασφάλιζαν οι μεταμφιέσεις, παραμέρισε και τις πιο σθεναρές αναστολές. Σχηματίστηκαν γρήγορα πηγαδάκια στο μπαρ και στον προθάλαμο. Πρώτα μερικές κουβέντες, διερευνητικές κυρίως για τον εμπνευστή αυτής της γιορτής που ωστόσο δεν απέδωσαν τους προσδοκώμενους καρπούς. Ύστερα λίγο πιο διστακτικά αποπειράθηκαν να γνωριστούν χρησιμοποιώντας όμως ψευδώνυμα που κανείς δεν τους τα επέβαλε, ίσως γιατί το είχαν πάρει απόφαση ότι είχε τελικά ενδιαφέρον να παίξουν με τους ‘άνωθεν’ επιβεβλημένους κανόνες της βραδιάς που προοιωνίζονταν εξαιρετική. Τελικά κατάλαβαν ότι ήταν άγνωστοι μεταξύ τους αλλά προφανώς όλους τους γνώριζε ο μυστηριώδης οικοδεσπότης.

Η μουσική γρήγορα τους παρέσυρε στο χορό και τα πηγαδάκια διαλυθήκανε. Ζευγάρια σχηματιστήκαν πολλές φορές και άλλαξαν τη σύνθεσή τους με την αλλαγή των ρυθμών, σε ένα γαϊτανάκι με όλους τους πιθανούς συνδυασμούς. Μόνο ένα ζευγάρι παρέμενε σταθερό από την αρχή μέχρι το τέλος και δεν υπέκυψε σε αλλαγή παρτενέρ παρά τις απόπειρες των άλλων.

Το πρόσεξαν όλοι, εκτός ίσως από τους ίδιους. Ήταν δύο ψηλές φιγούρες με στολές ντόμινο, η μία μαύρη -η πιο ψηλή -και η άλλη με βαθύ πορφυρό. Οι μάσκες τους, ήταν δύο απλά χρυσά προσωπεία σχεδόν όμοια. Είχαν συναντηθεί σε ένα πηγαδάκι. Συμμετείχαν στη συζήτηση απαντώντας και απευθύνοντας ερωτήσεις στους άλλους μόνο με απλές κινήσεις των χεριών τους ή με ένα νεύμα με το κεφάλι. Ούτε όμως μεταξύ τους ανταλλάξανε λέξη στη διάρκεια του χορού.

Η αποχώρηση έγινε όπως και η προσέλευση- όλοι έφυγαν μόνοι τους όπως είχαν έρθει. Κι η απορία της αρχής – ποιος ήταν ο οικοδεσπότης –είχε αντικατασταθεί πλέον με τη βεβαιότητα ότι δεν θα το μάθαιναν ποτέ. Αλλά για κανένα πια δεν είχε σημασία.

Οι δύο φιγούρες με τα ντόμινο συναντήθηκαν στο δρόμο σε μικρή απόσταση από το νεοκλασικό. Ήταν σίγουρα τυχαίο γιατί κοντοστάθηκαν έκπληκτοι για μια στιγμή αλλά αμέσως μετά χωρίς καμία συνεννόηση άρχισαν να περπατούν ο ένας δίπλα στον άλλο προς τη ίδια κατεύθυνση. Είχε αρχίσει να ξημερώνει. Ελάχιστοι εποχούμενοι και κανείς πεζός. Τη στιγμή που διέσχιζαν τη άδεια λεωφόρο το μαύρο ντόμινο σταμάτησε ξαφνικά και μίλησε για πρώτη φορά:
-Θέλω να δω το πρόσωπό σου…σε παρακαλώ βγάλε τη μάσκα.
Το ντόμινο με το πορφυρό χρώμα σταμάτησε και γύρισε προς το μέρος του. Δίστασε λίγο, αλλά μετά με αργές κινήσεις έπιασε το κάτω μέρος της μάσκας και την ανασήκωσε.
-Φοράς δεύτερη μάσκα από κάτω!
- Όχι…αυτό που βλέπεις είναι το πρόσωπό μου.


Με αφορμή το Χρονογράφημα «Σερπαντίνες και Κομφετί» του Κ.Α. Μπρούσαλη που δημοσιεύτηκε στα Αθηναϊκά στις 23/2/1963

Εικόνα: Το χρυσό προσωπείο των Μυκηνών από
http://www.easypedia.gr

Μουσική: The Mooche, των Duke Ellington και Irving Mills του 1928

buzz it!

Πέμπτη 19 Φεβρουαρίου 2009

Αποκριάτικη Κολεξιόν

Η παγκόσμια οικονομική κρίση δε θα μπορούσε παρά να επηρεάσει και το λαμπερό κόσμο της μόδας . Ο Τσαλαπετεινός κινούμενος στο γενικότερο κλίμα λιτότητας, σχεδίασε, ετοίμασε και σας παρουσιάζει σήμερα το πρώτο μοντέλο της κολεξιόν του για τις φετινές Αποκριές. Αν η ανταπόκριση του κοινού αποδειχτεί ικανή, θα υπάρξει και συνέχεια στο ίδιο πνεύμα περικοπής δαπανών.

Πρόκειται για ένα ανάλαφρο φόρεμα, άνετο για όλες τις ώρες και τις μέρες της Αποκριάς με υφέρπουσα ρομαντική διάθεση. Το ‘ύφασμα’ θροΐζει ανέμελα κατά την κίνηση και αντανακλά έντονα το φως με αποτέλεσμα, μια εμφάνιση που δε θα περάσει απαρατήρητη. Το μπούστο είναι εφαρμοστό τονίζοντας τις φυσικές ή πρόσθετες καμπύλες της περιοχής, ενώ από τη μέση και κάτω αρχίζει να κλοσάρει φτάνοντας κολακευτικά μέχρι το μέσον της γάμπας, μήκος που ενδείκνυται κυρίως για τους ψηλούς καρναβαλιστές. Τα μανίκια σε φούσκα δεν είναι παρά μια υπόμνηση, μια νοσταλγία αθωότητας. Η φαρδιά ζώνη στο χρώμα του φραμπαλά δένει πίσω σφιχτά σε ένα μεγάλο εντυπωσιακό φιόγκο και αναδεικνύει τη μέση.

Θα το συνδυάσετε απαραιτήτως με ασορτί παπούτσια και καπέλο – πάντα καλυμμένα με σακούλα της ίδιας αλυσίδας supermarket- και για πιο βραδινές εμφανίσεις με μια μπέρτα ανάλαφρη από δύο μεγάλες σακούλες σκουπιδιών ενωμένες στο χρώμα πάντα του φραμπαλά.

Είναι προφανές ότι μπορεί κανείς να αυτοσχεδιάσει και να προσαρμόσει τη συγκεκριμένη δημιουργία στο σωματότυπό του και στο είδος της εξόδου που πρόκειται να πραγματοποιήσει.

Το εικονιζόμενο φόρεμα δημιουργήθηκε μόνο σε 11 λεπτά και 34 δευτερόλεπτα ενώ τα υλικά που χρησιμοποιήθηκαν υπάρχουν σε κάθε σοβαρό σπίτι: σακούλες super market και σκουπιδιών και ένα συρραπτικό με μπόλικα ανταλλακτικά.

Μετά τη χρήση μπορείτε να το φυλάξετε για του χρόνου- δε θα χρειαστεί καθαριστήριο γιατί είναι πλύνε βάλε - ή απλώς να το πετάξετε σε κάδο ανακύκλωσης. Α! κι επειδή σίγουρα θα σας ρωτήσουν τι έχετε ντυθεί αν χρησιμοποιήσετε σακούλες της συγκεκριμένης αλυσίδας μπορείτε να απαντήσετε ευθαρσώς: Βασιλοπούλα!