Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα παιδιά. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα παιδιά. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 27 Ιουλίου 2021

Ο Στέργιος, ο Δημοσθένης και τα σχιστά μάτια

Τρίτη δημοτικού. Μάθημα γεωγραφίας για την Κίνα. Η κυρία Ολυμπία, μας έδειξε φωτογραφίες από παγόδες, το Σινικό τείχος, πλήθος κόσμου κι είχαμε εντυπωσιαστεί απ` όλα όσα ακούσαμε εκείνη τη μέρα και κυρίως από όσα είδαμε. Πιο πολύ ίσως με τα πρόσωπα τον Κινέζων με τα σχιστά τους μάτια. Στο τέλος του μαθήματος η δασκάλα μας, για το επόμενο μάθημα μάς ζήτησε όπως κάθε φορά, να ζωγραφίσουμε το χάρτη και να είμαστε πολύ καλά διαβασμένοι. 

"Ποιός θα μας πει για την Κίνα;"  ρώτησε η κυρία Ολυμπία στο μάθημα της Γεωγραφίας την επόμενη βδομάδα και ένα σωρό χέρια σηκώθηκαν πρόθυμα. Πέρασε μια -δυο φορές το βλέμμα της από όλους μας και στο τέλος είπε: "Εσύ, Στέργιο. Σήκω και πάρε το χάρακα για να μας δείχνεις στο χάρτη"

Ο Στέργιος, συνήθως αδιάβαστος, εκείνη την ημέρα τα είπε νεράκι. Τον θυμάμαι σαν τώρα, όρθιο δίπλα στον πίνακα όπου ήταν κρεμασμένος ο παγκόσμιος χάρτης, να τεντώνεται ενθουσιασμένος, να δείχνει τη Κίνα και να λέει με ποιές χώρες συνορεύει, τον πληθυσμό, την πρωτεύουσα, τις μεγάλες πόλεις, τα λιμάνια, τα προϊόντα- που ακόμα δεν είχαν κατακλύσει όλο τον κόσμο- τα βουνά της και τα ποτάμια. Όλα με μια ανάσα.

Σταμάτησε λαχανιασμένος  από την προσπάθεια. Άκουσε το "μπράβο" της δασκάλας μας -ίσως για πρώτη φορά στη μαθητική του καριέρα. Πήρε θάρρος και βαθιά ανάσα, άφησε με σπουδή τη βέργα που κρατούσε ακόμα και με τους δύο του δείκτες τράβηξε τα μάτια του δυνατά προς τους κροτάφους, τόσο που δεν έβλεπες πια τις κόρες τους και συμπλήρωσε με απόλυτη σιγουριά: "Ξέχασα να πω ότι οι Κινέζοι έχουν σχιστά μάτια γι αυτό και δεν βλέπουν καθόλου!"


Θυμήθηκα αυτή την παλιά ιστορία και την αφοπλιστική αφέλεια του 9 χρονου συμμαθητή μου, του Στέργιου, όταν διάβασα το αδιανόητο σχόλιο του δημοσιογράφου της ΕΡΤ Δημοσθένη Καρμοίρη για Κορεάτη αθλητή του πινγκ πονγκ που συμμετέχει στους Ολυμπιακούς Αγώνες: "Αν είναι σχιστά τα μάτια, πώς βλέπουν το μπαλάκι που πάει κι έρχεται"



Κυριακή 10 Ιουλίου 2016

Τζιτζίκι -τζατζίκι


-Τί είναι αυτό;
-Ποιό μωρό μου;
-Αυτό. Που κάνει έτσι!
-Πως έτσι;
-Τζζζζ...
-Αααα! Αυτό είναι τζιτζίκι!
-Τζατζίκι!
-Όχι τζατζίκι μωρό μου. Τζιτζίκι.
Δίχρονη το πολύ η μικρή, στρουμπουλή και τσαχπίνα, από ώρα τριγύριζε με αβέβαια τραμπαλιστά βήματα στην άμμο και κοίταζε ψηλά προσπαθώντας να καταλάβει τί ήταν αυτός ο ήχος που έβγαζε το αλμυρίκι. Άρχισε ο πατέρας της να της εξηγεί, ότι μοιάζουν αυτές οι λέξεις, αλλά είναι άλλο το “τζα-τζί-κι” -αυτό το τρώμε και είναι άσπρο, δροσερό και γίνεται από γιαούρτι- και άλλο, το “τζι-τζί-κι” , είναι έντομο, όπως οι μέλισσες κι οι πεταλούδες. Τον άκουγε προσεκτικά, έκπληκτη που δυο λέξεις τόσο όμοιες, ήταν για τόσο διαφορετικά πράγματα και μια κοίταζε ψηλά, μια τον πατέρα της.

Κι ενώ φάνηκε να έχει καταλάβει τη διαφορά, τού ζήτησε πονηρά “Κατέβασέ το, το τζατζίκι” επιμένοντας στο λάθος. Εκείνος σηκώθηκε αμέσως, έψαξε για λίγο το αλμυρίκι κι όταν εντόπισε ένα τζίτζικα, τεντώθηκε, τον έπιασε απαλά και έσκυψε για να της τον δείξει. Εκείνη πλησίασε άφοβα το έντομο και το κοίταξε προσεκτικά. Τότε της είπε να βάλει το δάχτυλό της κάτω, “Να εδώ, στα ποδαράκια του”. Το έβαλε θαρρετά, μα το τράβηξε αμέσως. “Σε γαργαλάει;” τη ρώτησε κι εκείνη έγνεψε “ναι” αλλά αμέσως το ξαναπειχείρησε. Ο τζίτζικας έκανε βήματα στον αέρα και πάνω στο απλωμένο δαχτυλάκι, τη γαργαλούσε, εκείνη τού έλεγε και τού ξανάλεγε γλυκά “τζιτζίκι -τζατζίκι” και γελούσε κι από το γαργάλημα κι από το αστείο της.


Μετά από λίγο ο πατέρας, της είπε ότι πρέπει να βάλουν το τζιτζίκι πάλι στο δέντρο γιατί “θα το ψάχνουν οι δικοί του” κι εκείνη συμφώνησε αμέσως κουνώντας το κεφάλι της καταφατικά. Ο πατέρας τεντώθηκε πάλι και ακούμπησε τον τζίτζικα προσεκτικά ακριβώς στο ίδιο κλαδί, στο ίδιο σημείο από όπου τον είχε πάρει, ενώ η μικρή κουνούσε το χέρι της αποχαιρετώντας τον.


Έπειτα, κάθισε ήσυχα στην άμμο, αλλά πότε κοίταζε ψηλά στο αλμυρίκι, πότε κάτω, το γαργαλημένο της δαχτυλάκι και μονολογούσε τραγουδιστά, “τζιτζίκι -τζατζίκι, τζιτζίκι -τζατζίκι”. Και γελούσε καθώς τα αλλεπάλληλα “τζ” της συναγωνίζονταν τα ασταμάτητα "τζ" των τζιτζικιών-τζατζικιών. 

Παρασκευή 8 Ιανουαρίου 2016

Η κλίση




«…κι από μέσα, τίποτα. Ησυχία. Κάτι κάνει, σκέφτηκα δεν μπορεί τόση ησυχία στο σπίτι. Διαβολιά είναι στη μέση. Μπαίνω στο δωμάτιό του, δεν ήταν εκεί. Πάω στο μπάνιο και τον βρίσκωγονατισμένο μπροστά στη μπανιέρα. Μούσκεμα. Κι αυτός κι όλο το μπάνιο. Η μπανιέρα γεμάτη νερά, ξέχειλη μέχρι πάνω και μέσα, όλα τα παπούτσια μας, άλλα να επιπλέουν κι άλλα στον πάτο. Καραβάκια μαμάΚαραβάκια, είπε το παλιόπαιδο μόλις με είδε. Έκλεισα πρώτα τη βρύση κι έπειτα τον άρπαξα κι έφαγε της χρονιάς του…»

  Ακριβώς δεκατέσσερα χρόνια πριν, άκουγα την ξαδέλφη μου να μας εξιστορεί «τα πρόσφατα  κατορθώματα» του γιού της που τότε ήταν μόλις τεσσάρων χρόνων. Ο μικρός, πολυαγαπημένος ανιψιόςένα παιδί μάλαμα -ήταν μωρό, μηνών και το έβλεπες στα μάτια του, καλή πάστα, ανθρωπάκι μια σταλιάτην άκουγε και είχε ζαρώσει σε μια γωνιά λες κι εκείνη τού ξανάριχνε με τα λόγια της, για άλλη μια φορά, «της χρονιάς του». Κάτι πήγα να πω, να μιλήσω για φαντασία κι η ξαδέλφη με το βαρύ χέρι, με έκοψε απότομα λέγοντας οργισμένη για τις πανάκριβες γόβες της που μετά την καθέλκυση, αναγκάστηκε να πετάξει αφού δεν έπαιρναν καλαφάτισμα.

  Κράτησα έτσι για τον εαυτό μου τις σκέψεις που έκανα για το μέλλον του μικρού με την τόσο γόνιμη φαντασία. Κάθε φορά που τον συναντούσα καθώς μεγάλωνεθυμόμουν το περιστατικό κι έκανα σενάρια. Θα γίνει άραγε, σκεφτόμουνα, ναυπηγός; Να σχεδιάζει αξιόπλοα σκαριά που θα κατακτήσουν τους ωκεανούς. Ή θα γίνει συγγραφέας; Να γράφει μοναδικές ιστορίες που θα σε ταξιδεύουν στις θάλασσες του κόσμου. Ή μήπως ζωγράφος; Να ζωντανεύουν στον καμβά του φουρτουνιασμένες θάλασσες.


  Τελικά έπεσα έξω στις προβλέψεις μου καθώς δεν σκέφτηκα το πιο απλό, το πιο λογικό. Καπετάνιος θα γίνει τελικά ο ανιψιός μου. Πριν λίγες μέρες σε οικογενειακή συγκέντρωση, τον συνάντησα -αντράκι σωστό πια στα δεκαοκτώ του- και έμαθα ότι είναι πρωτοετής στην Ακαδημία Εμπορικού Ναυτικού στο Αργοστόλι.  Δεν έμεινε πολύ όμως κι έτσι δεν πρόλαβα να τού θυμίσω αυτή την παλιά ιστορία με την μπανιέρα- θάλασσα και τα παπούτσια- καράβια που τελικά, όπως αποδείχτηκε φανέρωνε την κλίση του. Έπρεπε να φύγει νωρίς για να μελετήσει Ναυτικό Δίκαιο

Οι δύο εικόνες, έργα του Γιάννη Σταύρου

Τετάρτη 24 Ιουνίου 2015

Του Κλήδονα


Τα μονοκοτυλήδονα

και τα δικοτυλήδονα

 ανθίζανε στον κάμπο

σου το `χαν πει στον κλήδονα

 και σμίξαμε φιλήδονα

τα χείλη μας, Μαλάμω.*

*Γ. Σεφέρη, Στροφή

Πέμπτη 26 Μαρτίου 2015

Ο μικρός σπορέας

Όταν στην παιδική ηλικία έμαθα ότι θάβουμε τους σπόρους κι αυτοί μετά από καιρό φυτρώνουν, εντυπωσιάστηκα. Δεν είναι και λίγο· για σκέψου το! Χώνεις στο χώμα ένα σπόρο, ένα κουκούτσι, ένα βολβό και από αυτά φυτρώνουν ολόκληρα δέντρα και λουλούδια.
 
Σε μια στιγμή επιφοίτησης, σκέφτηκα κάτι που ήμουν σίγουρος ότι δεν το είχε σκεφτεί κανείς άλλος μέχρι τότε. Γιατί μόνο σπόρους, κουκούτσια και βολβούς; Γιατί όχι μολυβένια στρατιωτάκια; Να φυτρώσει από αυτά δέντρο ολόκληρο με καρπούς, μια μεραρχία ώριμη για μάχη.

Φύτεψα μερικά στρατιωτάκια, αρκετά κέρματα από το χαρτζιλίκι μου κι ένα χρυσό δαχτυλίδι της μάνας μου, που βούτηξα χωρίς να το καταλάβει. Καθώς δεν είχα την υπομονή του καλού καλλιεργητή, πήγαινα συχνά και σκάλιζα επίμονα το χώμα για να διαπιστώσω την πρόοδο της σποράς μου. Πλήρης απογοήτευση. 

Λασπωμένα τα στρατιωτάκια -ίδια με τους στρατιώτες του Qin Shi Huang- με τσακισμένες τις ξιφολόγχες τους, ούτε ρίζες είχαν βγάλει, ούτε φύτρες, ούτε κάτι που να μαρτυρά ανάπτυξη. Το ίδιο και τα κέρματα. Το δαχτυλίδι πάλι, δεν ήξερα πώς πάει, καθώς δε θυμόμουν σε ποιόν τενεκέ, από τη μεγάλη σειρά των ασπρισμένων τενεκέδων με τα χρυσάνθεμα, είχα φυτέψει.

Μού πήρε πολύ καιρό να το πάρω απόφαση ότι σοδειά από τη σπορά μου, δεν θα θέριζα, αλλά συνέχιζα να θάβω. Όχι πλέον αντικείμενα, μα σκέψεις και κυρίως επιθυμίες. Και να δεις ένα παράξενο: αυτές όχι μόνο φύτρωναν, αλλά θέριευαν με τον καιρό.


φωτο © Werner Bischof / Magnum Photos